Ανδρέα Κάππελου ν. Νικόλαου Παρτέλλα, Αρ. Αγωγής 2915/09, 21 Φεβρουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2915/09 Μεταξύ: Ανδρέα Κάππελου, από τη Λάρνακα, Ενάγοντα -και- Νικόλαου Παρτέλλα, Εναγόμενου Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: Η κα Σ. Ποιητού. Για τον εναγόμενο: Ο κ. Χ. Κυριακίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιοί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες γενικές και ειδικές ζημιές που υπέστη κατά ή περί την 23.05.2009 συνεπεία της αμελούς ή και κατά παράβαση νομίμου καθήκοντος οδήγησης από τον εναγόμενο του αυτοκινήτου υπ΄ αρ. εγγραφής KJN496 στη λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα και ενώ ο ενάγοντας οδηγούσε νομίμως επί της εν λόγω οδού το μοτοποδήλατο υπ΄ αρ. εγγραφής ΕΖΜ
- Με την υπεράσπισή του ο εναγόμενος αρνείται την απαίτηση του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δυστύχημα επεσυνέβη συνεπεία της αποκλειστικής ή και σε μέγιστο βαθμό συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα. Eξαιτείται δε με την ανταπαίτηση του εναντίον του ενάγοντα απόφαση του Δικαστηρίου για συνεισφορά εξ ολοκλήρου ή με οποιοδήποτε ποσοστό αποφασίσει το Δικαστήριο ως επίσης και ειδικές αποζημιώσεις για €2,580.31 πλέον τόκους και έξοδα. Για την απόδειξη της απαίτησης του ενάγοντα κατέθεσαν πέντε μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, ενώ από πλευράς εναγομένου μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο εναγόμενος. Επίσης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα υπ΄ αρ. εγγραφής ΕΖΜ546 ήτο ιδιοκτησίας του ενάγοντα και το όχημα KJN496 ιδιοκτησίας του εναγόμενου. Περαιτέρω δηλώθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ειδική ζημιά για το ποσό των €247,84 και ότι η ζημιά στη μοτοσικλέτα ήτο €1.600,- Η παρ. 6(β) της έκθεσης απαίτησης εγκαταλείφθηκε. Από την ανταπαίτηση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η ζημιά του οχήματος του εναγομένου στην παρ. 8 της ανταπαίτησης ανέρχεται σε €2.137,
- Ο Αστ. 3229 Β. Ιακώβου (Μ.Ε.1) ήταν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας αφού ουδέν προέκυψε το οποίο να κλονίζει την αξιοπιστία του και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Ανέφερε ότι στις 23.05.2009 υπηρετούσε στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας και πληροφορήθηκε ότι στη λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα υπήρχε τροχαίο δυστύχημα. Πήγε εκεί όπου βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Ετοίμασε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα και βάσει αυτού ετοίμασε συμμετρικό σχεδιαγράφημα το οποίο κατέθεσε ως τεκ. 1 και το οποίο επεξήγησε. Κατέθεσε επίσης την κατάθεσή του ως τεκ. 2 στην οποία περιγράφει τη σκηνή του δυστυχήματος ως επίσης και τα ευρήματά του. Η Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (Μ.Ε.2), η οποία δεν αντεξετάστηκε, προέβηκε στην κατάθεση πιστού αντιγράφου κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αρ. 15954/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπου φαίνεται ως κατηγορούμενος ο Νικόλαος Παρτέλλας για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Ανέφερε η εν λόγω μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει παραδοχή στην κατηγορία και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους €250, πλέον 3 βαθμοί ποινής. Επόμενος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα ήταν ο ιατρός Αλέξανδρος Καμμίτσης (Μ.Ε.3) ο οποίος δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. ΄Ηταν άμεσος στις απαντήσεις του και η αξιοπιστία του παρέμεινε ακλόνητη κατά το στάδιο της αντεξέτασής του παρά την προσπάθεια του συνηγόρου υπεράσπισης. Ανέφερε ότι είναι ειδικός πλαστικός χειρούργος, διετέλεσε επί σειρά ετών διευθυντής της πλαστικής χειρουργικής της κρατικής ιατρικής υπηρεσίας και συνεχίζει σήμερα να εξασκεί το επάγγελμα ως ιδιώτης. Ανέφερε ότι εξέτασε τον ενάγοντα στις 30.11.2009 και ετοίμασε ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 28.12.2009 τεκ.
- Ανέφερε επίσης ότι εξέτασε τον ενάγοντα και στις 21.09.2011 για να σχηματίσει γνώμη για τη σημερινή του κατάσταση. ΄Ηταν η θέση του Μ.Ε.3 ότι οι ουλές που προκλήθηκαν στον ενάγοντα συνεπεία του δυστυχήματος θεωρούνται πλέον ως μόνιμες βλάβες και για τη βελτίωσή τους θα πρέπει να υποβληθεί σε πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις οι οποίες μπορούν να γίνουν σε μία συνεδρία υπό ολική νάρκωση. Ο Γιώργος Λάμπρου (Μ.Ε.4) χειρούργος στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ήταν ο γιατρός ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα στις 23.05.2009 συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό τεκ. 9, που ο ίδιος ετοίμασε και του οποίου το περιεχόμενο υιοθέτησε αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου επεξήγησε. Κατάθεσε επίσης ακτινογραφίες τεκ.
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης αφού ο κ. Κυριακίδης εξ αρχής αποδεχόταν το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού, τεκ.
- Τελευταίος μάρτυρας για την υπόθεση του ενάγοντα ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας Ανδρέας Κάπελλος Μ.Ε.
- Ο ενάγων παρά τις κάποιες υπερβολικές θέσεις του αναφορικά με τις ουλές που παρέμειναν στο σώμα του συνεπεία του δυστυχήματος και οι οποίες έχουν σχέση με την αντιμετώπισή του από τους μαθητές αφού ο ίδιος είναι καθηγητής φυσικής αγωγής, κατά τα άλλα δεν έχω αμφιβολία ότι παράθεσε τα γεγονότα όπως αυτά επεσυνέβησαν. Περαιτέρω, τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το δυστύχημα ταυτίζονται με την κατάθεση τεκ. 5 που ο ίδιος έδωσε στην αστυνομία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο κάνει αποδεκτή τη θέση του ενάγοντα ως προς τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα. Είναι θέση η οποία εν πάση περιπτώσει τέθηκε και στον εναγόμενο κατά την ένορκη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου και με την οποία ο τελευταίος συμφώνησε. Ερχόμενος τώρα στον εναγόμενο και στην όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου, κάθε άλλο παρά θετική μπορεί να κριθεί. Κατ΄ αρχάς δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του ότι η ορατότητά του ήταν περιορισμένη καθότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα παρά το πεζοδρόμιο. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι τις πορείες Α και Δ των οχημάτων τις υπέδειξε ο εναγόμενος ο οποίος παρέμεινε στη σκηνή αμέσως μετά το δυστύχημα. Ο εναγόμενος με τη σειρά του ανέφερε ότι οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα από τις δύο λωρίδες της πορείας του διότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στην αριστερή λωρίδα. Παρατηρώντας το συμμετρικό σχεδιαγράφημα τεκ. 1 δεν είναι δυνατό τα σταθμευμένα οχήματα να επηρέαζαν την ορατότητα του εναγόμενου ως προς την πορεία Δ στην οποία κινείτο ο ενάγοντας, αφού τα οποιαδήποτε σταθμευμένα οχήματα ήταν στην αριστερή λωρίδα των λωρίδων κυκλοφορίας της πορείας του ενάγοντα, ενώ ο τελευταίος εκινείτο στη δεξιά από αυτές. Ως εκ τούτου και αφού ο εναγόμενος οδηγούσε στην πορεία Α ως φαίνεται στο τεκ. 1 δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμπόδιζε την ορατότητά του. Ούτε φυσικά και ο ισχυρισμός του ότι ο ενάγων έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα μπορεί να γίνει δεκτός ελλείψει οιουδήποτε άλλου στοιχείου και μαρτυρίας που να τον υποστηρίζει. Στο θέμα αυτό θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Σημαντικό στοιχείο στο επίδικο δυστύχημα που έχει σχέση και με τον καταμερισμό της ευθύνης είναι το κατά πόσο το όχημα του εναγόμενου ήταν ακινητοποιημένο όταν επήλθε η σύγκρουση ή εκινείτο στην προσπάθεια του εναγόμενου να εισέλθει εντός της οδού Μακεδονίας. Ο εναγόμενος στην κατάθεσή του τεκ. 4 που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει ότι σταμάτησε με το μισό αυτοκίνητο στη λωρίδα του και το άλλο μισό στην αντίθετη λωρίδα και περίμενε για 2-3 λεπτά τα αυτοκίνητα που έρχονταν από απέναντι να περάσουν, για να περάσει και να μπει στην οδό Μακεδονίας. Όπως περίμενε είδε τη μοτοσικλέτα να προσπερνά τα αυτοκίνητα με μεγάλη ταχύτητα και μόλις ο οδηγός της τον είδε έπιασε στόπερ με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να πέσει κάτω και τριφτή συγκρούστηκε στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του. Με τον ίδιο ισχυρισμό προσπάθησε, κατά την ακροαματική διαδικασία, να πείσει το δικαστήριο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η σύγκρουση. Τα ως άνω λεχθέντα και θέσεις όμως του εναγόμενου καταρρίπτονται τόσο από τις θέσεις του ενάγοντα ως προς το πώς επεσυνέβη το δυστύχημα, από το ίδιο το σχεδιαγράφημα τεκ. 1 αλλά και από την υποβολή που τέθηκε στον εναγόμενο κατά το στάδιο της αντεξέτασής του από τη συνήγορο του ενάγοντα, θέση στην οποία ο εναγόμενος συμφώνησε. Είχε τεθεί στον εναγόμενο ότι όταν ο ενάγοντας έπιασε φρένα τότε ο εναγόμενος άρχισε να εισέρχεται στην αντίθετη λωρίδα και σταμάτησε απότομα δευτερόλεπτο πριν γίνει η σύγκρουση. Με τη θέση αυτή συμφώνησε ο εναγόμενος, γεγονός το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι το όχημά του ήταν ακινητοποιημένο και περίμενε τα εξ αντιθέτου οχήματα να περάσουν για να εισέλθει στην οδό Μακεδονίας. Παρατηρώντας τέλος το συμμετρικό σχεδιαγράφημα τεκ.1 όπου φαίνονται οι τελικές θέσεις των οχημάτων, δεν μου διαφεύγει ότι ολόκληρη η μια πλευρά του οχήματος του ενάγοντα βρίσκεται εντός της πορείας Δ που ήταν η πορεία του ενάγοντα, γεγονός που ανατρέπει και πάλι τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι το μισό όχημά του ήταν στη λωρίδα του και το άλλο μισό στην εξ αντιθέτου λωρίδα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα κατατεθειμένα τεκμήρια καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Στις 23.05.2009 και περί ώρα 19:45 ο ενάγοντας οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του υπ΄ αριθμούς εγγραφής ΕΖΜ546 στη λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα με κατεύθυνση προς εκκλησία Φανερωμένης. Ο ενάγοντας φορούσε προστατευτικό κράνος. Ο δρόμος είναι με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με μονή συνεχόμενη γραμμή και διακεκομμένη γραμμή στο μέσο του δρόμου στο ύψος της οδού Μακεδονίας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ ο ενάγων κινείτο στη μέση της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του είδε το όχημα υπ΄ αριθμούς εγγραφής KJN496 που οδηγούσε ο εναγόμενος και ήτο ιδιοκτησίας του με πρόθεση να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του και να εισέλθει στην οδό Μακεδονίας. Εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο ο ενάγων ο οποίος ενάγων βλέποντας τον εναγόμενο να κινείται αργά χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημά του, ελάττωσε ταχύτητα και έπιασε τα φρένα της μοτοσικλέτας του. Τότε ο εναγόμενος σταμάτησε απότομα και ο ενάγοντας στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα του ανατράπηκε και σύρθηκε στην άσφαλτο και κτύπησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγόμενου. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο ενάγοντας ο οποίος έφερε θλαστικό τραύμα πώγωνος ως επίσης θλαστικά τραύματα και εκδορές δεξιού γόνατος, εκδορές δεξιού μηρού και κνήμης, αριστερού γόνατος και θωρακικού τοιχώματος. Υπέστη επίσης ρήξη ήπατος τμήματος ΙV. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου εισήχθη στο τμήμα Εντατικής Θεραπείας και παρέμεινε για 4½ μέρες. Στις 29.05.2009 έλαβε εξιτήριο και του δόθηκε αναρρωτική άδεια διάρκειας 40 ημερών. Περαιτέρω, του έγινε συρραφή στο πρόσωπο και στο δεξί γόνατο. Από τα τραύματα που υπέστη ο ενάγων παρέμειναν ουλές στο πρόσωπο και στο δεξί πόδι. Ο ενάγων υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €247,84 ως επίσης και €34 η αστυνομική έκθεση και επιπλέον η ζημιά στη μοτοσικλέτα του ανήλθε στο ποσό των €1.
- Η ζημιά του οχήματος του εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των €2.137,
- Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, εισάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρει για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Ερχόμενος τώρα στην παρούσα περίπτωση σε σχέση με την ευθύνη και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως έχουν διαπιστωθεί μέσα από τα ευρήματα κρίνω ότι ο εναγόμενος οδηγούσε χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημά του σε ένα πολυσύχναστο δρόμο με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας. Στην προσπάθειά του να εισέλθει στην οδό Μακεδονίας θα έπρεπε να περάσει τις δύο εξ αντιθέτου λωρίδες κυκλοφορίας. Χωρίς να επιδείξει όμως τη δέουσα υπό τις περιστάσεις παρατηρητικότητα εισήλθε με το όχημά του εντός της δεξιάς εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας χωρίς να είναι σίγουρος ότι ήτο ασφαλές να το πράξει με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγοντας. Παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημά του ελέγχοντας κατά πόσο ήτο ασφαλές να προχωρήσει για να εισέλθει στην οδό Μακεδονίας. Αντ΄ αυτού, εισήλθε με ολόκληρο σχεδόν το όχημά του να είναι στη δεξιά εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας και δεν ακινητοποίησε το όχημά του παρά ελάχιστο χρόνο πριν τη σύγκρουση και αφού είχε αντιληφθεί ότι ο ενάγων είχε πατήσει φρένα. Οι πιο πάνω παραλείψεις του εναγομένου συνιστούν αμέλεια. Η θέση του εναγόμενου ότι ο ενάγων έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα ως έχει προαναφερθεί δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είχε τεθεί περαιτέρω από πλευράς εναγομένου ότι ο ενάγων θα πρέπει να αντιλήφθηκε το όχημα του εναγομένου από μεγαλύτερη απόσταση για να δικαιολογούνται τα 15 μέτρα των ιχνών τροχοπέδησης λαμβάνοντας υπόψη και την απόσταση σκέψης (thinking distance). Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η απόσταση από τη στιγμή που ο ενάγοντας φρέναρε μέχρι και το όχημα του εναγόμενου ήταν 15.40 μέτρα. Πιθανολόγησε ότι ο μοτοσικλετιστής, δηλαδή ο ενάγοντας, να τον είδε στα 30 μέτρα καθότι υπάρχει και το thinking distance. Γεγονός είναι ότι το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο είναι 50 χ.α.ω. Η απουσία όμως μαρτυρίας ειδικού εμπειρογνώμονα δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει για την ακριβή ταχύτητα που είχε το όχημα του ενάγοντα. Η ύπαρξη και μόνο των ιχνών τροχοπέδησης δεν δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια στο ζήτημα αυτό. Κρίνεται χρήσιμο στο στάδιο αυτό να επισημανθούν τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Σώζος Οδυσσέως ν. Νιόβης Χατζηλουκά
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 185 όπου ανατράπηκε συμπέρασμα πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την ταχύτητα οχήματος κατά τη διάρκεια δυστυχήματος. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα: «Στην παρούσα περίπτωση εκτός από το μήκος των ιχνών φρένων του οχήματος του εφεσείοντος δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε άλλη επεξηγηματική ή επιπρόσθετη μαρτυρία που θα μπορούσε να αποτελέσει το βάθρο πάνω στο οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ταχύτητα του οχήματος του εφεσείοντος. Δεν έχει δοθεί μαρτυρία από εμπειρογνώμονα αναφορικά με την κατάσταση των φρένων και των ελαστικών του οχήματος του εφεσείοντος, το βάρος του οχήματος, την κατάσταση της επιφάνειας του δρόμου και την απόσταση σκέψης (thinking distance). Τα πιο πάνω στοιχεία παρέμειναν αδιαφώτιστα σε βαθμό που η σύνδεση των ιχνών φρένων με την απόσταση σκέψης (thinking distance) να μην μπορεί να θεωρείται ως ασφαλής. Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια προκύπτει ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την απόσταση σκέψης και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, δεν μπορούσαν να βασισθούν στη μαρτυρία που είχε παρουσιασθεί σε βαθμό που η πρωτόδικη απόφαση να καθίσταται ακροσφαλής.» Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι ελλείπει το υπόβαθρο για το ζητούμενο συμπέρασμα. Πρόσθετα εδώ προβάλλει και το στοιχείο ότι από μόνη της, η πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητα, δεν αποτελεί στοιχείο αμέλειας και τούτο σε περίπτωση που θα δικαιολογούνταν τέτοιο εύρημα. Γίνεται σαφές πιο κάτω ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία συνδυαζόμενα με την ταχύτητα που να οδήγησαν στην πρόκληση του δυστυχήματος. ΄Εχει τεθεί από πλευράς εναγόμενου ότι υπάρχει και ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας από πλευράς ενάγοντα στην πρόκληση του δυστυχήματος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 595, ο καταμερισμός της ευθύνης είναι έργο του Δικαστηρίου. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας ρυθμίζεται από τα άρθρα 51 και 57 του Κεφ. 148. ΄Οσον αφορά την εξέταση και διακρίβωση του κατά πόσο υπήρξε αμέλεια κατ΄ αρχήν και έπειτα συντρέχουσα αμέλεια έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα στην υπόθεση Μακρίδης ν. Dharahgji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, σελ. 1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 51, 57, 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzerald v. Lord
(1988)2 All E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Mirafloresand the Abadese
(1967)1 All E.R. 672, 777, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το ΄Αρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων, από τη μια και ενάγοντα από την άλλη και μένει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα.» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και η οποία αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (δέστε Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284). Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, 885).» Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία θεωρώ ότι ο ενάγοντας ουδεμία ευθύνη φέρει για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Ο ενάγοντας οδηγούσε κανονικά τη μοτοσικλέτα του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Αντιλήφθηκε την πρόθεση του εναγόμενου να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Μακεδονίας. Ο εναγόμενος όμως παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημά του έτσι ώστε να επιτρέψει στον ενάγοντα να συνεχίσει την πορεία του και χωρίς να είναι βέβαιος ότι ήτο ασφαλές να προχωρήσει και να εισέλθει στην οδό Μακεδονίας. Ακινητοποίησε το όχημά του μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας έκανε χρήση των φρένων της μοτοσικλέτας του ο οποίος ενάγοντας βλέποντας τον εναγόμενο να συνεχίζει να κινείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του αντέδρασε με τον τρόπο που αντέδρασε στην αγωνία της στιγμής για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί οιαδήποτε ευθύνη στον ενάγοντα για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αποκλειστικά υπεύθυνος ήταν ο εναγόμενος. Αναφορικά τώρα με τις ειδικές ζημιές έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι αυτές σε σχέση με τον ενάγοντα έχουν συμφωνηθεί και δηλωθεί ότι ανέρχονται σε €247,84 πλέον €1.600 η ζημιά στη μοτοσικλέτα και €34 η αστυνομική έκθεση. Ενόψει αυτού το συνολικό ποσό των €1.881,84 θα επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντα. ΄Εχει επίσης συμφωνηθεί και δηλωθεί ότι η ζημιά του οχήματος του εναγόμενου με βάση και τη δικογραφημένη ανταπαίτηση του τελευταίου ανέρχεται σε €2.137,67. Η κατάληξη όμως του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα της ευθύνης ήταν η μη απόδοση ευθύνης στον ενάγοντα για το δυστύχημα. ΄Ετσι, ουδέν ποσό δύναται να επιδικαστεί υπέρ του εναγόμενου. Το τελευταίο θέμα που παραμένει για εξέταση είναι αυτό των γενικών αποζημιώσεων που ο ενάγοντας δικαιούται. Κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο ότι παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αποτελούν μεταξύ άλλων η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο που διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd. And Another ν. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με τη χρηματική απώλεια. Επίσης η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων και έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (βλ. Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 226, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303). Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 υιοθετήθηκε η καθιερωμένη αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων προσφέρουν καθοδήγηση στο βαθμό που είναι συγκριτικές ως αποκαλυπτικές της επικρατούσας τάσης χωρίς να είναι δεσμευτικές. Σε κάθε υπόθεση είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της και βέβαια πρέπει να συνυπολογίζεται η μείωση της αξίας του χρήματος με την πάροδο του χρόνου. Περαιτέρω στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1992)1 Α.Α.Δ. 430 επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει πάντοτε να προβαίνει στις αναγκαίες αναπροσαρμογές λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα. Θεωρώ ότι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό του ποσού των €3.000 που απαιτείται από τον ενάγοντα για μελλοντικές πλαστικές εγχειρήσεις και το οποίο σε περίπτωση που γίνει δεκτό θα περιλαμβάνεται στο ποσό στων γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικαστεί. Επί τούτου μαρτυρία έδωσε ο ενάγων ο οποίος και εξέφρασε την επιθυμία του να προβεί στις εν λόγω επεμβάσεις και ο ιατρός Καμμίτσης (Μ.Ε.3) ο οποίος είναι ειδικός πλαστικός χειρούργος. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς εναγόμενου η οποία να αντικρούει τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 περί του μονίμου των ουλών συνεπεία του δυστυχήματος και την αναγκαιότητα επεμβάσεων για βελτίωσή τους εφόσον φυσικά ο παθών το επιθυμεί. Ούτε όμως και από την αντεξέταση του Μ.Ε.3 από τον συνήγορο του εναγόμενου προέκυψε οτιδήποτε ή κλόνισε τα όσα ο Μ.Ε.3 ανάφερε σε σχέση με την ύπαρξη των ουλών στο πρόσωπο και στο δεξί πόδι του ενάγοντα και το ότι πρόκειται πλέον για μόνιμες βλάβες και η μόνη οδός βελτίωσής τους είναι η χειρουργική επέμβαση. ΄Εχει προαναφερθεί ότι τα όσα ο ενάγων ανάφερε περί σχολιασμού του από τους μαθητές είναι υπερβολικά. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ύπαρξη των ουλών ούτε και το δικαίωμα του ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να προβεί στις αναγκαίες επεμβάσεις για βελτίωσή τους. Ο ενάγων με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρέμεινε στο τμήμα Εντατικής Θεραπείας για 4½ μέρες και έλαβε εξιτήριο στις 29.05.
- Του δόθηκε επίσης και αναρρωτική άδεια διάρκειας 40 ημερών. Ο ίδιος ανέφερε ότι ο πόνος στο συκώτι ήταν εντονότατος για 30 ημέρες και μετά εξασθένησε αλλά πονούσε για 4 μήνες. Μετά πάροδο δύο μηνών από το δυστύχημα εξάσκησε το επάγγελμα του συντηρητικά και το πόδι του τον ενοχλούσε μετά από κάποιες ασκήσεις. ΄Εβαζε πάγο και έκανε ασκήσεις για βελτίωσή του για περίοδο 4 μηνών από τον τραυματισμό του. Στο μέρος του συκωτιού όταν άγγιζε πονούσε για 8-9 μήνες. Ο ίδιος ο ενάγων, τέλος, δέχθηκε ότι δεν έχει οιαδήποτε κατάλοιπα στο συκώτι και στο πόδι, πέραν των ουλών που παρέμειναν και στο πρόσωπο. Ηταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ρήξη ήπατος δεν αποδείχθηκε. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πέραν του γεγονότος ότι αναφέρεται στο ιατρικό πιστοποιητικό τεκ.9 ο Μ.Ε.4 ανέφερε συγκεκριμένα κατά την κυρίως εξέταση του ότι η ρήξη ήπατος στην υπό εξέταση περίπτωση κρίθηκε σοβαρή και έπρεπε να παρακολουθείται στο τμήμα εντατικής θεραπείας από φόβο αιμορραγίας. Η συνήγορος του ενάγοντα κατά την αγόρευση της εισηγήθηκε ότι το ποσό των €19.000 ως γενικές αποζημιώσεις είναι δίκαιο υπό τις συνθήκες ενώ ο συνήγορος του εναγομένου εισηγήθηκε το ποσό των €6.000-€7.
- Δυστυχώς και παρά τις προσπάθειες του Δικαστηρίου δεν κατέστη δυνατό εξεύρεσης καθοδηγητικής απόφασης με παρόμοια τραύματα και ειδικότερα που να υπάρχει αναφορά σε ρήξη ήπατος. Είχε γίνει παραπομπή από την πλευρά του ενάγοντα στην υπόθεση Ανδρέας Μιχαηλίδης ν. Ανδρέα Δημοσθένους Κακουλλή και άλλων
(1992)1Α Α.Α.Δ. 674, όπου ο εφεσείοντας υπέστη πολύ πιο σοβαρά τραύματα συμπεριλαμβανομένης και ρήξης σπληνός και η οποία αφαιρέθηκε με χειρουργική επέμβαση. Επιδικάστηκε πρωτόδικα το ποσό των ΛΚ4.500 το οποίο αυξήθηκε κατ΄ έφεση σε Λ.Κ.7.500. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του κρίνω ότι ο ενάγων δικαιούται το ποσό των €17.000 ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης, το οποίο θεωρώ ότι είναι δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για το τι έχει υποστεί, με τόκο 5,5% από την ημερομηνία γενέσεως του αγώγιμου δικαιώματος αφού δεν προκύπτει οτιδήποτε άλλο για διαφοροποίησή του. Περαιτέρω, επιδικάζεται και το ποσό των €1.881,84 ως ειδικές αποζημιώσεις με τόκο προς 5,5% από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς οιαδήποτε διαταγή για έξοδα, εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την απαίτηση. (Υπ.) .............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση ΄ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο