ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ. ν. DMH DEMETRIOU HOSPITALITY MANAGEMENT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1753/10, 5.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1753/10 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ. Ενάγουσας / Αιτήτριας και
- D.M.H. DEMETRIOU HOSPITALITY MANAGEMENT LIMITED
- ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
- ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΝΤΑ Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 28.9.11 Ημερομηνία: 5.3.
- Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ραπτοπούλου (για να ακούσει απόφαση η κα Χαμπή). Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 3: κ. Σκορδής για κ. Παπαχαραλάμπους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει από τους Εναγομένους: Α. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν τη Συμφωνία Ενοικίασης ημερομηνίας 22.2.2006 και τη Συμφωνία Παράτασης ημερομηνίας 5.4.2008, οι οποίες υπογράφτηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
- Β. Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €78.750 ως οφειλόμενα και/ή καθυστερημένα ενοίκια δυνάμει της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 22.2.2006 και της Συμφωνίας Παράτασης ημερομηνίας 5.04.2008, οι οποίες υπογράφτηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
- Γ. Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €26.250 ως οικονομικές απώλειες λόγω παράβασης της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 22.2.2006 και της Συμφωνίας Παράτασης ημερομηνίας 5.4.2008, οι οποίες υπογράφτηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
- Δ. Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €5.932,70 το οποίο αντιπροσωπεύει τα οφειλόμενα προς το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας τέλη. Ε. Αποζημιώσεις για αθέμιτο πλουτισμό και/ή παράβαση Συμφωνίας. Στις 28.9.11, και ενώ στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η καταχώρηση των δικογράφων των δύο πλευρών στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, η πλευρά των Εναγόντων προχώρησε στην καταχώρηση και προώθηση μονομερώς (ex parte) της υπό συζήτηση αίτησης. Με αυτή επιζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος 3 ή/και οι αντιπρόσωποι ή/και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί βάση οδηγιών του από το να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή διαθέσει και/ή επιβαρύνει και/ή δεσμεύσει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο όλο ή οποιοδήποτε μέρος του ½ μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6/2191, Τμήμα 6, Φ/Σ 30/23Ε2, οικόπεδο στην Τοποθεσία Κουτσοπέρτικα, στην ενορία Αγίου Γεωργίου εντός του Δήμου Λατσιών, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του Εναγομένου 3, μέχρι την εκδίκαση και/ή πλήρη αποπεράτωση της αγωγής και/ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης σε περίπτωση που εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής απόφαση υπέρ της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έλειπε το στοιχείο του κατεπείγοντος, μετά από αίτημα των Εναγόντων - Αιτητών έδωσε οδηγίες όπως η υπό συζήτηση αίτηση επιδοθεί στον Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η Αίτηση. Ο τελευταίος, μετά την επίδοση της υπό συζήτηση Αίτησης εμφανίστηκε στη διαδικασία καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 2, 4, 5, 9, 91 (α) και 91 (β), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960Άρθρα 2, 29-32 και 43, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.36, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1, 2, 6, 7, 8
(3), 9, 11, 13, Δ.59 και Δ.64, στο Κεφ. 62, στο Κεφ. 1, στο Κεφ. 9, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την Αίτηση τίθεται με την Ένορκη Δήλωση της Μάρως Περσιάνη, ημερ. 28.9.11, η οποία κα τη συνοδεύει. Η ως άνω ομνύουσα, μία εκ των διευθυντών ως η ίδια δηλώνει των Εναγόντων - Αιτητών, υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι η Αιτήτρια αποτελεί οικογενειακή εταιρεία ιδιοκτήτρια του συγκροτήματος τουριστικών διαμερισμάτων γνωστού με την επωνυμία «MICHAEL'S BEACH HOTEL APARTMENTS» το οποίο βρίσκεται στη Λάρνακα. Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 3, ήταν διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης 1 Εταιρείας. Κατά ή περί την 1.11.2007, ο Εναγόμενος 3 ο οποίος είναι πατέρας της συζύγου του Εναγομένου 2, παραιτήθηκε από τη θέση του Διευθυντή μεταβιβάζοντας την ίδια ημέρα στον Εναγόμενο 2 τις μετοχές που είχε στην Εναγομένη 1 εταιρεία. Ο Εναγόμενος 2 ήταν και εξακολουθεί να είναι διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης Εταιρείας
- Με βάση συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 12.8.99 μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης Εταιρείας 1, η τελευταία ενοικίασε και λειτούργησε το ως άνω συγκρότημα τουριστικών διαμερισμάτων για την περίοδο από 1.2.2000 μέχρι 31.1.
- Στις 30.1.2003 η Αιτήτρια και η Εναγομένη Εταιρεία 1 υπέγραψαν νέα συμφωνία ενοικίασης του ως άνω συγκροτήματος για περίοδο από 1.2.03 μέχρι 31.1.
- Κατά το χρόνο που υπογράφηκε η εν λόγω συμφωνία ενοικίασης το 2003, ο Καθ' ου η Αίτηση όπως και ο Εναγόμενος 2, υπέγραψαν προσωπική εγγύηση για την τήρηση και πιστή εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία. Με βάση νέες συμφωνίες ενοικίασης ημερομηνίας 31.1.03, 14.7.04 και 7.5.05 μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης 1, η τελευταία συνέχισε την ενοικίαση και λειτουργία του συγκροτήματος για την περίοδο από 1.2.03 μέχρι 31.1.
- Κατά ή περί τις 22.2.06 υπογράφηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης 1 συμφωνία με βάση την οποία η Αιτήτρια ενοικίασε εκ νέου το συγκρότημα στην Εναγομένη 1 για περίοδο 3 ετών ήτοι από 1.2.2006 μέχρι τις 31.1.
- Ανάμεσα στους όρους της εν λόγω συμφωνίας ήταν ότι η συμφωνία ενοικίασης του 2006 θα τίθετο σε ισχύ νοουμένου ότι η Εναγομένη 1 θα παρέδιδε στην Αιτήτρια ταυτόχρονα με την υπογραφή της προαναφερόμενης συμφωνίας ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση η οποία θα ίσχυε για όλη τη διάρκεια της συμφωνίας ενοικίασης του
- Οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στην Αιτήτρια τρεις εγγυητικές επιστολές από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όλες με Αιτητή την Εναγομένη Εταιρεία 1 και Δικαιούχο την Αιτήτρια. Στις 25.10.06 υπογράφηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης 1 συμπληρωματική συμφωνία ενοικίασης του συγκροτήματος, με την οποία τροποποιήθηκε το ενοίκιο για την περίοδο από 1.2.06 μέχρι 31.1.07 κατά τρόπο που αυτό μειώθηκε από ΛΚ56.000 σε ΛΚ42.
- Στις 5.4.08 υπογράφη μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης 1 συμφωνία παράτασης της συμφωνίας ενοικίασης του 2006 σύμφωνα με την οποία, ανάμεσα σε άλλα, η διάρκεια της ενοικίασης παρατείνεται μέχρι τις 31.1.10, ενώ η Εναγόμενη 1 θα παρέδιδε στην Αιτήτρια αμετάκλητη τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €105.000 η οποία θα ισχύει μέχρι τη λήξη της συμφωνίας παράτασης. Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να παραδώσει στην Αιτήτρια αμετάκλητη τραπεζική εγγύηση για το πιο πάνω ποσό, υπό το φως όμως της προσωπικής εγγύησης που είχε υπογράψει ο Εναγόμενος 2 και ο Καθ' ου η Αίτηση και ενόψει των καλών και φιλικών σχέσεων που οι Διευθυντές της Αιτήτριας είχαν με τον Καθ' ου η Αίτηση και τον Εναγόμενο 2, δεν επέμεναν στην εφαρμογή του όρου για λήψη αμετάκλητης τραπεζικής εγγύησης. Μετά τη λήξη της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 2.4.08, οι Εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικιάσεως του 2006, της συμφωνίας παράτασης ως επίσης της προσωπικής εγγύησης, παρέλειψαν και εξακολουθούν να παραλείπουν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό προς την Αιτήτρια παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη Εταιρείας 1 λειτουργούσε κανονικά το ως άνω συγκρότημα τουριστικών διαμερισμάτων. Στις 19.10.09, η Αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων της έστειλε διπλοσυστημένη επιστολή προς την Εναγομένη Εταιρεία 1, την οποία παρέλαβε ο Εναγόμενος 2 με την οποία, μεταξύ άλλων η Αιτήτρια καλούσε την Εναγομένη Εταιρεία 1 να της καταβάλει το ποσό των €78.750 το οποίο αφορούσε τα οφειλόμενα ενοίκια για την ενοικίαση του συγκροτήματος κατά τις τρεις τριμηνίες από 1.2.09 μέχρι 1.11.
- Η Εναγόμενη Εταιρεία 1 ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην πιο πάνω επιστολή. Στις 26.11.2009, ο Εναγόμενος 2 προσήλθε στα γραφεία των δικηγόρων της Αιτήτριας και παρέδωσε τα κλειδιά του συγκροτήματος των τουριστικών διαμερισμάτων τερματίζοντας με αυτό τον τρόπο παράνομα τη συμφωνίας ενοικίασης του 2006 και τη συμφωνία παράτασης. Αποτέλεσμα της παράλειψης αυτής των Εναγομένων να καταβάλουν το ως άνω ποσό στην Αιτήτρια, ήταν να καταχωρηθεί στις 18.6.10 η υπό συζήτηση αγωγή. Κατά ή περί τις αρχές του 2011, μετά από έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, περιήλθε σε γνώση της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είναι ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του ακινήτου που περιγράφεται στην Αίτηση, ως επίσης ότι ο Εναγόμενος 2 μέχρι τις 20.12.10 ήταν ιδιοκτήτης του ½ του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6/2195, στην Ενορία Αγίου Γεωργίου στα Λατσιά στην τοποθεσία Κουτσοπέρτικα, Τμήμα 6, Φ/Σ 30/23Ε2, Τεμ.
- Το εν λόγω ακίνητο ο Εναγόμενος 2 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στη σύζυγο του και θυγατέρα του Εναγομένου
- Αποτελεί θέση της ομνύουσας ότι η ενέργεια του Εναγομένου 2 να μεταβιβάσει δυνάμει δωρεάς στη σύζυγο του το πιο πάνω ακίνητο ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της παρούσας αγωγής συνιστά πράξη καταδολίευσης και αποδεικνύει την πρόθεση των Εναγομένων να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν την Αιτήτρια από μελλοντική εκτέλεση και εφαρμογή δικαστικής απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, αποτελεί θέση της ότι οι Εναγόμενοι δεν είναι κάτοχοι οποιασδήποτε άλλης περιουσίας, θέτοντας παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου πιστοποιητικά έρευνας για τα εγγεγραμμένα κτήματα στο όνομα του Εναγομένου 2 στην περιοχή Λατσιών και για εγγεγραμμένα κτήματα στο όνομα του Εναγομένου 3 στην περιοχή Μιτσερού από τα οποία προκύπτει ότι στις εν λόγω περιοχές ο Εναγόμενος 2 και ο Εναγόμενος 3 - Καθ΄ου η Αίτηση σε αυτή τη διαδικασία δεν έχουν καμία ιδιοκτησία στις εν λόγω γεωγραφικές περιοχές. Το πιο πάνω ιστορικό, υποδεικνύει η ομνύουσα, αποτελεί απόδειξη της κακόπιστης συμπεριφοράς των Εναγομένων ως επίσης της στάσης τους να δυσκολέψουν την εκτέλεση πιθανής μελλοντικής απόφασης υπέρ της Αιτήτριας που θα εκδοθεί στα πλαίσια της υπό συζήτηση αγωγής. Υπάρχει σοβαρός και πραγματικός κίνδυνος, προτάσσει, ο Καθ' ου η Αίτηση πριν την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή, ανά πάσα στιγμή, να πωλήσει, υποθηκεύσει ή μεταβιβάσει, διαθέσει ή αποποιηθεί ή επιβαρύνει ή δεσμεύσει ή αποξενώσει την περιουσία του που πιο πάνω αναφέρεται, με αποτέλεσμα να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εναντίον του. Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος, υποδεικνύει τέλος, ο Καθ' ου η Αίτηση να συμπεριφερθεί με παρόμοιο τρόπο όπως ο Εναγόμενος 2 γαμπρός του, μεταβιβάζοντας, διαθέτοντας, πωλώντας, επιβαρύνοντας ή δεσμεύοντας ή αποξενώνοντας το ως άνω ακίνητό του προκαλώντας στην Αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά καθιστώντας αδύνατη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ένσταση του Εναγομένου 3 - Καθ' ου η αίτηση στηρίζεται επίσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1, 2, 3 και 4, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 Άρθρα 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960, Άρθρα 21
(1), 31 και 32, στα Άρθρα 15, 17 και 34 του Συντάγματος, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: «
- Η αίτηση είναι αστήρικτη ή/και λανθασμένη ή/και καταχρηστική ή/και στηρίζεται επί των λανθασμένων ή/και είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς θεσμούς ή/και μη συνάδουσα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς ή/και πάσχει ή/και είναι αντινομική και συγκεκριμένα: α. Δεν στηρίζεται ή/και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και δη i. δεν αποκαλύπτεται καλή ή/και συζητήσιμη υπόθεση ii. το ζήτημα που εγείρεται δεν είναι σοβαρό iii. οι πιθανότητες επιτυχίας των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου είναι εξ αντικειμένου περιορισμένες β. Δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημία στους Ενάγοντες με την μη έκδοση του διατάγματος. γ. Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια, ενήργησαν με κακή πίστη, απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. δ. Οι Ενάγοντες έκαναν αβάσιμους, ανακριβείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
- Τα Τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί από τους Ενάγοντες είναι ελλιπή και/ή επί σκοπού δεν παρουσιάστηκαν ολοκληρωμένα με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση και/ή εξαπάτηση του Δικαστηρίου.
- Οι Ενάγοντες επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση του αιτήματος τους για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκθεμελιώνοντας το δικαίωμα τους να προσφύγουν στο Δικαστήριο για την έκδοση του εν λόγω προσωρινού διατάγματος.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση τίθενται στην Ένορκη Δήλωση το Γεώργιου Τάντα ημερ. 17.11.11, Εναγομένου 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση. Αποτελεί θέση του ως άνω ομνύοντα, ανάμεσα σε άλλα, ότι οποιαδήποτε εγγύηση είχε δοθεί εκ μέρους του αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τις υποχρεώσεις της Εναγομένης Εταιρείας 1 που πηγάζουν από τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 30.1.03 και των συμπληρωματικών προς αυτή τη συμφωνία ενοικίασης συμφωνιών, ήτοι των συμφωνιών ημερομηνίας 31.1.03 και 13.7.
- Η ως άνω συμφωνία ενοικίασης ημ. 30.1.03 τερματίστηκε και αντικαταστάθηκε με τη συμφωνία ενοικίασης ημ. 7.5.
- Αποτέλεσμα τούτου είναι να τερματιστεί και η οποιαδήποτε προσωπική εγγύηση που ο ίδιος είχε δώσει. Ο ομνύων υποδεικνύει παράλληλα ότι στη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 7.5.05 αλλά και σε αυτήν της 22.2.06, η οποία αντικατέστησε αυτή των 7.5.05, δεν υπάρχει όρος για την από μέρους του προσωπική εγγύηση των υποχρεώσεων της εναγομένης εταιρείας 1, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε όρος ο οποίος να παραπέμπει στη συμφωνία ημερομηνίας 30.1.
- Οι συμφωνίες ενοικίασης ημερομηνίας 7.5.05 και 22.2.06 προβλέπουν ότι οι υποχρεώσεις της Εναγομένης Εταιρείας εξασφαλίζονταν από τραπεζικές εγγυήσεις και όχι από προσωπικές εγγυήσεις ως ήταν και η πραγματική πρόθεση όλων των μερών. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, η αναφερόμενη ως συνεχής εγγύηση από τους Ενάγοντες δεν μπορεί να καλύπτει μεταγενέστερες πράξεις της Εναγομένης Εταιρείας 1 σύμφωνα με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αποτελεί θέση του ότι ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν ενήργησε κατά παράβαση της προσωπικής εγγύησης που είχε δώσει αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Εναγομένης Εταιρείας 1 όπως αυτές πηγάζουν από τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 30.1.
- Προτάσσει ότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την Εναγόμενη Εταιρεία 1 και ως εκ τούτου δεν τον αφορά η οποιαδήποτε διαφορά της εν λόγω εταιρείας με την Ενάγουσα. Υπογραμμίζει παράλληλα ότι οποιεσδήποτε ενέργειες και συμπεριφορές του Εναγομένου 2 δεν δεσμεύουν τον ίδιο, δεν αποτελούν ένδειξη των δικών του προθέσεων ούτε μπορούν να δικαιολογήσουν την αίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας για δέσμευση της δικής του περιουσίας. Απορρίπτει κατηγορηματικά ότι προκύπτει σοβαρός και πραγματικός κίνδυνος για αποξένωση της περιουσίας του, υποδεικνύοντας ότι η επίδικη περιουσία του είναι υποθηκευμένη για πολύ μεγαλύτερο από την αξίωση ποσό, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης της. Σε κάθε περίπτωση, προσθέτει, εάν στις προθέσεις του ήταν να αποξενώσει την επίδικη περιουσία, είχε όλο το χρόνο να το πράξει αφού η αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.6.10 και η εν λόγω αίτηση 14 μήνες μετά. Αποτελεί παράλληλα θέση του ότι η Ενάγουσα όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με την αξία του ακινήτου έτσι ώστε να μην επιδιώκεται η δέσμευση δυσανάλογης περιουσίας με το αξιούμενο ποσό ως η παρούσα περίπτωση. Αποτελεί καταληκτική τοποθέτηση του ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν αποκαλύπτεται καλή και/ή συζητήσιμη υπόθεση, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενώ υπογραμμίζει πως δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για την πρόκληση ζημιάς από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Υποδεικνύεται επίσης ότι η μαρτυρία από την πλευρά της Ενάγουσας αποτελείται από αβάσιμους, ατεκμηρίωτους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αφού γίνονται αναφορές στη συμπεριφορά και πράξεις του Εναγομένου 2 ελλείψει μαρτυρίας για το πρόσωπο του ιδίου, ενώ προτάσσεται ότι το αίτημα υποβλήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση Aίτησης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς για αντεξέταση των δύο ενόρκως δηλούντων. Περιορίστηκαν σε εκτενείς αγορεύσεις τις οποίες φρόντισαν να ετοιμάσουν γραπτώς, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Στην υπόθεση ABP Holdings κ.α. v. Κιτταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, τονίστηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστατευτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54, εξάλλου, αποσαφηνίστηκε ανάμεσα σε άλλα και η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Νομικό υπόβαθρο της υπό συζήτηση Aίτησης, αποτελούν επίσης τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Είναι φανερό, έχοντας υπόψη την αξίωση των εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής σε συνδυασμό με το αντικείμενο της υπό συζήτηση αίτησης, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Τούτο γιατί, ως το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ.6 προβλέπει, το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής. (βλ. Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να διατάξει τη δέσμευση τέτοιου μέρους της ακίνητης περιουσίας ενός εναγομένου, η οποία είναι αρκετή για τη μελλοντική ικανοποίηση του Ενάγοντα σε περίπτωση που ο τελευταίος κερδίσει την αγωγή. Διατάγματα δυνάμει του άρθρου 5 δεν εκδίδονται εκτός αν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα αν φανεί στο Δικαστήριο ότι: (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Καλά αναγνωρισμένη είναι από τη νομολογία μας η διασύνδεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που τίθενται τόσο στο άρθρο 4 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
- Τα ως άνω άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, παρά την ειδική ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν, δεν αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζουν το γενικότερο πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση των παρεμπίπτων διαταγμάτων. [βλ. ABP Holdings κ.α. (ανωτέρω)]. Γενικές προϋποθέσεις που τίθενται με το γενικότερο άρθρο 32 του Ν.14/60, εξακολουθούν να ισχύουν σε συνδυασμό με τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ.
- Όπου το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αίτησης στην οποία έχουν εφαρμογή τόσο οι πρόνοιες του άρθρου 5 όσο και οι πρόνοιες του άρθρου 32, είναι αναγκαίο να επιβεβαιωθεί ότι συνυπάρχουν τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο
- (βλ. σχετικά Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 CLR 520, Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 882 και Ζεμενίδης (ανωτέρω). Στην υπόθεση Λακαταμίτης (ανωτέρω) ο τότε Πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης υπέδειξε ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο γιατί ένα διάταγμα όπως αυτό που προνοείται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 να μην μπορεί επίσης να εκδοθεί και κάτω από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 ή ταυτόχρονα κάτω και από τα δύο άρθρα. Περαιτέρω, στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ,
(2001)1Β ΑΑΔ 785, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides v. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, M & M Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου Πολιτική Έφεση 8986 ημερ. 30/5/94, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου Πολιτική Έφεση 8181 ημερ. 23/3/95). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης, ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι υπ΄ αριθμό 2 και 3 λόγοι ένστασης, όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης δεν μπορούν να επιτύχουν. Τα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των Αιτητών, δεν φαίνεται να παρουσιάζονται ελλειπή, κατά τρόπο μάλιστα που να οδηγούν σε παραπλάνηση και/ή σε εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Αντίθετα, έχοντας υπόψη το σύνολο των αναφορών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενες με τα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, φαίνεται η πλευρά των Αιτητών να έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το σύνολο των στοιχείων που είχε στη διάθεση της και τα οποία παρουσιάζονται να έχουν τη δική τους σημασία στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας Αίτησης. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση, ενώ προβάλλει την ως άνω θέση σε σχέση με τα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των Αιτητών, δεν την προώθησε εξηγώντας και εξειδικεύοντας καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη θέση του, εγκαταλείποντας ουσιαστικά τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης, ενώ όταν του δόθηκε η ευκαιρία από το Δικαστήριο να εμφανιστεί στη διαδικασία, έχοντας ουσιαστικά μετατραπεί η μονομερής αίτηση σε αίτηση δια κλήσεως, κανένα άλλο στοιχείο ή τεκμήριο δεν έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κατά τρόπο που να ενισχύεται έστω η ως άνω προβαλλόμενη θέση. Ομοίως, το ζήτημα της όποιας καθυστέρησης στην προώθηση του υπό συζήτηση αιτήματος, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση δεν φαίνεται να αποκτά καθοριστική σημασία στην πορεία της υπό συζήτηση Αίτησης, αποτελώντας, από μόνη της, ανάχωμα ικανό να αποτρέψει την προώθηση του αιτήματος. Πέραν του γεγονότος ότι η Αίτηση κατά την εξέλιξη της διαδικασίας φαίνεται να έχει μετατραπεί σε διά κλήσεως, κατά τρόπο δηλαδή που ελλείπει η αναγκαιότητα να πειστεί το Δικαστήριο ότι συντρέχει η προϋπόθεση του κατ΄ επείγοντος για να επιληφθεί της αίτησης μονομερώς, στη βάση όσων η πλευρά των αιτητών έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, και τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, οι Ενάγοντες - Αιτητές κατά ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2011, μετά από έρευνα στην οποία προέβηκαν στο αρμόδιο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας διαπίστωσαν ουσιαστικά ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου το οποίο επιθυμούν να δεσμεύσουν με το αιτούμενο διάταγμα. Το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση, όπως υπέδειξε ο σεβαστός Δικαστής κ. Χατζηχαμπής στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Χριστοδούλου ν. Antonious Μ.F.M. Vraets
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475, όπου εξετάστηκε μεταξύ άλλων το ζήτημα του κατ΄ επείγοντος όπως αυτό τίθεται με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της ίδιας της αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι Ενάγοντες, μετερχόμενοι σύννομα μέσα, επιχειρούν με τη συμμετοχή του Εναγομένου 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση στη διαδικασία, να επιτύχουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η επιδίωξη έκδοσης διατάγματος ως το υπό συζήτηση, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, στα πλαίσια αίτησης διά κλήσεως και χωρίς παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση, αποτελεί δυνατότητα καλά αναγνωρισμένη από τη νομολογία μας. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογημένα καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (Jonitexo Ltd v. Adidas και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου [ανωτέρω]). Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση αντικρουόμενων ισχυρισμών ούτε προβαίνει σε αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας και κατάληξη στα τελικά συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ως πιο πάνω έχει ήδη υποδειχθεί η προϋπόθεση της κατάδειξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο πέραν από την αναγκαιότητα να αποκαλυφθεί μία συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δικογραφία. Ουσιαστικά, όπως η νομολογία των Δικαστηρίων μας καλά υποδεικνύει, η πρώτη προϋπόθεση η οποία θα πρέπει να συντρέχει έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης στην εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Η δεύτερη προϋπόθεση, που σε κάποιο βαθμό έχει κριθεί ότι είναι αλληλένδετη με την πρώτη, ουσιαστικά έχει να κάνει με την πραγματική θεμελίωση της αίτησης στην εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, σε σχέση πάντα με την προσφερόμενη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών, όπως αυτές βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο της διαδικασίας, δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Τούτο γιατί η αξίωση τους αποτελεί αξίωση που νομικά μπορεί να θεμελιωθεί. Εδράζεται σε ισχυριζόμενη παραβίαση συμφωνίας και περιλαμβάνει αξιώσεις και διεκδικήσεις που απορρέουν από αυτή. Σε σχέση όμως με την δεύτερη προϋπόθεση, έχοντας πάντα κατά νου τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των αιτητών, χωρίς επ΄ ουδενί το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε αξιολόγηση και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής σε βάρος του Εναγομένου 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση, στον περιορισμένο έστω βαθμό που η νομολογία έχει τάξει για διαδικασίες ως η υπό συζήτηση. Η αναγκαιότητα κατάδειξης από την πλευρά του αιτητή, κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας, δεν μπορεί ασφαλώς να αποτελεί απλώς σχήμα λόγου κενό περιεχομένου. Το Δικαστήριο, στη βάση όλων όσων τίθενται υπόψη του, χωρίς αξιολόγηση τους και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα θα πρέπει να διαπιστώσει το ορατό ενδεχόμενο επυτυχίας. Έχοντας υπόψη τα έγγραφα που οι ίδιοι οι Ενάγοντες - Αιτητές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τις συμφωνίες που κατά καιρούς έχουν συναφθεί μεταξύ των Εναγόντων της και της Εναγομένης εταιρείας 1, τη συμφωνία εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 αλλά και τις εγγυητικές επιστολές που κατά καιρούς δόθηκαν από την πλευρά της Εναγομένης 1 ως όρος και προϋπόθεση για την εγκυρότητα συμφωνιών ενοικίασης, αρχής γενομένης από αυτήν της ημερομηνίας 7.5.2005 και εντεύθεν, χωρίς επ' ουδενί το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιαδήποτε διεργασία αξιολόγησης τους, αισθάνομαι πραγματικά ότι η πλευρά των Αιτητών με τα στοιχεία που η ίδια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου απέτυχε να θεμελιώσει την αίτηση της, υπό την έννοια ότι δεν έχει καταδείξει, στο βαθμό έστω που απαιτείται από αυτήν σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούνται σε θεραπεία σε βάρος του Εναγομένου - Καθ΄ ου η Αίτηση 3. Η τρίτη προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 32 του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή εύκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αποτελεί ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί πανομοιότυπη ουσιαστικά προϋπόθεση όπως αυτή τίθεται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, σύμφωνα με την οποία τυχόν μη έκδοση του διατάγματος δυνατό να εμποδίζει την ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, σπεύδω ευθύς εξαρχής να υπογραμμίσω πως ως προκύπτει από τη νομολογία, το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης ενός ενάγοντα μπορεί να κριθεί υπαρκτός, συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited, (ανωτέρω) o σεβαστός Δικαστής κ. Κωνσταντινίδης υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Σε κάθε περίπτωση πάντως η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχτεί πρόθεση αποξένωσης ενός περιουσιακού στοιχείου, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί η αγωγή στη βάση της οποία οι ενάγοντες-αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελος τους. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου η υπόδειξη στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1B AAΔ.1237, ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, ενώ παράλληλα, ως έχει εντοπιστεί στην Marketrents (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1759), η έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση δεν μπορεί να θεωρείται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους. Σπεύδω εξ αρχής να σημειώσω ότι η παραπομπή σε συμπεριφορές άλλων εναγομένων σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας τους, δεν βοηθά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση των Αιτητών. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2, συγγενικό πρόσωπο του Εναγόμενου 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση αποξένωσε περιουσιακό του στοιχείο σε χρόνο μάλιστα πολύ προγενέστερο από την προώθηση της υπό συζήτηση Αίτησης, μεταβιβάζοντας το στη σύζυγο του και θυγατέρα του Εναγομένου 3, υπό το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει πρόκρημα για τη συμπεριφορά του τελευταίου. Ούτε από μόνο του το γεγονός τούτο μπορεί να αποτελέσει το βάθρο που θα δικαιολογούσε την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι πρόθεση και του Εναγομένου 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση είναι να αποξενωθεί της περιουσίας του που περιγράφεται στην Αίητηση, προς παρεμπόδιση της εκτέλεσης τυχόν μελλοντικής απόφασης που θα εκδοθεί σε βάρος του και προς όφελος των Αιτητών. Το γεγονός και μόνο άλλωστε ότι μετά την παρέλευση αρκετών μηνών από τη μεταβίβαση της περιουσίας του Εναγομένου 2 ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε παρόμοια ενέργεια σε σχέση με την δική του ακίνητη περιουσία, καθιστά κατά την αντίληψη μου οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση του συγκεκριμένου ζητήματος αχρείαστη. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ο γενικός τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η θέση των Αιτητών ότι ο Εναγόμενος 3 δεν είναι κάτοχος οποιασδήποτε άλλης περιουσίας. (παραγρ. 23 της ένορκης δήλωσης της Μάρως Περσιάνη που υποστηρίζει την αίτηση). Η παρουσίαση εξάλλου πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης περιουσίας, με βάση το οποίο ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν φαίνεται να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στην περιοχή Μιτσερού, από μόνη της, δεν θα ήταν δυνατή να καταδείξει ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση στερείται οποιασδήποτε άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση, ουσιαστικά δεν σχολιάζει καν την ως άνω γενικά έστω προβαλλόμενη θέση, αφού ο ομνύον Καθ΄ ου η Αίτηση σχολιάζοντας τις ως άνω αναφορές της πλευράς των Αιτητών, περιορίζεται να δηλώσει στη δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση (παράγραφος 12), ότι οποιεσδήποτε ενέργειες και συμπεριφορές του Εναγομένου 2 δεν τον δεσμεύουν ούτε αποτελούν ένδειξη των δικών του προθέσεων, υποδεικνύοντας ότι αν είχε πρόθεση να αποξενώσει την επίδικη περιουσία του θα έπραττε ουσιαστικά τούτο πολύ ενωρίτερα, αφού η καταχώρηση της αγωγής εκκρεμεί ήδη από τις 18.6.10. Παράλληλα η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση δεν ζήτησε καν να αντεξετάσει την πλευρά των Αιτητών σε σχέση τουλάχιστον με τον ως άνω ισχυρισμό, ότι δηλαδή ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν είναι κάτοχος οποιασδήποτε άλλης περιουσίας. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η ως άνω γενική τοποθέτηση της πλευράς των Αιτητών για την περιουσιακή κατάσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση να παραμείνει αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η ακίνητη περιουσία η οποία επιδιώκεται να δεσμευτεί με την έκδοση του ανάλογου διατάγματος, δεν πρέπει ασφαλώς να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας. Ο αιτών διάδικος πέραν από την υποχρέωση να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του καθ' ου η αίτηση, θα πρέπει παράλληλα να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία και μαρτυρία σε σχέση με την φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας την δέσμευση της οποίας επιζητεί. Το Δικαστήριο, για να μπορεί ασκώντας πάντα την διακριτική του ευχέρεια να διατάξει όπως ακίνητη περιουσία ή ανάλογο μέρος της δεσμευτεί πριν από την αποπεράτωση της αγωγής, με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και το άρθρο 5 του Κεφ. 6, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ανάλογη προς τούτο μαρτυρία. Κατάλληλη και επαρκή δηλαδή μαρτυρία για τα ακίνητα των οποίων η δέσμευση επιζητείται και την κατά προσέγγιση αξία τους ώστε αυτή να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης του Αιτητή. Με την απουσία αυτού του στοιχείου, αφαιρείται ουσιαστικά το βάθρο εκείνο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η αξία του ακινήτου του Εναγομένου 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση, το οποίο επιδιώκεται με την παρούσα Αίτηση να δεσμευτεί, δεν έχει προσδιοριστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ασφαλώς η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών, ως προκρίθηκε κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων της, ότι δηλ.το Δικαστήριο θα μπορούσε από μόνο του να προβεί σε υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της αξίας του περί ου ο λόγος ακινήτου με βάση την αγοραστική αξία του ακινήτου το 1980, ως αυτή καταγράφεται στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 16) που παρουσίασε η πλευρά της, δεν μπορεί να βοηθήσει την περίπτωση. Το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό, στη βάση μάλιστα ελλειπών στοιχείων, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντινομικό να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα εκτιμητή της σημερινής αξίας του ακινήτου. Ο σεβαστός πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Μ. Πικής, Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπως ήταν τότε, προσεγγίζοντας το ζήτημα ανέφερε και τα ακόλουθα στα πλαίσια της απόφασης του στην αγωγή υπ΄ αρ. 943/75 του Ε.Δ. Λάρνακας: "In order to substantiate an allegation of a possible hindrance, in the context of s.5, Cap.6, evidence must be forthcoming as to the financial position of the defendants so that it may appear that if the defendants alienate the whole or part of their immovable property plaintiff may be unable to recover the amount that may possibly be named in a judgment in his favour. In the present application nothing has been said about the financial position of the defendants or the value of their immovable property. Lastly, in the absence of concrete evidence tending to throw light on the nature and value of the immovable property sought to be attached it would be quite impossible for the Court to exercise its discretion and direct that a specific part of such property be attached pending the determination of the action." Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πλευρά των εναγόντων-αιτητών απέτυχε να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση συντρέχουν, σωρευτικά, το σύνολο των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και το άρθρο 5
(2)του Κεφ.6 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναπόδραστα η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη, με έξοδα προς όφελος των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων-αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο