ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΙΛΛΑΡΑ ν. ΛΑΜΠΙΔΟΝΑ ΣΠΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1746/2011, 23/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1746/2011 ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΙΛΛΑΡΑ άλλως Βαρωσιώτη Δια του Διαχειριστή του Παρασκευά Βαρωσιώτη σύμφωνα με το Διάταγμα Διαχείρισης ημερ.23/11/1993 στην Αίτηση Διαχείρισης υπ' αριθμό 88/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Ενάγοντας -και- ΛΑΜΠΙΔΟΝΑ ΣΠΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγομένη Hμερομηνία: 23/2/2012 Eμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα. Ιωαννίδου-Νικηφόρου Για την Εναγομένη- Καθ'ης η Αίτηση: κα. Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο, ο ενάγοντας υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα αξιώνει από την εναγόμενη Διάταγμα που να την διατάττει όπως μεταβιβάσει επ' ονόματι του ενάγοντα το δωμάτιο το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 0/3669, Φ/Σχ 50/41.11.V02 τμήμα 01, τεμάχιο 89,20 μέτρα εμβαδόν στο χωριό Περβόλια στην επαρχία Λάρνακα. Αξιώνει περαιτέρω διάταγμα που να εμποδίζει την εναγόμενη να επεμβαίνει στο πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο καθώς και διάταγμα που να διατάττει το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας να εγγράψει επ' ονόματι του ενάγοντα το πιο πάνω αναφερόμενο δωμάτιο που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του ακινήτου. Διαζευκτικά ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €5.000 ως η αξία του δωματίου και περαιτέρω αξιώνει αποζημιώσεις του ποσού των €15.000 ως η αξία των αντικειμένων που ισχυρίζεται ότι υπήρχαν εντός του δωματίου κατά το χρόνο της κατεδάφισης του. Με την καταχώρηση της αγωγής ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινού Διατάγματος που να απαγορεύει στην εναγόμενη να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το βόρειο τμήμα του τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 0/3669 τεμάχιο 89 στο οποίο βρισκόταν παλαιό δωμάτιο το οποίο έχει κατεδαφιστεί. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρο 32 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Α.39, Θ1-2, Δ.48, Θ1-9 και Δ.64 Θ.1-2 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα στην οποία αναφέρονται όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: - Ο ενάγοντας είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιωάννη Κωνσταντίνου Τσιλλάρα σύμφωνα με το Διάταγμα διαχείρισης στην αίτηση 88/09 (Τεκμήριο Α). - Στις 7.9.68 ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Τσιλλάρας (στο εξής ο αποβιώσας) δυνάμει αγοραπωλητηρίου έγγραφου (Τεκμήριο Β) αγόρασε από τον πατέρα της εναγομένης, Πέτρο Πίττα ένα παλαιό δωμάτιο το οποίο βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του πιο πάνω αναφερόμενου τεμαχίου. - Στις 18.11.72 ο αποβιώσας απέστειλε επιστολή στον Πέτρο Πίττα, μέσω δικηγόρου με την οποία τον καλούσε να του μεταβιβάσει το δωμάτιο (τεκμήριο Γ). - Η μεταβίβαση δεν έγινε με υπαιτιότητα του πωλητή. - Μετά τον θάνατο του Πέτρου Πίττα, το δωμάτιο μεταβιβάστηκε στο όνομα της εναγομένης η οποία είναι κληρονόμος και κόρη του Πέτρου Πίττα η οποία διέμενε και διαμένει μέχρι σήμερα στην οικία δίπλα από το εν λόγω δωμάτιο. - Το εν λόγω δωμάτιο βρισκόταν δίπλα από το πατρικό σπίτι της εναγομένης το οποίο βρισκόταν δίπλα από το πατρικό του ενάγοντα. Η εναγομένη γνώριζε ότι το δωμάτιο αγοράσθηκε από τον αποβιώσαντα και χρησιμοποιείτο από τον ίδιο και την οικογένεια του. - Στις 20.2.11 