← Κύπρος

ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ κ.α. ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙΛΗ, Αρ. Αγωγής: 2872/2009, 20 Φεβρουαρίου, 2012

ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ κ.α. ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙΛΗ, Αρ. Αγωγής: 2872/2009, 20 Φεβρουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2872/2009 Μεταξύ:

  1. ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ
  2. P.S. ATLANTAS DEVELOPERS LTD
  3. KENNEDY HOTELS LTD Εναγόντων -και- ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙΛΗ Εναγομένου ----------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 2870/2009 Μεταξύ:
  4. ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ
  5. P.S. ATLANTAS DEVELOPERS LTD
  6. KENNEDY HOTELS LTD Εναγόντων -και-
  7. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΛΛΟΥΜΑ
  8. ΠΑΝΙΚΟΥ ΑΔΑΜΟΥ Εναγομένων ----------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 2871/2009 Μεταξύ:
  9. ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ
  10. P.S. ATLANTAS DEVELOPERS LTD
  11. KENNEDY HOTELS LTD Εναγόντων -και-
  12. Σ. ΣΑΚΚΑΣ ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ
  13. ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΑΚΚΑ Εναγομένων ----------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 2874/2009 Μεταξύ:
  14. ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ
  15. P.S. ATLANTAS DEVELOPERS LTD
  16. KENNEDY HOTELS LTD Εναγόντων -και-
  17. ΜΑΚΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΤΔ
  18. ΜΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Εναγομένων ----------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 2875/2009 Μεταξύ:
  19. ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ
  20. P.S. ATLANTAS DEVELOPERS LTD
  21. KENNEDY HOTELS LTD Εναγόντων -και- ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΣΑΚΚΟΥΡΜΑ Εναγομένου ----------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 2876/2009 Μεταξύ:
  22. ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ
  23. P.S. ATLANTAS DEVELOPERS LTD
  24. KENNEDY HOTELS LTD Εναγόντων -και- ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μιχ. Κυριακίδης (για να ακούσει απόφαση κα Λιασίδου) Για Εναγόμενους στις Αγωγές Αρ.2872/2009, 2870/2009, 2871/2009 και 2874/2009: κ. Πουτζιουρής (για να ακούσει απόφαση κ. Πασιουρτίδης) Για Εναγόμενο στην Αγωγή Αρ.2875/2009: κ. Κούρτης (για να ακούσει απόφαση κ. Πασιουρτίδης) Για Εναγόμενο στην Αγωγή Αρ.2876/2009: κ. Πουτζιουρής και κ. Ιωάννου (για να ακούσει απόφαση κ. Πασιουρτίδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγουσες Εταιρείες με τις αγωγές τους, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους Εναγόμενους ή/και οποιονδήποτε υπάλληλο ή/και εντολοδόχο τους, να εγκαταλείψουν τα ακίνητα ή να παύσουν να επεμβαίνουν στα ακίνητα ή και να κατεδαφίσουν και απομακρύνουν οποιαδήποτε υποστατικά ή/και παραπήγματα ή/και οποιαδήποτε κινητά τα οποία υπάρχουν εντός των ακινήτων, τα οποία αφορούν οι αγωγές, και όπως παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή όλων των ακινήτων. Επιπρόσθετα, ζητούν αποζημιώσεις, για κάθε ένα από τα ακίνητα ξεχωριστά, από 04/09/2009 μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης. Οι Ενάγουσες Εταιρείες, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής τους, από το Σεπτέμβριο 2004 δικαιούνταν στην εγγραφή και στις 04/09/2009 είχαν γίνει ιδιοκτήτες ή/και συνιδιοκτήτες, των έξι ακινήτων με Αριθμούς Εγγραφής 6/306, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.269, στην οδό Κυρίλλου Β 44 στην ενορία Σωτήρος, Αριθμό Εγγραφής 6/183, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.182, στην τοποθεσία Περβολιές ή Περβόλες στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα, Αριθμό Εγγραφής 6/271, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.251, στην τοποθεσία Περβολιές στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα, Αριθμό Εγγραφής 6/270, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.250, στην τοποθεσία Περβολιές, ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα, Αριθμό Εγγραφής 6/271, Φ/Σχ.40560502, Τμήμα 6, Τεμάχιο 251, στην τοποθεσία Περβολιές, στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα, Αριθμό Εγγραφής 6/183, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.182, στην τοποθεσία Περβόλες, της ενορίας Σωτήρος στη Λάρνακα. Το Σεπτέμβριο του 2009 οι Εναγόμενοι, χωρίς τη συγκατάθεση ή/και συναίνεση ή/και έγκριση των Εναγουσών Εταιρειών, εισήλθαν ή/και εξακολουθούσαν να παραμένουν ή/και να επεμβαίνουν στα ακίνητα ή/και ανήγειραν ή/και διατήρησαν ή/και κατείχαν υποστατικά ή/και παραπήγματα εντός των ακινήτων και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κατέχουν μέρος από τα συγκεκριμένα ακίνητα παράνομα και χωρίς δικαίωμα. Οι Ενάγουσες Εταιρείες κάλεσαν επανειλημμένα τους Εναγόμενους να εγκαταλείψουν τα ακίνητα ή/και να παύσουν να επεμβαίνουν στα ακίνητα αυτά και να παραδώσουν στις Ενάγουσες Εταιρείες κενή και ελεύθερη την κατοχή τους, πλην όμως αρνήθηκαν να το πράξουν και εξακολουθούν να κατέχουν και να επεμβαίνουν στα συγκεκριμένα ακίνητα. Λόγω ακριβώς αυτής της πράξης των Εναγομένων, οι Ενάγουσες Εταιρείες υπέστησαν και συνεχίζουν να υπόκεινται ζημιά ίση με τη μηνιαία ενοικιαστική αξία του κάθε ακινήτου. Στην Αγωγή Αρ.2872/2009 η ενοικιαστική αξία του ακινήτου ήταν €16.500-, στην Αγωγή Αρ.2870/2009 η ενοικιαστική αξία του ακινήτου καθορίστηκε στα €5.833-, στην Αγωγή Αρ.2871/2009 η ενοικιαστική αξία του ακινήτου καθορίστηκε στα €3.333-, στην Αγωγή Αρ.2874/2009 η ενοικιαστική αξία του ακινήτου καθορίστηκε στα €7.083-, στην Αγωγή Αρ.2875/2009 η ενοικιαστική αξία καθορίστηκε στα €3.333-, στην Αγωγή Αρ.2876/2009 η ενοικιαστική αξία καθορίστηκε στα €5.833-. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, στην οποία εγείρουν υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ότι η Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών Εταιρειών δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι τα επίδικα ακίνητα είναι τουρκοκυπριακά και είναι υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Οι Εναγόμενοι είχαν την άδεια χρήσης των συγκεκριμένων ακινήτων ή/και μίσθωσής τους ή/και κάρπωσής τους από τον Κηδεμόνα, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος και είναι οι νόμιμοι κάτοχοί τους εδώ και αρκετά χρόνια. Κατέχουν τα συγκεκριμένα ακίνητα ειρηνικά και ανενόχλητα, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση από τις Ενάγουσες Εταιρείες ή/και τον προηγούμενο ιδιοκτήτη και έχουν προβεί σε έξοδα ή/και σε κόπους για τη μετατροπή των ακινήτων σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι ουδέποτε κλήθηκαν από τις Ενάγουσες Εταιρείες να εγκαταλείψουν τα επίδικα τεμάχια. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά και οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες ζημιές είναι εξωπραγματικές και ανύπαρκτες. Κατά τη δική τους θέση, τα επίδικα ακίνητα είναι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας και εγκαταστάθηκαν σε αυτά, εδώ και πολλά χρόνια, με την άδεια ή/και την ανοχή ή/και με τη ρητή ή/και με την εξυπακουόμενη συναίνεση του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη και ουδέποτε οχλήθηκαν από τους ιδιοκτήτες να εγκαταλείψουν τα ακίνητα. Ισχυρίζονται ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες έχουν επωφεληθεί από την κατοχή των επίδικων ακινήτων από τους Εναγόμενους. Ο Εναγόμενος, στην Αγωγή Αρ.2872/2009, ισχυρίζεται ότι είναι οικογενειάρχης, πρόσφυγας 68 ετών, πατέρας πέντε παιδιών και κατάγεται από τη Λύση, στην οποία έχει μεγάλη ακίνητη ιδιοκτησία. Λόγω της προσφυγιάς, δραστηριοποιήθηκε εκ νέου οικονομικά σε μια προσπάθεια να συντηρήσει την οικογένειά του και να αποκαταστήσει τα παιδιά του, εξασκώντας το επάγγελμα του γεωργού. Βρήκε το συγκεκριμένο τουρκοκυπριακό ακίνητο για να ασκήσει το επάγγελμά του και για να εγκατασταθεί επαγγελματικά, με κόστος αρκετών χιλιάδων ευρώ, λόγω του ότι ήταν σε μη χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, ξόδεψε €15.000- σε επιχωματώσεις για τη μετατροπή του ακινήτου σε καλλιεργήσιμη ή/και αξιοποιήσιμη γη, €2.000- για τα γραφεία και τα υποστατικά που ανεγέρθηκαν, €2.000- για την εκσκαφή φρεατίου, €30.000- για το κόστος των δέντρων που φυτεύτηκαν και €2.500- το κόστος της ηλεκτροδότησης. Το επίδικο ακίνητο του αποφέρει εισοδήματα ύψους €10.000- το χρόνο. Είναι ο δικός του ισχυρισμός ότι εάν οι Ενάγουσες Εταιρείες πετύχουν στην αγωγή τους θα πλουτίσουν αδικαιολόγητα από την καλυτέρευση της κατάστασης του επίδικου ακινήτου. Ο ίδιος είχε ρητή ή/και εξυπακουόμενη άδεια κατοχής από τον τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη του ακινήτου, πολύ πριν την αγορά του από τις Ενάγουσες Εταιρείες, πράγμα το οποίο γνώριζαν οι Ενάγουσες Εταιρείες. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες έχουν παραιτηθεί από την αξίωση ή/και τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, αφού με τις πράξεις τους ή/και τη συμπεριφορά τους, έχουν δεσμευτεί από τις πράξεις, υποσχέσεις ή/και παραλείψεις του προκατόχου τους. Καταλήγει, ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου παράνομα και παραθέτοντας αναληθή στοιχεία στις Αρμόδιες Κυβερνητικές Αρχές. Ο Εναγόμενος, στην Αγωγή Αρ.2872/2009, ζητά από το Δικαστήριο, ως Ανταπαίτηση, διάταγμα του Δικαστηρίου που να απορρίπτει την αγωγή ενώ ως διαζευκτική θεραπεία ζητά το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων ύψους €51.500-, πλέον €10.000-, ως απώλεια εισοδημάτων του, για κάθε χρόνο, άσκησης του επαγγέλματός του. Όσον αφορά την Αγωγή Αρ.2870/2009, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είναι και οι δύο πρόσφυγες, ο Εναγόμενος 1 κατάγεται από την Τρεμετουσιά και ο Εναγόμενος 2 από τη Μακράσυκα. Εργάζονται από 13 ετών ως μηχανικοί αυτοκινήτων μαζί και κατείχαν και οι δύο ακίνητη ιδιοκτησία στις τουρκοκρατούμενες περιοχές. Σε μια προσπάθεια να συντηρήσουν την οικογένειά τους δραστηριοποιήθηκαν εκ νέου οικονομικά, μετά το 1974, ανοίγοντας γκαράζ αυτοκινήτων σε ενοικιαζόμενο χώρο. Υποχρεώθηκαν όμως να εγκαταλείψουν το συγκεκριμένο χώρο και γι' αυτό αποτάθηκαν στη Διοίκηση Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ζητώντας να τους παραχωρηθεί κάποιο ακίνητο στο οποίο να εγκατασταθούν επαγγελματικά. Τους υποδείχθηκε το επίδικο ακίνητο, στο οποίο βρίσκονται μέχρι σήμερα και στο οποίο έχουν επενδύσει αρκετά χρήματα για να μπορούν να το χρησιμοποιήσουν. Καθ' όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών τους στο συγκεκριμένο ακίνητο, πληρώνουν όλους τους φόρους τους και ανανεώνουν τις επαγγελματικές τους άδειες. Είναι περαιτέρω η θέση τους, ότι οι ίδιοι έχουν ξοδέψει €52.000- για επιχωματώσεις του επίδικου ακινήτου, για τη μετατροπή του σε χρησιμοποιήσιμη ή και καλλιεργήσιμη ή και αξιοποιήσιμη κατάσταση, ποσό το οποίο και ανταπαιτούν. Στην Αγωγή Αρ.2871/2009 ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι είναι πρόσφυγας από το Μαραθόβουνο της επαρχίας Αμμοχώστου. Μετά το 1974 εξασκεί το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών μέσω της Εναγομένης 1 και μεταξύ άλλων ενοικιάζει καλούπια και κάδους απορριμμάτων. Για την εκτέλεση των εργασιών της Εναγομένης 1 βρήκε το επίδικο τουρκοκυπριακό ακίνητο και εγκαταστάθηκε σε μέρος του συγκεκριμένου ακινήτου, με κόστος αρκετών χιλιάδων ευρώ. Ξόδεψαν, οι Εναγόμενοι, για τη μετατροπή του επίδικου ακινήτου σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, το ποσό των €10.251,61 για επιχωματώσεις και το ποσό των €25.629,02 για γραφεία ή/και υποστατικά που οικοδόμησαν στο επίδικο ακίνητο. Ανταπαιτεί το ποσό των €6.000- για το κόστος επιχωμάτωσης και €15.000- για το κόστος ανέγερσης γραφείου. Στην Αγωγή Αρ.2874/2009, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι είναι οικογενειάρχης, πρόσφυγας από την Άχνα και ασχολείται με τις φορτοεκφορτώσεις. Μετά το 1974 ασκεί το επάγγελμά του μέσω της Εναγομένης 1 και βρήκε το επίδικο τουρκοκυπριακό ακίνητο στο οποίο εγκαταστάθηκε, με κόστος αρκετών χιλιάδων ευρώ. Ξόδεψαν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, για τη μετατροπή του επίδικου ακινήτου σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, το ποσό των Λ.Κ.15.000- ήτοι €25.629,02 για επιχωματώσεις και το ποσό των Λ.Κ.25.000- ήτοι €42.715,03 για τα γραφεία ή τα υποστατικά τα οποία οικοδόμησαν στο συγκεκριμένο ακίνητο, ποσά τα οποία ανταπαιτούν. Στην Αγωγή Αρ.2875/2009 ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι οικογενειάρχης πρόσφυγας, πατέρας τεσσάρων παιδιών και κατείχε ακίνητη περιουσία στην Αμμόχωστο. Μετά το 1974 εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα και εξασκεί το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων. Ο Εναγόμενος, λόγω της προσφυγιάς, βρήκε το συγκεκριμένο τουρκοκυπριακό ακίνητο για την άσκηση του επαγγέλματός του, για να εγκατασταθεί επαγγελματικά. Εγκαταστάθηκε σε μέρος του συγκεκριμένου ακινήτου, ξοδεύοντας €25.000- για επιχωματώσεις του επίδικου ακινήτου και €716.000- για την ανέγερση γραφείου και υποστατικών. Επίσης έχει απώλεια εισοδημάτων €15.000- για κάθε χρόνο εξάσκησης του επαγγέλματος μηχανικού αυτοκινήτων, ποσά τα οποία και ανταπαιτεί. Στην Αγωγή Αρ.2876/2009, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι οικογενειάρχης, πατέρας τεσσάρων παιδιών, πρόσφυγας από το Βαρώσι. Μετά το 1974 δραστηριοποιήθηκε εκ νέου οικονομικά στη Λάρνακα, ασκώντας το επάγγελμα μηχανικού αυτοκινήτων. Για την άσκηση του επαγγέματός του εγκαταστάθηκε σε μέρος των επίδικων ακινήτων, ξοδεύοντας για τη μετατροπή του επίδικου ακινήτου σε χρησιμοποιήσιμη ή/και αξιοποιήσιμη κατάσταση Λ.Κ.23.000- ήτοι €39.297,83, Λ.Κ.2.000- ήτοι €3.417,20 για την ανέγερση γραφείων ή/και υποστατικών και Λ.Κ.5.000- ήτοι €8.543- για δρόμους και δάπεδα, ποσά τα οποία και ανταπαιτεί. Η μαρτυρία που δόθηκε για όλες τις αγωγές ήταν κοινή. Για τις Ενάγουσες Εταιρείες μαρτυρία δόθηκε από έξι μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο κ. Προδρομής (Μ.Ε.1), ο οποίος εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο ίδιος έχει πρόσβαση στα αρχεία του Κτηματολογίου Λάρνακας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και τα αρχεία ιδιοκτησίας. Είχε στην κατοχή του τους τίτλους ιδιοκτησίας των επίδικων ακινήτων. Ήταν η θέση του ότι το ακίνητο με Αριθμό Εγγραφής 6183, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμάχιο 182, είχε εγγραφεί στις 04/09/2009 επ' ονόματι των ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΛΤΔ, P.S. ATLANTAS DEVELOPERS LTD και KENNEDY HOTELS LTD. Για το συγκεκριμένο ακίνητο εκδόθηκε νέος τίτλος στις 20/04/2011 και δόθηκε νέος αριθμός εγγραφής, 12843 και νέος αριθμός τεμαχίου
  25. Κατέθεσε το νέο τίτλο εγγραφής ως Τεκμήριο
  26. Το ίδιο είχε γίνει και για τα υπόλοιπα ακίνητα, των οποίων τους τίτλους εγγραφής κατέθεσε ως Τεκμήρια 2, 3 και
  27. Υποστήριξε ότι μέχρι και σήμερα οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες όλων των τεμαχίων είναι οι ίδιοι, δηλαδή οι τρεις Εταιρείες. Εξήγησε ότι οι Αγωγές Αρ.2871/2009 και 2875/2009 αφορούν το ίδιο ακίνητο και το ίδιο ισχύει για τις Αγωγές Αρ.2870/2009 και 2876/2009 αφορούν το ίδιο ακίνητο. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα των Εναγουσών Εταιρειών στις 07/08/
  28. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης των ακινήτων ήταν ο Ibrahim Moustafa Vaiz, ο οποίος είναι τουρκοκύπριος. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι για τέτοιου είδους μεταβιβάσεις χρειάζεται κάποια άδεια από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Όμως, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο για τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων είχε δοθεί άδεια από τον Κηδεμόνα. Όσον αφορά το θέμα του κατά πόσο υπάρχουν οικοδομήματα εντός των επίδικων ακινήτων, ήταν η θέση του ότι στο ακίνητο που αφορά το Τεκμήριο 3, αναγράφεται στον τίτλο ότι υπάρχει ισόγεια κατοικία, όμως δεν γνώριζε αν υφίσταται σήμερα και στο ακίνητο που αφορά το Τεκμήριο 4, υπάρχουν σχεδιασμένα δύο κτίρια στο σχέδιο, τα οποία δεν αναγράφονται στον τίτλο. Ο ίδιος δεν είχε κάνει επιτόπια επίσκεψη στα ακίνητα, γι' αυτό και δεν γνώριζε αν οι συγκεκριμένες οικοδομές υφίστανται μέχρι σήμερα ή αν αυτά κατέχονται από τρίτα πρόσωπα. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Βαρναβίδης (Μ.Ε.2), ο οποίος είναι διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας 2 και γραμματέας της Ενάγουσας Εταιρείας
  29. Όταν του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 1-4, ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα τεμάχια είχαν αγοραστεί από τις Ενάγουσες Εταιρείες και είχε ολοκληρωθεί η μεταβίβασή τους στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Είχε γίνει δημοσίευση της άδειας μεταβίβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, μετά από απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Όσον αφορά την ενοικιαστική αξία των ακινήτων, είχε ζητηθεί εκτίμηση από τον εκτιμητή κ. Φιλώτα. Η συγκεκριμένη εκτίμηση απευθύνθηκε στον κ. Λειβαδιώτη, διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας 1, η οποία είναι συνιδιοκτήτρια των κτημάτων. Η εκτίμηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση. Ο ίδιος είχε επισκεφτεί προσωπικά πολλές φορές τα ακίνητα και είχε λάβει και φωτογραφίες οι οποίες αποκαλύπτουν τις επεμβάσεις στα κτήματα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, δέσμη φωτογραφιών που αφορά το ακίνητο που περιγράφεται στην Αγωγή Αρ.2874/
  30. Ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε δέσμη φωτογραφιών που αφορά το ακίνητο που περιγράφεται στην Αγωγή Αρ.2872/
  31. Ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε δέσμη φωτογραφιών που αφορούσε το ακίνητο στην Αγωγή Αρ.2870/
  32. Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε δέσμη φωτογραφιών που αφορά το ακίνητο που περιγράφεται στην Αγωγή Αρ.2876/
  33. Ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκε δέσμη φωτογραφιών που αφορούσε το ακίνητο στην Αγωγή Αρ.2871/2009 και ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε δέσμη φωτογραφιών που αφορά το ακίνητο στην Αγωγή Αρ.2875/
  34. Ήταν η δική του θέση ότι οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων δεν είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους για να επεμβαίνουν οι Εναγόμενοι στα συγκεκριμένα τεμάχια. Ισχυρίστηκε ότι η σημερινή κατάσταση των τεμαχίων απεικονίζεται στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες είχαν αγοράσει τα συγκεκριμένα τεμάχια, με γραπτή συμφωνία, το 2004 και η μεταβίβασή τους είχε γίνει τον Αύγουστο του
  35. Είχε δοθεί προκαταβολή στον ιδιοκτήτη και αναμενόταν η έγκριση των Αρχών, του Υπουργείου Εσωτερικών και του Κτηματολογίου, για να προχωρήσει η μεταβίβαση, λόγω του ότι ο ιδιοκτήτης των ακινήτων ήταν τουρκοκύπριος. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι αδυνατούσαν να εισέλθουν στα κτήματα πριν την τελική μεταβίβαση, γιατί δεν είχε εξασφαλιστεί η ιδιοκτησία καθώς επίσης γιατί τους είχε λεχθεί ότι θα έπρεπε να περιμένουν. Είχε διαπιστωθεί ότι υπήρχαν άλλοι εντός των κτημάτων, οπόταν οι ίδιοι αδυνατούσαν να εισέλθουν στα ακίνητα. Όμως, είχαν διαβεβαιωθεί από τον ιδιοκτήτη των τεμαχίων, ότι ο ίδιος δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία για την παραχώρηση της κατοχής τους, ούτε και είχε δώσει οποιαδήποτε υπόσχεση σε οποιονδήποτε. Αυτοί που ήταν στα ακίνητα, σύμφωνα με τον τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη, βρίσκονταν παράνομα σε αυτά. Ήταν η δική του θέση, ότι ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης ήταν κάτοικος της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι κάτοικος τουρκοκρατούμενων περιοχών, αφού κατοικεί στο Πέργαμος. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν οποιοσδήποτε από αυτούς που βρίσκονταν εγκατεστημένοι στα ακίνητα ήταν πρόσφυγας. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι δεν είχαν άδεια από τον ιδιοκτήτη να βρίσκονται εντός των ακινήτων. Από ότι γνώριζε ο ίδιος, κανένας από τους κατόχους των συγκεκριμένων ακινήτων δεν είχε πάρει άδεια από τον Κηδεμόνα για να κατέχει το ακίνητο. Ζητήθηκε από τους κατόχους των ακινήτων να φύγουν από τα ακίνητα, το 2009, με την καταχώρηση των αγωγών, πλην όμως μέχρι και τώρα η φυσική κατοχή των ακινήτων δεν έχει επιτευχθεί. Ερωτηθείς κατά πόσο είχε ληφθεί άδεια από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για τη μεταβίβαση, ήταν η δική του θέση ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχε ληφθεί τέτοια άδεια. Τρίτος έδωσε μαρτυρία ο Γιαννάκης Ιωάννου (Μ.Ε.3), ο οποίος εργάζεται στο Δήμο Λάρνακας, στο Τμήμα Παράνομων Οικοδομών. Ήταν η θέση του ότι όταν γίνεται κάποια καταγγελία ή υπάρχει υποψία ότι έχει ανεγερθεί παράνομο υποστατικό, είναι καθήκον του να ελέγξει, τόσο στα αρχεία του Δήμου καθώς και επί τόπου για το συγκεκριμένο παράπονο. Όσον αφορά άδειες οικοδομής, αυτές εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Δήμου. Όμως σε σχέση με τουρκοκυπριακά τεμάχια πρέπει, πριν να γίνει οποιαδήποτε αίτηση, να δοθεί άδεια από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Στη συνέχεια μαρτυρία δόθηκε από την Παρασκευή Πανούση (Μ.Ε.4), η οποία εργάζεται στον Έπαρχο Λάρνακας, στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι είχε παραχωρηθεί άδεια χρήσης το 1983 μόνο για το τεμάχιο 269, Φ/Σχ.40560/502 που αφορά το Τεκμήριο 3, στον κ. Μιχάλη Καϊλή, ως αρδεύσιμος κλήρος. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, αντίγραφο της άδειας παραχώρησης. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι δεν είχε δοθεί καμία άδεια σε σχέση με τα συγκεκριμένα τεμάχια σε οποιονδήποτε άλλο. Υποστήριξε, ότι ο κ. Καϊλής είχε ενημερωθεί από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ότι τα ακίνητα είχαν πωληθεί μετά από έγκριση του Κηδεμόνα και με την άδεια του Υπουργείου Εσωτερικών και ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο δεν αποτελούσε πλέον τουρκοκυπριακή περιουσία και θα αφαιρείτο από την άδειά του, στην οποία περιλαμβανόταν και ακόμη ένα τεμάχιο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 12, την επιστολή ενημέρωσης. Η ίδια γνώριζε ότι ο κ. Καϊλής είχε λάβει την επιστολή, γιατί είχε προβεί σε αίτηση για αντικατάσταση του κλήρου του. Αυτό ήταν το μόνο το οποίο έπραξε ο κ. Καϊλής και δεν αμφισβήτησε την απόφαση του Κηδεμόνα να παραχωρήσει άδεια για τη μεταβίβαση. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι εμπίπτει στα καθήκοντα των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, να γνωρίζουν τι συμβαίνει σε τουρκοκυπριακές περιουσίες. Η ίδια εργάζεται οκτώ χρόνια στη συγκεκριμένη Υπηρεσία και για τις υποθέσεις αυτές είχε ενημερωθεί από τα επίσημα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο, καθώς και από Λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών. Ήταν η θέση της ότι η Υπηρεσία Διαχείρισης δεν είχε δικαιοδοσία στην περιουσία που είχε πωληθεί γιατί δεν ενέπιπτε στη διαχείριση του κράτους μετά την πώληση. Η Υπηρεσία υπέχει, ήταν η θέση της, υποχρέωση να ενημερώσει για την πώληση της περιουσίας και για το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης είναι άλλος και όχι τουρκοκύπριος. Ερωτηθείσα, ισχυρίστηκε ότι υπήρξε επίσημη έγκριση της αγοραπωλησίας από το Υπουργείο, η οποία στάλθηκε στο Κτηματολόγιο. Ενημερώθηκε ο κάτοχος του ακινήτου, που καταγράφεται στο Τεκμήριο 3, για την πώληση και γίνονται προσπάθειες για αντικατάσταση του συγκεκριμένου κλήρου. Κατά τη δική της άποψη, η ευθύνη του Κηδεμόνα εκτείνεται μόνο στο να ενημερώσει τον κάτοχο τουρκοκυπριακής γης ότι εγκρίθηκε η αγοραπωλησία, δεν είχε υποχρέωση, το Τμήμα, να ζητήσει από τον κάτοχο να φύγει από τη συγκεκριμένη περιουσία. Η ίδια σε μια επίσκεψή της είχε διαπιστώσει ότι στο συγκεκριμένο τεμάχιο είχε εποχιακές καλλιέργειες, κάποια δέντρα και ελιές. Εξήγησε ότι η άδεια χρήσης που είχε παραχωρηθεί στον κ. Καϊλή δεν είχε ακυρωθεί, αλλά είχε τροποποιηθεί με την αφαίρεση του συγκεκριμένου ακινήτου που είχε πωληθεί. Ισχυρίστηκε ότι ο Κηδεμόνας αποφασίζει κατά πόσο θα αντικατασταθεί ο κλήρος πριν τη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπήρχε όρος για αντικατάσταση του κλήρου πριν τη μεταβίβαση. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο οι υπόλοιποι Εναγόμενοι είχαν την άδεια του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη για να εισέλθουν στα ακίνητα. Ήταν η θέση της ότι κρατούσαν τουρκοκυπριακή γη χωρίς την επίσημη έγκριση και χωρίς την άδεια του Κηδεμόνα, δηλαδή παράνομα. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αντώνης Αντωνίου (Μ.Ε.5), ο οποίος είναι τοπογράφος μηχανικός στο επάγγελμα και είναι διευθυντής της εταιρείας «ΕΔΑΦΟΜΕΤΡΙΚΗ LABCOM LTD». Από το 1983 ασκεί το επάγγελμα του τοπογράφου. Του είχε ζητηθεί η ετοιμασία μελέτης για την αποτύπωση και την καταγραφή των υποστατικών και των κτηρίων που υπάρχουν στα τεμάχια, τα οποία έχει καταγράψει στην Έκθεσή του. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 13, την Έκθεση που ετοίμασε. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, τοπογραφικό σχέδιο, στο οποίο υπήρχαν αποτυπωμένα κτήρια και ως Τεκμήριο 15, δέσμη φωτογραφιών που απεικονίζει τη σημερινή κατάσταση των τεμαχίων. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι είναι χωρομέτρης στο επάγγελμα και είχε πάρει οδηγίες για την ετοιμασία της συγκεκριμένης έκθεσης, στις 20 Μαΐου ή στις 25 Μαΐου
  36. Για να μπορέσει να τοποθετήσει με ακρίβεια τα υποστατικά και τα κτήρια πάνω στα σχέδια του Κτηματολογίου, είχε προβεί σε αρκετές αποτυπώσεις στην περιοχή και είχε κάνει αρκετές μετρήσεις. Τα κτηματολογικά σχέδια τα είχε προμηθευτεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας την 1η Ιουνίου
  37. Στην επιτόπου αποτύπωση, στις 31/05/2011, είχε βοηθηθεί από βοηθούς. Είχαν χρησιμοποιηθεί τα γειτονικά τεμάχια με αριθμούς 252, 253, 254, 255, 174, 176, 59, 501, 81, 230, 77 και
  38. Στη συνέχεια επεξεργάστηκε τα δεδομένα των μετρήσεων και ετοιμάστηκε το σχέδιο αποτύπωσης. Σκαναρίστηκαν τα δύο κτηματολογικά σχέδια που κάλυπταν τη συγκεκριμένη περιοχή, τα οποία στη συνέχεια διοχετεύτηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ακολούθως πάνω στα ψηφιοποιημένα σχέδια τοποθετήθηκε το σχέδιο αποτύπωσης και είναι αυτό που κατατέθηκε. Η συγκεκριμένη εργασία είχε ολοκληρωθεί στις 31/05/2011 και η Έκθεση είχε ετοιμαστεί μέχρι τις 14/06/2011, μετά από την επίσκεψή του στην περιοχή, στις 10/06/2011, για τη λήψη φωτογραφιών. Ήταν η θέση του ότι το Τεκμήριο 14 αποτυπώνει με ακρίβεια τα επίδικα τεμάχια. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει τοπογραφικά όργανα τελευταίας τεχνολογίας, τα οποία εργάζονται με σύστημα GPS, δηλαδή με το δορυφόρο. Όλες οι μετρήσεις είχαν γίνει με βάση το σταθερό σημείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και τις συντεταγμένες που είχε προμηθευτεί από το Τμήμα Κτηματολογίου. Όσον αφορά τις επί τόπου μετρήσεις, είχε δώσει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Εκτός από τα συγκεκριμένα υποστατικά που υπάρχουν στα ακίνητα, αποτύπωσε επίσης και τις γωνιές των κτηρίων που φαίνονται στα σχέδια του Κτηματολογίου για να διασφαλιστεί ότι η δουλειά που είχε γίνει ήταν σωστή. Υποστήριξε ότι τόσο η επιτόπου εργασία καθώς και η σχεδιαστική εργασία είχε γίνει από τον ίδιο, γιατί γνώριζε ότι θα καλείτο για μαρτυρία. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο εκτιμητής και πολιτικός μηχανικός, κ. Φιλώτας (Μ.Ε.6), ο οποίος αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση, ως τη δική του εκτίμηση και την κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο
  39. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι του είχε ζητηθεί να ετοιμάσει, το 2009, μια εκτίμηση. Είχε γράψει πάνω στην εκτίμηση «να μην παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου», γιατί ο ίδιος ήθελε να ενημερωθεί προτού η εκτίμηση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να προετοιμαστεί κατάλληλα. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι όταν καθορίζει ενοικιαστικές αξίες, αν υπάρχουν συγκριτικά δεδομένα τα λαμβάνει υπόψη. Αν δεν υπάρχουν, χρησιμοποιεί εναλλακτικές μεθόδους. Στην υπό κρίση υπόθεση επρόκειτο για χωράφια και δεν υπήρχαν συγκριτικά δεδομένα. Γι' αυτό και χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της αγοραίας αξίας των ακινήτων με μια υιοθετηθείσα ετήσια απόδοση και εξάχθηκε η ενοικιαστική αξία. Υποστήριξε ότι δεν του αναφέρθηκε ο λόγος για τον οποίο είχε ζητηθεί η εκτίμηση. Για τους Εναγόμενους σε όλες τις αγωγές, δόθηκε μαρτυρία από την κα Βασιλική Πάλμα (Μ.Υ.1), η οποία είναι υπεύθυνη του Κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, από το
  40. Ήταν η θέση της ότι είχε εκδοθεί φωτογραφικό σχέδιο από το Τμήμα Κτηματολογίου, στο οποίο φαίνονται τα τεμάχια 250, 251, 269 και 504, στην ενορία Σωτήρος. Κατέθεσε το φωτογραφικό σχέδιο ως Τεκμήριο
  41. Όταν της δόθηκε το Τεκμήριο 14, ήταν η θέση της ότι δεν συνιστούσε, το συγκεκριμένο σχέδιο, επίσημο τοπογραφικό σχέδιο και υποστήριξε ότι ήταν σχέδιο από ιδιώτη τοπογράφο. Εξήγησε ότι όλοι οι τοπογράφοι μπορούν να παραλάβουν σε ηλεκτρονική μορφή σχέδια. Τέτοιου είδους σχέδια, όπως αυτό του Τεκμηρίου 14, ετοιμάζονται για να καταδειχθούν οι οποιεσδήποτε επεμβάσεις, με βάση το εν χρήσει σχέδιο. Δεν σημαίνει, ήταν η θέση της, ότι επειδή γίνονται από ιδιώτη τοπογράφο ότι είναι λάθος, απλά δεν είναι επίσημα. Με αναφορά στο τεμάχιο 504, ισχυρίστηκε ότι στο εν χρήση σχέδιο δεν φαίνεται να υπάρχει οτιδήποτε στο συγκεκριμένο ακίνητο. Όμως, στο σχέδιο, Τεκμήριο 14, φαίνονται με κόκκινες γραμμές κτήρια τα οποία δεν έχουν εγγραφεί στο Κτηματολογικό Μητρώο και ως αποτέλεσμα δεν έχει ενημερωθεί το εν χρήσει σχέδιο. Κατά την άποψή της, είχε φωτοτυπηθεί το εν χρήση σχέδιο σε μεγαλύτερη κλίμακα, στο οποίο μετά αποτυπώθηκαν τα κτήρια για τα οποία δεν είχαν προσκομιστεί οποιεσδήποτε άδειες για να εγγραφούν στο Κτηματολόγιο. Για τα συγκεκριμένα ακίνητα, ήταν ο ισχυρισμός της, υπάρχουν φάκελοι οριοθετήσεων και φάκελοι για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς, οι οποίοι δεν έχουν ακόμα διευθετηθεί, γι' αυτό και το εν χρήση σχέδιο δεν έχει ενημερωθεί με πιθανές επεμβάσεις. Ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης, Ibrahim Mustafa Vaiz, διέμενε, κατά τον ισχυρισμό του ιδίου, στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Λονδίνο. Στο κτηματολογικό φάκελο υπάρχουν δύο δηλώσεις μεταβίβασης, με τις οποίες μεταβιβάστηκε το όλο μερίδιο των ακινήτων σε κάποια πρόσωπα. Κατατέθηκαν οι δύο δηλώσεις μεταβιβάσεων, Π939/09 και Π940/09, ως Τεκμήριο
  42. Και οι δύο αφορούσαν την πώληση και των τεσσάρων ακινήτων με τη διαφορά ότι στη μια δήλωση μεταβιβάζεται μόνο ένα μερίδιο και στη δεύτερη το υπόλοιπο μερίδιο όλων των ακινήτων, με αποτέλεσμα το όλο μερίδιο των ακινήτων να έχει αποξενωθεί από τον Ibrahim Mustafa Vaiz και δικαιοδόχοι να είναι οι Ενάγουσες Εταιρείες. Υπέγραψε τις δηλώσεις εκ μέρους του τουρκοκύπριου ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπός του, με πληρεξούσιο ημερομηνίας 04/12/2007, ο Hasan Vaiz και κατέγραψε ως διεύθυνση διαμονής του «Πέργαμος 7504 Λάρνακα». Όσον αφορά το τίμημα πωλήσεως, αναφορικά με τη δήλωση πώλησης με αριθμό Π939/09, καταγράφεται τίμημα πωλήσεως για το κάθε μερίδιο του κάθε τεμαχίου το οποίο θα μεταβιβαζόταν. Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη είναι η αξία που δηλώνεται από το δικαιοπάροχο και το δικαιοδόχο. Στη στήλη «Παρατηρήσεις», ήταν η θέση της, φαίνεται η εκτίμηση που είχε γίνει από το Τμήμα Κτηματολογίου τη μέρα της μεταβίβασης. Στη συγκεκριμένη δήλωση, στο κάτω της μέρος, φαίνεται η εκτίμηση και για τα τέσσερα τεμάχια καθώς επίσης και η ημερομηνία που έλαβε υπόψη ο Κλάδος Εκτιμήσεων, ως ημερομηνία σταθμός για τα επίδικα ακίνητα. Τα δικαιώματα που καταβλήθηκαν, ήταν ο ισχυρισμός της, στο Κτηματολόγιο, είχαν υπολογιστεί επί της αξίας του ακινήτου, όπως είχε εκτιμηθεί από το Κτηματολόγιο και όχι επί της αξίας που δηλώθηκε από τα μέρη. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 19, το πωλητήριο έγγραφο που είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, μεταξύ του Ibrahim Vaiz και των άλλων προσώπων και σε αυτό υπήρχαν επισυνημμένα τρία έγγραφα εκχωρήσεως, στα οποία τα φυσικά πρόσωπα εκχωρούσαν τα δικαιώματά τους σε άλλα νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα ήταν ο Κώστας Λειβαδιώτης, ο Παντελής Πατσαλίδης, ο Βαρνάβας Βαρναβίδης και ο Χρίστος Φυλακτού. Το τίμημα πώλησης ήταν Λ.Κ.900.000-. ενώ η εκτιμημένη αξία υπερέβαινε τα €4.700.000-. Τα τέλη είχαν επιβληθεί επί της εκτιμημένης αξίας των ακινήτων. Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι για να αποξενώσει το Κτηματολόγιο ακίνητο στο οποίο δικαιοπάροχος είναι τουρκοκύπριος, πρέπει να υπάρχει η σχετική έγκριση από τα κεντρικά γραφεία, μετά από οδηγίες του Υπουργείου Εσωτερικών ή του Κηδεμόνα. Μόνο όταν υπάρχει αυτή η έγκριση διεκπεραιώνεται η μεταβίβαση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαν ληφθεί οδηγίες για τη μεταβίβαση από τα γραφεία του Κτηματολογίου στη Λευκωσία για να γίνει δεκτό το αγοραπωλητήριο έγγραφο και να προχωρήσει η μεταβίβαση χωρίς οποιαδήποτε άλλη πρόνοια. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 20, τα τηλεμηνύματα που είχαν ληφθεί από τη Λευκωσία. Κατέληξε, ότι δεν έχουν ολοκληρωθεί οι συνοριακές διαφορές και δεν έχει ενημερωθεί το εν χρήση σχέδιο. Οι οριοθετήσεις δεν είχαν γίνει γι' αυτό και είναι ανοικτοί οι φάκελοι. Τα πορίσματα, ήταν η θέση της, θα καταγραφούν στο μητρώο και το ίδιο ισχύει και για τις οποιεσδήποτε πιθανές παρεμβάσεις ή την οποιαδήποτε ανέγερση κτηρίων. Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι η οποιαδήποτε απόφαση που θα αφορά την οριοθέτηση ή τη συνοριακή διαφορά θα έχει ισχύ από την ημερομηνία έκδοσής της. Το Τεκμήριο 17, σύμφωνα με την ίδια, είναι το επίσημο κτηματολογικό σχέδιο σε ισχύ. Ήταν η άποψή της ότι δεν μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει από το συγκεκριμένο σχέδιο κατά πόσο υπήρχαν επεμβάσεις. Παραδέχθηκε ότι μια χωρομετρική εργασία μπορεί να διαρκέσει από έξι μήνες μέχρι και χρόνια, όταν θα διεκπεραιωθεί από το Κτηματολόγιο. Όμως, αναγνώρισε ότι η ίδια εργασία μπορεί να γίνει και από ιδιώτη τοπογράφο. Κατέληξε, ότι δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε η εγκυρότητα της μεταβίβασης και δεν ζητήθηκε από οποιονδήποτε η ακύρωση των συγκεκριμένων μεταβιβάσεων. Εξήγησε ότι η ίδια δεν γνώριζε ποιους αφορούσε η διασυνοριακή διαφορά. Συνήθως, ήταν ο ισχυρισμός της, αφορά όμορα κτήματα. Επανεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι ένας ιδιώτης χωρομέτρης θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένος στους σχετικούς καταλόγους του Κτηματολογίου, για να του παραχωρείται έγκριση για να αναλαμβάνει χωρομετρική εργασία ή τοπογράφηση, μετά από αίτηση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη στο Κτηματολογικό Γραφείο. Η διαδικασία είναι να αιτηθεί ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης όπως αναλάβει ιδιώτης χωρομέτρης την εργασία και αν εγκριθεί, επιλέγει από τον κατάλογο των ιδιωτών, καταβάλλει τα σχετικά δικαιώματα και στη συνέχεια ανατίθεται στον ιδιώτη, ο οποίος παραδίδει την εργασία στο Κτηματολογικό Γραφείο, το οποίο θα ελέγξει αν έγινε σωστά η εργασία. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Χριστάκης Γεωργίου (Μ.Υ.2), ο οποίος εργαζόταν για 25 χρόνια στο Δήμο Λάρνακας ως εισπράκτορας, υπεύθυνος για την περιοχή της Λεωφόρου Στρατηγού Τιμάγια. Ο ίδιος είχε αποδείξεις ότι είχαν πληρώσει οι Γεώργιος Χαλούμας, Πανίκος Αδάμου, Κυριάκος Τσιακούρμας, Σ. Σακκάς, Ματθαίος Ματθαίου και Γιαννάκης Κυριακίδης, την Επαγγελματική Άδεια, το Φόρο Σκυβάλων και την Άδεια Λειτουργίας για τα υποστατικά. Οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τα συγκεκριμένα άτομα, κατά τον ισχυρισμό του, ξεκινούν από το
  43. Όσον αφορά τον κ. Καϊλή, ήταν ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε κάποιο υποστατικό για να φορολογηθεί. Ερωτηθείς αναφορικά με το πόσα χρόνια βρίσκονταν τα συγκεκριμένα άτομα στα συγκεκριμένα υποστατικά, ισχυρίστηκε ότι βρίσκονταν εκεί πριν ο ίδιος πάει στη συγκεκριμένη εργασία, στην οποία βρίσκεται 25 χρόνια. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο κ. Καϊλής είχε οποιοδήποτε υποστατικό, από όσα γνώριζε ο ίδιος είχε ένα χωράφι. Στη συνέχεια δόθηκε μαρτυρία από τον Μιχάλη Καϊλή (Μ.Υ.3), ο οποίος είναι ο Εναγόμενος στην Αγωγή Αρ.2872/
  44. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είναι γεωργός και κατάγεται από τη Λύση. Ασκεί το επάγγελμα του γεωργού σε τουρκική περιουσία η οποία του παραχωρήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία. Του είχαν παραχωρηθεί 14 σκάλες χωραφιού. Όμως, δεν γνώριζε τα σύνορα του χωραφιού που του παραχωρήθηκε. Είχε φυτέψει ελιές, συκιές, ροδιές, τριφύλλη και εποχιακά. Κατείχε το συγκεκριμένο χωράφι από το
  45. Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, τον επισκέφθηκαν δύο τούρκοι και του ανάφεραν ότι το χωράφι ήταν δικό τους και να το καλλιεργεί μέχρι να λυθεί το κυπριακό. Ισχυρίστηκε ότι δεν του στάλθηκε οποιαδήποτε επιστολή, αλλά ούτε και του λέχθηκε να αποχωρήσει από το τεμάχιο. Υποστήριξε ότι ο ίδιος έχει περιουσία στη Λύση, η οποία καλλιεργείται από τούρκους. Όλες τις υποθέσεις, σε σχέση με το ακίνητο, τις χειρίζεται ο γιος του. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι διαμένει στα Λειβάδια και πήγε σχολείο μέχρι την τετάρτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Λόγω των ματιών του, δεν μπορεί να διαβάζει. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 12, το οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ξαναδεί. Ήταν η θέση του ότι δεν καταλαβαίνει τι γράφει το συγκεκριμένο Τεκμήριο. Στην επόμενη ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει τη συγκεκριμένη επιστολή, αλλά κανένας δεν του είχε ζητήσει να φύγει από το τεμάχιο. Για να υποστηρίξει στη συνέχεια ότι ακόμα και αν του δόθηκε επιστολή, την παρέδωσε του γιου του. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση του είχε αναφέρει ότι θα του παραχωρήσει άλλο τεμάχιο, αλλά κανένας δεν του ζήτησε να φύγει από το συγκεκριμένο τεμάχιο και κανένας δεν του είχε αναφέρει πιο άλλο τεμάχιο θα του παραχωρείτο. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 11 και του ζητήθηκε να αναγνωρίσει στη σελίδα 2 την υπογραφή του. Ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε μόνο πάνω στα χαρτόσημα. Όσον αφορά την επιστολή, Τεκμήριο 12, ήταν η θέση του ότι την είχε δώσει του γιου του. Επέμενε στη θέση του ότι η συγκεκριμένη γη του είχε παραχωρηθεί από τη Δημοκρατία το 1976 και ότι θα φύγει μόνο όταν του επιστραφούν τα δικά του κτήματα στη Λύση. Οι συγκεκριμένες 14 σκάλες που του παραχωρήθηκαν, δεν του υποδείχθηκαν. Αρχικά του είχαν παραχωρήσει δέκα σκάλες και στη συνέχεια άλλες τέσσερις σκάλες. Είχε υποβάλει αίτηση στην Επαρχιακή Διοίκηση και όταν εγκρίθηκε έπιασε από μόνος του το χωράφι. Παραδέχθηκε ότι είχε ενημερωθεί ότι είχε αφαιρεθεί μέρος του ακινήτου από την άδεια χρήσης του, αλλά κανένας δεν του είχε ζητήσει να φύγει από το ακίνητο. Επέμενε ότι τον επισκέφθηκαν δύο τουρκοκύπριοι, μεγάλοι σε ηλικία, οι οποίοι κατοικούσαν στην Κοντέα και του ζήτησαν να συνεχίσει να καλλιεργεί το χωράφι. Του είπαν ότι διέμεναν στο Πέργαμος. Δεν του ζήτησαν να τους πληρώσει οτιδήποτε. Παραδέχθηκε, ερωτηθείς, ότι το δικαίωμα να καλλιεργεί το συγκεκριμένο χωράφι, του το είχε παραχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία και όχι οι τουρκοκύπριοι. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Παναγιώτης Καϊλής (Μ.Υ.4), ο οποίος είναι γιος του Μιχάλη Καϊλή (Μ.Υ.3). Κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  46. Ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι είναι καθηγητής στο επάγγελμα. Ο πατέρας του Μιχάλης Καϊλής κατάγεται από την κατεχόμενη Λύση, είναι πρόσφυγας και οικογενειάρχης με εφταμελή οικογένεια. Λόγω των περιορισμένων γραμματικών γνώσεων του πατέρα του, ο ίδιος χειρίζεται όλες τις προσωπικές του υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η κατοχή και εκμετάλλευση του μέρους του επίδικου ακινήτου που αφορά την υπό κρίση αγωγή. Κατά τον ισχυρισμό του, η οικογένειά του ήταν ιδιοκτήτρια 200 σκαλών χωραφιών στη Λύση, η οποία τώρα τυγχάνει εκμετάλλευσης από τον τούρκο εισβολέα. Μετά από αίτηση του πατέρα του, του παραχωρήθηκαν τα ακίνητα, τεμάχια με Αριθμούς Εγγραφής 250, 251, 252, 253 και 254 του Φ/Σχ.40/56.5.ΙΙ, στη Λάρνακα, στην ενορία Σωτήρος, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, ημερομηνίας 04/11/
  47. Την 01/11/1983 ο πατέρας του προέβηκε σε νέα συμφωνία με την Κεντρική Επιτροπή, στην οποία περιορίστηκε ο γεωργικός του κλήρος στα Τεμάχια 253 και 269, Φ/Σχ.40/56.5.ΙΙ, στη Λάρνακα, στην ενορία Σωτήρος. Τα συγκεκριμένα τεμάχια δεν είχαν οριοθετηθεί ποτέ, παρά τις αιτήσεις του πατέρα του και έτσι, ακόμη μέχρι και σήμερα, ο πατέρας του δεν γνωρίζει τι κατέχει επί τόπου. Όταν ο πατέρας του ανέλαβε κατοχή των συγκεκριμένων ακινήτων, αυτά ήταν σε μη καλλιεργήσιμη κατάσταση λόγω της υψομετρικής διαφοράς που υπάρχει και μέρος τους ήταν βάλτος. Οπόταν, με πολλούς κόπους, μόχθους και έξοδα, μετατράπηκαν σε καλλιεργήσιμα χωράφια και σήμερα υπάρχουν στα ακίνητα αρκετά δέντρα φυτεμένα ήτοι 180 ροδιές, 120 ελιές, καθώς και τριφύλλι και άλλα σπαρτά, τα οποία του αποφέρουν ένα σεβαστό εισόδημα κάθε χρόνο. Με δικά του έξοδα είχε εξασφαλίσει ηλεκτροδότηση, η οποία είχε στοιχήσει €2.000-, είχε προβεί σε επιχωμάτωση η οποία είχε στοιχήσει πέραν των €15.000- και είχε επίσης ξοδέψει για τη διόρθωση της γεώτρησης €2.000-. Κατά τη δική του άποψη, ο πατέρας του είχε εισέλθει νόμιμα στο συγκεκριμένο ακίνητο και το είχε στην κατοχή του συνεχώς και αδιαλείπτως. Οι σημερινοί ιδιοκτήτες ουδέποτε είχαν κατοχή του επίδικου ακινήτου και γι' αυτό δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την υπό κρίση αγωγή, αφού όταν αγόραζαν το επίδικο ακίνητο γνώριζαν για την κατοχή του ακινήτου από τον πατέρα του. Ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου ακινήτου, είχε επισκεφτεί τον πατέρα του στις ελεύθερες περιοχές και του είχε πει να παραμείνει εκεί μέχρι να βρεθεί λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Ο πατέρας του συνεχίζει μέχρι και σήμερα να καλλιεργεί τη συγκεκριμένη γη και να ξοδεύει χρήματα για την αξιοποίησή της, με αποτέλεσμα αν διαταχθεί να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου θα υποστεί πολλές ζημιές και θα χάσει εισοδήματα που κυμαίνονται περί τα €10.000- ετησίως. Στην περίπτωση που διαταχθεί να παραδώσει την κατοχή του επίδικου ακίνητου, ήταν ο ισχυρισμός του, οι Ενάγοντες θα πλουτίσουν αδικαιολόγητα από την καλυτέρευση του μέρους του επίδικου ακινήτου, το οποίο ο πατέρας του κατέχει και καλλιεργεί ανενόχλητα για τόσα χρόνια. Οι Ενάγοντες ουδέποτε όχλησαν τον πατέρα του ή τερμάτισαν τη νόμιμη κατοχή του επίδικου ακινήτου, αλλά ούτε και έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό προς τον πατέρα του. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 23, τη συμφωνία γεώτρησης. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την επίσκεψη των τουρκοκυπρίων και στη συνάντηση που είχαν με τον πατέρα του. Τα όσα γνωρίζει του τα είχε αναφέρει ο πατέρας του. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 12, ισχυρίστηκε ότι του είχε δώσει τη συγκεκριμένη επιστολή ο πατέρας του και επικοινώνησε με την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, όπου του αναφέρθηκε ότι θα του δοθεί άλλο τεμάχιο σε αντικατάσταση με το επίδικο. Ο ίδιος δεν είχε επισκεφθεί την Επαρχιακή Διοίκηση, απλά είχε διαβάσει την επιστολή και είχε εξηγήσει στον πατέρα του ότι το χωράφι είχε πωληθεί σε ελληνοκύπριο. Την Επαρχιακή Διοίκηση την είχε επισκεφθεί ο πατέρας του. Ο ίδιος είχε πάει στην Επαρχιακή Διοίκηση μόνο μία φορά, το 2005, για να παραδώσει μια επιστολή του πατέρα του, με την οποία ζητούσε τον καθορισμό των ορίων των τεμαχίων που κατείχε. Ξαναπήγε τον Απρίλιο του 2009, μετά την παραλαβή της επιστολής, για να διαπιστώσουν τι είχε συμβεί και τι θα ακολουθούσε. Τους λέχθηκε ότι θα δοθεί στον πατέρα του κλήρος αλλού. Όμως, οι ίδιοι δεν είχαν υποβάλει αίτηση για να αντικατασταθεί ο κλήρος. Μια φορά, που ο ίδιος είχε επισκεφθεί επί τόπου το ακίνητο, διαπίστωσε ότι δεν κατείχε, ο πατέρας του, όλο το τεμάχιο
  48. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι είχε υποθέσει ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι ο πατέρας του καλλιεργούσε μέρος του τεμαχίου, αφού εντός του τεμαχίου υπήρχαν καλλιέργειες. Παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο συνεχίζει ο πατέρας του να το καλλιεργεί μέχρι και σήμερα και μετά που ακυρώθηκε η άδεια χρήσης του. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Μάκης Ματθαίου (Μ.Υ.5), Εναγόμενος στην Αγωγή Αρ.2874/
  49. Κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  50. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι έχει εξουσιοδότηση από την Εταιρεία «Μάκης Ματθαίου Λτδ» καθώς και από τους υπόλοιπους Εναγόμενους, πλην του Μιχάλη Καϊλή, να προβεί στη συγκεκριμένη Έγγραφη Δήλωση. Είναι ο ισχυρισμός του ότι όλοι οι Εναγόμενοι, τα φυσικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του, είναι πρόσφυγες οικογενειάρχες και το 1974 είχαν έρθει στη Λάρνακα με τα ρούχα που φορούσαν, εγκαταλείποντας τις περιουσίες τους. Όλοι τους, πλην του Μιχάλη Καϊλή, ο οποίος βρισκόταν στα ακίνητα από το 1976 με 1977, είχαν αποταθεί στην Επαρχιακή Διοίκηση για να τους παραχωρηθεί κάποιο τουρκοκυπριακό ακίνητο, με σκοπό να αποκτήσουν επαγγελματική στέγη και να επαδραστηριοποιηθούν οικονομικά και επαγγελματικά. Η Επαρχιακή Διοίκηση τους υπέδειξε τα επίδικα ακίνητα, τα οποία, όπως τους είχε αναφέρει, είχαν παραχωρηθεί στο Μιχάλη Καϊλή ως γεωργικός κλήρος. Δεν τα χρησιμοποιούσε όλα, λόγω της ακαταλληλότητάς τους για γεωργική χρήση, επειδή υπήρχε μεγάλη υψομετρική διαφορά μεταξύ τους και σε μερικά υπήρχε βάλτος. Ο Μιχάλης Καϊλής δεν είχε αντίρρηση να εγκατασταθούν και οι υπόλοιποι στα συγκεκριμένα ακίνητα, γι' αυτό και τη δεκαετία του 1980, σταδιακά εγκαταστάθηκαν όλοι στα ακίνητα, ξοδεύοντας αρκετές χιλιάδες λίρες Κύπρου, για την επιχωμάτωση των ακινήτων και την ανέγερση των υποστατικών τους. Όλοι τους πληρώνουν στο Δήμο Λάρνακας, Επαγγελματικούς Φόρους, Άδεια Λειτουργίας καθώς και το Φόρο Επαγγελματικού Υποστατικού. Μετά την εγκατάστασή τους στα συγκεκριμένα ακίνητα, η Κεντρική Επιτροπή, την 01/11/1983, περιόρισε το γεωργικό κλήρο του Μιχάλη Καϊλή. Ήταν η θέση του ότι μέχρι και σήμερα δεν έχουν οριοθετηθεί τα συγκεκριμένα ακίνητα και ο κάθε ένας από αυτούς κατέχει μόνο μέρος κάποιου ακινήτου, χωρίς να γνωρίζει σε ποιο τεμάχιο ανήκει. Όλοι ανεξαιρέτως οι Εναγόμενοι έχουν ξοδέψει ένα σεβαστό ποσό για να καταστούν τα ακίνητα σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση καθώς επίσης και για την ηλεκτροδότηση και υδροδότησή τους. Υποστήριξε ότι όλοι οι Εναγόμενοι είχαν εισέλθει νόμιμα στα επίδικα ακίνητα, εδώ και δεκαετίες και τα κατέχουν ειρηνικά και αδιάλειπτα για δεκαετίες. Οι σημερινοί ιδιοκτήτες, κατά την άποψή του, δεν νομιμοποιούνται στην έγερση των αγωγών, γιατί τα ακίνητα ουδέποτε ήταν στην κατοχή τους. Ακόμα και ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους είχε παραχωρήσει την άδεια να παραμείνουν στα υποστατικά μέχρι να βρεθεί λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Είναι ο ισχυρισμός του ότι στα υποστατικά έχουν εγκατασταθεί βαριά μηχανήματα και άλλος βαρύς εξοπλισμός για τις ανάγκες της εργασίας και έχουν μεγάλα αποθέματα δουλειάς γι' αυτό και είναι αδύνατο να μετακινηθούν σε σύντομο χρόνο, λόγω των αντικειμενικών δυσκολιών που προκύπτουν. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγουσες έχουν παραιτηθεί από τη διεκδίκηση οποιοδήποτε δικαιωμάτων τους, στην κατοχή του μέρους των επίδικων ακινήτων που οι Εναγόμενοι κατέχουν, με τις πράξεις τους και τις παραλήψεις τους, αφού όταν αγόραζαν τα ακίνητα γνώριζαν για την παρουσία τους στα ακίνητα καθώς και την κατοχή τους από αυτούς. Καταλήγει, ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους ίδιους για τις ζημιές τους. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι η Επαρχιακή Διοίκηση δεν τους είχε υποδείξει οποιοδήποτε ακίνητο, αλλά όταν είχαν ζητήσει κάποιο κλήρο, τους είχε αναφερθεί ότι υπήρχαν τα συγκεκριμένα ακίνητα, τα οποία είχαν παραχωρηθεί στον κ. Καϊλή. Λόγω του ότι υπήρχαν κομμάτια που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο κ. Καϊλής, ο κ. Καϊλής τους τα παραχώρησε. Οι ίδιοι, ήταν η θέση του, είχαν απευθύνει επιστολή στην Επαρχιακή Διοίκηση για να τους παραχωρηθούν τα συγκεκριμένα μέρη των τεμαχίων, γι' αυτό και είχαν αφαιρεθεί από τον κλήρο του κ. Καϊλή. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι τους είχε λεχθεί από την Επαρχιακή Διοίκηση να διαβουλευθούν με τον κ. Καϊλή. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε λάβει οποιαδήποτε επιστολή από την Επαρχιακή Διοίκηση, με την οποία να τους παραχωρείται η γη. Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ενοχληθεί τόσα χρόνια από την Επαρχιακή Διοίκηση. Όμως, ο κ. Καϊλής όταν είχε παραχωρήσει τα συγκεκριμένα τεμάχια, έγραψε επιστολή στην Επαρχιακή Διοίκηση και γι' αυτό η Επαρχιακή Διοίκηση του είχε αφαιρέσει κάποια κομμάτια από τον κλήρο. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο κλήρος είχε αφαιρεθεί το 1984, ήταν η δική του θέση ότι αφαίρεση του κλήρου είχε γίνει μετά που οι ίδιοι είχαν στείλει επιστολές. Είχαν όμως μπει στα ακίνητα τη δεκαετία του
  51. Ο ίδιος συγκεκριμένα είχε μπει στο ακίνητο αρχές του
  52. Σε ερώτηση που του τέθηκε, ισχυρίστηκε ότι γνώρισε τους δύο τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες των τεμαχίων, ένα περίπου μήνα μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Οι τουρκοκύπριοι τους ευχαρίστησαν και τους ζήτησαν να μείνουν εκεί μέχρι να λυθεί το κυπριακό. Παραδέχθηκε όμως ότι δεν είχαν κάνει οποιαδήποτε συμφωνία. Ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι ο ένας εκ των δύο ήταν ο ιδιοκτήτης, γιατί έψαχνε πράγματα που προϋπήρχαν στο χωράφι, όπως το λάκκο και τη δεξαμενή. Σε άλλη ερώτηση που του τέθηκε, παραδέχθηκε ότι δεν είχε κάνει αίτηση για παραχώρηση τουρκοκυπριακού κλήρου, ούτε και γνώριζε κατά πόσο θα μπορούσε να του παραχωρηθεί τουρκοκυπριακή περιουσία καθώς επίσης ότι δεν είχε άδεια να κατέχει τα ακίνητα από την Επαρχιακή Διοίκηση. Κατά την άποψή του, ακόμα και αν λάμβανε ειδοποίηση να εγκαταλείψει το ακίνητο, δεν είχε πού να πάει. Οι Ενάγουσες Εταιρείες γνώριζαν ότι τα ακίνητα κατέχονταν από τους Εναγόμενους, αφού βρίσκονται εκεί για δεκαετίες. Επανεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι όταν οι Ενάγουσες Εταιρείες αγόρασαν τα τεμάχια, τα είχαν επισκεφθεί και διαπίστωσαν ότι υπήρχαν κάποιοι εγκατεστημένοι στα ακίνητα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας όλες οι πλευρές προώθησαν την υπόθεσή τους με γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Κούρτης, συνήγορος στην Αγωγή Αρ.2875/2009, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του κ. Πουτζιουρή. Ο κ. Πουτζιουρής ανάφερε προφορικά στο Δικαστήριο ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν επέμενε στην παροχή αποζημιώσεων. Όσον αφορά τη νομική πτυχή, ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι οι Εναγόμενοι κατείχαν άδεια χρήσης ή/και μίσθωσης των ακινήτων από τον Κηδεμόνα και δεν είναι επεμβασίες. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση του ότι θα πρέπει να απορριφθούν οι αγωγές λόγω του ότι το Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας να τις εκδικάσει, γιατί η αξία της επίδικης περιουσίας ξεπερνά κατά πολύ το όριο των €100.000- καθώς επίσης και γιατί στην απαίτηση των Εναγουσών Εταιρειών δεν καταγράφεται η αξία των επίδικων περιουσιών και με αυτό τον τρόπο παραβιάζεται η Δ.2 θ.
  53. Προώθησε την άποψη ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία για να αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Ο κ. Κυριακίδης στη γραπτή του αγόρευση, με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 43

(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ανάφερε ότι έχουν αποδειχθεί όλα όσα απαιτούνται από τη νομολογία για να πετύχει η αξίωση της παράνομης επέμβασης. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου καθώς και το θέμα του ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.10 έτυχε αναφοράς μόνο στη γραπτή αγόρευση των Εναγομένων και ουδέποτε είχε τεθεί στην Υπεράσπιση για να μπορεί η άλλη πλευρά να απαντήσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Εναγουσών Εταιρειών καθώς και των Εναγομένων, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η μαρτυρία των Εναγουσών Εταιρειών είχε συνοχή και στο μεγαλύτερο της μέρος προήλθε από άτομα τα οποία δεν είχαν οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης γιατί προέρχονταν από κρατικές υπηρεσίες. Ο κ. Προδρομής (Μ.Ε.1), αναφέρθηκε στο σημερινό ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων ακινήτων και η μαρτυρία που έδωσε βασιζόταν στο περιεχόμενο των φακέλων που τηρούνται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Η μαρτυρία του ήταν σύμφωνη με τη μαρτυρία της κας Πάλμα (Μ.Υ.1), η οποία είχε δώσει μαρτυρία για την πλευρά των Εναγομένων. Ο κ. Προδρομής είπε στο Δικαστήριο αυτά που γνώριζε και δεν άφησε στο Δικαστήριο καμιά αμφιβολία για την αλήθεια των όσων ανάφερε. Τα ίδια μπορούν να λεχθούν και για τη μαρτυρία του κ. Ιωάννου (Μ.Ε.3) και της κας Πανούση (Μ.Ε.4), αφού και οι δύο έδωσαν μαρτυρία η οποία προήλθε από την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Τα όσα ανάφεραν υποστηρίχθηκαν και από το περιεχόμενο έγγραφης μαρτυρίας, Τεκμήρια 11 και 12. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και ιδιαίτερα η κα Πανούση (Μ.Ε.4), διαφώτισε το Δικαστήριο για το πώς είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα. Δεν είχε κανένα λόγο, η κα Πανούση, να πει ψέματα και τα όσα ανέφερε υποστηρίχθηκαν και από πραγματική μαρτυρία, δηλαδή έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια, χωρίς να υπάρξει ένσταση από πλευράς των Εναγομένων. Ο κ. Αντώνης Αντωνίου (Μ.Ε.5) και ο κ. Φιλώτας (Μ.Ε.6), κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Ο κ. Αντωνίου (Μ.Ε.5), εξήγησε με πολύ λεπτομέρεια πώς είχε διεξάγει την εργασία του και σύμφωνα με την κα Πάλμα (Μ.Υ.1), είχε χρησιμοποιήσει το εν χρήσει σχέδιο από το Κτηματολόγιο. Η μαρτυρία του, εν πάση περιπτώσει, δεν διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο τα γεγονότα, αλλά ήταν σύμφωνη με τις θέσεις των Εναγομένων, όπως αυτές καταγράφηκαν στις Εκθέσεις Υπεράσπισής τους, αλλά και όπως προβλήθηκαν από τη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι είχαν υποστηρίξει εμφαντικά ότι έχουν ανεγείρει υποστατικά, εντός του μέρους των επίδικων τεμαχίων τα οποία κατέχουν και χρησιμοποιούν, των οποίων το κόστος ανέγερσης ανταπαιτούν από τις Ενάγουσες Εταιρείες. Οπόταν, τα όσα ανέφερε ο κ. Αντωνίου είναι σύμφωνα και με τις θέσεις των Εναγομένων και η μαρτυρία του θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Ο κ. Φυλώτας (Μ.Ε.6), στην Έκθεσή του αναφέρθηκε στην ενοικιαστική αξία των ακινήτων. Όμως, είναι περιορισμένης σημασίας η μαρτυρία του, γιατί δεν αποκαλύφθηκε το ποσό που θα έπρεπε να χρεώνεται ο κάθε Εναγόμενος, σε σχέση με τα τετραγωνικά μέτρα τα οποία κατείχε, για να μπορεί να καθοριστεί κατά Εναγόμενο το σύνολο της ενοικιαστικής αξίας. Ο κ. Βαρναβίδης (Μ.Ε.2), διευθυντής της Ενάγουσας 2, ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα, όπως εξελίχθηκαν, μετά την αγορά του ακινήτου. Δεν γνώριζε τι είχε προηγηθεί. Ήταν ειλικρινής και δεν αρνήθηκε ότι ήταν πάντοτε πρόθεση των Εναγουσών Εταιρειών να ζητήσει την έξωση των Εναγομένων μετά τη μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματί τους καθώς επίσης και ότι ο λόγος της καθυστέρησης στη μεταβίβαση οφειλόταν σε οικονομικούς λόγους. Ο ίδιος είχε επισκεφθεί τα ακίνητα και σε μια από τις επισκέψεις του είχε βγάλει τις φωτογραφίες, Τεκμήρια 5-10, οι οποίες κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες είχαν ληφθεί στις 15/09/2009, δηλαδή λίγο μετά τη μεταβίβαση των ακινήτων και πάνω σε αυτές καταγράφηκε η έκταση της επέμβασης για κάθε Εναγόμενο. Όλη αυτή η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των φωτογραφιών ή επί των όσων καταγράφονταν επί των συγκεκριμένων τεκμηρίων, οπόταν παρέμεινα αναντίλεκτη. Έχει νομολογηθεί ότι στόχος της αντεξέτασης είναι η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους. Παράλειψη αντεξέτασης αφήνει ανοικτή την πόρτα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γίνονται παραδεκτοί. Σχετική είναι η απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1057, όπου στη σελ.1060-1061 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η μη αντεξέταση οδηγούσε σε παραδοχή του ισχυρισμού, ήταν εύλογα επιτρεπτή.» (Βλ. επίσης Ντέρεκ Ντάγκλας v. Νότας Ντάγκλας, Έφ.6/2008 και 8/2008, ημερ.11/02/2010.) Η μαρτυρία της κας Πάλμα (Μ.Υ.1), ήταν σε αρμονία με τη μαρτυρία του κ. Προδρομή (Μ.Ε.1). Ήταν ειλικρινής και ήταν εμφανής η πρόθεσή της να βοηθήσει το Δικαστήριο, εξηγώντας πώς είχε εξεληχθεί η αγορά των συγκεκριμένων τεμαχίων, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ήταν λεπτομερής και διαφωτιστική σε όλα και αναφορικά με όλες τις πτυχές των γεγονότων που ενέπιπταν στα καθήκοντά της. Εξήγησε επίσης ότι ιδιώτες τοπογράφοι μπορούν να εκτελέσουν εργασίες βασιζόμενοι σε χωρομετρικά σχέδια τα οποία λαμβάνουν από το Κτηματολόγιο, αλλά η εργασία τους δεν μπορεί να δεσμεύσει το Κτηματολόγιο, μέχρι να ελέγξει το ίδιο από μόνο του. Επίσης ήταν ειλικρινής, αφού αποκάλυψε ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες είχαν καταβάλει τα τέλη που αντιστοιχούσαν στην εκτιμημένη αξία των ακινήτων και όχι στη δηλωθείσα αξία. Η μαρτυρία του κ. Χριστάκη Γεωργίου (Μ.Υ.2), ήταν τυπική και προέκυψε από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Όμως, παρόλο που ανέφερε ότι οι καταστάσεις που είχε καταθέσει ξεκινούσαν από το 1996, για μερικούς από τους Εναγόμενους, όπως τον κ. Τσακκούρμα και τον κ. Κυριακίδη, ξεκινούσαν από το 2002 και όχι από το
  1. Ερχόμενη στη μαρτυρία των Εναγομένων, κ. Καϊλή (Μ.Υ.3) και κ. Ματθαίου (Μ.Υ.5), θα πρέπει να αναφέρω ότι παρουσίαζαν τα γεγονότα όπως τους βόλευαν, με αποτέλεσμα να υποπέσουν σε αντιφάσεις. Αρχίζοντας από τον κ. Καϊλή (Μ.Υ.3), αρχικά ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν του ζήτησε κανένας να φύγει, στην κυρίως εξέτασή του. Αντεξεταζόμενος, όταν του υποδείχθηκε η επιστολή, Τεκμήριο 12, ισχυρίστηκε ότι δεν την είχε δει ποτέ για να παραδεχθεί στη συνέχεια ότι έλαβε την επιστολή και την έδωσε στον υιό του, ο οποίος χειρίζεται όλα τα θέματα που αφορούν το ακίνητο. Και ενώ υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τι έγραφε η επιστολή γιατί ήταν αγράμματος, ο υιός του (Μ.Υ.4), είχε αναφέρει ότι του είχε επεξηγήσει το περιεχόμενο της επιστολής. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι είχε υποβάλει αίτηση και του είχαν παραχωρηθεί 14 σκάλες χωράφι, αλλά πήγε και έπιασε το χωράφι μόνος του, χωρίς κανένας να του υποδείξει ότι του είχε παραχωρηθεί το συγκεκριμένο χωράφι. Η θέση του όμως αυτή καταρρίπτεται από την άδεια χρήσης, Τεκμήριο 23, στην οποία καθορίζονται τα τεμάχια τα οποία του είχαν παραχωρηθεί και ήταν πέντε στο σύνολό τους. Στη συνέχεια, το 1983 τα τεμάχια περιορίστηκαν στα δύο, Τεκμήριο
  2. Όσον αφορά τους τουρκοκύπριους που τον επισκέφθηκαν, είπε ότι κατοικούσαν στην Κοντέα, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι διέμεναν στο Πέργαμος. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι οδηγήθηκε στις αντιφάσεις σε μια προσπάθειά του να πείσει ότι είχε άδεια να μείνει εκεί και να καλλιεργεί τη συγκεκριμένη έκταση, μέχρι να του επιστρέψουν τη δική του γη στη Λύση. Ο κ. Παναγιώτης Καϊλή (Μ.Υ.4), έδωσε διαφορετική μαρτυρία από αυτή που είχε δώσει ο πατέρας του. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι η μαρτυρία του ήταν καθοδηγητική. Ενώ ο πατέρας του (Μ.Υ.3), ισχυρίστηκε ότι όλα τα γραφειοκρατικά που είχαν να κάνουν με τη διαχείριση της παραχωρηθείσας γης τα χειριζόταν ο υιός του, ο ίδιος ο υιός του (Μ.Υ.4) ισχυρίστηκε ότι απλά ερμήνευε στον πατέρα του κάποια πράγματα. Διάψευσε τον ισχυρισμό του πατέρα του ότι είχε επισκεφθεί την Επαρχιακή Διοίκηση, μετά τη λήψη της επιστολής με την οποία τερματιζόταν η άδεια χρήσης και υποστήριξε ότι ήταν ο πατέρας του που πήγε στην Επαρχιακή Διοίκηση. Και ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε πάει στην Επαρχιακή Διοίκηση μόνο μία φορά, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι πήγε το 2005, ξαναπήγε όταν ένας γείτονας μπήκε στο τεμάχιο που καλλιεργούσε ο πατέρας του και έκαμε ζημιές, καθώς και αργότερα το 2009 για να μάθει τι είχε συμβεί και τι θα ακολουθούσε. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι είχε έρθει απλώς και μόνο για να βοηθήσει τον πατέρα του. Η μαρτυρία του κ. Ματθαίου (Μ.Υ.5), δόθηκε με βάση το συμφέρον του καθώς και το συμφέρον των υπολοίπων Εναγομένων και διαπιστώθηκε μια προσπάθειά του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Είπε ότι οι Εναγόμενοι είχαν αποταθεί στην Επαρχιακή Διοίκηση για να τους παραχωρηθεί τουρκοκυπριακό ακίνητο, Τεκμήριο 24, παράγραφος
  3. Επίσης, ανέφερε στην αρχή της αντεξέτασής του ότι είχαν αποταθεί, οι Εναγόμενοι, με επιστολή στην Επαρχιακή Διοίκηση για να τους παραχωρηθεί η γη. Ισχυρίστηκε ότι δεν πήραν απάντηση στην επιστολή τους, αλλά μετά τις επιστολές τους αφαιρέθηκε ο κλήρος από τον κ. Καϊλή. Προφανώς, ξεχνώντας τη θέση του αυτή, σε μεταγενέστερη ερώτηση του συνηγόρου των Εναγουσών Εταιρειών, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κάμει αίτηση για τουρκοκυπριακό κλήρο και δεν γνώριζε κατά πόσο μπορούσε να του παραχωρηθεί τουρκοκυπριακή γη. Συνάμα, παραδέχθηκε ότι δεν είχε άδεια από τον Κηδεμόνα για να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία. Η θέση του ότι είχαν αιτηθεί για την παραχώρηση τουρκοκυπριακού κλήρου είχε καταρριφθεί από τη μαρτυρία της κας Πανούση (Μ.Ε.4), η οποία ισχυρίστηκε ότι η μόνη άδεια που είχε παραχωρηθεί, είχε παραχωρηθεί στον κ. Καϊλή. Το συγκεκριμένο ισχυρισμό του, τον αναίρεσε ο ίδιος, λέγοντας ότι ουδέποτε είχε απευθυνθεί για την παροχή άδειας χρήσης γραπτώς. Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία και έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν, θεωρώ ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Είχε παραχωρηθεί το 1976 στον Εναγόμενο, στην Αγωγή Αρ.2872/2009, κ. Καϊλή, τουρκοκυπριακός κλήρος, ο οποίος αφορούσε τα τεμάχια 254, 250, 251, 252 και 253, του Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, στην περιοχή Περβόλες στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα. Του είχε παραχωρηθεί η συγκεκριμένη γη λόγω του ότι ήταν πρόσφυγας από τη Λύση και με απώτερο στόχο να επαναδραστηριοποιηθεί επαγγελματικά μετά την τουρκική εισβολή. Ο κ. Καϊλής αναπροσάρμοσε τη γη, φυτεύοντας δέντρα, εποχιακά και τριφύλλι. Το 1983 η παραχωρηθείσα γη περιορίστηκε στα Τεμάχια 253 και 269 του Φ/Σχ.40/50502, Τμήμα
  4. Λόγω του ότι η γη που είχε παραχωρηθεί στον κ. Καϊλή ήταν μεγάλης έκτασης και δεν χρησιμοποιείτο στην ολότητά της, καταλήφθηκε από τους υπόλοιπους Εναγόμενους, με την άδεια του κ. Καϊλή, σε κάποιο στάδιο μετά το 1990, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
  5. Οι Εναγόμενοι, πλην του κ. Καϊλή, δεν είχαν αποταθεί στον Κηδεμόνα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακής Γης για να τους παραχωρηθεί άδεια για τη χρήση των κομματιών των ακινήτων που είχαν καταλάβει και χρησιμοποιούσαν. Αντίθετα, λόγω του ότι δεν είχαν ενοχληθεί, συνέχιζαν να κατέχουν κάποιο μέρος των ακινήτων χωρίς οποιαδήποτε άδεια. Τα συγκεκριμένα ακίνητα πωλήθηκαν δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, στις 28/09/2004, από το νόμιμο ιδιοκτήτη τους, τον Ibrahim Mustafa Vaiz, ο οποίος ήταν κάτοικος Αγγλίας, στους Κώστα Λειβαδιώτη, Παντελή Πατσαλίδη, Χρίστο Φυλακτού και Βαρνάβα Βαρναβίδη, για το ποσό των Λ.Κ.900.000-. Ενεργοποιήθηκε η λήψη άδειας από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για τη συγκεκριμένη πώληση και στις 11/03/2008 το Υπουργικό Συμβούλιο είχε εξουσιοδοτήσει τον Κηδεμόνα να αποδεχτεί τη δήλωση πώλησης, πράγμα το οποίο έγινε στις 20/08/
  6. Ο Κηδεμόνας έδωσε άδεια για την πώληση των ακινήτων και για αποδοχή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, με την παράκληση να αντικατασταθούν οι κλήροι του κ. Καϊλή και να βρεθεί άλλη επαγγελματική στέγη «στους επεμβασίες, εφόσον κριθούν δικαιούχοι». Ο Εναγόμενος, κ. Κκαϊλής, ειδοποιήθηκε στις 02/04/2009 ότι είχαν αφαιρεθεί από την άδεια χρήσης τα συγκεκριμένα ακίνητα, αλλά μη νοιαζόμενος, συνέχισε να παραμένει σε αυτά. Το Σεπτέμβριο 2009 ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματι των Εναγουσών Εταιρειών, μετά από εκχώρηση των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων προς τις Εταιρείες. Οι Εναγόμενοι γνώριζαν επίσημα από τον Απρίλιο 2009 ότι θα έπρεπε να φύγουν από τα ακίνητα, αφού κανένας τους δεν είχε άδεια να παραμένει σε αυτά. Παρά ταύτα, παρέμειναν στα ακίνητα, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα εξεταστεί αρχικά η θέση του κ. Πουτζιουρή ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τις αγωγές, λόγω του ότι η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας υπερβαίνει τις €100.000- που συνιστά το δικαιοδοτικό περιθώριο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Το άρθρο 22
(3)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου προβλέπει:
(3)Έκαστος Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει για- (α) .......................... (β) Οποιαδήποτε αγωγή για την ανάληψη κατοχής οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή οποιαδήποτε αγωγή βασιζόμενη σε αδικοπραξία που διαπράχθηκε σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία η αξιούμενη θεραπεία περιλαμβάνει έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και στην οποία δεν αμφισβητείται ο τίτλος της ακίνητης ιδιοκτησίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι λόγω της αξίας της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, η αγωγή δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου. (Η υπογράμμιση είναι δική μου.) Δηλαδή σε οποιαδήποτε αγωγή με την οποία ζητείται η ανάληψη κατοχής οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησία, όπως είναι η υπό εξέταση αγωγές, δεν λαμβάνεται υπόψη η αξία του επίδικου ακινήτου και μπορεί να εκδικαστεί από Επαρχιακό Δικαστή ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή. Το συγκεκριμένο άρθρο είναι ευρύ και αυτό οφείλεται στη συμπερίληψη του διαζευκτικού «ή». Ο νομοθέτης προφανώς επιθυμούσε να καταρρίψει το οποιοδήποτε εμπόδιο δικαιοδοσίας που να σχετίζεται με την αξία του ακινήτου, αφού στην ουσία η θεραπεία που ζητείται σε μια τέτοιου είδους αγωγή δεν αφορά την αξία του ακινήτου. Στις υπό κρίση αγωγές, λόγω του ότι η ενοικιαστική αξία που ζητείτο ήταν εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστή τέθηκαν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή, όπως επιτρεπόταν και από αυτό τούτο τον ίδιο το Νόμο. Όσον αφορά την Αγωγή Αρ.2875/2009, η κλίμακα της είχε μειωθεί στις €10.000- με €50.000-, στις 13/01/2011, από το συνήγορο του Εναγομένου, κ. Κούρτη. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι είχαν αμφισβητήσει την κυριότητα των επίδικων ακινήτων στην Έκθεση Υπεράσπισής τους, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αμφισβήτηση ήταν γενική και αόριστη, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να μπορεί να τοποθετηθεί η πλευρά των Εναγουσών Εταιρειών. Όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει, η γραμματική ερμηνεία του Νόμου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τέτοιου είδους αγωγές δεν μπορούν να συσχετιστούν με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι οι αγωγές θα πρέπει να απορριφθούν γιατί παραβιάστηκε η Δ.2 θ.10, η οποία επιβάλλει όπως στις περιπτώσεις παράνομης επέμβασης καταγράφεται, στην Έκθεση Απαίτησης, η αξία της γης στην οποία υπάρχει η επέμβαση, παραπέμπω στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs «Precedents of Pleadings», 13η έκδ., σελ.926, το οποίο καταγράφει ότι εκεί όπου η επέμβαση συνίσταται στη χρήση της γης τότε καθορίζεται το μέτρο των αποζημιώσεων ως η ενοικιαστική αξία της γης τη συγκεκριμένη στιγμή. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η παράνομη επέμβαση αφορά τη χρήση της γης από τους Εναγόμενους χωρίς την άδεια των Εναγουσών Εταιρειών, οπόταν δεν ήταν απαραίτητος ο καθορισμός της αξίας αυτής τούτης της ακίνητης ιδιοκτησίας, αλλά ήταν αρκετό να καθοριστεί η ενοικιαστική αξία της γης, η οποία ενοικιαστική αξία συνιστούσε «the value of the land actually trespassed upon». Έχοντας απορρίψει τις προδικαστικές ενστάσεις της πλευράς των Εναγομένων, οι οποίες, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ουδέποτε είχαν τεθεί στην Υπεράσπιση τους, προχωρώ στην εξέταση αυτής τούτης της νομικής πτυχής των αγωγών. Οι Εναγόμενοι πρόβαλαν διαζευκτικές υπερασπίσεις, οι οποίες ήταν ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, ότι είχαν νόμιμη κατοχή ή/και άδεια να βρίσκονται στα ακίνητα, ότι είχαν άδεια από το νόμιμο ιδιοκτήτη καθώς επίσης και ότι λόγω της συμπεριφοράς τους, δηλαδή της ανοχής τους, οι Ενάγουσες Εταιρείες κωλύονται από το να αξιώνουν την έξωσή τους από τα ακίνητα. Εξετάζοντας το θέμα του κατά πόσο αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι Ενάγουσες Εταιρείες κατείχαν νόμιμο τίτλο, ενόψει και της ιδιόμορφης ρύθμισης που υπάρχει σε σχέση με την πώληση τουρκοκυπριακών περιουσιών, οι οποίες βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου (δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Ζόππου)
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 905, όπου στη σελ.916 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι μετά τη θέσπιση του Νόμου 139/91 κάθε ακίνητη περιουσία Τουρκοκύπριου, ο οποίος τον Ιούλιο του 1991 δεν κατοικούσε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, περιήλθε υπό την κατοχή και διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και καμιά δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί αναφορικά με αυτή, εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα. Η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας παραμένει βέβαια στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι περιορίζονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, από του να μπορούν να την αποξενώσουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποκλείεται βέβαια, κάτω από προϋποθέσεις, είτε η μεταβίβαση και εγγραφή της περιουσίας επ' ονόματι των τέκνων των ιδιοκτητών, είτε η, μετά το θάνατο του νόμιμου ιδιοκτήτη, μεταβίβαση του τίτλου στους νόμιμους κληρονόμους. Η οποιαδήποτε δικαιοπραξία που αφορά την κυριότητα τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών.» Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων Ibrahim Mustafa Vaiz, διέμενε στο Λονδίνο και ενεργούσε δυνάμει πληρεξουσίου για τις μεταβιβάσεις των ακινήτων, Τεκμήρια 18 και
  1. Γι' αυτό το λόγο, η περιουσία του περιήλθε υπό την κατοχή και διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Οπόταν, μετά την πώληση των επίδικων ακινήτων από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη τους, ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός για τη λήψη άδειας για αποδοχή του συγκεκριμένου αγοραπωλητηρίου από τον Κηδεμόνα. Έγινε πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο στις 11/03/2008 εξουσιοδότησε τον Κηδεμόνα να εγκρίνει κατ' εξαίρεση την αποδοχή της δήλωσης πώλησης της περιουσίας του κ. Vaiz. Στις 20/08/2008 δόθηκαν οδηγίες από τον Κηδεμόνα προς το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου για την αποδοχή του αγοραπωλητηρίου και της δήλωσης μεταβίβασης, Τεκμήριο
  2. Συνεπακόλουθα, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια, είχαν ακολουθηθεί όλες οι απαραίτητες διαδικασίες και η μεταβίβαση είχε γίνει νόμιμα στις 04/09/2009, επ' ονόματι των Εναγουσών Εταιρειών και ήταν οι κατά τίτλο ιδιοκτήτες της γης και είχαν νόμιμο δικαίωμα να προχωρήσουν στη διεκδίκηση της γης τους για την οποία είχαν καταβάλει Λ.Κ.900.000-. Ως νόμιμοι ιδιοκτήτες είχαν δικαίωμα να εγείρουν τις υπό κρίση αγωγές. Ερχόμενη τώρα στον ισχυρισμό ότι οι Ενάγουσες Εταιρείες με τη συμπεριφορά τους και τις πράξεις τους είχαν ανεχθεί την παρουσία των Εναγομένων στα συγκεκριμένα τεμάχια. Τα ακίνητα είχαν αγοραστεί το Σεπτέμβριο 2004 από φυσικά πρόσωπα, τον Κώστα Λειβαδιώτη, τον Παντελή Πατσαλίδη, τον Χρίστο Φυλακτού και τον Βαρνάβα Βαρναβίδη. Μεταβιβάστηκαν, τα ακίνητα, το Σεπτέμβριο 2009, μετά από εκχώρηση στις Ενάγουσες Εταιρείες, ένα χρόνο μετά την παραχώρηση άδειας από τον Κηδεμόνα για αποδοχή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και της δήλωσης μεταβίβασης, γιατί έπρεπε να καταβληθούν οι Λ.Κ.700.000- στον ιδιοκτήτη για να προχωρήσει η μεταβίβαση. Στις 15/09/2009 ο κ. Βαρναβίδης (Μ.Ε.2), φωτογραφίζει τα ακίνητα και καταμετρά την έκταση της επέμβασης από κάθε ένα από τους χρήστες των ακινήτων. Αμέσως μετά, στις 23/09/2009, καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγές. Με βάση τα γεγονότα, δεν υπήρξε καμιά ανοχή και καμιά αποδοχή της ύπαρξης των Εναγομένων στα ακίνητα. Αντίθετα, υπήρξε μια άμεση αντίδραση με την καταχώριση των αγωγών και μια ένδειξη άρνησης αποδοχής της υφιστάμενης κατάστασης μόλις κατέστησαν νόμιμοι ιδιοκτήτες της ακίνητης ιδιοκτησίας. Δεν θα μπορούσαν, οι Ενάγουσες Εταιρείες, να είχαν προβεί στην λήψη οποιονδήποτε μέτρων αφού δεν ήταν ιδιοκτήτριες πριν τον Σεπτέμβριο 2009, δηλαδή πριν λάβουν νόμιμο τίτλο. Άλλη Υπεράσπιση που προβάλλεται από τους Εναγόμενους είναι ότι είχαν άδεια χρήσης ή/και μίσθωσης ή/και κάρπωσης των ακινήτων από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, της κας Πανούση (Μ.Ε.4), καθώς και από τη μαρτυρία του Εναγομένου Μάκη Ματθαίου (Μ.Υ.5), ο μόνος που είχε γραπτή άδεια χρήσης των συγκεκριμένων ακινήτων από τον Κηδεμόνα, ήταν ο κ. Καϊλής, Εναγόμενος στην Αγωγή Αρ.2872/2009, Τεκμήριο
  3. Οι υπόλοιποι ούτε καν αιτήθηκαν την παραχώρηση τουρκοκυπριακής γης από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, που είναι ο μόνος που μπορεί να παραχωρεί άδειες χρήσης. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου (Ν.139/91), ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους. Οπόταν, ο μόνος που θα μπορούσε να παραχωρήσει άδεια στους υπόλοιπους Εναγόμενους για τη χρήση μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας του κ. Vaiz, ήταν ο Κηδεμόνας και όχι ο κ. Καϊλής, στον οποίο απαγορευόταν ρητά, δυνάμει του άρθρου 4 της Συμφωνίας Χρήσης, Τεκμήριο 11, να εκχωρήσει ή παραχωρήσει δικαίωμα χρήσης σε τρίτους. Οι Εναγόμενοι, πλην του κ. Καϊλή, είχαν αναλάβει το ρίσκο, όταν εγκαταστάθηκαν στα συγκεκριμένα ακίνητα, αφού κανένας τους δεν είχε αιτηθεί για την παραχώρηση άδειας. Το ότι δεν είχαν άδεια να βρίσκονται εκεί, οι Εναγόμενοι, διαφαίνεται και από τα πρακτικά του Υπουργικού Συμβουλίου, τα οποία κάνουν αναφορά σε «αυθαίρετα υποστατικά» καθώς επίσης και στην επιστολή που στάλθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου, ημερομηνίας 20/08/2008, στην οποία απευθυνόταν παράκληση προς τον Έπαρχο Λάρνακας να μεριμνήσει για αντικατάσταση του κλήρου «και για το ενδεχόμενο εξεύρεσης άλλης επαγγελματικής στέγης στους επεμβασίες εφόσον κριθούν δικαιούχοι», Τεκμήριο
  4. Συνεπακόλουθα, όλοι οι Εναγόμενοι, πλην του κ. Καϊλή, δεν μπορούν να θεωρούνται νόμιμοι κάτοχοι του μέρους του ακινήτου που κατέχουν, αλλά είναι επεμβασίες. Όσον αφορά τον κ. Καϊλή, είναι γεγονός ότι είχε άδεια για κατοχή, δυνάμει της Συμφωνίας Χρήσης, της έκτασης των ακινήτων που καθορίστηκαν στο Τεκμήριο
  5. Όμως, μετά τις 02/04/2009, η κατοχή των ακινήτων από τον κ. Καϊλή κατέστη παράνομη, οπόταν οι Ενάγουσες Εταιρείες, οι οποίες είχαν πλέον νόμιμο τίτλο ως ιδιοκτήτριες των ακινήτων, κατέστησαν κάτοχοι αυτών και πλέον κατείχαν αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση και για τον κ. Καϊλή. Το ερώτημα που εγείρεται και πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν επέμβει παράνομα στα ακίνητα των Εναγουσών. Ο όρος «παράνομη επέμβαση» έχει ερμηνευθεί από το σύγγραμμα των Clerk and Lindsell on Totrs, 13η έκδ., παρ.1311, σελ.733: «Trespass to land consists in any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another. ........................... One who has a right of entry upon another's land and acts in excess of his right or after his right has expired, is a trespasser.» Επίσης, το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, προβλέπει: «43-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Ήταν οι Ενάγουσες Εταιρείες ιδιοκτήτριες έτσι ώστε να δικαιούνται να εγείρουν την υπό κρίση αγωγή; Σύμφωνα με τους Clerk and Lindsell (ανωτέρω), παράγρ.1318: «Trespass is actionable at the suit of a person in possession of land ........................ Proof of ownership is prima facie proof of possession, unless there is evidence that another person is in possession; but if there is a dispute as to which of the two person is in possession, the presumption is that the person having a title to the land is in possession.» Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Κώστας Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1 Α Α.Α.Δ. 654: «Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος: βλ. Hebbert v. Thomas & Another
(1835)149 E.R.1329, 1330. Στην προκείμενη περίπτωση, η Μονή διεκδίκησε το χώρο και η ιδιοκτησία της αποδείχθηκε. Η έλλειψη αξιόπιστης μαρτυρίας από πλευράς εφεσείοντος για δική του νόμιμη κατοχή σήμαινε ότι κατοχή είχε η Μονή. Συνεπώς, θεμελιωνόταν αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση.» Στην απόφαση Γεώργιος Λάμπρου κ.α. v. Ελένης Κεφάλα κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516, στη σελ.1527, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την κατοχή ή το φυσικό έλεγχο της περιουσίας: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίησή τους για να εγείρουν την αγωγή.» Τα πιο πάνω μπορούν να εφαρμοστούν και στην υπό κρίση υπόθεση, όπου όλοι οι Εναγόμενοι κατέλαβαν και κατέχουν μέχρι σήμερα παράνομα μέρος των ακινήτων κατ' αποκλεισμό της κατοχής του από τις Ενάγουσες Εταιρείες, αφού έχουν ανεγείρει διάφορα υποστατικά ή/και έχουν τοποθετήσει διάφορα μηχανήματα, όπως διαφαίνεται και από τις φωτογραφίες Τεκμήρια 5 μέχρι
  1. Η συγκεκριμένη επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα αφού υπάρχουν οικοδομήματα στα τεμάχια. Οπόταν, οι Ενάγουσες Εταιρείες ως εγγεγραμμένες συνιδιοκτήτριες, παρόλο ότι δεν είχαν πραγματική κατοχή μπορούσαν να εγείρουν την αγωγή λόγω της μονιμότητας της επέμβασης. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο κ. Καϊλής είχε φυσική κατοχή της γης, μέρος της οποίας είχε παραχωρήσει, χωρίς την άδεια του Κηδεμόνα, στους υπόλοιπους Εναγόμενους. Όμως, η άδειά του για φυσική κατοχή ανακλήθηκε και έκτοτε κατέχει το επίδικο ακίνητο παράνομα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort, 17η έκδ., σελ.494, παράγρ.13.10: «A bare license .... may be revoked at any time, and so may many contractual licenses, .... After revocation the licensee becomes a trespasser, but he must be allowed a reasonable time in which to leave and to remove his goods.» Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Totrs, (ανωτέρω), παράγρ.1339, αναφέρεται: «Where a person having entered upon land under an authority given by law subsequently abuses that authority he becomes a trespasser ab initio, his misconduct relating back, so as to make his original entry tortuous.» Προκύπτει από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε ότι ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης των ακινήτων με ελεύθερη βούληση είχε πωλήσει τα ακίνητα νομότυπα έναντι ενός σεβαστού ποσού στις Ενάγουσες Εταιρείες. Οπόταν, οι Ενάγουσες Εταιρείες είχαν ένα έγκυρο τίτλο ιδιοκτησίας, αφού είχαν μεταβιβαστεί νομότυπα τα ακίνητα επ' ονόματί τους, στις 04/09/
  2. Συνεπακόλουθα, είναι ιδιοκτήτριες των ακινήτων. Ο κ. Καϊλής, ο οποίος είχε άδεια να χρησιμοποιεί τα συγκεκριμένα ακίνητα, ειδοποιήθηκε για ανάκληση της συγκεκριμένης άδειας τον Απρίλιο του 2009, οπόταν η οποιαδήποτε παραμονή του μετά τον Απρίλιο του 2009 στα ακίνητα, συνιστούσε παράνομη επέμβαση. Όσον αφορά τους υπόλοιπους Εναγόμενους, αυτοί είχαν «ab initio» παρέμβει παράνομα στα ακίνητα, αφού δεν είχαν καμία άδεια να τα κατέχουν από τον Κηδεμόνα. Ο κ. Καϊλής δεν μπορούσε να τους παραχωρήσει άδεια να κατέχουν μέρος των ακινήτων, αφού η άδεια που του παραχωρήθηκε, Τεκμήριο 11, ρητά απαγόρευε την εκχώρηση ή παραχώρηση άδειας χρήσης οποιουδήποτε μέρους των παραχωρηθέντων ακινήτων σε τρίτους. Οπόταν ο ισχυρισμός τους για παροχή άδειας καταρρίπτεται. Οι ισχυρισμοί όλων των Εναγομένων ότι είχαν την άδεια του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη των ακινήτων να παραμένουν στα ακίνητα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού η πράξη του, δηλαδή η πώληση, καταδεικνύει ότι ο ίδιος ήθελε να απαλλαγεί από τη γη. Όμως, ακόμη και έτσι να ήταν τα πράγματα, από τη στιγμή που πωλήθηκαν τα ακίνητα, η άδεια ακυρώθηκε. Σύμφωνα με το Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., παράγρ.530: «A person who has been let into possession of land by the person entitled to such possession has the right to occupy the land as a licensee until the license is revoked by a competent authority, although he has no estate in the land.» Το γεγονός ότι δεν είχαν οριοθετηθεί τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν έχει οποιαδήποτε σημασία, αφού όλα έχουν αγοραστεί από τις Ενάγουσες Εταιρείες και οι Εναγόμενοι είχαν παντού τα υποστατικά τους, σύμφωνα με το Τεκμήριο
  3. Έχει αποδειχθεί η ιδιοκτησία των επίδικων τεμαχίων, έχει επίσης καθοριστεί ότι λόγω του μόνιμου χαρακτήρα της επέμβασης οι Ενάγουσες Εταιρείες νομιμοποιούνται στην έγερση των αγωγών, παρόλο που δεν έχουν φυσική κατοχή των ακινήτων. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι υπάρχει επέμβαση εκ μέρους των Εναγομένων στα ακίνητα και έχει καθοριστεί η έκταση της επέμβασης στα Τεκμήρια 5 μέχρι
  4. Το βάρος, λόγω των πιο πάνω συμπερασμάτων, μετατίθεται πλέον στους Εναγόμενους για να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η άδεια του κ. Καϊλή έχει ανακληθεί, ενώ οι υπόλοιποι Εναγόμενοι ποτέ δεν κατείχαν νόμιμη άδεια να βρίσκονται επί των ακινήτων. Ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν μπορούσε να τους παραχωρήσει οποιαδήποτε άδεια, αφού η διαχείριση της περιουσίας του είχε ανατεθεί στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.139/
  5. Ενόψει της κατάληξης ότι κανένας από τους Εναγόμενους δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να βρίσκεται στο μέρος των ακινήτων, το οποίο κατέχει, αλλά παράνομα επεμβαίνουν στα μέρη τα οποία κατέχουν, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να αίρεται η παράνομη επέμβαση. Εκδίδεται λοιπόν διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι σε όλες τις αγωγές διατάσσονται να παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του μέρους του ακινήτου που κατέχουν από τα ακίνητα με Αριθμούς Εγγραφής 6/270, Φ/Σχ.40/560204, Τμήμα 6, Τεμ.250, στην οδό Κυρίλλου Β 44 στην ενορία Σωτήρος, Αριθμό Εγγραφής 6/271, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.251, στην τοποθεσία Περβολιές ή Περβόλες στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα, Αριθμό Εγγραφής 6/306, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.269, στην τοποθεσία Περβολιές στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα και Αριθμό Εγγραφής 0/12843, Φ/Σχ.40/560502, Τμήμα 6, Τεμ.504, στην τοποθεσία Περβολιές, ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα, εντός ενός μηνός από σήμερα. Επιπρόσθετα, διατάσσονται όπως μετακινήσουν, κατεδαφίσουν ή απομακρύνουν οποιαδήποτε υποστατικά τα οποία έχουν ανεγείρει εντός του μέρους των επίδικων ακινήτων που κάθε ένας από αυτούς κατέχει, εντός ενός μηνός από σήμερα. Όσον αφορά την αξίωση για αποζημιώσεις, σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 45
(2): «In a claim of trespass, if the claimant proves the trespass he is entitled to recover nominal damages, even if he has not suffered any actual loss. If the trespass has caused the claimant actual damage he is entitled to receive such an amount as will compensate him for his loss.» Επίσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα των Winfield and Jolowicz on Tort (ανωτέρω), σελ.502, παράγρ.13.18: «The action for mense profits is another species of the action for trespasser and lies for the damage which the claimant has suffered having been out of possession of his land ...... The action for mense profits enables the claimant to claim a reasonable rent for the possession of the property by the defendant and damages for deterioration and the reasonable costs of getting possession.» Οι Ενάγουσες Εταιρείες δεν έδωσαν οποιαδήποτε προειδοποίηση στους Εναγόμενους μετά τις 04/09/2009 ότι θα έπρεπε να παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του μέρους του ακινήτου που κατείχαν, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν απολέσει ενοίκιο έκτοτε. Επιπρόσθετα, ο κ. Φιλώτας είχε δώσει μαρτυρία για την ενοικιαστική αξία ολόκληρου του μεριδίου έκαστου ακινήτου, οπόταν το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τι ενοίκιο αντιστοιχεί στο μέρος του ακινήτου που κατέχεται από κάθε Εναγόμενο, αφού δεν συσχετίστηκε η έκταση της επέμβασης με την ενοικιαστική αξία για κάθε ένα από τα ακίνητα. Γι' αυτό και η αξίωση για την παροχή αποζημιώσεων δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι σε όλες τις αγωγές διατάσσονται όπως παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή των επίδικων ακινήτων στις Ενάγουσες Εταιρείες εντός ενός μηνός από σήμερα. Επιπρόσθετα, διατάσσονται όπως μετακινήσουν, κατεδαφίσουν ή απομακρύνουν οποιαδήποτε υποστατικά, τα οποία έχουν ανεγείρει εντός του μέρους των επίδικων ακινήτων που κατέχουν, κάθε ένας από αυτούς ξεχωριστά, εντός ενός μηνός από σήμερα. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών Εταιρειών και εναντίον των Εναγομένων τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται ενόψει της δήλωσης των συνηγόρων των Εναγομένων Εταιρειών, ότι δεν επιμένουν στις αποζημιώσεις, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα, αφού μαρτυρία προσκομίστηκε μόνο για την απόδειξη της Υπεράσπισης και όχι της Ανταπαίτησης και δεν προκλήθηκαν οποιαδήποτε πρόσθετα έξοδα από αυτά της αγωγής. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.