← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΤΣΙΟΛΟΥΔΗΣ ν. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΙΤΤΩΝΗ, Αρ. Αγωγής: 3435/2010, 24/2/2012

ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΤΣΙΟΛΟΥΔΗΣ ν. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΙΤΤΩΝΗ, Αρ. Αγωγής: 3435/2010, 24/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3435/2010 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΤΣΙΟΛΟΥΔΗΣ ΕΞ ΑΜΕΡΙΚΗΣ Ενάγοντας και ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΙΤΤΩΝΗ, οδός Βουκεφαλίας 52Α, Theodora Court No12, διαμ.302, 6041 ΛΑΡΝΑΚΑ. Εναγόμενη Ημερομηνία:24/2/2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Καθ'ου η Αίτηση: κα. Κώστα Για την Εναγόμενη- Αιτήτρια: κος. Αργυρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας στη παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον της εναγομένης το ποσό των €25.544 ποσό που έχει καταβληθεί ως προκαταβολή για αγορά διαμερίσματος στη Λάρνακα. Η εναγόμενη στην υπεράσπιση της μεταξύ άλλων προβάλλει ότι ο ενάγοντας παραβίασε την επίδικη συμφωνία και ένεκα τούτου υπέστη ζημιές που ανέρχονται στο ποσό των €32.317.14 σεντ το οποίο και ανταπαιτεί ως διαφορά μεταξύ του συμβατικού τιμήματος πώλησης και της αξίας του διαμερίσματος κατά το χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας. Με την υπό εξέταση αίτηση η εναγόμενη ζητά την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: Α. Δια της διαγραφής του ποσού «€32.317,14» στην παράγραφο 16(Α) της Έκθεσης Υπεράσπισης και την αντικατάσταση αυτού με το ποσό «€12.317,14» Β. Δια της διαγραφής του ποσού «€130.000,00» στην παράγραφο 16(Α) της Έκθεσης Υπεράσπισης και την αντικατάσταση αυτού με το ποσό «€150.000,00» Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 29

(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1 έως 6, Δ.39, Δ.
  1. Θ.1, 2, 3, 4, επί των αρχών του δικαίου της επιείκειας (equity) και επί των συμφυών εξουσιών και τη Νομολογία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ειρήνης Κερτεπενέ δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου της αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι εκ παραδρομής και/ή εκ τυπογραφικού λάθους κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης η αξία του επίδικου διαμερίσματος κατά το χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας πώλησης ανεγράφη €130.000 αντί €150.000, ως η σχετική εκτίμηση, με αποτέλεσμα η ισχυριζόμενη ζημιά της εναγόμενης να υπολογισθεί λανθασμένα στα €32.317.14 σεντ αντί στα €12.317.
  2. Το λάθος διαπιστώθηκε, σύμφωνα με την κ. Κερτεπενέ κατόπιν ενδελεχέστερης μελέτης της δικογραφίας και πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και στο στάδιο αυτό κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ο ενάγοντας προέβαλε επτά λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται στα εξής:
  3. Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και αν γίνει αποδεκτή θα επηρεαστεί δυσμενώς η πλευρά του ενάγοντα.
  4. Η καταβολή εξόδων δεν μπορεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα.
  5. Η εναγόμενη αποσκοπεί στην ριζική αλλαγή της φύσης της υπεράσπισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,
(1989)1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704). Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.D 162). Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω)). Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω. Στην πιο πάνω υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: ´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.' Περαιτέρω στην υπόθεση SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση τους και η σημασία τους ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως διαφαίνεται στην υπό εξέταση περίπτωση με την αιτούμενη τροποποίηση επιζητείται η αντικατάσταση της αξίας του ακινήτου η οποία ανεγράφη λανθασμένα στην Έκθεση Υπεράσπισης. Πιστεύω ότι η νομολογία όπως αναλύεται πιο πάνω απαντά σε όλους τους λόγους ένστασης του ενάγοντα. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα και η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο των οδηγιών. Με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία όπως αναλύεται πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 6/12/10 και τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 5/9/11. Η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες με βάση τη Δ.30 στις 6/10/11 ημερομηνία κατά την οποία και οι δύο πλευρές ζήτησαν όπως γίνει εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Στις 28/12/11 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση αμέσως μετά που διαπιστώθηκε το λάθος στην αναγραφή του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται περαιτέρω ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία ή δυσμενής επηρεασμός στον ενάγοντα - καθ'ου η αίτηση που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Εκτός από τον γενικό ισχυρισμό που προβάλλει ο ενάγοντας επί του θέματος δεν έχει υποδειχθεί μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του πως με την αιτούμενη τροποποίηση προκαλεί σε αυτόν οποιαδήποτε ζημιά. Σε σχέση με τη θέση του καθ'ου η αίτηση ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους της αιτήτριας στη καταχώρηση της αιτούμενης τροποποίησης παρατηρείται ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα έτσι ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Το βάρος της απόδειξης ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα βρίσκεται στους ώμους του ενιστάμενου. Τίποτα δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση που να μπορεί να ερμηνευθεί ως κακοπιστία της αιτήτριας λαμβανομένων υπόψη όλων των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως περιγράφονται πιο πάνω. Η θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στη ριζική τροποποίηση της υπεράσπισης δεν έχει προωθηθεί με την αγόρευση του συνήγορου του καθ'ου η αίτηση και θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί ως λόγος ένστασης, ο οποίος εν πάση περιπτώσει, δεν ευσταθεί και δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση κρίνεται αιτιολογημένη σε αντίθεση με τους λόγους ένστασης που κρίνονται αβάσιμοι. Δεν βρίσκω περαιτέρω ότι αυτή είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ακολουθηθεί η πρακτική ότι ο επιτυχών σε αίτηση τροποποίησης επωμίζεται και τα έξοδα της αίτησης. Η πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για θέματα τροποποίησης των δικογράφων, καθοδηγεί με απόλυτη σαφήνεια ποιες αιτήσεις είναι ενστάσιμες. Ως εκ τούτου δεν αποκλείεται η περίπτωση να ακολουθηθεί ο γενικός κανόνας περί εξόδων όταν καταχωρείται ένσταση σε αίτηση τροποποίησης η οποία αποτυγχάνει. Η αιτούμενη τροποποίηση στην παρούσα περίπτωση γίνεται για να διορθωθεί αριθμητικό λάθος στο ποσό της αξίας του επίδικου διαμερίσματος. Θεωρώ πως δεν υπήρχε βάσιμος λόγος ένστασης στη παρούσα αίτηση και κρίνω δίκαιο όπως τα έξοδα ακολουθήσουν τον κλασσικό κανόνα ως προς τις δικασίμους που προκλήθηκαν λόγω της ένστασης. Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται Διάταγμα ως οι παράγραφοι 1 Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος και αντίγραφο να παραδοθεί στο συνήγορο του ενάγοντα. Τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση εάν είναι αναγκαία να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την παραλαβή της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και αντίγραφο να παραδοθεί στο συνήγορο της εναγομένης. Τα έξοδα της δικασίμου 25/1/12 στην αίτηση επιδικάζονται προς όφελος της εναγόμενης-αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Τα έξοδα της δικασίμου 14/12/11 στην αίτηση καθώς και όσα έξοδα τυχόν σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα - καθ'ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Όλα τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ...................... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.