Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Γεώργιος Αρέστη Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής 3451/1998, 24 Φεβρουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3451/1998 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας, Εναγόντων -και-
- Γεώργιος Αρέστη Γεωργίου
- Μίλτος Αρέστη Γεωργίου,
- Σοφοκλής Κωνσταντίνου,
- Αρέστης Αρέστη,
- Κώστας Κοσμά Νόνη,
- Γεωργία Ζαχαρία, Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 12/10/11 για άδεια εκτέλεσης. Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές-ενάγοντες: Ο κ. Χρ. Πατσαλίδης με την κα Ν. Κωνσταντινίδου. Για καθ΄ ων η αίτηση-εναγόμενους 1 και 6: Η κα Χ»Δημήτρη για κ. Α.Μαθηκολώνη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26/10/98 και 11/3/99 οι ενάγοντες εξασφάλισαν Δικαστική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 3, 4, 5 και 6 και εναντίον του εναγομένου 2 αντίστοιχα. Στις 12/10/11 καταχωρίστηκε από τους ενάγοντες-αιτητές η υπό εξέταση αίτηση δια της οποίας επιζητείται άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση των αποφάσεων λόγω παρέλευσης 10 ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκαν και λόγω παρέλευσης του χρόνου δια τον οποίο ανανεώθηκαν ήδη οι εκτελέσεις των ως άνω εκδομένων αποφάσεων. H αίτηση των αιτητών βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 θ.8 και Δ.48 Θ.1,2,3,4,8(ι) (κκ), Δ.64 θ.1-2 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του γραμματέα των εναγόντων-αιτητών Ευριπίδη Πέτρου. Να σημειωθεί ότι ο ενόρκως δηλών κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προέβηκε και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 2/2/
- Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στις 16/12/11 με διάταγμα του Δικαστηρίου δόθηκε άδεια στους ενάγοντες-αιτητές να προχωρήσουν με εκτέλεση εναντίον των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 και η αίτηση παρέμεινε για εξέταση σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 6 - καθ΄ ων η αίτηση και οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας διάφορους λόγους για τους οποίους ως οι ίδιοι ισχυρίζονται δεν θα πρέπει να δοθεί άδεια στους ενάγοντες-αιτητές για εκτέλεση της απόφασης. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 6 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εναγομένης 6 Γεωργίας Ζαχαρία και βασίζεται στους ακολούθους: «Α. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν δικαιούται στην έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή έχει εξοφληθεί. Β. Το περιεχόμενο της Αιτήσεως και της Ενορκης Δήλωσης που την συνοδεύει, δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος. Γ. Η έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος και κατ΄ επέκταση η άδεια για εκτέλεση της απόφασης, παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της Δίκαιης Δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Δ. Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με την ανανέωση της απόφασης είναι τέτοια που της στερεί το Δικαίωμα να προωθεί την έκδοση του Αιτούμενου διατάγματος. Ε. Η Αίτηση των Αιτητών δεν είναι καλόπιστη και ή υποβάλλεται κακόπιστα. Στ. Το Αιτούμενο Διάταγμα δεν είναι δίκαιο ούτε ορθό να εγκριθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα ένσταση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει. Η. Η καταχώρηση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των Εναγόντων - Αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση 6 ετών. Θ. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο δια τον οποίο να παρεκκλίνει του γενικού κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 6 ετών.» Όπως και οι ενάγοντες-αιτητές έτσι και οι εναγόμενοι 1 και 6 καθ΄ ων η αίτηση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προχώρησαν στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 9/2/
- Ουδεμία πλευρά άσκησε το δικαίωμα που παρέχει η Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για αντεξέταση οιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων και έτσι αμφότερες οι πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Mε την τροποποίηση του διαδικαστικού Κανονισμού 9 της Δ.40 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 9/9/11 καθορίζοντας πλέον τα 10 χρόνια αντί 6 που ήταν προηγουμένως που θα πρέπει να έχουν παρέλθει από την έκδοση της απόφασης για να χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης. Η εν λόγω Δ.40 θ.8 έχει ως ακολούθως: «
- Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.» Είναι νομολογημένο ότι η εκτέλεση οιασδήποτε Δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. Panaou ν. Hadjichristofi
(1963)2 C.L.R. 19). Mε βάση τη νέα Δ.40 θ.8 η εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι δυνατή χωρίς να απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου εφόσον τα οιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης λαμβάνονται εντός δέκα ετών από την έκδοση της προς εκτέλεση απόφασης. Είναι αναγκαία όμως η λήψη της άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση αν έχει παρέλθει η χρονική περίοδος από την έκδοση της. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα εγείρει αίτημα για παροχή άδειας εκτέλεσης μιας απόφασης ή όχι. Στην υπόθεση W.T.Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 All E.R. 402 υποδείχθηκε ότι το βάρος να προσφέρει ικανοποιητική και επαρκή μαρτυρία «sufficient evidence" που να δικαιολογεί την έκδοση σχετικού διατάγματος για παροχή άδειας εκτέλεσης από το Δικαστήριο ή ακόμα και την όποια τυχόν αδράνεια του εξ αποφάσεως πιστωτή να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης εντός της περιόδου των δέκα πλέον ετών βρίσκεται στους ώμους του τελευταίου. Θα πρέπει δηλαδή η πλευρά των αιτητών ουσιαστικά να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία που το Δικαστήριο αξιολογώντας τα θα του επιτρέψουν ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να εγκρίνει το αίτημα και να εκδώσει το διάταγμα. Τέτοια στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα ως σημειώνεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (Annual Practice) σελ.761 αποτελούν η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την οποία επιζητείται η άδεια, το αρχικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και το ποσό που εξακολουθεί να παραμένει ως οφειλόμενο, να καταδεικνύεται ότι ο αιτητής είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να προωθεί την εκτέλεση της απόφασης και ασφαλώς να δίδονται εξηγήσεις από την πλευρά του για την οιαδήποτε καθυστέρηση. Εχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή τόσο τον φάκελο της υπόθεσης όσο και τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των δύο πλευρών. Κατ΄ αρχάς δεν υπάρχει αμφιβολία και δεν έχει αμφισβητηθεί εν πάση περιπτώσει ότι ο αιτητής είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να προωθεί την εκτέλεση της απόφασης. Αυτά που έχουν τεθεί από πλευράς εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και τα οποία προβάλλονται ως λόγοι απόρριψης της αίτησης είναι το ποσό το οποίο οι ενάγοντες-αιτητές ισχυρίζονται ότι συνεχίζει να οφείλεται και η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που υπέδειξαν οι αιτητές σε σχέση με την ανανέωση της απόφασης. Σε σχέση με το πρώτο τεθέν ζήτημα αν και οι καθ΄ ων η αίτηση στο σώμα της ένστασης τους αναφέρουν ότι η οφειλή έχει εξοφληθεί εντούτοις στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους αναφέρουν ότι κατέβαλαν το ποσό των €2000 έναντι του χρέους και παρότι το εν λόγω ποσό δεν εξοφλεί το εξ αποφάσεως χρέος σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί το υπόλοιπο που εμφανίζει ο λογαριασμός ύψους €34,510.07. Ενόψει τούτου οι καθ΄ ων η αίτηση ουσιαστικά δεν δέχονται το ύψος του οφειλόμενου ποσού αφού και στην ένορκη δήλωση προκύπτει αμφισβήτηση στον τρόπο υπολογισμού του χρέους, το ύψος του τόκου και οι διάφορες χρεώσεις ή έξοδα που έχουν προστεθεί στο χρέος. Ως έχει προαναφερθεί οι αιτητές, με βάση τις αναφερθείσες αρχές, έχουν το βάρος να καταδείξουν ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό αλλά και το ύψος του, γεγονός το οποίο θεωρώ ότι δεν έχουν επιτύχει. Θα πρέπει κατ΄ αρχάς να λεχθεί ότι η απόφαση ημερ. 26/10/98 που ήταν και εναντίον των εναγομένων 1 και 6 - καθ΄ ων η αίτηση ήταν για το ποσό των Λ.Κ.4,996,56 (€8537,13) με τόκο 9% ετησίως από 1/1/98 μέχρι εξοφλήσεως. Παρατηρώντας τις επισυνημμένες στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των αιτητών καταστάσεις λογαριασμών αλλά και από τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει το υπόλοιπο ανέρχεται σε €34510,07 πλέον τόκοι από 1/7/11, δηλαδή τέσσερεις και πλέον φορές μεγαλύτερο του ποσού της απόφασης. Πέραν τούτου όμως έχω διεξέλθει και τις χρεώσεις οι οποίες φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού και προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι ενάγοντες αιτητές από 31/12/00 μέχρι και 30/12/11 χρέωναν τόκο ανά εξάμηνο δηλαδή δύο φορές ετησίως κατά παράβαση της Δικαστικής απόφασης ημερ. 26/10/98 η οποία προέβλεπε για τόκο 9% ετησίως. Συνάγεται δηλαδή πέραν της χρέωσης τόκων εκτός της δικαστικής απόφασης, πως δεν έχει καταδειχθεί από τους αιτητές το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Ενόψει του δεδομένου τούτου και των νομολογιακών αρχών προδιαγράφεται και η τύχη της αίτησης. Φυσικά το ύψος του ισχυριζόμενου χρέους έχει σχέση και με τις ενέργειες που έχουν προβεί οι ενάγοντες αιτητές 12 χρόνια από την έκδοση της απόφασης μέχρι και σήμερα για ικανοποίηση της και που είχε σαν αποτέλεσμα το χρέος να ανέλθει στο ισχυριζόμενο ποσό. Ερχόμενος τώρα στη θέση των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 6 ότι υπήρχε αδράνεια εκ μέρους των αιτητών ως προς τα μέτρα που έλαβαν για εκτέλεση της απόφασης και ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους το Δικαστήριο έχει την εξουσία να λάβει γνώση και από το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ (αρ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Εχω διεξέλθει με προσοχή τόσο τον φάκελο της υπόθεσης όσο και τα όσα αναφέρονται από πλευράς εναγόντων-αιτητών στις ένορκες δηλώσεις τους και οι οποίες καταγράφουν τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί από την ημερομηνία έκδοσης των αποφάσεων μέχρι και σήμερα. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να συγκαταλεγεί στις περιπτώσεις εκείνες που οι πιστωτές δεν προέβησαν στην λήψη οιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης εν τούτοις και ενώ καταχωρούντο αιτήσεις για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, αποσύροντο σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλην των εναγομένων 1 και 3 οι οποίοι είναι πτωχεύσαντες εξασφαλίστηκαν διατάγματα μηνιαίων καταβολών εναντίον των εναγομένων 5 και
- Επίσης είχαν καταχωριστεί σε δύο περιπτώσεις αιτήσεις για εκποίηση ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης 6 εν τούτοις αποσύρθηκαν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των αιτητών. Η μια μάλιστα καταχωρίστηκε στις 13/10/00 που αν προωθείτο θα περιόριζε ενδεχομένως και το ύψος του ισχυριζόμενου χρέους. Εκτός τούτου όμως και παρά τις ως άνω ενέργειες των εναγόντων - αιτητών, υπήρχαν και μεγάλες+ περίοδοι κατά τις οποίες οι τελευταίοι το μόνο που έπρατταν ήταν η καταχώριση αιτήσεων είτε για άδεια εκτέλεσης της απόφασης είτε για ανανέωση των ΜΕΜΟ, τα οποία είχαν καταθέσει επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης 6 - καθ΄ ης η αίτηση. Συγκεκριμένα ενώ μέχρι τον Ιούνιο του 2003 υπήρχε μια κίνηση αναφορικά με τα μέτρα εκτέλεσης, στη συνέχεια και μέχρι τις 13.2.2006 που καταχωρίστηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον των εναγομένων 2 και 4 και η οποία αποσύρθηκε σε κατοπινό στάδιο άνευ βλάβης, ουδέν άλλο μέτρο εκτέλεσης λήφθηκε για ικανοποίηση του χρέους. Επόμενο μέτρο ήταν το ένταλμα κατάσχεσσης κινητών στις 20.6.2007 δηλαδή 1½ χρόνο αργότερα και μετά η αίτηση ημερ. 29.9.2008, δηλαδή και πάλιν 1½ σχεδόν χρόνο αργότερα, για εκποίηση των ΜΕΜΟ Μ796/98 και Μ586/04 η οποία και αυτή αποσύρθηκε άνευ βλάβης ένα σχεδόν έτος μετά την καταχώριση της ήτοι στις 15.6.
- Μετά από αυτό καταχωρίστηκε και πάλι στις 8.9.2010 αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον των εναγομένων 2 και 4, η οποία και αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Θεωρώ ότι με το ως άνω ιστορικό οι ενάγοντες δεν έπραξαν τα δέοντα για την ικανοποίηση του χρέους. Φαίνεται επίσης από το φάκελο της υπόθεσης ότι η εναγόμενη 6 αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων εναντίον της για το ποσό των Λ.Κ.200 από 11.1.
- Δυνάμει του διατάγματος αυτού εκδόθηκαν δύο εντάλματα φυλακίσεως για το ποσό των Λ.Κ.1.000 και Λ.Κ.1.400 αντίστοιχα. Ουδεμία αναφορά γίνεται για το αν τα ποσά αυτά εισπράχθηκαν και αν όχι το λόγο που δεν εισπράχθηκαν. Περαιτέρω από τις 7.3.2002 που εκδόθηκε το ένταλμα για τις Λ.Κ.1.400 δεν δίδεται οιαδήποτε αιτιολογία για τον λόγο που οι ενάγοντες δεν προχώρησαν με την έκδοση ενταλμάτων και για τις επόμενες καθυστερημένες δόσεις. Τα ίδια ισχύουν και για τον εναγόμενο 5, ο οποίος αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων για το ποσό των Λ.Κ.15 και για το οποίο εκδόθηκε ένταλμα πληρωμής για το ποσό των Λ.Κ.
- Επίσης σε δύο περιπτώσεις οι ενάγοντες - αιτητές προχώρησαν με καταχώρηση αίτησης εκποίησης ΜΕΜΟ και οι οποίες και στις δύο αυτές περιπτώσεις αποσύρθηκαν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Αν και τα δύο πιο πάνω μέτρα εκτέλεσης προωθούντο ως έπρεπε και εντός λογικών χρονικών πλαισίων τότε η παρούσα αίτηση ενδεχομένως να ήταν αχρείαστη. Συνεπώς καταλήγω ότι ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων το δικαστήριο δεν είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας για εκτέλεση της απόφασης αναφορικά με τους εναγόμενους 1 και 6 - καθ΄ ων η αίτηση. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 6 και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)................... Λ.Μουγής Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο