Μαρίνος Κυναιγήρου ν. Μιράντα Σιδερά, Αρ. Αγωγής: 525/2007, 17/2/12 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 525/2007 Μεταξύ: Μαρίνος Κυναιγήρου, από τη Λάρνακα Ενάγοντας και Μιράντα Σιδερά, από τη Λάρνακα Εναγόμενη Ημερομηνία: 17/2/12 Αίτηση για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος. Λουκαΐδης Για την Εναγόμενη: κος. Παστός ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο ενάγοντας διεκδικεί το ποσό των ΛΚ 8.100 ως προμήθεια για μεσιτεία. Ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη του ανέθεσε να εξεύρει αγοραστή για μια κατοικία στα Περβόλια και αφού βρήκε αγοραστή πρόθυμο να αγοράσει την αναφερόμενη κατοικία, ο οποίος μάλιστα κατέβαλε το ποσό των ΛΚ5.000 ως προκαταβολή, η εναγόμενη ενώ εισέπραξε το ποσό αυτό δεν υλοποίησε τη συμφωνία πώλησης. Η εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπιση της η οποία είχε τροποποιηθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/10/08 αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ποσό ΛΚ5.000 που της είχε καταβληθεί ως επιστρεπτέο ντεπόζιτο από τον προτιθέμενο αγοραστή το επέστρεψε στον ενάγοντα. Με την υπό εξέταση αίτηση η εναγόμενη ζητά την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της δια της προσθήκης ανταπαίτησης καθώς και την προσθήκη τριών νέων παραγράφων οι οποίες διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
- Η εναγόμενη επαναλαμβάνει όλα τα πιο πάνω και επιπλέον δηλώνει ότι δυνάμει απόφασης Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/11/2010 στα πλαίσια της αγωγής αρ.764/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (ΜΙ.ΤΑ.ΚΟ. TRADING LIMITED -Vs- ΜΙΡΑΝΤΑΣ ΣΙΔΕΡΑ) που αφορούσε αξίωση της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας για καταβολή αποζημιώσεων λόγω διάρρηξης της επίδικης αγοραπωλησίας, διατάχθηκε να καταβάλει και πράγματι την 31/01/2011 κατέβαλε στην πιο πάνω εταιρεία ποσό ύψους ΛΚ5.000 - (€8.543-) πλέον τόκους (€2.089,68-), πλέον έξοδα (€3.105,32-), σύνολο €13.738-.
- Το πιο πάνω ποσό των ΛΚ5.000 είναι αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 3 πιο πάνω και το οποίο, ενώ προοριζόταν να δοθεί στην αγοράστρια εταιρεία στην εναγόμενη ως επιστρεπτέον ντεπόζιτο της επίδικης αγοραπωλησίας, τελικά κρατήθηκε από τον ενάγοντα.
- Για τους πιο πάνω λόγους η εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικά: Α. €13.738- ως ποσό που η εναγόμενη κατέβαλε αχρεωστήτως ή/και που ο ενάγοντας οφείλει να της επιστρέψει δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ή/και δυνάμει παράβασης ή/και ματαίωσης συμφωνίας ή/και άλλως πως. Β. Τα έξοδα της ανταπαίτησης πλέον ΦΠΑ. Νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης αποτελούν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.1, 2, 3 και 5 Δ.21 θ.7 Δ.48 θ1,2,3 και 9 καθώς και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης στην οποία αναφέρει σε σχέση με την αναγκαιότητα της τροποποίησης, ότι, για την αγοραπωλησία που δεν πραγματοποιήθηκε για τους λόγους που αναφέρει στην Έκθεση Υπεράσπισης της, καταχωρήθηκε εναντίον της από την προτεινόμενη αγοράστρια εταιρεία, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, η αγωγή με αριθμό 764/2007, για καταβολή αποζημιώσεων λόγω διάρρηξης συμφωνίας. Με απόφαση ημερομηνίας 24/11/10 το Δικαστήριο ενώ ουσιαστικά απέρριψε την αξίωση της ενάγουσας εταιρείας διέταξε την εναγόμενη να καταβάλει και η οποία κατέβαλε την 31/1/11 το ποσό των ΛΚ 5.000 (€8.543) πλέον τόκους €2.090,63 πλέον έξοδα €3.105,32 σύνολο €13.738 καθότι κρίθηκε ότι συνδεόταν με τον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή με κτηματομεσιτικές σχέσεις και δεν αφορούσε την προτεινόμενη αγοράστρια εταιρεία το γεγονός ότι η εναγόμενη επέστρεψε το ποσό της προκαταβολής στον ενάγοντα. Περαιτέρω η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό είναι το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης της το οποίο ενώ προοριζόταν να της δοθεί από την προτεινόμενη αγοράστρια εταιρεία ως επιστρεπτέο ντεπόζιτο της επίδικης αγοραπωλησίας τελικά αυτό κρατήθηκε από τον ενάγοντα. Είναι η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση καθίσταται αναγκαία μετά την εκδίκαση της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τόσο η δική της εντύπωση όσο και των δικηγόρων της ήταν ότι ο ενάγοντας θα απέσυρε την παρούσα υπόθεση με βάση τα ευρήματα της απόφασης του Δικαστηρίου στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή. Δηλώνει ότι είναι δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση έτσι ώστε να παρατεθούν όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι ο ενάγοντας δεν θα υποστεί οποιαδήποτε αδικία η οποία να μην αποζημιώνεται με έξοδα. Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, νομική βάση της οποίας αποτελούν η Δ.25 Θ1,2,3 και 5 Δ.1 Θ.7, Δ.48 Θ1,2,3 και 9 και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ειδοποίηση ένστασης αποτυπώνεται σειρά συγκεκριμένων λόγων και ειδικότερα προτάσσεται πως: 1) Η αιτήτρια δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. 2) Ουδέποτε εδόθη η εντύπωση είτε στην Αιτήτρια είτε στους δικηγόρους της για απόσυρση της αγωγής αλλά αντίθετα όπως επανειλημμένα δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οι δύο πλευρές χρειάζονταν τα πρακτικά της αγωγής 764/07 για να διαφωτίσουν το Δικαστήριο. 3) Η αίτηση δεν πρέπει να επιτραπεί καθότι το ποσό που αξιοί με την προτεινόμενη ανταπαίτηση αποτελεί δεδικασμένο και δεν μπορεί να επιτύχει. Επί των γεγονότων προς υποστήριξη της ένστασης ορκίστηκε η κυρία Κατερίνα Κονναρή υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα. Αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση καθώς και ότι γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από το φάκελο της υπόθεσης όσο και από όσα έχει πληροφορηθεί από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει το περιεχόμενο των λόγων ένστασης και ζητά την απόρριψη της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,
(1989)1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704). Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.D 162). Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω)). Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλεται με την ένσταση του καθ'ου η αίτηση είναι ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογείται από την αιτήτρια και ότι το ποσό που αξιώνει η εναγόμενη με τη προτεινόμενη τροποποίηση αποτελεί δεδικασμένο. Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω. Στην πιο πάνω υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: ´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.' Περαιτέρω στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση τους και η σημασία τους ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη παρούσα περίπτωση, δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε τρία και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και ένα χρόνο μετά που η αιτήτρια κατέβαλε το ποσό που αξιώνει με την προτεινόμενη ανταπαίτηση. Δεν παραβλέπω επίσης την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο. Σημειώνεται όμως ότι επανειλημμένα οι δύο πλευρές ζήτησαν από κοινού αναβολή της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης αναμένοντας την εκδίκαση και την ετοιμασία των πρακτικών της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής υπ' αριθμό 764/07 προβάλλοντας ως λόγο ότι τα γεγονότα της αγωγής αυτής συνδέονται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα από το φάκελλο της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: - Στις 19/3/09 οι δύο πλευρές ζήτησαν από κοινού αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης για το λόγο ότι βρισκόταν προς το τέλος η διεξαγωγή της ακρόασης της αγωγής 764/07 στην οποία, όπως ανέφεραν, προσκομίσθηκε η ίδια μαρτυρία που θα δινόταν και στη παρούσα υπόθεση. - Στις 28/9/09 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση μετά από κοινό αίτημα ορίσθηκε για οδηγίες στις 20/1/10 και στη συνέχεια ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 18/3/10 στις 25/5/10 και στις 21/9/
- - Στις 31/1/11 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση τα μέρη από κοινού ζήτησαν εκ νέου να οριστεί για οδηγίες για να ετοιμαστούν τα πρακτικά της ακρόασης στην αγωγή 764/
- Το ίδιο επαναλήφθηκε στις 21/3/11 και στις 3/5/11 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 11/11/
- Πριν την ημερομηνία ακρόασης ήτοι στις 9/11/11, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον υπό κρίση παράγοντα δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Περαιτέρω θεωρώ ότι το στάδιο αυτό είναι κατάλληλο για την προώθηση της ισχυριζόμενης ανταπαίτησης εκ μέρους της αιτήτριας διότι με αυτό τον τρόπο θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών, αφού βασίζεται στα ίδια γεγονότα της αγωγής και οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και γενικά το μαρτυρικό υλικό θα χρειαστεί να προσαχθούν ενώπιον του δικαστηρίου δύο φορές, δηλαδή στη παρούσα υπόθεση αλλά και στην περίπτωση που η εναγόμενη καταχωρήσει ξεχωριστή αγωγή εναντίον του ενάγοντα για το ποσό που αξιώνει με την προτεινόμενη ανταπαίτηση. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Είναι περαιτέρω η θέση του καθ'ου η αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί για το λόγο ότι το ποσό που η αιτήτρια αξιώνει με την προτεινόμενη τροποποίηση αποτελεί δεδικασμένο. Χωρίς να υπεισέρχομαι στις αρχές του δεδικασμένου, επισημαίνω ότι το καθήκον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης δεν επεκτείνεται στη διερεύνηση και εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις πιθανότητες ή προοπτικές επιτυχίας μιας επιπρόσθετης διεκδίκησης η οποία ζητείται να προστεθεί με την τροποποίηση, αυτό είναι θέμα ουσίας το οποίο κρίνεται κατά τη δίκη και τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Εκείνο που το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει είναι αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων με τρόπο που θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρει με την ένσταση του ο ενάγοντας είναι ότι η εναγόμενη δεν λέει την αλήθεια όταν ισχυρίζεται ότι είχε την εντύπωση ότι η παρούσα αγωγή θα αποσυρθεί και θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της αιτήτριας. Τούτο δεν είναι αρκετό για να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας στην ένσταση του ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους της εναγόμενης στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Το γεγονός ότι η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είχε την εντύπωση ότι θα αποσυρθεί η παρούσα αγωγή, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως κακοπιστία λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα και το ιστορικό της υπόθεσης όπως πιο πάνω περιγράφεται. Τέλος παρατηρείται ότι ο ενάγοντας δεν ισχυρίζεται ότι με την τροποποίηση προκαλείται σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά δηλαδή ζημιά, άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από σήμερα. Απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από τη παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της δίκης. (Υπ.) ...................... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο