ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. Ευστάθιου Ζουρίδη, Αγωγή αρ.: 397/11, 29.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 397/11 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγόντων -και- Ευστάθιου Ζουρίδη Εναγομένου ----- Ημερομηνία: 29.2.2012 Αίτηση για απόρριψη της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ημερομηνίας 14.10.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Η κα Ραφαήλ για Φράγκος και Συνεργάτες. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Ανδρέας Δημητριάδης (για ν΄ ακούσει την απόφαση η κα Γεωργία Πάτσαλου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές ζητούν ως ακολούθως: Α) Απόφαση του Δικαστηρίου όπως απορριφθεί η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου λόγω κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας ή/και γιατί είναι μηδαμινή ή/και ενοχλητική. Β) Διαζευκτικά του Α) απόφαση του Δικαστηρίου όπως διαγραφεί η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου καθότι είναι μη αναγκαία ή/και σκανδαλώδης ή/και τείνει να προκαταβάλει ή να περιπλέξει ή να καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής. Γ) Απόφαση του Δικαστηρίου όπως απορριφθεί η Ανταπαίτηση του Εναγομένου λόγω κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Δ) Διαζευκτικά του Γ) ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου όπως ανασταλεί η εκδίκαση της Ανταπαίτησης του Εναγομένου μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής υπ΄ αριθμό 398/2011 ή/και 399/2011 ή/και 400/2011, λόγω κατάχρησης διαδικασίας. Ε) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο. Το ιστορικό έχει ως ακολούθως. Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει τις εξής πέντε αγωγές:
- Αγωγή 396/11 εναντίον της Best Way Estates (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «B.W.E.») και του Ευστάθιου Ζουρίδη (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «Ε.Ζ.») για δάνειο.
- Αγωγή 397/11 εναντίον του Ε.Ζ. για υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας.
- Αγωγή 398/11 εναντίον της B.W.E. και του Ε.Ζ. για ενοικιαγορά.
- Αγωγή 399/11 εναντίον της B.W.E. και του Ε.Ζ. για δάνειο.
- Αγωγή 400/11 εναντίον του Ε.Ζ, της Μαρίας Ζουρίδη και της B.W.E. για δάνειο. Η συνολική απαίτηση των εναγόντων στις τέσσερις από τις πέντε πιο πάνω αγωγές, ήτοι στις αγωγές 396/11, 397/11, 398/11 και 400/11, ανέρχεται στο ποσό των €3.673.671 πλέον τόκους και έξοδα. Σε όλες τις αγωγές καταχωρίστηκαν ταυτόσημες υπερασπίσεις, δηλαδή υπερασπίσεις που βασίζονται στους ίδιους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς. Δεν είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες των πολυσέλιδων υπερασπίσεων, βασική πτυχή των οποίων είναι πως η επίδικη, κάθε φορά, σύμβαση είναι άκυρη. Παράλληλα, σε όλες τις αγωγές εγείρονται από τον Ε.Ζ. οι ίδιες ανταπαιτήσεις, ήτοι για το ποσό των €3.967.190 (€3.9), για «γενικές αποζημιώσεις» και για δήλωση του δικαστηρίου ότι οι επίδικες, κάθε φορά, συμφωνίες είναι «άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες». Το ποσό των €3.9 είναι το άθροισμα της συνολικής απαίτησης των εναγόντων στις αγωγές 396, 397, 398 και 400 (€3.673.671) και μιας απαίτησης για €239.519 για κατ΄ ισχυρισμόν ζημία με την περιγραφή «εμπορικοί πιστωτές». Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι υπάρχει ταυτότητα διαδίκων σε ό,τι αφορά τον Ε.Ζ. και ότι ο Ε.Ζ. σε όλες τις αγωγές προβάλλει, επί της ίδιας βάσης, τους ίδιους λόγους υπεράσπισης και την ίδια ανταπαίτηση περί €3.
- Υπό το φως αυτών των διαπιστώσεων, θεωρώ ότι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι στις αγορεύσεις τους επεκτάθηκαν σε ευρύτερη συζήτηση απ΄ ότι ήταν αναγκαίο. Συζητήθηκε λ.χ. εκτεταμένα το ζήτημα του διαχωρισμού της εκδίκασης της ανταπαίτησης από την υπεράσπιση, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.21, θ.
- Δεν είναι, όμως, αυτό το αντικείμενο της αίτησης. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η υπεράσπιση και η ανταπαίτηση είναι καταχρηστικές ή υπόκεινται, ευρύτερα, σε απόρριψη ή αναστολή υπό το φως των προνοιών της Δ.27, κ. 2 ή της Δ.19, κ.
- Θα εξετάσω τα ζητήματα αυτά έχοντας κατά νου το σύνολο των αγορεύσεων κάθε πλευράς, χωρίς όμως αναφορά στο κάθε επιχείρημα, επί τη βάση της αρχής ότι «δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.» [Νίκος Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490]. Ως προς το αίτημα να απορριφθεί η υπεράσπιση ως καταχρηστική λόγω πολλαπλότητας, σημειώνονται τα ακόλουθα: Οι υπερασπίσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν καταχρηστικές υπό την έννοια της πολλαπλότητας, εφόσον είναι η έναρξη πολλαπλών διαδικασιών με το ίδιο αντικείμενο που οδηγεί σε κατάχρηση και όχι οι υπερασπίσεις. Όσο και αν οι υπερασπίσεις έχουν την ίδια πραγματική και νομική βάση, οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα και άλλωστε δεν μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά, να καταχωρήσουν σε κάθε αγωγή εκείνη την υπεράσπιση που θεωρούσαν ως την αρμόζουσα. Εκείνο που θα μπορούσε να γίνει προς αποφυγή της πολλαπλότητας, θα ήταν οι ενάγοντες να είχαν καταχωρίσει μια αγωγή στην οποία να περιέβαλλαν όλες τις αξιώσεις τους εναντίον των ιδίων προσώπων. Τότε δεν θα υπήρχε ο κίνδυνος έκδοσης αντικρουόμενων αποφάσεων στον οποίο ιδιαίτερα αναφέρθηκε αγορεύοντας η δικηγόρος των εναγόντων. Αυτό δεν έγινε. Εναπόκειται στα μέρη και ειδικά στους εναγόμενους, να ζητήσουν συνένωση και με αυτό τον τρόπο, εάν εγκριθεί το αίτημά τους, να εξοικονομηθούν χρόνος και έξοδα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος για πολλαπλές αποφάσεις. Επιδιώκεται, παράλληλα, η διαγραφή της υπεράσπισης με αναφορές και εισηγήσεις που παραπέμπουν ευθέως στις πρόνοιες της Δ.27, κ. 2[1] περί ανυπόστατου ή ενοχλητικού δικογράφου (frivolous or vexatious) και στις πρόνοιες της Δ.19, κ. 26[2] περί μη αναγκαίου ή σκανδαλώδους δικογράφου ή δικογράφου που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη. Η έννοια του ανυπόστατου και ενοχλητικού δικογράφου (frivolous or vexatious) καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση), σελ. 144 ως ακολούθως: «A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and it is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense .» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 147 καθορίζεται η έννοια του δικογράφου που προκαλεί αμηχανία ως ακολούθως: «Accordingly, a pleadings is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Πάντως, είτε πρόκειται για τη Δ.27, κ. 2, είτε για τη Δ.19, κ. 26, κοινό παρονομαστή αποτελεί η αρχή πως η σχετική εξουσία ασκείται με φειδώ εφόσον «η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» (Βλ. In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Βλ. επίσης Σιακόλας v. Phederal Bank of Lebanon
(1978)1 A.A.Δ. 1338. Η διαφορά μεταξύ των δύο κανονισμών εξηγήθηκε στην υπόθεση Cybergroup Limited v. Κ. Χαραλαμπίδης κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Κύριος σκοπός της Δ.19, κ. 26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και κατά την εξέταση της αίτησης δυνάμει της Δ.19, κ. 26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, κ.
- Οι κανόνες σύνταξης δικογράφου διέπονται από τις πρόνοιες της Δ.19 και ειδικότερα από τις πρόνοιες της Δ.19, κ. 4[3], σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να δικογραφούνται μόνο τα ουσιώδη γεγονότα. Αναμφίβολα τα δικόγραφα πρέπει να συντάσσονται χωρίς πλατειασμούς. Αρκεί και πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες «ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μην βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ κ.ά. v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649). Η ανάγκη για περιορισμό των δικογράφων στα προβλεπόμενα πλαίσια εξηγείται, όπως ελέχθη στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)685, από τα ακόλουθα, τα οποία αναφέρθηκαν στην υπόθεση British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it, . . . . . . . . . .. . . . . Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing.» Από την άλλη, δεν πρέπει να λησμονούνται τα ακόλουθα, λεχθέντα στην θεμελιακή υπόθεση Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch. D. 263 (CA) από τον Bowen, L.J.:- «It seems to me that the rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass, and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right.» Σε ό,τι αφορά, λοιπόν, τις πρόνοιες της Δ.19, κ. 26 είναι φανερό ότι δεν βρίσκουν εφαρμογή επειδή ένα δικόγραφο είναι απλώς αδόκιμα συνταγμένο ή με αχρείαστους πλατειασμούς και επαναλήψεις. Θα πρέπει το δικόγραφο, αντικειμενικά κρινόμενο, να είναι τέτοιο που χωρίς αμφιβολία, αν αφεθεί η δίκη να προχωρήσει επί τέτοιου δικογράφου, να υπάρχει ο κίνδυνος που προδιαγράφεται μέσα από τις πρόνοιες της Δ.19, κ. 26. Εν προκειμένω, η δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι η υπεράσπιση «χαρακτηρίζεται από πλατειασμούς και παράθεση πάμπολλων ισχυρισμών με αποτέλεσμα να συσκοτίζει και να καθίσταται αδύνατο για τους ενάγοντες να καθορίσουν την ακριβή θέση της υπεράσπισης . (ότι) με αυτό τον τρόπο προκαλούν αισθήματα αμηχανίας . . ότι οι διάφοροι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί δεν προβάλλονται ξεχωριστά σε κάθε παράγραφο, αλλά βρίσκονται διάχυτα και ακανόνιστα σε όλο το κείμενο της υπεράσπισης . (και) . ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν μη αναγκαίους ισχυρισμούς περιπλέκοντας τα επίδικα θέματα με αναφορά σε άλλες αγωγές.» ΄Εχοντας υπόψη τις παραπάνω νομικές αρχές και το περιεχόμενο της υπεράσπισης, θεωρώ ότι, παρά τους πλατειασμούς και τις επαναλήψεις, δεν θα ήταν βάσιμη η διαγραφή της υπεράσπισης επί των γενικών, ως άνω, εισηγήσεων της άλλης πλευράς. Ως προς την ανταπαίτηση, όμως, υπάρχει όντως πρόβλημα. Η επιδίωξη του ίδιου σκοπού με παράλληλα ένδικα μέσα συνιστά κατάχρηση. (Βλ. Διευθυντής των Φυλακών v. Περρέλλα Τζιεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, In re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911). Εν προκειμένω, συνεπώς, διαπιστώνεται κατάχρηση στο βαθμό που ζητείται σε όλες τις αγωγές από το ίδιο πρόσωπο και επί της ίδιας βάσης το ποσό των €3.9, «γενικές αποζημιώσεις» και οι συνεπακόλουθες θεραπείες για νόμιμο τόκο «και οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει». Όπως εξηγήθηκε στην Beogradska (ανωτέρω) σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο έχει στη διάθεση του τόσο το μέτρο της απόρριψης, όσο και το μέτρο της αναστολής. Χωρίς να τίθεται άκαμπτος κανόνας, εκεί όπου η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί, όμως, που καλύπτει ζητήματα που δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης. (Βλ. επίσης Αίτηση A.Γ.Ε.Μ. Εμπορική Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2029). Εν προκειμένω, κατάλληλο είναι το μέτρο της απόρριψης. Το επόμενο ερώτημα έγκειται στο ποια διαδικασία θα απορριφθεί. Όπως αναφέρεται στην Beogradska (ανωτέρω), διατυπώθηκε και η άποψη πως είναι επιθυμητό να καλείται ο διάδικος να επιλέξει ποια από τις δύο διαδικασίες επιθυμεί να προωθήσει πριν εξεταστεί το ζήτημα της αναστολής ή απόρριψης. Στην παρούσα δεν ζητήθηκε κάτι τέτοιο, αλλά σταθερή ήταν η θέση των καθ΄ ων η αίτηση πως δεν υπάρχει κατάχρηση. Η παρούσα συνιστά μεταγενέστερη διαδικασία, εφόσον την ίδια ανταπαίτηση έχει εγείρει ο ίδιος εναγόμενος στην αγωγή
- Εκτός αυτού, η δικηγόρος των εναγόντων δήλωσε αγορεύοντας ότι «οι εναγόμενοι» (εννοώντας πασιφανώς τους ενάγοντες) δεν επιδιώκουν τη διαγραφή και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της αγωγής υπ΄ αριθμόν 398/
- Εξ αυτής της δήλωσης προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν θα εγείρουν ζήτημα κατάχρησης λόγω επιδίωξης του ίδιου σκοπού με παράλληλα μέσα στην αγωγή
- Υπό αυτές τις περιστάσεις, το ορθό είναι να απορριφθεί η ανταπαίτηση του Ε.Ζ. στην παρούσα αγωγή για να δικαστεί είτε στην 396 είτε στην 398, ανάλογα με την περαιτέρω πορεία του πράγματος. Η παραπάνω κατάληξη καθορίζει και την τύχη της αίτησης. Όμως, για το ενδεχόμενο κατ΄ έφεσιν ανατροπής των μέχρι τώρα αποφασισθέντων, θα προχωρήσω περαιτέρω. Ο Ε.Ζ. ανταπαιτεί τα ποσά (€3.673.671) τα οποία οι ενάγοντες διεκδικούν από τον ίδιο και τους άλλους εναγόμενους στα πλαίσια των αγωγών 396, 397, 398 και
- Στην αγόρευσή της η δικηγόρος των εναγόντων έχει χαρακτηρίσει παράδοξη και αντινομική τέτοια ανταπαίτηση. Με την επιχειρηματολογία της επί του ζητήματος αυτού, έθεσε κατ΄ ουσία ζήτημα ανυπόστατης αιτίας ανταπαίτησης. Η ουσία του επιχειρήματος, όπως την αντιλαμβάνομαι, είναι ότι αν το δικαστήριο δεχθεί τους ισχυρισμούς των εναγομένων πως η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη, τότε θα απορρίψει την αγωγή και οι εναγόμενοι δεν θα οφείλουν το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες. Πώς μπορεί αυτό το ίδιο ποσό να αποτελεί εγκύρως και αξίωση στην ανταπαίτηση; Θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό καλύπτεται από την αίτηση και ειδικότερα από το αιτητικό για απόρριψη της ανταπαίτησης ως καταχρηστικής. Τούτο, διότι η έννοια της κατάχρησης περιλαμβάνει και την περίπτωση που ένα δικόγραφο είναι ανυπόστατο και δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής. Στα Halsbury's Laws of England/Civil Procedure, Fifth Edition (Volume 11) para 534 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου προς αποτροπή κατάχρησης: «The most important ground on which the court exercises its inherent jurisdiction to stay proceedings is that of abuse of process. This power will be exercised where the proceedings are shown to be frivolous, vexatious or harassing or to be manifestly groundless or in which there is clearly no cause of action in law or in equity.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Πρόκειται για εξουσία που έχει ρυθμιστεί και από τις πρόνοιες της Δ.27, κ.
- Εν προκειμένω, η νομική βάση της αίτησης παραπέμπει τόσο στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, όσο και στις εν λόγω δικονομικές πρόνοιες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ουσία, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Bullen and Leake (ανωτ.) σελ. 144, δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά κατά πόσο αποκαλύπτεται μια εύλογη αιτία αγωγής. Το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Πέραν τούτου και αν ακόμα δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής λόγω κάποιας ουσιαστικής έλλειψης ή λόγω ελαττωματικής διατύπωσης στο δικόγραφο, το δικαστήριο διαγράφοντας το θα πρέπει να δώσει άδεια για να διορθωθούν τα διάφορα ελαττώματα και όχι να απορρίψει την αγωγή. (Βλ. επίσης White Book
(1958)574-576). Το ερώτημα που τίθεται σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως το έθεσε ο Lord Pearson στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association [1970] 1 All E.R. 1094 είναι το ακόλουθο: «Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?» Όπως ελέχθη στην Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 697: «It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable.» Έχοντας υπόψη τις παραπάνω νομικές αρχές και επίγνωση, ιδιαίτερα, της δραστικότητας του μέτρου και της εξαιρετικής φειδούς με την οποία πρέπει να ασκείται, δεν έχω αμφιβολία ότι η ανταπαίτηση για το ποσό των €3.673.671 είναι ανυπόστατη και αναντίλεκτα δεν στηρίζεται σε έγκυρη κατά νόμο βάση απαίτησης. Αντίθετα, είναι αντινομικό και λογικά ανακόλουθο ένας διάδικος να επικαλείται ακυρότητα ή οποιοδήποτε άλλο λόγο για να μην πληρώσει το ποσό που αξιώνει ο ενάγοντας και ταυτόχρονα να ανταπαιτεί το ίδιο αυτό ποσό που αξιώνει ο ενάγοντας. Έτσι, η ανταπαίτηση για το ποσό των €3.673.671 υπόκειται σε απόρριψη και γι΄ αυτό το λόγο. Αλλά και η συνολική ανταπαίτηση για το ποσό των €3.967.190, δηλαδή περιλαμβανομένης της ανταπαίτησης με την ένδειξη «εμπορικοί πιστωτές €293.519», είναι ανυπόστατη και για περαιτέρω λόγο. Το ποσό των €3.9 προσδιορίζεται στις παραγράφους 34 και 38, στις οποίες γίνεται παραπομπή, ως απώλεια που υπέστη ο εναγόμενος ως αποτέλεσμα πράξεων και/ή παραλείψεων και/ή συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων της ενάγουσας. Αναφέρεται ότι «ο εναγόμενος είναι εκτεθειμένος προσωπικά σε απαιτήσεις ύψους €3.967.910 ως πρωτοφειλέτης και/ή ως εγγυητής των υποχρεώσεων της εταιρείας (B.W.E.)». Ειδικότερα, ουδέν άλλο αναφέρεται για την απαίτηση «εμπορικοί πιστωτές €293.519». Τέτοιες, όμως, αναφορές, γενικά για το ποσό των €3.9 και ειδικότερα η αναφορά «εμπορικοί πιστωτές €293.519» δεν έχουν περιβληθεί κάποιας αναγνωρισμένης νομικής μορφής. Ποια η νομική έννοια της αναφοράς ότι «λόγω ενεργειών των εναγόντων ο εναγόμενος είναι εκτεθειμένος σε απαιτήσεις προσωπικά ως πρωτοφειλέτης και/ή ως εγγυητής»; Τί σημαίνει νομικά «είναι εκτεθειμένος σε απαιτήσεις»; Μπορεί απλώς με τέτοια αναφορά να δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα σε σχέση με «απαιτήσεις» στις οποίες «είναι εκτεθειμένος»; Υπάρχει τέτοια αιτία αγωγής; Θεωρώ ότι η απάντηση σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα είναι αρνητική. Δεν πρόκειται απλώς για γενικόλογους ισχυρισμούς, για τους οποίους η θεραπεία θα μπορούσε να είναι η παροχή λεπτομερειών. Δεν πρόκειται για ελαττωματική διατύπωση, με κάποιο πάντως υπόβαθρο, που θα μπορούσε να διορθωθεί με τροποποίηση. Πρόκειται για αναφορές κενές νομικού περιεχομένου που δεν αποκαλύπτουν κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής. Συνεπώς, η ανταπαίτηση συνιστά και υπό αυτή την έννοια κατάχρηση της διαδικασίας. Εννοείται ότι παραμένει η ανταπαίτηση για δήλωση του δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτη, εφόσον η θεραπεία αυτή ζητείται σε σχέση με την επίδικη, στην παρούσα αγωγή, συμφωνία και όχι σε συνάρτηση με οποιαδήποτε άλλη αγωγή. Βέβαια και πάλιν, επιτυχία της υπεράσπισης θα καθιστά αυτή την ανταπαίτηση αχρείαστη, εφόσον εάν το δικαστήριο δεχθεί πως η επίδικη συμφωνία είναι προϊόν δόλου κ.τ.λ., θα προβεί σε σχετικό εύρημα και θα απορρίψει την αγωγή, χωρίς να είναι ανάγκη για αυτοτελή δήλωση στα πλαίσια ανταπαίτησης. Κατά τ΄ άλλα, η ανταπαίτηση απορρίπτεται ως καταχρηστική και ειδικότερα απορρίπτονται οι παρακάτω ανταπαιτήσεις: «(Β) €3.967.190 πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στις παραγράφους 34 και 38 πιο πάνω. (Γ) Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε διατάξει. (Δ) Γενικές αποζημιώσεις. (Ε) Νόμιμο Τόκο.» Με την απόρριψη των εν λόγω ανταπαιτήσεων, συνεπακόλουθα και για σκοπούς τάξης διαγράφονται οι παραγράφοι που αφορούν αποκλειστικά τις ανταπαιτήσεις αυτές, ήτοι οι παραγράφοι 12, 13, 14, 15, 16, 33 (δεύτερη πρόταση), 34, 35 (δεύτερη πρόταση), 37 και 38. Έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. [1] Δ.27, κ.2: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» [2] Δ.19, κ. 26: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» [3] Δ.19, κ. 4: «Every pleading shall contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο