← Κύπρος

JAMES ALAN KERR COLVILLE κ.α. ν. OCEAN REEF PROPERTIES LTD μέλος της εταιρείας P P PHILIPPOU PROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής: 2177/09, 21.2.2012

JAMES ALAN KERR COLVILLE κ.α. ν. OCEAN REEF PROPERTIES LTD μέλος της εταιρείας P P PHILIPPOU PROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής: 2177/09, 21.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2177/09 Μεταξύ:

  1. JAMES ALAN KERR COLVILLE
  2. VIVIEN SYLVIA COLVILLE Εναγόντων -και- OCEAN REEF PROPERTIES LTD μέλος της εταιρείας P & P PHILIPPOU PROPERTIES LTD Εναγομένων ----- Αίτηση ημερομηνίας 14.2.2011 Ημερομηνία: 21.2.2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μιχαηλίδου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα. Πιτσιλίδου (κα Χριστοφόρου για να ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31/5/2010, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με απόφαση του επιδίκασε προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης το ποσό των €92.144 πλέον τόκους και έξοδα. Την εν λόγω απόφαση εφεσίβαλε η πλευρά της τελευταίας. Με την υπό συζήτηση αίτηση, η πλευρά της εναγομένης επιδιώκει την αναστολή της εκτέλεσης της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου τόσο όσον αφορά το ποσό που επιδικάστηκε με αυτή όσο και των εξόδων, μέχρι την εκδίκαση και τελεία αποπεράτωση της έφεσης. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.40 θθ.7,11 και 15 Δ.48 θθ.2, 8

(1)(ee) και Δ.35 θ.18, στις συμφυείς αρχές του Δικαστηρίου, τις αρχές που διέπουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως επίσης στις γενικές αρχές του Δικαίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο στηρίζεται η αίτηση τέθηκε με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Γεωργίας Μιχαηλίδου, ημερομηνίας 24/2/2011, η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Η κα. Μιχαηλίδου υποδεικνύει ότι σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης πριν από την εκδίκαση της έφεσης τα συμφέροντα της αιτήτριας εταιρείας θα επηρεαστούν δυσμενώς και ανυπερθέτως, με αποτέλεσμα να υποστεί πραγματική οικονομική καταστροφή, αφού διεξάγει επιχειρηματικές δραστηριότητες αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με την ανάπτυξη γης, τομέας που αντιμετωπίζει κρίση από το
  1. Προβάλλει περαιτέρω θέσεις σε σχέση με την ορθότητα της απόφασης που εφεσιβλήθηκε, ως τις έχει πληροφορηθεί, για να καταλήξει ότι είναι προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης να ανασταλεί άμεσα η εκτέλεση της απόφαση μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Οι εξ' αποφάσεως δανειστές-καθ'ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία προχώρησαν στην καταχώρηση ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χάρη Κόκκινου από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 19/10/
  2. Η νομική βάση της ένστασης εδράζεται επίσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θθ.18 και 19, Δ.48 θθ1, 2 και 4 ως επίσης στη συμφυή εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πέντε συνολικά είναι οι λόγοι της ένστασης, όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης της πλευράς των καθ'ων η αίτηση. Ειδικότερα: «
  3. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η καταχώρηση Έφεσης δεν συνιστά λόγο για την αναστολή εκτέλεσης τελεσίδικης πρωτόδικης απόφασης.
  4. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν αποκαλύπτουν στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση καλό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 31/05/
  5. Δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής εκτέλεσης γιατί δεν επηρεάζεται η αποτελεσματικότητα του ένδικου μέσου της εφέσεως σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ενώ αντίθετα σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι Εφεσίβλητοι - Ενάγοντες θα στερηθούν των καρπών της επιτυχίας τους.
  6. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση είναι καταχρηστική, καταπιεστική και ενοχλητική.
  7. Η παρούσα αίτηση γίνεται χωρίς καμιά δικαιολογία σε καθυστερημένο και/ή σε προχωρημένο και/ή σε τέτοιο στάδιο της παρούσας διαδικασίας που δεν ενδείκνυται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Ο Χάρης Κόκκινος, δικηγόρος συνεργαζόμενος με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ'ων η αίτηση, με την ως άνω δήλωση του ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Υποδεικνύει ότι η υπό συζήτηση αίτηση προωθείται από τους αιτητές κακόπιστα και καταχρηστικά αφού προηγούμενη αίτηση με το ίδιο αντικείμενο, ημερ.7/7/10, απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 7/12/10 λόγω μη προώθησης της. Αποτελεί θέση του ότι η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και ενάντια στα χρηστά ήθη, αποτελούσα παρακώλυση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους των αιτητών. Οι αιτητές δεν δικαιολογούν τον χρόνο που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, ούτε τον χρόνο που παρήλθε από την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας. Κανένας λόγος αποκαλύπτεται, υποδεικνύει, που να δικαιολογεί την αίτηση και να επιτρέπει την αναστολή της απόφασης ημερ.31/5/
  8. Παράλληλα, προτάσσει ότι δεν υπάρχουν καθορισμένα στοιχεία φερεγγυότητας των αιτητών ή άλλα εχέγγυα που να διασφαλίζουν είσπραξη του επιδικασθέντος ποσού σε περίπτωση πλήρους αποτυχίας της έφεσης. Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ουσιαστικά γίνεται παραδοχή ότι οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι αφού δηλώνουν ότι διεξάγουν επιχειρηματικές δραστηριότητες αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με ανάπτυξη γης, τομέας που ως οι ίδιοι παραδέχονται αντιμετωπίζει κρίση από το
  9. Αντίθετα, οι καθ΄ ων η αίτηση αποτελούν φερέγγυα πρόσωπα αφού είναι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας στην Αγγλία, η αξία της οποίας ξεπερνά τα επιδικασθέντα ποσά, ενώ ο ενάγοντας 1, όπως και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εξακολουθεί να εργάζεται. Σε κάθε περίπτωση, προτάσσει, οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης εάν δεν είναι ανύπαρκτες, είναι μηδαμινές. Εισηγείται τέλος ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης ενώ προκρίνει πως εάν το Δικαστήριο, αντίθετα με την εισήγηση των καθ'ων η αίτηση κρίνει ότι δικαιολογείται η αναστολή, αυτή θα πρέπει να γίνει υπό τον όρο της άμεσης κατάθεσης τραπεζικής εγγύησης με ανάλογο περιεχόμενο για να εξασφαλίζεται το οφειλόμενο ποσό, τόκοι και έξοδα δυνάμει της απόφασης. Μετά από εξασφάλιση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, η πλευρά των αιτητών καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία προέβη και πάλι η δικηγόρος Γεωργία Μιχαηλίδη την 1/12/
  10. Η ως άνω ομνύουσα αφού διευκρινίζει και πάλι την πηγή της γνώση της για όσα εκθέτει στην δήλωση της, υποδεικνύει σε σχέση με την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης, με ομοειδή περιεχόμενο (ημερ. 7/7/2010), ότι η εναγόμενη και η δικηγόροι της προέβησαν πλέον στα κατάλληλα διαβήματα για σωστό προγραμματισμό των υποχρεώσεων τους για να αποφευχθεί ξανά μία ενδεχόμενη απόρριψη αίτησης για διαδικαστικούς και τεχνικούς λόγους. Απορρίπτει ότι η υπό συζήτηση αίτηση γίνεται κακόπιστα ή και καταχρηστικά. Αφού αναφέρεται σε διάφορα προβλήματα που ανεφύησαν στον εντοπισμό του φακέλου της υπόθεσης και στην αναγκαιότητα που προέκυψε για την δημιουργία υποκατάστατου φακέλου για να μπορέσει να προωθηθεί η έφεση, προβάλλει την θέση ότι η αιτήτρια εταιρεία αλλά και οι δικηγόροι της κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για την σύντομη εκδίκαση της έφεσης και της υπό συζήτηση αίτησης, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αδιαφορία υπό μορφή καταφρόνησης και καθυστέρησης της εκδίκασης τους. Αποτελεί θέση της ομνύουσας ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης η αποκατάσταση της αιτήτριας εταιρείας στην προτέρα κατάσταση θα ήταν έως και αδύνατη. Με την εξασφάλιση αναστολής της εκτέλεσης δεν θα τίθενται πλέον ζητήματα φερεγγυότητας της αιτήτριας εταιρείας, «η οποία θα μπορεί να εκμεταλλευθεί την υπόλοιπη οικοδομική ανάπτυξη, η οποία αποτελείται από αριθμό ανεξάρτητων οικιστικών μονάδων (εξοχικών κατοικιών) αριθμός εκ των οποίων έχει ήδη πωληθεί και τα πωλητήρια συμβόλαια έχουν ήδη κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου.» Αποτελεί θέση της πως η εγγραφή memo επί όλης της γης είναι αντιστρόφως ανάλογη της θεραπείας η οποία δόθηκε με την απόφαση, αφού ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο στραγγαλίζεται οικονομικά η αιτήτρια εταιρεία, αδυνατώντας να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη πώληση. Αντίθετα, η πλευρά των καθ'ων η αίτηση θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι αρκούντως εξασφαλισμένη αφού το συμβόλαιο τους είναι ήδη κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Αποτελεί τέλος θέση της ομνύουσας ότι η αναστολή της απόφασης στην συγκεκριμένη περίπτωση συναρτάται με εξαιρετικές περιστάσεις, κατά τρόπο που να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς για αντεξέταση των δύο ενόρκως δηλούντων. Εξαντλώντας τον χρόνο που ζήτησαν από το Δικαστήριο για την κατάληξη σε κοινά αποδεκτή λύση, περιορίστηκαν στο τέλος σε αγορεύσεις τις οποίες φρόντισαν να ετοιμάσουν γραπτώς, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα διαδικασία. Τόσο τα επιχειρήματα όσο και οι νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν φαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας και λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Ειδικότερη αναφορά σε αυτά γίνεται σε περίπτωση που τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση Τόμος 17, στην παράγραφο 454 υπό τον τίτλο "Stay of execution pending appeal" γίνεται αναφορά στον βασικό κανόνα σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση, όπως αυτός απευθείας τίθεται με τον κανονισμό 18 της Δ.35 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρει σχετικά: "Except so far as the court below or the Court of Appeal may otherwise direct, an appeal does not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision of the court below, and no intermediate act or proceeding is invalidated by an appeal." Στην παράγραφο 451 του ως άνω αναφερόμενου συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Stay of execution generally" αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων ότι: ". . . On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness." Όπως εξάλλου υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική ( Annual practice) του 1958, στη σελίδα 1697: "It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay (Becker - v - Earl´s Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Ratata [1897] P at p. 132; A. G. - v - Emerson
(1889)24 QBD pp.58,59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require." Σε σχέση με την αναστολή της εκτέλεσης αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, είναι αναγκαίο να σημειωθεί η θέση η οποία προβάλλεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 272, παράγραφος 455, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: "As a rule, a stay of execution as to costs pending an appeal is not granted when the respondent's solicitor undertakes to repay the cost paid to him if the applicant is successful on the appeal, but this practice is not invariable." Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων και της δυνατότητας αναστολής εκκρεμούσης της έφεσης, στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958, σελίδα 1698, στην παράγραφο υπό τον τίτλο "Terms on which a stay is ordered" εντοπίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "These are in the discretion of the Court, but in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor on the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful." Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης, έχουν τεθεί σε ευάριθμο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd - v - Kittalides κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων από το σεβαστό πρώην πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δικαστής όπως ήταν τότε) κ. Στυλιανίδη ότι: "Η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:
  1. Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
  2. Το ένδικο μέσο της έφεσης το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. (Βλ. μεταξύ άλλων Gruno - v - Ship "Algazera"
(1980)1 CLR 595, Essex Overseas - v - Legent Shipping
(1981)1 CLR 263, Phoenix - v - Al Khalaf Exhibition
(1981)1 CLR 673, Mavrochanna and Another - v - Michael
(1984)1 CLR 760, Charalambous - v - Nicolaides & Neophytou
(1985)1 CLR 737, Μέγας Χ"Ευαγγέλου - ν - Dorami Marine Limited και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 172, Ναυτικός Όμιλος Πάφου - ν - Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Το Δικαστήριο, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, με βάση τις πιο πάνω αρχές, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης." Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου - ν - Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592, ο σεβαστός πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, (δικαστής όπως ήταν τότε) πραγματευόμενος το ζήτημα και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις καλά καθιερωμένες αρχές που το διέπουν ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K and others - v - Kotsonis
(1986)1 CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο." Ανάμεσα στις ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του για την έγκριση αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης, αποτελεί και το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υπό εξέταση υπόθεσης τυχόν μη έγκριση του αιτήματος και κατά συνέπεια πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή κατ' άλλο τρόπο ικανοποίηση της απόφασης θα καθιστούσε τυχόν επιτυχία της έφεσης άνευ αντικειμένου (nugatory). (βλ. Wilson - v - Church (no. 2)
(1879)12 Ch. D. 454, C.A., Metropolitan Real and General Property Trust Ltd - v - Slatters and Bodeca Ltd
(1941)1 All ER 310, C.A.) Ακόμα, το γεγονός ότι τυχόν αφερεγγυότητα του επιτυχόντα πρωτοδίκως διαδίκου θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ως επίσης το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως δανειστής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, εντασσόμενο βέβαια στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου -v- Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 και Πραξιτέλης Βογαζιανού -ν- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 591). Ως έχει υποδειχθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting
(2001)1 A.A.Δ. 1078, στα πλαίσια της οποίας εξετάστηκε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, νομική βάση της αίτησης για αναστολή αποτελεί η Δ.35 θ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που το τελευταίο αποφασίζει ή όχι την αναστολή, ασκείται στο πλαίσιο της Δ.35 θ.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (Βλ. επίσης Χριστοφή ν. Island Beach Development Ltd Πολ. Έφεση αρ. 189/2009 ημερ. 12/7/2010). Ως έχει νομολογηθεί, (βλ. Merck & Co Inc v. Medochemie Ltd
(1998)1 (Δ) A.A.Δ 2184) το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιδιωχθεί και να στοιχειοθετηθεί κατ' επίκληση του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (Ν.14/1960) Είναι γεγονός ότι το ως άνω άρθρο του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό συζήτηση αίτησης. Ωστόσο, ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, αυτή στηρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, και στη Δ.35 θ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Το αίτημα δηλαδή δεν είναι ξένο και ασύνδετο με τη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται, αφού η Δ.35 θ.18, από μόνη της, φαίνεται να στοιχειοθετεί και να δικαιολογεί τούτο. Πρώτο ζήτημα το οποίο η πλευρά των καθ 'ων η αίτηση έθεσε προς το Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι τούτο δεν προτάσσεται ως ένας από τους λόγους ένστασης της πλευράς της, ήταν το γεγονός ότι οι ένορκες δηλώσεις της Γεωργίας Μ. Μιχαηλίδου, συνεργαζόμενης δικηγόρου με τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους αιτητές, ημερ. 24/2/11 και η συμπληρωματική ημερ.1/12/11, οι οποίες συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση, θα πρέπει να αγνοηθούν, με αποτέλεσμα η αίτηση να απορριφθεί χωρίς να εξεταστούν τα ουσιαστικά ζητήματα τα οποία προτάσσονται με αυτήν, υποδεικνύοντας ότι είναι ανεπίτρεπτο δικηγόρος να ενεργεί ταυτόχρονα και σαν μάρτυρας στην υπόθεση. Η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα, προτάσσουν, είναι ασυμβίβαστες. Είναι γεγονός ότι στις περιπτώσεις που ένας συνήγορος χειρίζεται προσωπικά μιαν υπόθεση δεν είναι δυνατό να προσφέρει ο ίδιος τη μαρτυρία του για τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν την υπόθεση. Η πιο πάνω αρχή όμως, δεν αναιρεί τη δυνατότητα του δικηγόρου να προσφέρει μαρτυρία για γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση του στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του ως δικηγόρου (βλ. In Re Genaro Περέλλα (Αρ.1) 1995 1 A.A.Δ 356). Στην υπόθεση Dmitri Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, Π.Ε. Aρ. 130/ 2009 και 131/2009 ημερ. 29/1/2010, υποδείχτηκε πως παρά το γεγονός ότι οι δικηγόροι θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, ως επίσης ότι τυγχάνει ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, αυτό δεν απαγορεύεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Το ζήτημα τέθηκε ως εξής από τον σεβαστό δικαστή κ. Φωτίου στην εν λόγο απόφαση του: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036)............................................... Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του.'' Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως και στην υπόθεση Rybolovlev (ανωτέρω), η ομνύουσα δικηγόρος Γεωργία Μ. Μιχαηλίδη συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ που εκπροσωπεί την αιτήτρια, την υπόθεση της οποίας χειρίζεται άλλος δικηγόρος του εν λόγο δικηγορικού οίκου. Σύμφωνα δε με την ομνύουσα, ως αυτή διευκρινίζει στην συμπληρωματική τουλάχιστον δήλωση της, ο διευθυντής της αιτήτριας κωλύεται να προβεί σε ένορκη δήλωση αφού απουσιάζει στο εξωτερικό. Πέραν από τις αναφορές της για τον χειρισμό της προηγούμενης αίτησης ημερ. 7/7/2010, από τους δικηγόρους με τους οποίους συνεργάζεται, το τελευταίο, αποτελεί κατά την αντίληψη μου ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι οι σχετικές ένορκες δηλώσεις έγιναν από συνεργαζόμενη με τους συνηγόρους της αιτήτριας δικηγόρο, η οποία, αφού δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη προς τούτο αποκαλύπτει παράλληλα τις πηγές της πληροφόρησης της. Τα πιο πάνω αισθάνομαι ότι εξηγούν ικανοποιητικά γιατί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση κάνει δικηγόρος και όχι ο διάδικος. Ο παράγοντας του χρόνου έχει τη δική του σημασία σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση. Ως αναδύεται από τη νομολογία μας, όσο πιο σύντομα από την έκδοση της απόφασης υποβάλλεται αίτημα αναστολής της εκτέλεσης αυτής της απόφασης τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες επιτυχίας του, υπό την έννοια ότι τούτο αποτελεί ένδειξη ότι η αίτηση δεν προωθείται καταχρηστικά. (Βλ. The Annual Practice
(1959)Τόμος 1, σελ. 1696). Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι γεγονός ότι φαίνεται να παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης στις 31/5/2010 μέχρι την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης. Ωστόσο, δεν διαλανθάνει της προσοχής του δικαστηρίου ότι της παρούσας αίτησης προηγήθηκε άλλη που φαίνεται να καταχωρήθηκε στις 7/7/2010 με το ίδιο αντικείμενο, η οποία όμως για τους λόγους που εμφαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας, απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης εκ μέρους των αιτητών, αφού οι συνήγοροι τους δεν εμφανίστηκαν κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό πάντα με τις εξηγήσεις που δόθηκαν από την πλευρά των αιτητών για τους λόγους απόρριψης της πρώτης τους αίτησης, αισθάνομαι ότι η παρέλευση χρόνου εννέα μηνών περίπου μέχρι την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα ικανό, από μόνο του, να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, πλην όμως στις πλείστες των περιπτώσεων οριακής σημασίας. Αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν από κάποιες γενικές αναφορές σε μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μονομερή σχολιασμό συμπεριφορών των διαδίκων και παράπονα για παραγκωνισμό της υπεράσπισης στην απόφαση, για τις οποίες γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση ημερ. 24/2/2011, δεν τέθηκαν καν υπόψη του Δικαστηρίου οι λόγοι της έφεσης κατά τρόπο που το Δικαστήριο θα μπορούσε να διαγνώσει και μάλιστα με την βεβαιότητα που απαιτείται σε αυτές τις περιπτώσεις, τη πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Αποτελεί επιχείρημα της πλευράς των αιτητών πως τυχόν μη αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης θα οδηγήσει αναπόφευκτα στον οικονομικό στραγγαλισμό της αιτήτριας και συνακόλουθα στην απώλεια της φερεγγυότητας της αφού δεν θα μπορεί να εκμεταλλευτεί την υπόλοιπη «οικοδομική ανάπτυξη» σε ακίνητο της, επί του οποίου φαίνεται, εξ' όσων γίνεται αντιληπτό, να έχει εγγραφεί memo από τους καθ' ων η αίτηση-εξ' αποφάσεως δανειστές προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Είναι καλά καθιερωμένο ότι οι οικονομικές δυσχέρειες ενός εξ' αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση, δεν μπορούν να προβάλλονται ως λόγος για την χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Όπως υπεδείχθη μεταξύ άλλων για το ζήτημα στην υπόθεση Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 1997 1(Β) Α.Α.Δ. 591, αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής, τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα για μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Οι καθ' ων η αίτηση στην υπό συζήτηση περίπτωση καθόλα δικαιωματικά, μετερχόμενοι σύννομα μέσα, φαίνεται να προσπαθούν να διαφυλάξουν την προοπτική ικανοποίησης της εκδοθείσας προς όφελος τους απόφασης. Είναι ζήτημα που αφορά τους εξ' αποφάσεως χρεώστες, φερέγγυους ως διατείνονται, πως θα αντιδράσουν σε αυτό το «κάλεσμα» ικανοποίησης του εξ' αποφάσεως χρέους τους. Πράγματι, η νομολογία μας αναγνωρίζει πως το γεγονός ότι ένας διάδικος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, αποτελεί παράγοντα που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας καθ'ών χρόνο εξετάζεται αίτημα όπως το υπό συζήτηση. Ο παράγοντας όμως αυτός, όπως ταυτόχρονα σημειώνεται, θα πρέπει πάντα να εντάσσεται στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό εξέταση υπόθεση. Στην υπό συζήτηση περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση είναι ευρωπαίοι πολίτες με καταγωγή από τη Μεγάλη Βρεττανία, έχοντας ακίνητη περιουσία στη χώρα καταγωγής τους που ξεπερνά τα επιδικασθέντα ποσά. Παράλληλα ο καθ' ου η αίτηση 1 εξακολουθεί να εργάζεται. Όπως γίνεται αντιληπτό, στα πλαίσια της λεγόμενης "Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης" ένα ευρύτατο πλέγμα ευρωπαϊκής νομοθεσίας, (οδηγίες και σχετικοί κανονισμοί) φαίνεται πλέον όχι μόνο να ρυθμίζουν αλλά και ουσιαστικά να διευκολύνουν ζητήματα επίδοσης, αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών εγγράφων και αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τρόπο που αναπόδραστα κατά την αντίληψη μου, οδηγεί στη μείωση αν όχι στην υποβάθμιση της σημασίας του συγκεκριμένου παράγοντα σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, σε σχέση με διαδίκους που αποτελούν πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίοι, ως οι καθ' ων η αίτηση, διαμένουν σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ευρισκόμενο ήδη σε ισχύ ως άνω πλέγμα της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας για τα πιο πάνω ζητήματα, φαίνεται πραγματικά να διασκεδάζει την οποιαδήποτε ανησυχία των αιτητών στην υπό συζήτηση περίπτωση ότι τυχόν επιτυχία της έφεσης τους, σε περίπτωση που καταβληθούν τα ποσά στους καθ' ων η αίτηση, θα οδηγούσε σε μία πολυδάπανη και χρονοβόρα διαδικασία επανάκτησης τους αφού θα ήταν δυσχερής η εκτέλεση μιας ενδεχόμενης απόφασης προς όφελος τους. Υπό το φως των πιο πάνω, έχοντας υπόψη τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, σε συνδυασμό θεωρούμενη πάντα με όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας, συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες με βάση τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, σημειώνοντας παράλληλα το γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία που να του επιτρέπουν να διαβλέψει πως αν δεν παρέμβει, σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση θα αποστερηθεί της αποτελεσματικότητας της, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται προς όφελος των καθ'ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.