επικοινώνησε με τον ενάγοντα ο κ. Χριστάκης Βαγιανός ο οποίος ασχολείται με θέματα πώλησης ακινήτων και ενεργώντας εκ μέρους της εναγομένης του ζήτησε να του πει τι σκεφτόταν να κάνει με το συγκεκριμένο δωμάτιο. Ο ενάγοντας του ανέφερε ότι αν ενδιαφέρεται η εναγόμενη να το αγοράσει μπορούσαν να το συζητήσουν. - Στις 27.2.11 η εναγόμενη αυθαίρετα προχώρησε και κατεδάφισε το δωμάτιο μέσα στο οποίο βρίσκονταν διάφορα αντικείμενα αξίας €15.000. - Ο ενάγοντας πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα ότι η εναγόμενη προτίθεται να πωλήσει το αναφερόμενο δωμάτιο. - Η αξία του μέρους του ακινήτου που βρισκόταν το δωμάτιο βάση εκτίμησης ανέρχεται σήμερα στις €5.000. - Υπάρχει ορατός κίνδυνος η εναγόμενη να αποξενώσει το βόρειο τμήμα του ακινήτου στο οποίο βρισκόταν το δωμάτιο που έχει κατεδαφιστεί. - Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα σε περίπτωση που επιτύχει η αξίωση του ενάγοντα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη διότι η εναγόμενη δεν διαθέτει οποιανδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Στις 21.1.11, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Πάρη Μωϋσέως συγγενή του ενάγοντα στην οποία αναφέρει ότι γνωρίζει ότι το δωμάτιο το χρησιμοποιούσε ο ενάγοντας και μέλη της οικογένειας του ως αποθήκη. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση η οποία βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, αρ.4-9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ.32, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ.224, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: 1. Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη 2. Η αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη 3. Η αγωγή είναι υπερβολικά καθυστερημένη 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για έκδοση προσωρινού Διατάγματος. 5. Ο ενάγοντας δεν προσήλθε καλόπιστα στο Δικαστήριο. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Σπύρου υιού της εναγομένης. Παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο Β και το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο Γ αρνείται όμως ότι ο ενάγοντας νομιμοποιείται σε οποιανδήποτε θεραπεία. Ισχυρίζεται ότι το δωμάτιο ήταν χαλασμένο, δεν υπήρχαν σε αυτό οποιαδήποτε αντικείμενα και ότι εν πάση περιπτώσει ο ενάγοντας δεν δικαιούται να αξιώνει ποσό πέραν των ΛΚ30 που ήταν η αξία πώλησης του δωματίου και ΛΚ15 που ήταν οι προκαθορισμένες στο αγοραπωλητήριο έγγραφο αποζημιώσεις. Προβάλλει περαιτέρω ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση αποξένωσης του ακινήτου και ότι η εναγόμενη μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση του ενάγοντα. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχει καθιερωθεί από πλούσια νομολογία το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (βλ.Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Limited
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Το άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο παρέχει ευρεία εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, εξετάστηκε σε σωρεία υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557, Jonetixo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, Acropol Shipping Company Ltd v. Petros I Rossis
(1976)1 CLR, 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Παντελίδης v. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ., 2111). Όπως προκύπτει από την νομολογία δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι οι ακόλουθες:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία.
(3)Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.218). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Tο Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε καταλήγει σε ευρήματα, αλλά προβαίνει σε μία γενική θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων και του υλικού που παρουσιάσθηκε ανιχνεύοντας στον επιτρεπτό βαθμό κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι οι σοβαρές ενδείξεις περί πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος του αιτητή και όχι η απόδειξη του (Τ.Α. Μicrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει στο στάδιο αυτό και δεν θα καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν την ουσία της υπόθεσης. Έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας είναι απλώς να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Στην Bacardi v. Vinco πιο πάνω υπενθυμίζεται πως γενικά η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων αν δικαιούται σε θεραπεία, είναι αρκετό να αποδειχθεί η ύπαρξη κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of Probabilities), που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον ενάγοντα είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Αναφορικά με τη τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται και στην περίπτωση που υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί εναντίον του. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες στη περιορισμένη σφαίρα εξέτασης στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό των ενόρκων δηλώσεων και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η πιθανότητα επιτυχίας κρίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα v. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253). Επιπρόσθετα των τριών προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το Διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.). Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. Τ.Α. Micrologic Computer Consultans v. Micrologic Corpuration
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1802) . Η υπό εξέταση αίτηση εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 βασίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Στην απόφαση Κυτάλα v. Χρυσάνθου (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 4 του Κεφ.6 είναι δυνητική. Το ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις αυτού δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η έκδοση υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της οποίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα της αξίωσης. Σχετικό επίσης είναι το κατά πόσο αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή πιθανότητα επιτυχίας εφόσον θα ήταν άτυπο η χορήγηση θεραπείας επί των περιορισμένων προϋποθέσεων του άρθρου 4 σε υπόθεση όπου, δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Σε ότι αφορά το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ.6 αυτό αφορά δέσμευση ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου με σκοπό την ικανοποίηση απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όση θα είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Η απαγόρευση με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου διατάσσεται εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την νομολογία τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
- Το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το άρθρο 5 του Κεφ.6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς τη τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Εφαρμόζοντας τις νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται στη παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.
- Εξετάζοντας τη πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως και η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, διαπιστώνω ότι εγείρεται θέμα αποζημιώσεων για παράβαση γραπτής συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων καθώς και θέμα αποζημίωσης για την ισχυριζόμενη καταστροφή των αντικειμένων που βρίσκονταν μέσα στο δωμάτιο το οποίο έχει κατεδαφιστεί. Σε ότι αφορά τα αιτούμενα με το αιτητικό της αγωγής Διατάγματα παρατηρείται ότι με την Έκθεση Απαίτησης δεν στοιχειοθετείται αξίωση για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και συνεπώς δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 4 του Κεφ.
- Τούτο διότι τόσο στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν παρατίθενται γεγονότα τα οποία να στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας πώλησης. Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του αιτητή δεν προκύπτει ότι συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομοθεσία προϋποθέσεις για ειδική εκτέλεση συμφωνίας πώλησης ακινήτου. Εκείνο που απομένει συνεπώς ως θέμα προς εκδίκαση είναι η απαίτηση του ενάγοντα για αποζημιώσεις. Δεδομένου ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας, την σύναψη της οποίας αποδέχεται η εναγόμενη, αλλά και στη πρόκληση ζημιάς από την κατεδάφιση του δωματίου κρίνω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Περαιτέρω συνεκτιμώντας τα όσα εξέθεσε ο αιτητής, κάτω από το πρίσμα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, σε ότι αφορά διεκδίκηση αποζημιώσεων αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση που τάσσει η νομολογία. Τούτο βέβαια χωρίς να παραγνωρίζω τα όσα προβάλλονται ως υπεράσπιση με την ένσταση της εναγόμενης, έχοντας όμως κατά νου ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε καταλήγει σε ευρήματα αλλά προβαίνει σε μία γενική θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων και του υλικού που παρουσιάσθηκε, ανιχνεύοντας στον επιτρεπτό βαθμό, κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι οι σοβαρές ενδείξεις περί πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος του αιτητή και όχι η απόδειξη του (Τ.Α. Μicrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει στο στάδιο αυτό και δεν θα καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν την ουσία της υπόθεσης και ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον τα ζητήματα που εγείρονται σε μια τέτοια αίτηση δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας είναι απλώς να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
- Κρίνω συνεπώς ότι τα όσα η πλευρά του ενάγοντα έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος απόδειξης που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Εκείνο που στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο ενάγοντας έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
- Δηλαδή κατά πόσο ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με τη πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτους, στη προκειμένη περίπτωση του «μέρους του ακινήτου στο οποίο βρισκόταν το δωμάτιο που έχει κατεδαφιστεί», ο ενάγοντας-αιτητής θα εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει τη περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί (Phasarias (Automotive Center Ltd v. Σκυροποιΐα Λεωνίκ Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785). Ο ενάγοντας υποστηρίζει στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος η εναγόμενη να μεταβιβάσει, διαθέσει ή αποξενώσει το βόρειο τμήμα του τεμαχίου υπ' αριθμό 89 στο οποίο βρισκόταν το παλαιό δωμάτιο το οποίο έχει κατεδαφιστεί. Από τα γεγονότα και στοιχεία όπως αυτά διαγράφονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, προκύπτει ότι η εναγόμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ολόκληρου του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 89. Συνεπώς ακόμα και στη περίπτωση που αυτή αποξενώσει το «τμήμα» του τεμαχίου στο οποίο βρισκόταν το επίδικο δωμάτιο, θα εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια του υπόλοιπου ακινήτου το οποίο και αποτελεί περιουσία που θα μπορεί να διατεθεί προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Τα όσα δε αναφέρει ο αιτητής στην παρ.21 της ένορκης δήλωσης του μεταξύ των οποίων και ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η εναγόμενη να θέλει να πωλήσει «το ακίνητο» χωρίς να προσδιορίζει ποιο ακίνητο, αποτελούν ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς στους οποίους δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται συνεπώς ότι ο αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο που θέτει η νομολογία μας, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, δεδομένου ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία στην παρούσα περίπτωση και δεν έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει η εναγόμενη να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον της. Περαιτέρω θα πρέπει να επισημανθεί πως ακόμα και εάν η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση ήταν διαφορετική στην υπό εξέταση περίπτωση, η αίτηση και πάλι θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, ένεκα της ασάφειας και αοριστίας του αιτούμενου Διατάγματος. Θεωρώ ότι θα ήταν πρακτικά δύσκολο να παρακολουθηθεί η εφαρμογή ενός τέτοιου διατάγματος και πολύ περισσότερο να ασκηθούν μέτρα σε τυχόν αίτηση για παρακοή. Στην περίπτωση που εκδίδετο το αιτούμενο διάταγμα, θα ήταν δύσκολο αν όχι αδύνατο όχι μόνο για την εναγόμενη αλλά και για οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο να γνωρίζει ποιο είναι το μερίδιο του ακινήτου αρ. τεμαχίου 89 που η εναγόμενη εμποδίζεται να αποξενώσει. Το «βόρειο μέρος του ακινήτου» αποτελεί έννοια αβέβαιη και ακαθόριστη που δεν αποκαλύπτει ούτε τεκμηριώνει το ακριβές αντικείμενο προς προστασία. Παρόλο που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει προβεί σε εκτίμηση της αξίας του «επίδικου δωματίου», εν τούτοις, με το αιτούμενο διάταγμα δεν καθορίζει την ακριβή έκταση και κατ' επέκταση το συγκεκριμένο μερίδιο επί του ακινήτου αρ. τεμαχίου 89 που ζητά να μην αποξενωθεί από την εναγομένη. Παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σαφή στοιχεία που να καθιστούν το Δικαστήριο ικανό να προσδιορίσει το ακριβές μερίδιο του ακινήτου που ζητά την μη αποξένωση του. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί ένα παρεπίμπτον Διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές και συγκεκριμένο έτσι ώστε το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται να γνωρίζει επ' ακριβώς τι πρέπει να κάνει ή να αποφύγει να κάνει νοουμένου ότι οι συνέπειες της παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου είναι δραστικές. Κρίνεται συνεπώς ότι η αοριστία και η ασάφεια του αιτούμενου διατάγματος είναι τέτοια που δεν θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση του. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ'ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο