VKC QUALITY INVESTMENTS LTD ν. SHAMMUSI-DEEN ALABI SHITTA BEY, Αρ. Αγωγής: 3018/2011, 1 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3018/2011 Μεταξύ: V.K.C. QUALITY INVESTMENTS LTD και SHAMMUSI-DEEN ALABI, SHITTA BEY Μονομερής Αίτηση για απόφαση ημερ. 18.1.2012 Hμερομηνία: 1 Μαρτίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Κουσιάππα για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες / Αιτητές καταχώρησαν μονομερή Αίτηση ζητώντας απόφαση εναντίον του Εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης παρά την προς αυτόν επίδοση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 12.12.
- Η παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, αφορά επίδοση βάση του Ε.Κ. 1393/2007 πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος και όχι ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος. Συγκεκριμένα στην Ένορκο Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα: § Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 14.10.11 εναντίον του Εναγομένου μετά από σχετική άδεια για σφράγιση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής ημερ. 4.10.
- § Αντίγραφο του εν λόγω κλητηρίου εντάλματος ημερ. 14.10.11 μεταφρασμένο στην αγγλική γλώσσα στάληκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως για να επιδοθεί στον Εναγόμενο σύμφωνα με τον Ε.Κ. Κανονισμό 1393/07 στη δοθείσα διεύθυνσή του στην Ιρλανδία. § Το ανωτέρω αναφερθέν αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 12.12.11 σύμφωνα με σχετική βεβαίωση επίδοσης του στον Εναγόμενο ημερ. 19.12.11 καθώς και συνοδευτική επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ημερ. 5.12.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκο Δήλωση). Ενόψει των πιο πάνω τέθηκε από πλευράς Δικαστηρίου το ζήτημα κατά πόσο ορθά είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και όχι της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα αυτές της Δ.6, θ.
- Για το ζήτημα αυτό αγόρευσε η κα Κουσιάππα, συνήγορος των Εναγόντων / Αιτητών, υποστηρίζοντας ότι οι Ενάγοντες ορθά και νόμιμα προχώρησαν στην επίδοση αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο δυνάμει του Ε.Κ. 1393/2007 και όχι ειδοποίησης κλητηρίου. Στην εμπεριστατωμένη και ικανή αγόρευση της η κα Κουσιάππα, αφού αναφέρθηκε στο σκοπό του Ε.Κ. 1393/2007 και στις ανάγκες της σημερινής εποχής και πραγματικότητας που επιτάσσουν την ανάγκη της ύπαρξης μιας ολοένα και στενότερης συνεργασίας και δημιουργίας ισχυρότερων δεσμών αναφορικά με τις αστικές υποθέσεις ανάμεσα στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτέλεσμα των οποίων είναι και η εκχώρηση από αυτά μέρους των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων και η αποδοχή από αυτά των απευθείας επιδόσεων στο έδαφος τους με ταχείς και άμεσες διαδικασίες, υποστήριξε ότι αναφορικά με επιδόσεις σε κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Δ.6, θ.6 δεν πρέπει να εφαρμόζεται αλλά αντ' αυτού θα πρέπει να εκδίδεται στον Εναγόμενο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος ως αυτό καταχωρείται στο Δικαστήριο του κράτους - μέλους επίδοσης. Η συνήγορος επεσήμανε περαιτέρω ότι το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, η Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και δη ο Ε.Κ. 1393/07 υπερισχύει της Εθνικής Νομοθεσίας και των Κανονισμών που ισχύουν σε κράτη - μέλη και ότι η αμοιβαιότητα της εφαρμογής του σ' όλα τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιστά περιττή την υποδεικνυόμενη μέσω της Δ.6, θ.6 επίδειξη αβροφροσύνης με την έννοια της μη επέμβασης στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών Ακόμη υπέδειξε ότι οι αρχές και ο στόχος της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης καλωσορίζουν και/ή απαιτούν μέτρα που καταργούν νομοθεσίες και μέτρα που εμποδίζουν, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία και ομαλή λειτουργία ενός ενιαίου ολοκληρωμένου Ευρωπαϊκού Δικαστικού χώρου. Ήταν η εισήγηση της κας Κουσιάππα ότι η επίδοση μέσω του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 παρόλο που γίνεται εκτός των ορίων δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι απευθείας επίδοση ως εντός της επικράτειας του κράτους - μέλους στην οποία καταχωρείται η αγωγή. Εξετάζοντας το εγερθέν ζήτημα θα πρέπει να γίνει αναφορά στις πρόνοιες της Δ.6,θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
- When the defendant is neither a British subject nor in British Dominions, notice of the writ, and not the writ itself, is to be served upon him. Such notice shall be in Form 6». Έχοντας κατά νου την ερμηνεία που της δόθηκε από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ώστε αυτή να συνάδει με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε μη Κύπριους υπηκόους θα πρέπει να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα όταν η επίδοση προς αυτούς θα πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό και όχι στην Κύπρο. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση E. Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 CLR 716 η επίδοση του κλητήριου αντί της ειδοποίησης σε αλλοδαπό που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συνιστά απλή παρατυπία αλλά ακυρότητα και το Δικαστήριο οφείλει να την παραμερίσει ex debito justitiae. Όσον αφορά τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις θα πρέπει να υπομνήσουμε το σκοπό του ο οποίος διακηρύττεται στο προοίμιο του. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο
(2)του προοιμίου του σκοπείται η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς η οποία απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.[1] Ο πιο πάνω Κανονισμός δεν καθορίζει τα δικαστικά ή εξωδικαστικά έγγραφα που σε κάθε περίπτωση απαιτείται να επιδίδονται. Ούτε τη μορφή και το πώς αυτά θα είναι διαμορφωμένα για να αποσταλούν για σκοπούς επίδοσης. Τα έγγραφα που πρέπει να διαβιβαστούν για επίδοση μέσω του Κανονισμού συναρτώνται με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση τα ισχύοντα στο κάθε κράτος μέλος και ειδικότερα με βάση την ισχύουσα δικονομία του. Η αρμόδια αρχή διαβίβασης των εγγράφων βεβαιώνει, απλώς, ότι τα έγγραφα που της διαβιβάζονται επιδόθηκαν με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού, δηλαδή τον τρόπο και την ασφάλεια που διασφαλίζει ο σχετικός Κανονισμός.[2] Τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 όπως υποδεικνύεται στην παράγραφο
(11)[3] του προοιμίου του που απαιτείται να συνοδεύουν αυτά τα δικαστικά ή εξωδικαστικά έγγραφα[4], χρησιμοποιούνται προς το σκοπό διευκόλυνσης αυτής της διαβίβασης, επίδοσης ή κοινοποίησης των δικαστικών ή εξωδικαστικών εγγράφων μεταξύ των κρατών μελών. Παρεμπιπτόντως να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι στο ελληνικό κείμενο του Κανονισμού χρησιμοποιείται ο όρος «δικαστικών και εξωδίκων πράξεων» για να μεταφράσει τον αγγλικό όρο «judicial and extrajudicial documents». Η αναφορά στο Άρθρο 19
(1)του Κανονισμού σε "σε εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη" ("writ of summons or an equivalent document") θεωρώ ότι ρυθμίζει την επίδοση σε εναγόμενο που διαμένει εκτός δικαιοδοσίας είτε του δικογράφου δια του οποίου εισάγεται μια τέτοια δικαστική διαδικασία, είτε ενός εγγράφου το οποίο προβλέπεται θεσμικά σε κάθε κράτος μέλος, το οποίο ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενο για την εκκρεμότητα της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας. Θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να επιχειρηματολογήσει ότι προκειμένου για επίδοση σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη που οδήγησε στη ρύθμιση να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου ως "μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία"[5] ή με άλλα λόγια ότι δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι που αποτέλεσαν την αιτιολογική βάση της Δ.6,θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[6]. Αναμφίβολα κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού στα πλαίσια της προσπάθειας υλοποίησης της ιδέας του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου. Γεγονός, όμως, παραμένει μέχρι σήμερα ότι η Δ.6,θ.6 δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής υπό το φως των πιο πάνω νέων δεδομένων που η ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιφέρει. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω η αναγκαιότητα που επιβάλλεται μέσω της Δ.6,θ.6 για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου και όχι του ίδιου του κλητηρίου σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο θα επιδοθεί στο εξωτερικό δεν είναι Κύπριος πολίτης, δεν φαίνεται να έρχεται σε οποιαδήποτε σύγκρουση με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, η χρησιμότητα του οποίου, επαναλαμβάνω, εστιάζεται στη διευκόλυνση της επίδοσης και στην εξασφάλιση της καλύτερης, ταχύτερης και ασφαλέστερης διαβίβασης μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων που είναι δυνατόν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Να πω και κάτι άλλο. Οι πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού και η σχετική ερμηνεία τους δεν έχουν, ακόμη, αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από και επίλυσης κατά τρόπο αυθεντικό από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η κατάληξη μου, επομένως, είναι ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν καταργούν τη Δ.6, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτσι ώστε να τίθεται θέμα για το παρόν Δικαστήριο να πρέπει να εφαρμόσει Ευρωπαϊκή Νομοθεσία η οποία συγκρούεται με πρόνοιες του δικού μας Δικονομικού Δικαίου. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχαν τύχει εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.6, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Υπ.) .... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΛΗ [1]
(2)Η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.
(2)The proper functioning of the internal market entails the need to improve and expedite the transmission of judicial and extrajudicial documents in civil or commercial matters for service between the Member States. [2] Σχετική είναι εδώ η παράγραφος
(7)του προοιμίου του Κανονισμού (ΕΚ)1393/2007 που αναφέρει τα ακόλουθα:
(7)Η ταχύτητα της διαβίβασης δικαιολογεί τη χρήση κάθε ενδεδειγμένου μέσου, τηρουμένων ορισμένων προϋποθέσεων όσον αφορά το ευανάγνωστο και το αξιόπιστο της διαβιβαζόμενης πράξης. Η ασφάλεια της διαβίβασης απαιτεί να συνοδεύεται η πράξη από ένα τυποποιημένο έντυπο, που συμπληρώνεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί επίδοση ή κοινοποίηση ή σε κάποια άλλη γλώσσα δεκτή από το κράτος μέλος παραλαβής. «
(7)Speed in transmission warrants the use of all appropriate means, provided that certain conditions as to the legibility and reliability of the document received are observed. Security in transmission requires that the document to be transmitted be accompanied by a standard from, to be completed in the official language or one or the official languages of the place where service is to be effected, or in another language accepted by the Member State in question». [3]
(11)Για διευκολυνθεί η διαβίβαση και η επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού. «
(11)In order to facilitate the transmission and service of documents between Member States, the standard forms set out in the Annexes to this Regulation should be used». [4] Δέστε Άρθρο 4
(3)και Άρθρο 4
(5)του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007. [5] Δέστε Τηλέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1 AAΔ 1863, στη σελίδα 1865: «Τα Δικαστήρια ασκούν, συνήθως, δικαιοδοσία μέσα στα γεωγραφικά όρια της χώρας τους. Δεν απευθύνεται επομένως εντολή δια του κλητηρίου εντάλματος σε διάδικο που μένει στο εξωτερικό να εμφανιστεί ενώπιον τους. Γι' αυτό και επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, που αποτελεί μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία να ειδοποιείται ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό πως εκκρεμεί κάποια διαδικασία εις βάρος του στη χώρα από την οποία εκδίδεται η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος.» [6] Η αιτιολογική βάση της Δ.6, θ.6 τονίστηκε στην υπόθεση E. Phillipou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1CLR 716 στη σελίδα 726 ως εξής: «A notice of the writ should have been served. By a notice a foreign national residing out of the jurisdiction is notified that an action was commenced against him in our Courts and he is required, after the receipt of the notice, to defend the said action, whereas a writ is a command on the defendant, after service of the writ, within the time specified to enter an appearance. There is a significant difference between a command and a courteous notice.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο