Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κώστας Πέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής:3117/2011, 17 Φεβρουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3117/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Λευκωσία. Εναγόντων -και-
- Κώστας Πέτρου, Ορόκλινη.
- Σωτήρης Χαραλάμπους, Ξυλοτύμπου.
- Μαρίνα Πέτρου, Ξυλοτύμπου. Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Οικονόμου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους: Καμιά εμφάνιση. Εναγόμενοι: απόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως: Α. €16.884,97 δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας και συμφωνίας εγγυήσεως. Β. Τόκο προς 17% ετησίως επί ποσού €16.230,34 από 10.10.2011 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση ανά εξάμηνο. Γ. Διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος εναντίον του Εναγομένου
- Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση και η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση εναντίον τους στα πλαίσια της οποίας η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη. Σύμφωνα με την υπ. Μαυρομιχάλη κ. α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 530 ο ορισμός για απόδειξη εξυπακούει ότι κατά την ορισθείσα ημερομηνία το δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για την απόδειξη της (που είναι και ο σκοπός για τον οποίο υπόθεση ορίζεται για απόδειξη). Στην παρούσα οι Ενάγοντες προσκόμισαν ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους Μιχάλη Στυλιανού, ο οποίος αναφέρεται στα γεγονότα και επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Α), τη Σύμβαση Δανείου ημερ. 31.3.2009 (Τεκμήριο Β), τα έγγραφα Υποθήκης Υ6520/07 (Τεκμήριο Γ), αντίγραφο δημοσίευσης ημερ. 12.4.2011 (Τεκμήριο Δ), κοινοποίηση αναθεωρημένου καταλόγου χρεώσεων και προμηθειών με επιστολή ημερ. 15.9.2010 (Τεκμήριο Ε), προειδοποιητική επιστολή ημερ. 15.7.2011 (Τεκμήριο ΣΤ) και επιστολή τερματισμού ημερ. 16.8.2011 (Τεκμήριο Ζ). Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι το υπόλοιπο στις 10.10.2011 ήταν €16.884,97 πλέον συνολικό επιτόκιο 17%, αναλυόμενο σε βασικό επιτόκιο 5.75%, προσαύξηση 5,25% και τόκον υπερημερίας 6%, καθώς και ότι μετά την καταχώριση της αγωγής δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. Έχω υπόψιν μου το σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί και πρέπει να σημειώσω ότι από την ένορκη δήλωση και την έγγραφη μαρτυρία που τη συνοδεύει προκύπτουν ως αναντίλεκτα τα ακόλουθα: ι) Δυνάμει Σύμβασης Δανείου ημερ. 31.3.2009 οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο ύψους €15.500 στον Εναγόμενο 1 με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 και με περαιτέρω εξασφάλιση την τότε υφιστάμενη υποθήκη Υ6520/07, καθώς και την τότε υφιστάμενη εκχώρηση ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής με την Eurolife. ιι) Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο διά 180 δόσεων εξ €170,61 εκάστη μηνιαίως, αρχομένων από 30.4.2009 μέχρι τις 31.3.
- ιιι) Με βάση τον όρο 2 της σύμβασης το δάνειο θα χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο το οποίο τότε ήταν 5,25%, προσαυξημένο κατά 5,25%, δηλαδή συνολικά με 10,50% και θα κεφαλαιοποιείτο ανά εξάμηνο. ιν) Με επιστολή τους ημερ. 15.9.2010 (Τεκμήριο Ε) οι Ενάγοντες κοινοποίησαν στους Εναγομένους αναθεωρημένο κατάλογο με τις χρεώσεις και προμήθειες που θα ίσχυε από τις 30.11.
- ν) Με ανακοίνωση τους στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» στις 12.4.2011 (Τεκμήριο Δ) οι Ενάγοντες κοινοποίησαν προς τους πελάτες τους αύξηση του βασικού επιτοκίου από 5,25% σε 5,75% για δάνεια που είχαν χορηγηθεί κατά ή μετά την 1.1.
- νι) Στις 15.7.2011 το επίδικο δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις δόσεων ύψους €1.535,49, οπότε οι Ενάγοντες με επιστολή ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο ΣΤ) - κάλεσαν τον Εναγόμενο 1 να καταβάλει εντός 21 ημερών τις καθυστερούμενες δόσεις - ενημέρωναν ότι μέχρι την ομαλοποίηση του λογαριασμού οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνοντο «με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 6%» νιι) Προφανώς επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση, οι Ενάγοντες με νεώτερη επιστολή ημερ. 16.8.2011 (Τεκμήριο Ζ) τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού καθιστώντας πληρωτέο ολόκληρο το υπόλοιπο. Ενημέρωναν επίσης ότι θα εξακολουθήσει να χρεώνεται τόκος σύμφωνα με τα ποσοστά που ίσχυαν για το λογαριασμό και επιπρόσθετα τόκος υπερημερίας προς 6%. ιx) Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο Α) κατά τον τερματισμό στις 16.8.2011 το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €16.230,34 συν τόκο 11% συν συσσωρευθέντες τόκους €223,
- Οι Ενάγοντες διεκδικούν για ολόκληρο το υπόλοιπο και τόκον υπερημερίας 6% από την ημερομηνία τερματισμού. Η αξίωση αυτή ήταν στην πραγματικότητα η μόνη που έχρηζε εξέτασης και ως εκ τούτου κλήθηκαν οι Ενάγοντες να δικαιολογήσουν και στοιχειοθετήσουν αυτή. Η κα Οικονόμου επικαλέστηκε τους όρους 2, 8, 9 και 11 της σύμβασης, το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/99, καθώς και τις υποθέσεις Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1466, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου κ.α. Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 449 και την Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 εισηγούμενη ότι ορθώς οι Ενάγοντες χρέωσαν και αξιώνουν τόκο προς 17%. Είναι γεγονός πως ο Δικαστής Κληρίδης στην υπ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμους (ανωτέρω) αναφέρθηκε στα βασικά γεγονότα μιας υπόθεσης που αφορά τραπεζικό χρέος, αλλά όμως τόνισε παράλληλα πως και αυτά χρήζουν απόδειξης. Μεταξύ αυτών που πρέπει να αποδειχθούν είναι και το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο κατά τη γνώμη μου αφορά και τον τόκο που θα καταβληθεί επ΄ αυτού. Δεν νομίζω πως τέθηκε κανόνας με την εν λόγω υπόθεση πως όταν μια υπόθεση τραπεζικού χρέους οδηγείται σε απόδειξη το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο χωρίς οποιαδήποτε εξέταση να επιδικάσει ο,τιδήποτε διεκδικεί ο Ενάγων. Άλλωστε το κατέστησε ξεκάθαρο λέγοντας: «Συμφωνούμε βέβαια με τη γενική αρχή ότι επειδή στη διαδικασία απόδειξης δεν έλαβε μέρος ο αντίδικος, ενώ είχε τη δυνατότητα, αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εξετάσει και αξιολογήσει την επάρκεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσφερόταν από την πλευρά της εφεσείουσας. Όπως όμως ειδικά αναφέρθηκε στην ίδια την υπόθεση Barry Wynne, όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι το εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Θα προσέθετα στα προηγηθέντα πως το δικαστήριο έχει τουλάχιστον το δικαίωμα να εξετάσει αν μια πρόνοια σε σύμβαση είναι εφαρμόσιμη (ή και παράνομη κάποιες φορές). Αυτό λοιπόν που εξετάζεται στην παρούσα είναι η επάρκεια της προσφερθείσας μαρτυρίας να αποδείξει την υποχρέωση καταβολής τόκου προς 17% στο οποίο συμπεριλαμβάνεται τόκος υπερημερίας 6% από τον τερματισμό της σύμβασης και ο οποίος αφορά και τις 152 δόσεις που θα πληρώνοντο (υπό άλλες συνθήκες) από τον τερματισμό μέχρι το 2024. Σχετικά με τον τόκο αναφέρθηκαν στην υπ. Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627 τα ακόλουθα: «..... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. (Δες, την καταληκτική παράγραφο στη Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881).» Στην παρούσα περίπτωση όσον αφορά τον προβλεπόμενο συμβατικό τόκο παρατηρείται πως αυξήθηκε δεόντως (με κοινοποίηση στον τύπο) κατά 0,50% από 13.4.2011, ο οποίος και κεφαλαιοποιείτο ανά εξάμηνο ως προβλέπεται στη σύμβαση (π.χ. 30.6.2011 με €822,37). Ο τοκισμός αυτός προφανώς εξηγεί και την απόδοση που θα είχε το συγκεκριμένο δάνειο, που ως προκύπτει εάν ολοκληρώνετο η σύμβαση η Τράπεζα θα λάμβανε στο τέλος πίσω €30.709,80 (ήτοι 180 Χ €170,61) συν κάποια έξοδα όπως προκύπτει και από την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου Β. Δικαιωματικά ο τόκος αυτός συνεχίζει και μετά τον τερματισμό, όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού. Όσον αφορά το θέμα του τόκου υπερημερίας είχα την ευκαιρία να παραθέσω την νομική πτυχή και την άποψη μου σε πρόσφατες αποφάσεις στις αγωγές 2106/2011 και 1945/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 16.12.2011 και 22.12.2011 (σελίδες 9 και επόμενες) τις οποίες υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας. Δεν χρειάζεται να καταγραφούν ξανά εδώ. Κρίνω ορθό όμως να παραθέσω αυτούσιους τους σχετικούς όρους της σύμβασης και απόσπασμα από το παράρτημα της. «
- .... Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (περιλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο Πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον Πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται. Όλες οι πιο πάνω χρεώσεις (συμπεριλαμβανομένου και του τόκου υπερημερίας) θα κεφαλαιοποιούνται, αν δεν πληρωθούν, σύμφωνα με την συνήθη πρακτική της Τράπεζας από καιρού εις καιρό που τώρα είναι κάθε έξι μήνες, και θα ισχύουν πριν και μετά οποιαδήποτε απαίτηση και/ή δικαστική απόφαση.» «
- Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα(και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστά προμήθειας και/ή τραπεζικά (ledger) και/ή άλλα δικαιώματα κατά τη κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» «
- Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να καταστήσει το δάνειο απαιτητό και να ζητήσει από τον Πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο Πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. ...» «
- Επιπρόσθετα των εξόδων που φαίνονται στην παράγραφο 5 πιο πάνω, το δάνειο θα χρεώνεται με τα έξοδα και επιβαρύνσεις που φαίνονται στον επισυνημμένο Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων και που ισχύουν κατά την ημερομηνία ετοιμασίας/αποστολής της παρούσας συμφωνίας. ...» Από το Παράρτημα: «Σε περίπτωση καθυστερήσεων στο δάνειο σας, το δάνειο σας θα επιβαρύνεται επιπρόσθετα του Συνολικού Επιτοκίου και με τόκο υπερημερίας εκ 5,25% επί του ποσού της υπέρβασης.» Στον Κατάλογο Χρεώσεων που επισυνάπτεται αναφέρεται ότι σε περίπτωση καθυστέρησης στην αποπληρωμή δανείων θα υπάρχει χρέωση επιπρόσθετου επιτοκίου επί του ποσού της καθυστέρησης που ισχύει για όσο χρόνο παραμένει η καθυστέρηση, καθώς και ότι η χρέωση αυτή θα γίνεται και κατά τον τερματισμό του λογαριασμού. Φαίνεται πως με αυτό τον Κατάλογο ο τόκος υπερημερίας αυξήθηκε σε 6%. Η διασύνδεση των πιο πάνω προνοιών με τον τερματισμό και τις συνέπειες του εγείρει και στην παρούσα ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο έχει αναλυθεί πρόσφατα στην υπ.
- Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 272/08 ημερ. 17.10.
- Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει ειδικά πως ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα. Λέχθηκαν τα εξής στην πιο πάνω απόφαση: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 19, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.» Και πιο κάτω: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneymatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Στην υπ. Lordsvale Finance plc v. Bank of Zambia
(1996)3 All E.R. 156 υπήρχε όρος για πληρωμή τόκου υπερημερίας από την ημερομηνία της καθυστέρησης ίσου με το άθροισμα των: ι) 1% ιι) Περιθωρίου (Margin) ιιι) Των εξόδων εξασφάλισης δολλαριακών καταθέσεων Το περιθώριο είχε καθοριστεί επίσης σε 1% και απέδιδε τα διοικητικά έξοδα, τον πιθανό κίνδυνο υπερτίμησης και καθαρό κέρδος (είχε τεθεί στη συμφωνία εις αντικατάσταση του LIBΟR). Τα έξοδα για την εξασφάλιση δολλαριακών καταθέσεων αποζημίωναν τον δανειστή για την καθυστέρηση στην απόδοση των χρημάτων που δάνεισε. Οπότε προέκυψε ως θέμα τι ήταν ακριβώς το 1% πέραν των πιο πάνω και κατά πόσον ήταν ποινική ρήτρα (penalty). Το δικαστήριο αναφερόμενο στην υπ. In Re Dunlop Pneymatic Tyre Co. Ltd v. New Garage and Motor Co. (1914-15) All E.R. Rep. 739 είπε: «The speeches in Dunlop show that whether a provision is to be treated as a penalty is a matter of construction to be resolved by asking whether, at the time the contract was entered into, the predominant contractual function of the provision was to deter a party from breaking the contract or to compensate the innocent party for breach. That the contractual function is deterrent rather than compensatory can be deduced by comparing the amount that would be payable on breach with the loss that might be sustained if breach occurred. Thus, the presumption of penalty arises where-- "a single lump sum is made payable by way of compensation, on the occurrence of one or more of all of several events, some of which may occasion serious and others but trifling damage". Παρακάτω αναφέρθηκαν τα εξής: «It is clear that if a loan agreement were to provide that upon the happening of a default in payment by the borrower the rate of interest were to be increased with retrospective effect, that which would be payable on default would be a sum in addition to the amount of principal and interest outstanding which would be calculated by reference to a period of time during which the borrower was entitled to the use of the principal and which might vary in length depending upon when the default in payment occurred in relation to the period of borrowing. Moreover, the amount of interest which would be payable would be unrelated to the extent of default. If, therefore, default in payment triggered a retrospective increase in the rate of interest, it would be impossible to say in advance how much extra interest would become payable and what arithmetical relationship it would have to the amount of time during which the principal was outstanding. Moreover, assuming that any increase in the rate of interest was to continue into the future, the period of time during which the default was continuing would be compensated by the continuing increased rate, but also by the accumulated increase in the interest derived from the period before default. Such a provision would therefore have all the indicia of a penalty.» Με αναφορά σε άλλη νομολογία σημειώθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «... there would in principle seem to be no reason to deduce that a small rateable increase in interest charged prospectively upon default would have the dominant purpose of deterring default» «... the Canadian Courts appear to have enforced provisions for increased rates of interest applicable after the date of default» «In the United States, the Court of Appeals ... has held that a higher rate of interest applicable from the date of default is recoverable» «It is therefore, settled law in the State of New York that default interest rates charged prospectively will not generally be struck down as penalties» «In David Securities Pty Ltd v. Commonwealth Bank of Australia
(1990)93 A.L.R. 271 the Federal Court of Australia ... concluded that, if the interest rate increase was not retrospective, operating in respect of the period before the default, it would be enforced as a genuine pre-estimate of compensation to the bank with respect to funds it would otherwise have had available to it to re-invest.» Η κατάληξη του δικαστηρίου στην υπ. Lordsvale Finance plc v. Bank of Zambia (ανωτέρω) ήταν πως τα αγγλικά δικαστήρια δέχοντο τα αυξημένα ποσοστά τόκου ή ανάλογων πληρωμών όταν η αύξηση εφαρμόζετο από την ημερομηνία της παράλειψης πληρωμής. Ολοκληρώνοντας είπε τα εξής: «... there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is in terrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default.» Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπ. Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, στην οποία κρίθηκε πως τόκος υπερημερίας 5% εβδομαδιαίως συνιστούσε ποινική ρήτρα και δεν εφαρμόστηκε (βλ. και Chitty on Contracts, 30η έκδοση, παρ. 38-274). Ένα από τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν, όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, είναι το κατά πόσον το απαιτούμενο ποσόν είναι υπερβολικό και παράλογο (extravagant and unconscionable) εν συγκρίσει με τη μέγιστη υποθετική ζημιά που θα μπορούσε να προκύψει ως συνέπεια της καθυστέρησης, οπότε (σε τέτοια περίπτωση) συνιστά ποινική ρήτρα. Συνοπτικά θα μπορούσε να λεχθεί πως από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται ότι: ι. Παρόμοιοι όροι για τόκον υπερημερίας τυγχάνουν εξέτασης για να διαπιστωθεί κατά πόσον αποτελούν μια γνήσια προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία. Το θέμα εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι της καθυστέρησης. ιι. Εάν διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος τέθηκε προς εκφοβισμό (in terrorem), προς αποτροπή της παράβασης, τότε αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη. ιιι. Ενδείξεις περί του ότι πρόκειται για ποινική ρήτρα παρέχουν διάφορα χαρακτηριστικά μεταξύ των οποίων: - Η αναδρομικότητα (retrospective effect) στην επιβολή τόκου υπερημερίας, η οποία έχει ως συνέπεια την καταβολή τόκου για χρονικές περιόδους κατά τις οποίες ο χρεώστης είχε το δικαίωμα χρήσης του κεφαλαίου που δανείστηκε οπότε το ποσό τόκου υπερημερίας που θα ήταν πληρωτέο θα είναι σε τέτοια περίπτωση άσχετο με την διάρκεια/έκταση της υπερημερίας. Έτσι ο δανειστής εισπράττει όχι μόνον κάποια ποσά υπό τύπον αποζημίωσης από την ημερομηνία οφειλόμενης πληρωμής, αλλά και την αύξηση για προηγούμενες περιόδους. - Η απουσία στοιχείων ή ενδείξεων για γνήσια προσπάθεια προεκτίμησης/προκαθορισμού της ζημιάς. - Το ύψος της απαιτούμενης πληρωμής. (βλ. υπ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500 και Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Θεωρώ ότι και στην παρούσα περίπτωση: (α) Δεν προκύπτει από τους σχετικούς όρους της σύμβασης πως έγινε κάποια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποίαν θα υφίστατο το αθώο μέρος από την καθυστέρηση. Εν πρώτοις γίνεται αναφορά μόνο στην Τράπεζα και κατά δεύτερο δεν υπάρχει αναφορά σε αριθμούς, ποσά ή υπολογισμούς. (β) Είναι ένα απεριόριστο δικαίωμα επιβολής τόκου ο οποίος (ως αναφέρεται στη σύμβαση) είναι δυνατό να αυξάνεται και οποτεδήποτε αλλά και να κεφαλαιοποιείται. (γ) Μάλιστα αυξήθηκε μετά τη συμφωνία κατά τη βούληση των δανειστών, από 5,25% σε 6%. (δ) Κυρίως όμως, είναι προφανές πως η Τράπεζα δεν αποσκοπεί στο να αποζημιωθεί για την καθυστέρηση στην επιστροφή των χρημάτων που δάνεισε, αλλά ταυτόχρονα με τον τερματισμό διεκδικεί επιπλέον τόκον 6% επί ποσών τα οποία ούτως ή άλλως δεν θα ήταν πληρωτέα αφού συμφώνησε να επιστραφούν με δόσεις μέχρι το 2024, ενώ διεκδικείται τόκος 6% και επί μελλοντικών δόσεων. (ε) Αυτό πρακτικά σημαίνει σε συνδυασμό με την αξίωση κεφαλαιοποίησης δις ετησίως πως π.χ. η τελευταία δόση του 2024 θα τοκίζεται από σήμερα με 17% ο οποίος τόκος θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές ετησίως μέχρι την εξόφληση (της απόφασης). (στ) Ο τόκος υπερημερίας που καθορίστηκε δεν είναι σε κάποιο χαμηλό ποσοστό (όπως στην υπ. Lordsvale, ανωτέρω). Ιδιαίτερα μάλιστα συγκρινόμενο με το αρχικό κόστος δανεισμού των χρημάτων. Με βάση τα πιο πάνω χαρακτηριστικά δεν έχω καμιάν αμφιβολία πως οι συγκεκριμένες πρόνοιες συνιστούν ποινική ρήτρα και ως τέτοια σύμφωνα με τη νομολογία μας αγνοείται και δεν εφαρμόζεται. Αλλά και αν ακόμα δεν θεωρείτο ως ποινική ρήτρα θα ήταν απλώς ένα στοιχείο που θα μετρούσε στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης που θα μπορούσε να επιδικασθεί εάν προσφέρετο μαρτυρία για ζημιές. Στην παρούσα όμως δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια κατάδειξης οποιασδήποτε ζημιάς. Αντιθέτως έχει διαφανεί ότι η Τράπεζα εκ των πραγμάτων δικαιούται στην επιστροφή των χρημάτων που δάνεισε, με τον τόκο που συμφώνησε, για τα οποία θα λάβει απόφαση πριν την ημερομηνία καταβολής αρκετών δόσεων και τα οποία θα μπορεί να εκμεταλλευθεί προς ίδιον όφελος. Ο επιπλέον τόκος 6% δεν είναι κάτι που θα εισέπραττε απαραιτήτως η Ενάγουσα εάν ολοκληρώνετο κανονικά η σύμβαση. Ίσως είναι χρήσιμη και εδώ η αναφορά που έγινε στην υπ. 1. Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.α. ν. Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1Α Α.Α.Δ. 246 πως ούτως ή άλλως όταν ο χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων επέρχεται πρότερα του χρόνου καταβολής των δόσεων, αυτό λαμβάνεται υπόψιν στον καθορισμό των αποζημιώσεων. Πέραν λοιπόν του ότι πρόκειται για ανεφάρμοστη ποινική ρήτρα καταλήγω πως οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν οποιεσδήποτε ζημιές ή ζημιές 6% ετησίως λόγω της παράβασης (βλ. υπ. Argo Travel Ltd v. R.M.D. Tourist Ltd
(2008)1A A.A.Δ. 97). Έχοντας ως βάση την κατάσταση του δανείου στις 16.8.2011 εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για: Α. €16.230,34 συν τόκον προς 11% από 17.8.2011 μέχρι εξόφλησης και δικαίωμα κεφαλαιοποίησης ανά εξάμηνο. Β. €223,08 συσσωρευθέντες και μη κεφαλαιοποιηθέντες τόκους μέχρι 16.8.
- Γ. Διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 1 ως η παράγραφος Ε της Έκθεσης Απαίτησης. Δ. Έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή συν Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο από σήμερα επί των εξόδων, συν έξοδα επίδοσης €
- Η αίτηση όσον αφορά την επιδίκαση τόκου υπερημερίας προς 6% απορρίπτεται. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο