← Κύπρος

Ανδρέα Ανδρέου κ.α. ν. AL HALILE ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1769/11, 8 Μαρτίου, 2012

Ανδρέα Ανδρέου κ.α. ν. AL HALILE ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1769/11, 8 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1769/11 Μεταξύ:

  1. Ανδρέα Ανδρέου, από Δρομολαξιά
  2. Κωνσταντίνου Ανδρέου, από Δρομολαξιά Ενάγοντες και
  3. AL HALILE ENTERTAINMENT LTD H.E. 76565, από Λάρνακα
  4. Σάββα Κοτσώνια, αρ. ταυτ. 610768, από Λάρνακα
  5. Γιάννη Πική, αρ. ταυτ. 653149, από Αραδίππου Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 15.9.11 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Μαρτίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κος Μ. Παπαθανασίου για Παπαθανασίου & Παστελλίδης ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 2: κος Μ. Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & Σία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο 2 να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει ή επιβαρύνει την ακίνητη περιουσία, στοιχεία της οποίας προσδιορίζονται στην παράγραφο (Α) της Αίτησης, μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στη Δ.48, θθ.1-3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των κανόνων της επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα αρ. 1 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ® Η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και οι Εναγόμενοι 2 και 3 διευθυντές και ή αξιωματούχοι της εταιρείας. ® Η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο κατείχε δυνάμει σύμβασης με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών το υποστατικό που βρίσκεται σε μέρος του Τουρκοκυπριακού τεμαχίου με αρ. 329 Φ/Σχ L/16 στη Λάρνακα εντός του οποίου στεγαζόταν επιχείρηση κέντρου αναψυχής - καφεστιατορίου και το οποίο λειτουργούσε με την ονομασία Al-Halile. ® Στις 10.9.09 δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησης επιχείρησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) η Εναγόμενη 1 εταιρεία συμφώνησε να πωλήσει στους Ενάγοντες την εμπορική εύνοια, τη φήμη και πελατεία (goodwill) της πιο πάνω αναφερόμενης επιχείρησης, υπό την αίρεση ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών θα παραχωρούσε στους Ενάγοντες τα δικαιώματα χρήσης του υποστατικού συνάπτοντας μαζί τους νέα σύμβαση μίσθωσης του υποστατικού. ® Μεταξύ των ρητών όρων της συμφωνίας ήταν και ο όρος ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία, υπό την αίρεση ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών θα υπέγραφε νέα συμφωνία μίσθωσης του Τουρκοκυπριακού υποστατικού με τους Ενάγοντες, θα πωλούσε στους Ενάγοντες την επιχείρηση με σκοπό τη συνέχιση των εργασιών της ως δρώσα οικονομική μονάδα. Περαιτέρω προβλέπετο ότι σε περίπτωση που ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για οποιοδήποτε λόγο δεν παραχωρούσε νέα συμφωνία ενοικίασης για το Τουρκοκυπριακό υποστατικό στους Ενάγοντες, η συμφωνία θα θεωρείτο εξ υπαρχής άκυρη και, σε τέτοια περίπτωση, η Εναγόμενη 1 θα ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει στους Ενάγοντες, το αργότερο σε δέκα μέρες οποιοδήποτε ποσό είχε λάβει, οι δε Ενάγοντες θα ήταν υποχρεωμένοι να παραδώσουν την κατοχή του υποστατικού. ® Δυνάμει των όρων της συμφωνίας οι Ενάγοντες θα έπρεπε να καταβάλουν σταδιακά προς την Εναγόμενη 1 το συνολικό ποσό των €325.000 πλέον ΦΠΑ. Από το ποσό αυτό οι Ενάγοντες κατέβαλαν προς την Εναγόμενη 1 όλο το ποσό πλην ποσού €13.576, ήτοι κατεβλήθη συνολικά το ποσό των €311.
  7. ® Στις 13.12.10 οι Ενάγοντες έλαβαν απάντηση από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών σε ό,τι αφορά την αίτηση τους για να τους παραχωρηθεί το επίδικο υποστατικό με την οποία κατ' αρχήν ενεκρίθη το αίτημα τους για μίσθωση του υποστατικού με τον πρόσθετο, όμως, όρο για μη χρήση μουσικής και οινοπνευματωδών ποτών στο υποστατικό. Οι Ενάγοντες μη αποδεχόμενοι τους πρόσθετους όρους που τέθηκαν έκαναν διαβήματα προς το Υπουργείο Εσωτερικών και ή τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, χωρίς, όμως, να εισακουστούν και στις 25.2.11 κλήθηκαν να υπογράψουν τη σύμβαση παραχώρησης. Ακριβώς στο σημείο αυτό τους εδόθη έγγραφο με επιπρόσθετους όρους στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι όροι για μη χρήση μουσικής και οινοπνευματωδών ποτών οι οποίοι στην ουσία αποστερούσε στους Ενάγοντες το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν την επιχείρηση που αγόρασαν ως κέντρο αναψυχής-καφεστιατόριο. ® Το υποστατικό μέχρι και τη συμφωνία για αγορά της επιχείρησης από τους Ενάγοντες λειτουργούσε ως κέντρο αναψυχής-καφεστιατόριο και οι Ενάγοντες είχαν αγοράσει την επιχείρηση με τις προϋποθέσεις που προνοούνταν στη συμφωνία προκειμένου να συνεχίσουν την επιχείρηση ως είχε και ή ως δρώσα οικονομική μονάδα. ® Με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 28.2.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ) ειδοποίησαν τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ότι δεν αποδέχονταν οι Ενάγοντες τους όρους που τίθεντο και ζητούσαν την επανεξέταση του θέματος και την παραχώρηση σ' αυτούς όλων των δικαιωμάτων σε σχέση με τα θέματα μουσικής/ποτού κτλ που είχαν οι προηγούμενοι μισθωτές. ® Σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών απέστειλε επιστολή ημερ. 29.4.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) προς τους δικηγόρους των Εναγόντων με την οποία τους ανακοίνωνε ότι ο Κηδεμόνας αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα τους και παράλληλα να ακυρώσει την απόφαση του για εκμίσθωση του υποστατικού προς τους Ενάγοντες, ενώ παράλληλα τους καλούσε να εκκενώσουν και παραδώσουν το υποστατικό στην υπηρεσία του. ® Κατόπιν της πιο πάνω εξέλιξης οι Ενάγοντες μη έχοντας άλλη επιλογή και εφόσον με βάση τη Συμφωνία η μη σύναψη συμφωνία μίσθωσης μεταξύ των Εναγόντων και του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών συνεπάγεται ότι η επίδικη Συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη και η Εναγόμενη 1 εταιρεία οφείλει να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε, οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους προς την Εναγομένη 1 ημερ. 10.5.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ) ζήτησαν την επιστροφή του τιμήματος που πλήρωσαν ως τίμημα αγοράς ενώ τους ειδοποιούσαν παράλληλα ότι μπορούσαν να λάβουν κατοχή του υποστατικού καθότι οι Ενάγοντες το είχαν ήδη εγκαταλείψει. ® Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν γραπτώς την πιστή τήρηση της επίδικης συμφωνίας και την επιστροφή όλων των ποσών προς τους Ενάγοντες από την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Για το λόγο αυτό στάληκαν επιστολές και προς αυτούς με τις ίδιες αξιώσεις όπως η επιστολή ημερ. 10.5.
  8. ® Με βάση την επίδικη Συμφωνία οι Ενάγοντες μπορούσαν να προχωρήσουν στην ανακαίνιση του υποστατικού και σε περίπτωση κήρυξης της Συμφωνίας άκυρης εξ υπαρχής τότε η Εναγόμενη 1 εταιρεία όφειλε να τους αποζημιώσει για οποιοδήποτε ποσό είχαν πληρώσει. Οι Ενάγοντες προχωρώντας σε ανακαινίσεις στο υποστατικό πλήρωσαν ποσό γύρω στις €52.000 το οποίο ζητήθηκε από τους Εναγόμενους. ® Λόγω της μη ανταπόκρισης των Εναγομένων και τη μη καταβολή οποιουδήποτε ποσού δόθηκαν από τους Ενάγοντες οδηγίες στους δικηγόρους τους για λήψη δικαστικών μέτρων. ® Έγινε έρευνα στο Κτηματολόγιο Λάρνακας σε σχέση με την ακίνητη περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγομένου 2 η οποία αποκάλυψε την ύπαρξη έξι ακινήτων όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς. Η αξία των εν λόγω ακινήτων έχει τύχει εκτίμησης και προέκυψε ότι ανέρχεται συνολικά σε ποσό €664.975, ενώ οι επιβαρύνσεις επί αυτών ανέρχονται σε ποσό €304.946,16 και συνεπώς η καθαρή αξία των εν λόγω ακινήτων είναι σήμερα €360.028,
  9. ® Η απαίτηση των Εναγόντων ανέρχεται σε ποσό €363.424 πλέον τόκοι και χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν μπορούν οι Ενάγοντες να εξασφαλιστούν σε περίπτωση επιτυχίας τους. ® Η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν έχει άλλη περιουσία, κινητή ή ακίνητη αλλά ούτε και εισοδήματα αφού μοναδικός της σκοπός ήταν η διαχείριση του επίδικου υποστατικού. Τη δεδομένη στιγμή το υποστατικό δεν λειτουργεί, ο δε Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών έχει ζητήσει από την Εναγόμενη 1 την παράδοση του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΙΒ). ® Ο Εναγόμενος 2 εργάζεται και είναι μέτοχος στις εταιρείες Sirocco Fashion Center και Fashion People S.K.A. και έχει μηνιαίο μισθό γύρω στις €4.000, ενώ έχει την ακίνητη περιουσία που αναφέρθηκε ανωτέρω. ® Ο Εναγόμενος 3 δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία, εργάζεται δε στην εταιρεία Sirocco Fashion Center στην οποία είναι μέτοχος και έχει μηνιαίο μισθό γύρω στις €2.
  10. ® Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και έκδοσης απόφασης υπέρ των Εναγόντων αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι Ενάγοντες παραμένουν εκτεθειμένοι. Είναι λογικό ότι τέτοια ψηλή απαίτηση δεν δύναται να ικανοποιηθεί με τους μισθούς των Εναγομένων 2 και 3, ενώ όσον αφορά την ακίνητη περιουσία υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο μεταβίβασης της και επιβάρυνσης της. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48, θθ.1-3, 8 και 9, Δ.39, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των κανόνων της επιείκειας ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Δεν αποκαλύπτεται καλό αγώγιμο δικαίωμα, ούτε υπάρχει οποιοδήποτε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Δεν έγινε ειλικρινής και πλήρης αποκάλυψη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταχωρήσει έκθεση απαίτησης με αποτέλεσμα να δυσχεραίνουν το έργο του Δικαστηρίου για εξακρίβωση καλής βάσης αγωγής με πιθανότητα επιτυχίας. Οι Ενάγοντες έχουν καθυστερήσει υπέρμετρα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι Ενάγοντες δεν κάνουν καμία αναφορά στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης εταιρείας τα οποία γνωρίζουν, ούτε και σε περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 3, ούτε και αναφέρονται στο ενδεχόμενο μη ικανοποίησης εκδοθείσας απόφασης υπέρ τους. Οι Ενάγοντες δεν επικαλούνται και δεν βασίζουν την Αίτηση τους στη Δ.39, θ.2 και υπό τις περιστάσεις η Αίτηση πάσχει από ακυρότητα και/ή οι πληροφορίες που επικαλούνται από τρίτα πρόσωπα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ø Ο Ενάγοντας 1 εδώ και πάρα πολλά χρόνια λειτουργούσε την επιχείρηση καφεστιατορίου της Εναγόμενης 1 εταιρείας στο επίδικο Τουρκοκυπριακό υποστατικό ως Διαχειριστής εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας. Πάντοτε ήταν επιθυμία του να αγοράσει την επιχείρηση. Ø Ο Ενάγοντας 1 το Σεπτέμβριο του 2007 προχώρησε εναντίον του Εναγομένου 2 και του Εναγομένου 3 σε αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ' αρ. 2703/07 επικαλούμενος ψευδώς ότι ήταν ο κάτοχος του επίδικου υποστατικού και ότι του ανήκε η επιχείρηση. Με την ένσταση που καταχωρήθηκε στην αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος φάνηκε ότι η επιχείρηση άνηκε στην Εναγόμενη 1 και ότι η αγωγή και η αίτηση του Ενάγοντα ήταν παντελώς ψευδής και ανυπόστατη. Ακολούθως στις 12.11.07 υπογράφηκε συμφωνία διευθέτησης της αγωγής υπ' αρ. 2703/07 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ). Επί της εν λόγω Συμφωνίας ο Ενάγοντας 1 αναγνωρίζει ότι το υποστατικό δεν έχει άδειες λειτουργίας και ότι χρειάζονται εργασίες για να εκδοθούν. Ø Στις 10.9.09 υπογράφηκε Συμφωνία για πώληση της επιχείρησης της εταιρείας Εναγόμενης 1 προς του Ενάγοντες. Την ίδια μέρα και ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συμφωνίας ο δικηγόρος Μιχάλης Δειλινού, ο τότε δικηγόρος των Εναγόντων, συνέταξε επιστολή την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 και ο Εναγόμενος 3 δια της οποίας ενημέρωναν τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για την πρόθεση τους να παραιτηθούν από την κατοχή του υποστατικού και να γίνει νέα μίσθωση με τους Ενάγοντες. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) Ø Σε καμία περίπτωση αναφέρεται στην επίδικη Συμφωνία τι είδους σύμβαση θα υπέγραφαν οι Ενάγοντες με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και ουδέποτε οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν και/ή συμφώνησαν ως προϋπόθεση και/ή αίρεση την έκδοση συγκεκριμένων αδειών λειτουργίας. Άλλωστε οι άδειες λειτουργίας είχαν πρόβλημα και χρειαζόταν εργασίες για τις οποίες όχι μόνο γνώριζαν οι Ενάγοντες αλλά τις περιέλαβαν στην επίδικη Συμφωνία. Περαιτέρω στην επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε που συντάχθηκε από το Δικηγόρο των Εναγόντων προς υλοποίηση της επίδικης Συμφωνίας αλλά και στην ίδια Συμφωνία γίνεται αναφορά για εκμίσθωση του υποστατικού στους Ενάγοντες χωρίς κανένα περαιτέρω όρο ή προϋπόθεση. Ø Ο Ενάγοντας 1 λόγω της μακράς ενασχόλησης του ως διαχειριστής του κέντρου αναψυχής που λειτουργούσε η Εναγόμενη 1 γνώριζε πολύ καλά ότι δεν υπήρχαν οι απαραίτητες άδειες λειτουργίας. Από την μέρα διευθέτησης της αγωγής υπ' αρ. 2703/07 έγιναν κάποιες εργασίες που αφορούσαν την εν λόγω πολεοδομική άδεια αλλά μέχρι την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί, ούτε και λειτούργησε η επιχείρηση κέντρου αναψυχής. Υπό τις περιστάσεις η αναφορά στο προοίμιο της επίδικης Συμφωνίας "και απρόσκοπτα να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης" δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προϋποθέτει εξασφάλιση αδειών λειτουργίας ως αίρεση στην επίδικη Συμφωνία εφόσον εν γνώσει των συμβαλλομένων άδειες δεν υπήρχαν και χρειαζόταν συμμόρφωση προς πολεοδομική άδεια. Περαιτέρω στον όρο 2 της επίδικης Συμφωνίας η αίρεση αφορά μόνο την υπογραφή νέας Συμφωνίας μίσθωσης και, ακολούθως, η αναφορά "με σκοπό την συνέχιση των εργασιών της ως δρώσας οικονομικής μονάδας" αναφέρεται στην πωλούμενη επιχείρηση και όχι στην αίρεση. Ο όρος 3 της επίδικης Συμφωνίας, όπου δημιουργεί την υποχρέωση της Εναγόμενης 1 στην επιστροφή του τιμήματος πώλησης, η αναφορά στην αίρεση είναι "σε περίπτωση που ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για οποιοδήποτε λόγο δεν παραχωρήσει με νέα συμφωνία ενοικίασης το τουρκοκυπριακό υποστατικό στον αγοραστή" χωρίς καμία απολύτως αναφορά στη λειτουργία ή όχι της επιχείρησης. Δεν γίνεται αναφορά σε υπογραφή συμφωνίας μίσθωσης αλλά σε "παραχώρηση νέας συμφωνίας" δηλαδή η αίρεση συνδέεται με απόφαση του Κηδεμόνα και όχι κατ' ανάγκη σε απόφαση και υπογραφή νέας συμφωνίας. Ø Ο Ενάγοντας πάντα επιθυμούσε να γίνει ιδιοκτήτης της εν λόγω επιχείρησης. Περί το Νοέμβριο του 2008 ο Ενάγοντας μέσω επιστολής του δικηγόρου του πρότεινε την αγορά των μετοχών των Εναγομένων στην Εναγόμενη
  11. Ø Από τον Νοέμβριο του 2008 έγιναν διάφορες συναντήσεις και συζητήσεις με σκοπό την αγορά του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 από τους Ενάγοντες και κατέληξαν οι Εναγόμενοι σε Συμφωνία τον Ιούλιο του 2009 πλην, όμως, αυτή ουδέποτε υπογράφηκε καθότι οι Ενάγοντες επιθυμούσαν πλέον την αγορά της επιχείρησης και όχι του μετοχικού κεφαλαίου. Ø Περί τον Αύγουστο του 2009 και εφόσον δρομολογείτο η σύνταξη της επίδικης Συμφωνίας οι Ενάγοντες με τη συγκατάθεση των Εναγομένων απευθύνθηκαν γραπτώς προς τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών με σκοπό όπως εξετάσει το αίτημα τους για εκμίσθωση του υποστατικού επ' ονόματι τους. Ø Πράγματι ο Κηδεμόνας στις 13.12.10 ενέκρινε τη μίσθωση προς τους Ενάγοντες και μάλιστα με χαμηλότερο ενοίκιο. Το γεγονός ότι η σύμβαση θα ήταν με τον όρο της μη πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και χρήσης μουσικής αφενός δεν αποτελούσε όρο ή προϋπόθεση της επίδικης Συμφωνίας και αφετέρου κάτι τέτοιο δεν εμπόδιζε την λειτουργία της επιχείρησης όπου μεγάλο μέρος της αφορούσε και καφεστιατόριο. Ø Μετά την έγκριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ημερ. 13.12.10 και του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες, αφού έλαβαν γνώση των όρων περί μη χρήσης ποτού και μουσικής, δεν προέβαλαν αξίωση σύμφωνα με την επίδικη Συμφωνία, τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και οι Εναγόμενοι 1 και 3 θεώρησαν την επίδικη Συμφωνία ως ολοκληρωθείσα και ότι η αίρεση είχε εκπληρωθεί. Ø Οι Ενάγοντες χωρίς να ενημερώνουν τους Εναγόμενους και χωρίς να προβάλλουν αξίωση και/ή να κηρύξουν άκυρη τη Συμφωνία ημερ. 10.9.09 προχώρησαν σε αιτήματα άσχετα με τη Συμφωνία και δεν προχώρησαν ως όφειλαν στην υπογραφή συμφωνίας εκμίσθωσης. Ø Ενώ οι Ενάγοντες από τις 13.12.10 γνώριζαν για τις προϋποθέσεις υπογραφής της Σύμβασης εκμίσθωσης του υποστατικού δεν κήρυξαν την επίδικη Συμφωνία ως άκυρη και προχώρησαν σε δική τους διαπραγμάτευση εν αγνοία των Εναγομένων και χωρίς την ανάμειξη τους και με δικές τους ενέργειες προκάλεσαν αναίρεση της απόφασης του Κηδεμόνα για εκμίσθωση του υποστατικού και μόνο μετά τα αποτελέσματα των ενεργειών των Εναγόντων κήρυξαν τη Συμφωνία άκυρη στις 10.5.11, έξι μήνες μετά την απόφαση ημερ. 13.12.
  12. Ø Όσον αφορά την απαίτηση για το ποσό των €52.000 η Συμφωνία ρητά προβλέπει πως τα έξοδα για τις εργασίες που αφορούν την πολεοδομική άδεια είναι ανακτήσιμα και ο Ενάγοντας 1 όχι μόνο δεν παρουσιάζει αποδείξεις αλλά ούτε συνδέει τα ισχυριζόμενα έξοδα με τις αναγκαίες εργασίες που προβλέπει η εν λόγω πολεοδομική άδεια. Ø Ο Ενάγοντας 1 γνωρίζει πολύ καλά ότι η Εναγόμενη 1 έχει περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τον εξοπλισμό και το αποθεματικό, καθώς, επίσης, και την κατοχή ενός υποστατικού για το οποίο έχουν δαπανηθεί τεράστια ποσά για τη διαμόρφωση και τη λειτουργία του ως κέντρο αναψυχής. Ø Η αξία των μετοχών των Εναγομένων στην εταιρεία Sirocco, η οποία ανήκει στον Εναγόμενο 2 και 3 και διαθέτει ιδιόκτητα καταστήματα σ' όλες τις πόλεις και είναι γνωστή για το ρουχισμό του εμπορεύεται, ξεπερνά κατά πολύ την ισχυριζόμενη απαίτηση των Εναγόντων. Ø Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.6.11 και η παρούσα Αίτηση στις 15.9.11 τρεις

(3)και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και μάλιστα με μονομερές διάβημα. Η έρευνα από το Κτηματολόγιο έγινε στις 15.6.11 λίγες μέρες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η Αίτηση μπορούσε να καταχωρηθεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων έχει σκοπό την πρόκληση πίεσης προς τον Εναγόμενο 2 και όχι την εξασφάλιση της οποιασδήποτε τυχόν υπέρ των Εναγόντων εκδοθείσας απόφασης. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ενάγοντα αρ. 1 Ο Ενάγοντας 1, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ­ Το κέντρο αναψυχής το οποίο αφορά η παρούσα υπόθεση το λειτουργούσε ο Ενάγοντας αρ. 1 αρκετά χρόνια, ήτοι από το 2004 μέχρι το 2008 περίπου. Γνωρίζει ότι λόγω κάποιων προβλημάτων στην οικοδομή δεν υπήρχαν οι άδειες ποτού και μεγαφώνων. Το κέντρο λειτουργούσε κανονικά χωρίς τις εν λόγω άδειες αλλά λειτουργούσε, μπορούσε δε να εξασφαλίσει τις άδειες εφόσον υπήρχε συμμόρφωση με τις υποδείξεις των αρμοδίων αρχών. Δεν υπήρχε, δηλαδή, οποιοσδήποτε περιορισμός του Εναγόμενου 1 σε σχέση με τις άδειες ποτού και μεγαφώνων. ­ Η προσπάθεια αποσύνδεσης των αδειών με τη Συμφωνία που υπεγράφη και την αγορά της επιχείρησης είναι τουλάχιστο ατυχής. Ο Ενάγοντας αρ. 1 λειτουργούσε από το 2004 μέχρι το 2008 την επιχείρηση και οι Εναγόμενοι γνώριζαν πολύ καλά ότι η εργασία του στηριζόταν σε διοργανώσεις κυρίως εκδηλώσεων με πολλά άτομα δηλ. γάμους, αρραβώνες, γενέθλια κλπ στις οποίες εκδηλώσεις προσφέρετο ποτό και διασκέδαση με μουσική. Οι Ενάγοντες δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο να προχωρήσουν στη συμφωνία αγοράς της επιχείρησης πληρώνοντας μάλιστα €325.000 ως τίμημα αγοράς και να ξοδέψουν επιπρόσθετα έξοδα για ανακαινίσεις, αν δεν είχαν στο μυαλό τους ότι το κέντρο έχει τη δυνατότητα να τους αποσβέσει το ποσό αυτό, κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει χωρίς τις εκδηλώσεις με μεγάλο αριθμό ατόμων και τη διασκέδαση και ποτό. ­ Εν πάση περιπτώσει όλα τα πιο πάνω και το ενδιαφέρον των Εναγόντων για αγορά της επιχείρησης με δικαίωμα εξασφάλισης αδειών ήταν εν γνώσει των Εναγομένων. Το θέμα αυτό συζητήθηκε τουλάχιστο το 2009 πριν την υπογραφή της Συμφωνίας με τον Εναγόμενο 2 διευθυντή της Εναγόμενης 1 όταν κάλεσε τον Ενάγοντα 1 σε συνάντηση για να συζητήσουν το θέμα αγοράς της επιχείρησης στην οποία συνάντηση τον διαβεβαίωσε ότι οι άδειες θα λαμβάνονταν σίγουρα αφού οι Εναγόμενοι προέβησαν, όπως του είχε αναφέρει, στις ενέργειες που έπρεπε προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών. Οι Εναγόμενοι πράγματι είχαν προβεί στις εν λόγω ενέργειες και συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών που επισημαίνονται στο επισυνημμένο στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11, κάτι που ο Ενάγοντας αρ. 1 διεπίστωσε πριν ακόμα υπογραφεί η επίδικη Συμφωνία. Οι Ενάγοντες τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις όσο και κατά την υπογραφή της Συμφωνίας είχαν πάντα υπόψη τους και ήσαν πεπεισμένοι ότι δεν τίθετο οποιοδήποτε θέμα εν σχέσει με τις άδειες και ότι το δικαίωμα για άδειες ήταν δεδομένο και ότι αυτό θα εξασφαλίζετο. ­ Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι με τη Συμφωνία οι Ενάγοντες έγιναν ιδιοκτήτες εξοπλισμού αξίας €220.000 είναι ψέμα. Όταν υπεγράφη η Συμφωνία και έλαβαν κατοχή οι Ενάγοντες του υποστατικού για έναρξη ανακαινίσεων στο υποστατικό δεν υπήρχε κανένας εξοπλισμός. Τα μόνα πράγματα που υπήρχαν ήταν κάποιες καρέκλες και τραπέζια τα οποία ήταν σε κακή κατάσταση λόγω συνεχούς έκθεσης τους στον ήλιο και τις βροχές και τα οποία δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Ούτε στη Συμφωνία γίνεται αναφορά σε αγορά τέτοιου εξοπλισμού. Η Συμφωνία είναι ξεκάθαρο ότι αφορά πώληση "εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας (goodwill) επιχείρησης" και όχι εξοπλισμό. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την Ακρόαση της παρούσας Αίτησης ο Ενάγοντας αρ. 1 αντεξετάσθηκε από το συνήγορο των Εναγομένων. Κατά την αντεξέταση του προέκυψαν τα ακόλουθα: Συμφώνησε ότι στην επίδικη Συμφωνία δεν γίνεται αναφορά σε θέματα αδειών ποτού και μουσικής. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η επίδικη Συμφωνία έλεγε καθαρά ότι οι Ενάγοντες αγόραζαν την επιχείρηση. Τους Ενάγοντες τους ενδιέφερε το υποστατικό για να μπορεί να λειτουργεί ως κέντρο αναψυχής και όχι ως καφετέρια. Ενόσω ο Ενάγοντας δούλευε το μαγαζί για 4 χρόνια ως κέντρο αναψυχής και δεν είχαν απολύτως κανένα πρόβλημα να βγάλουν τις άδειες ποτού και μουσικής δεν θα είχαν πρόβλημα να συνεχίσουν την επιχείρηση ως είχε. Η επιστολή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ημερ. 13.12.10 απλώς καλούσε τους Ενάγοντες να συμφωνήσουν. Ο Ενάγοντας έστειλε επιστολή στον Κηδεμόνα λέγοντας ότι ήθελε να συνεχίσει το υποστατικό όπως ήταν πριν χωρίς νέα δεδομένα. Είχε πληρώσει €325.000 για να αγοράσει ένα υποστατικό αποτελούμενο μόνο από κολώνες και ταβάνι. Για να μπορέσει να υλοποιήσει το στόχο του και να αποπληρώνει τις δόσεις του έπρεπε η επιχείρηση να συνεχίζει να δουλεύει ως κέντρο αναψυχής. Διαφώνησε ότι η αίρεση ήταν η απόφαση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών να προχωρήσει σε νέα Σύμβαση με τους Ενάγοντες για το υποστατικό (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β) η οποία προήλθε κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντα. Όταν ζητήσαν οι Ενάγοντες το υποστατικό ο Ενάγων μίλησε με αρμόδιες αρχές και πήρε διαβεβαίωση ότι δεν θα είχαν πρόβλημα έγκρισης της επιχείρησης και του υποστατικού με όλες τις άδειες λόγω των νέων σχεδίων που είχαν υποβάλει οι ιδιοκτήτες του υποστατικού και τις κατεδαφίσεις που είχαν κάνει. Ερωτηθείς κατά πόσο ενημέρωσε τους Εναγομένους όταν έλαβε την επιστολή από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ημερ. 13.12.10 απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι αυτό έγινε πάμπολλες φορές και ότι πήγε στα γραφεία τους και τους ενημέρωσε. Ακόμη ότι πήγαν μαζί και σε διάφορα άτομα κλειδιά για να βοηθήσουν. Τόνισε ότι οι Εναγόμενοι έκαναν ενέργειες για να συνεχίσει η επιχείρηση ως είχε χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα, δηλαδή ως κέντρο αναψυχής. Ερωτηθείς κατά πόσο όταν έλαβε την επιστολή τους Κηδεμόνα ημερ. 13.12.10 δεν ζήτησε από τους Εναγόμενους τα λεφτά του πίσω λέγοντας τους ότι η Συμφωνία ήταν άκυρη, απάντησε ότι δεν έκανε κάτι τέτοιο γιατί ο στόχος του ήταν να πάρει καλύτερα επιστολή από τον Κηδεμόνα σε σχέση με τους όρους που είχε για να μπορέσει να συνεχίσει η επιχείρηση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μόνος του πήγε στον Κηδεμόνα χωρίς να εμπλέξει καθόλου τους Εναγόμενους. Αρνήθηκε ότι με δικές του ενέργειες προκάλεσε την απόρριψη της απόφασης του Κηδεμόνα ημερ 13.12.10 με την επιστολή του Κηδεμόνα ημερ. 29.4.11 και πρόσθεσε ότι ο μόνος του στόχος ήταν να πιάσει καλύτερους όρους και όχι να τερματίσει τη Συμφωνία. Ενημέρωσε ο Ενάγων τους Εναγόμενους για να τον βοηθήσουν να επαναδιαπραγματευθεί τη Συμφωνία με τον Κηδεμόνα. Πριν δε υπογραφεί η Συμφωνία οι Εναγόμενοι είχαν διαβεβαιώσει τον Ενάγοντα ότι δεν θα είχαν οι Ενάγοντες οποιοδήποτε πρόβλημα με τις άδειες λόγω του ότι είχαν υποβληθεί νέα σχέδια στην Πολεοδομία και Κηδεμόνα και έγιναν οι διαδικασίες για κάποιες κατεδαφίσεις. Το επίδικο υποστατικό δεν το είχε ο Ενάγων υπό την κατοχή τους το 2008-2009. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o Πρόεδρος Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[6]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[7]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 14/60 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται έγκριση της υπό εξέταση Αίτησης. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Εναγόντων. Με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση Αναγνωριστικής Απόφασης ότι η Συμφωνία των διαδίκων ημερ. 10.9.09 είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ότι τερματίστηκε νόμιμα από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω επιζητούν την επιστροφή του ποσού των €311.424 που οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους Εναγομένους στα πλαίσια εκτέλεσης και/ή υλοποίησης της επίδικης Συμφωνίας και, επιπρόσθετα, ποσό που αφορά έξοδα ανακαινίσεων κλπ. στο επίδικο υποστατικό στο οποίο στεγάζετο η επιχείρηση που αφορούσε η επίδικη Συμφωνία. Οι πιο πάνω θεραπείες βασικά περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι η επίδικη Συμφωνία κατέστη εξ υπαρχής άκυρη και/ή ότι νόμιμα τερματίστηκε από τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να διεκδικούν την επιστροφή όλων των καταβληθέντων προς την Εναγομένη 1 ποσών αλλά και περαιτέρω αποζημιώσεις. Εκείνο το οποίο προκύπτει με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την μη επίτευξη και/ή τη μη εκπλήρωση της αίρεσης επί της οποίας βασίζετο η επίδικη Συμφωνία και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Οι Ενάγοντες πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομική θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην Αίτηση από την πλευρά του Εναγομένου
  3. Η πλευρά των Εναγόντων μέσω της Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντα αρ. 1 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης ισχυρίζεται ότι μεταξύ των ρητών όρων της επίδικης Συμφωνίας ήταν και ο όρος ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία, υπό την αίρεση ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών θα υπέγραφε νέα συμφωνία μίσθωσης του Τουρκοκυπριακού υποστατικού με τους Ενάγοντες, θα πωλούσε στους Ενάγοντες την επιχείρηση με σκοπό τη συνέχιση των εργασιών της ως δρώσα οικονομική μονάδα και ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν παραχωρούσε νέα συμφωνία ενοικίασης για το Τουρκοκυπριακό υποστατικό στους Ενάγοντες, η επίδικη Συμφωνία θα θεωρείτο εξ υπαρχής άκυρη και, σε τέτοια περίπτωση, η Εναγόμενη 1 θα ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει στους Ενάγοντες το αργότερο σε δέκα
(10)μέρες οποιοδήποτε ποσό είχε λάβει, οι δε Ενάγοντες θα ήταν υποχρεωμένοι να παραδώσουν την κατοχή του υποστατικού. Περαιτέρω στην Ένορκο Δήλωση του Ενάγοντα 1 αναφέρεται ότι στις 13.12.10 οι Ενάγοντες έλαβαν απάντηση από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών σ' ό,τι αφορά την αίτηση τους για να τους παραχωρηθεί το επίδικο υποστατικό με την οποία κατ' αρχήν ενεκρίθη το αίτημα τους για μίσθωση του υποστατικού με τον πρόσθετο, όμως, όρο για μη χρήση μουσικής και οινοπνευματωδών ποτών στο υποστατικό. Όπως στη συνέχεια αναφέρει ο ενόρκως δηλών, οι Ενάγοντες μη αποδεχόμενοι τους πρόσθετους όρους που τέθηκαν, έκαναν διαβήματα προς τον Υπουργό Εσωτερικών και/ή τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών χωρίς, όμως, να εισακουσθούν και στις 25.2.11 κλήθηκαν να υπογράψουν τη σύμβαση παραχώρησης. Με επιστολή δε των δικηγόρων τους ημερ. 28.2.11 ειδοποίησαν τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών ότι δεν αποδέχονταν οι Ενάγοντες τους όρους που τίθεντο και ζητούσαν την επανεξέταση του θέματος και την παραχώρηση σ' αυτούς όλων των δικαιωμάτων σε σχέση με τα θέματα μουσικής, ποτού κτλ. που είχαν οι προηγούμενοι μισθωτές. Σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής, συνεχίζει στην Ένορκο Δήλωση ο Ενάγοντας 1, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών απέστειλε επιστολή ημερ. 29.4.11 προς τους δικηγόρους των Εναγόντων με την οποία τους ανακοίνωνε ότι είχε αποφασίσει να απορρίψει το αίτημα τους και, παράλληλα, να ακυρώσει την απόφαση του για μίσθωση του υποστατικού προς τους Ενάγοντες, ενώ παράλληλα τους καλούσε να εκκενώσουν και παραδώσουν το υποστατικό στην υπηρεσία του. Μετά την παράθεση των πιο πάνω, ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται στην Ένορκο Δήλωση του ότι, κατόπιν της πιο πάνω εξέλιξης και εφόσον με βάση τη Συμφωνία η μη σύναψη συμφωνίας μίσθωσης μεταξύ των Εναγόντων και του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών συνεπάγετο ότι η επίδικη Συμφωνία ήταν εξ υπαρχής άκυρη και η Εναγομένη 1 εταιρεία όφειλε να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε, οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία ημερ. 10.5.11 ζήτησαν την επιστροφή του τιμήματος που πλήρωσαν ως τίμημα αγοράς. Από την άλλη η Εναγομένη 1 εταιρεία, αφού αντικρούει τη θέση ότι ο όρος της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και της χρήσης μουσικής αποτελούσε όρο, ή προϋπόθεση της επίδικης Συμφωνίας, ισχυρίζεται ότι ο μόνος όρος ή αίρεση ήταν η υπογραφή νέας συμφωνίας μίσθωσης με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών χωρίς να αναφέρονται στην επίδικη Συμφωνία τι είδους σύμβαση θα υπέγραφαν οι Ενάγοντες με τον Κηδεμόνα τονίζοντας ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν και/ή συμφώνησαν ως προϋπόθεση και/ή ως αίρεση την έκδοση συγκεκριμένων αδειών λειτουργίας. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2, αφού αναφέρεται στην έγκριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών ημερ. 13.12.10, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες, χωρίς να ενημερώνουν τους Εναγομένους, προχώρησαν σε αιτήματα άσχετα με τη Συμφωνία και δεν προχώρησαν, ως όφειλαν, στην υπογραφή της συμφωνίας εκμίσθωσης και ότι με δικές τους ενέργειες προκάλεσαν αναίρεση της απόφασης του Κηδεμόνα για εκμίσθωση του υποστατικού. Η πλευρά των Εναγόντων, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησε συμπληρωματική Ένορκο Δήλωση του Ενάγοντα 1 στην οποία αναφέρει ότι το κέντρο λειτουργούσε και πριν χωρίς τις άδειες ποτού και μεγαφώνων τις οποίες, ωστόσο, μπορούσε να εξασφαλίσει εφόσον υπήρχε συμμόρφωση με τις υποδείξεις των αρμοδίων αρχών. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το ενδιαφέρον των Εναγόντων για αγορά της επιχείρησης με δικαίωμα εξασφάλισης αδειών ήταν εν γνώσει των Εναγομένων και ότι συμφωνήθηκε το θέμα πριν την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας με τον Εναγόμενο 2, Διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας σε συνάντηση για να συζητηθεί το θέμα αγοράς της επιχείρησης στην οποία συνάντηση ο Εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι οι άδειες θα λαμβάνονταν σίγουρα αφού οι Εναγόμενοι είχαν προβεί, όπως του είχε αναφέρει, στις ενέργειες που έπρεπε προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι πράγματι είχαν προβεί στις εν λόγω ενέργειες και ότι συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών γεγονός που ο Ενάγοντας 1 είχε διαπιστώσει πριν ακόμη υπογραφεί η επίδικη Συμφωνία. Τέλος αναφέρει ότι οι Ενάγοντες τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις όσο και κατά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας είχαν πάντα υπόψη τους και ήταν πεπεισμένοι ότι δεν τίθετο οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με τις άδειες και ότι το δικαίωμα για άδειες ήταν δεδομένο και ότι αυτό θα εξασφαλίζετο. Αντεξεταζόμενος δε ο Ενάγοντας 1, ενώ συμφώνησε με τη θέση ότι στην επίδικη Συμφωνία δεν γίνεται αναφορά σε θέματα αδειών ποτού και μουσικής, πρόσθεσε ότι η επίδικη Συμφωνία έλεγε καθαρά ότι οι Ενάγοντες αγόραζαν την επιχείρηση τονίζοντας ότι τους Ενάγοντες τους ενδιέφερε το υποστατικό για να μπορεί να λειτουργεί ως κέντρο αναψυχής και όχι ως καφετέρια. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι είχαν κάνει ενέργειες για να συνεχίσει η επιχείρηση ως είχε, δηλαδή ως κέντρο αναψυχής χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Ακόμη ισχυρίσθηκε ότι πριν να υπογραφεί η επίδικη Συμφωνία οι Εναγόμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν θα είχαν οι Ενάγοντες οποιοδήποτε πρόβλημα με τις άδειες λόγω του ότι είχαν υποβληθεί νέα σχέδια στην Πολεοδομία και είχαν γίνει οι διαδικασίες για κάποιες κατεδαφίσεις. Κατά τις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων έγινε ιδιαίτερη αναφορά, κυρίως από την πλευρά του Εναγόμενου 2, στο περιεχόμενο της επίδικης Σύμβασης και υποστηρίχθηκε από το συνήγορο του Εναγόμενου 2 ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων βασίζεται στην εν λόγω Σύμβαση η οποία έθετε ως μόνη αίρεση την παραχώρηση της σύμβασης ενοικίασης από τον Κηδεμόνα, κάτι το οποίο έγινε. Περαιτέρω ο κος Πελεκάνος εκ μέρους του Εναγομένου 2 τόνισε ότι στην επίδικη Σύμβαση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε άδειες για πώληση οινοπνευματωδών ποτών και χρήση μουσικής, κάτι το οποίο δεν έχει αμφισβητήσει η άλλη πλευρά. Ωστόσο ο κος Παπαθανασίου εκ μέρους των Εναγόντων στην αγόρευση του υπογράμμισε ότι το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά στην επίδικη Σύμβαση στο θέμα αδειών δεν σημαίνει ότι τελειώνει το θέμα εκεί και επικαλέστηκε σχετική νομολογία αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του γνωστού κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας και στις εξαιρέσεις που υπάρχουν στον εν λόγω κανόνα. Με αναφορά σε σχετικές αυθεντίες και νομολογία ο κος Παπαθανασίου αναφέρθηκε στο ότι η απλή παρουσίαση μίας γραπτής συμφωνίας ανεξαρτήτως του πόσο πλήρης μπορεί να φαίνεται δεν μπορεί στη σύγχρονη εποχή νομικά να καταστήσει μη αποδεχτή μαρτυρία σε σχέση με άλλους όρους που δεν περιέχονται ρητά στο έγγραφο και ότι το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει όλη τη μαρτυρία από την αρχή ως το τέλος για να δει ποια συναλλαγή έχει επιτευχθεί μεταξύ των μερών. Επιπλέον αναφερόμενος στους όρους της επίδικης Σύμβασης και, δίδοντας τη δική του ερμηνεία, υποστήριξε ότι η ίδια η Σύμβαση και οι όροι της αποτελούν κώλυμα για τον Εναγόμενο 2 να ισχυρίζεται ότι η απλή έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων προς τον Κηδεμόνα σημαίνει και το τέλος της υποχρέωσης της Εναγομένων. Από την άλλη ο κος Πελεκάνος υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες δεν βασίζονται σε οποιεσδήποτε εγγυητικές διαβεβαιώσεις ή άλλη προφορική συμφωνία ή παράπλευρη συμφωνία. Αναφέρθηκε δε στο περιεχόμενο της επίδικης Σύμβασης δίδοντας και αυτός όπως και ο συνάδελφός του τη δική του ερμηνεία. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε εξέταση των νομικών ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση εφόσον η παρούσα Αίτηση δεν προσφέρεται για τέτοιου είδους εις βάθος εξέταση, κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω για το ζήτημα της εξωγενούς μαρτυρίας σε σχετικά Συγγράμματα και νομολογία για να τεθεί η σχετική αρχή που διέπει τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας και τα πλαίσια εφαρμογής αυτής της αρχής. Πριν το κάνω και κάνοντας αναφορά στην εν λόγω αρχή, λέω ότι όταν μια συμφωνία διατυπωθεί σε γραπτό κείμενο, ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα από τα δύο μέρη να διαφοροποιήσει τη συμφωνία. Πρόκειται για τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Σκοπός του κανόνα είναι η διασφάλιση της βεβαιότητας των συναλλαγών. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει ότι αυστηρή εφαρμογή του κανόνα πολλές φορές οδηγεί σε αδικία, ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές με αποτέλεσμα να μην φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών[8]. Παραπέμπω σχετικά στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, 27η έκδοση, Τόμ.1, General Principles στην παρά.12-082, σελ. 601: «. the parol evidence rule is and has long been subject to a number of exceptions. In particular, since the nineteenth century, the courts have been prepared to admit extrinsic evidence of terms additional to those contained in the written document if it is shown that the document was not intended to express the entire agreement between the parties. So, for example, if the parties intend their contract to be partly oral and partly in writing, extrinsic evidence is admissible to prove the oral part of the agreement. In Gillespie Bros. & Co. v. Cheney, Eggar & Co., Lord Russell C.J. stated ". although when the parties arrive at a definite written contract the implication or presumption is very strong that such contract is intended to contain all the terms of their bargain, it is a presumption only, and it is open to either of the parties to allege that there was, in addition to what appears in the written agreement, an antecedent express stipulation not intended by the parties to be excluded, but intended to continue in force with the express written agreement." It cannot therefore be asserted that, in modern times, the mere production of a written agreement, however complete it may look, will as a matter of law render inadmissible evidence of other terms not included expressly or by reference in the document. "The court is entitled to look at and should look at all the evidence from start to finish in order to see what the bargain was that was struck between the parties.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Περαιτέρω παραπέμπω στο Σύγγραμμα ΤΗE LAW OF CONTRACT, by G. H. Treitel, 6η έκδοση στη σελ. 155: «When a contract is reduced to writing, there is a presumption that the writing was intended to include all the terms of the contract; but this presumption is rebuttable. If the written document was not intended to set out all the terms agreed between the parties, extrinsic evidence of other terms is admissible.» Στην αγγλική υπόθεση J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd. v. Andrea Merzario Ltd.
(1976)2 All E. R. 930, στη σελίδα 935 λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής σχετικά: «The court is entitled to look at and should look at all the evidence from start to finish in order to see what the bargain was that was struck between the parties.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει και οφείλει να εξετάζει όλη τη μαρτυρία από την αρχή μέχρι το τέλος ούτως ώστε να διαπιστώσει τι συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ των μερών.» Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη παράλληλων συμφωνιών και τη διασύνδεση τους με τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, 24η έκδοση, Τόμ.1, General Principles στην παρά.817, σελ. 443 το οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Γερμανού ν. Κόκκαλου,
(1994)1 Α.Α.Δ. 788: «Extrinsic evidence may also be admitted to show a collateral agreement or warranty and it is sometimes said that these, too, must not contradict the express terms of the written contract.» Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η ύπαρξη αίρεσης σαν ξεχωριστής παράλληλης συμφωνίας μπορεί να είναι αντικείμενο εξωγενούς μαρτυρίας κατ' εξαίρεση του πιο πάνω κανόνα. Με βάση τη νομολογία προκύπτει, επίσης, ότι εξωγενής μαρτυρία γίνεται δεχτή και για το υπόβαθρο της συμφωνίας, εφόσον κρίνεται τούτο αναγκαίο για τον προσδιορισμό του πλαισίου, στο οποίο εντάσσεται η συμφωνία και μέσα στο οποίο ερμηνεύονται οι πρόνοιές της. Αυτό διασαφηνίζεται στην υπόθεση Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Nέμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 στο ακόλουθο απόσπασμα που διαβάζουμε στη σελίδα 413 της απόφασης. «Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων». Έχοντας αναφερθεί στον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας και σε κάποιες εξαιρέσεις αυτού του κανόνα, δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου οι βασικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία ενός εγγράφου στις οποίες αναφερόμαστε πιο κάτω εν συντομία. Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο[9]. Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny [1861] 9 H.L.C. 114 ο Lord Wensleydale είπε στη σελ. 146:- "the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions." Στην υπόθεση Hilbers ν. Parkinson [1883] 25 Ch. D. 200, ο Δικαστής Pearson είπε στη σελ. 203:- "I conceive that all deeds are to be construed not only strictly according to their words, but so far as possible, without infringing any rule of law, in such a way as to effectuate the intention of the parties."[10] Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεχτή. Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο[11]. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Έχοντας αναφερθεί στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς επί των γεγονότων, όπως προκύπτουν από τις Ενόρκους Δηλώσεις που κατεχωρήθηκαν και από τις δύο πλευρές και τη μαρτυρία που προέκυψε από την αντεξέταση του Ενάγοντα 1, αλλά και τις νομικές θέσεις που προβλήθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων αποφεύγω επιμελώς να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε οι Ενάγοντες/Αιτητές προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά των Εναγόντων στις ενόρκους δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι σαφές ότι η ως άνω διαπίστωση του Δικαστηρίου γίνεται εκ πρώτης όψεως χωρίς την ουσιαστική ενασχόληση με τους ισχυρισμούς και κατάληξη σε συμπεράσματα και τελική διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων τα οποία θα απασχολήσουν στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της αγωγής[12]. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Βασικά εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς και η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Ενάγοντες/Αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση ή συνέχιση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως, όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η προϋπόθεση[13]. Περαιτέρω, η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[14]. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοΐζου την υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το ΄Αρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης της εναγομένης να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[15]. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να προσκομίσουν μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τόσο την τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 όσο και τη δεύτερη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ.
  1. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που προβάλλει η πλευρά των Εναγόντων και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν έχει περιουσία και ότι ο κύριος σκοπός της ήταν η διαχείριση του επίδικου υποστατικού το οποίο τη δεδομένη στιγμή δεν λειτουργεί και ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών έχει ζητήσει την παράδοση του από την Εναγόμενη 1 εταιρεία, επισημαίνω ότι η πλευρά του Εναγομένου 2 απλώς ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 έχει περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τον εξοπλισμό και το αποθεματικό καθώς επίσης και την κατοχή ενός υποστατικού για το οποίο έχουν δαπανηθεί τεράστια ποσά για τη διαμόρφωση του και τη λειτουργία του ως κέντρου αναψυχής. Σε σχέση με το τελευταίο επισημαίνεται, ωστόσο, ότι με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΙΒ στην Ένορκο Δήλωση της Αίτησης η Σύμβαση Μίσθωσης σύμφωνα με την οποία είχε παραχωρηθεί το τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας υποστατικό ακυρώνετο όπως αναφέρεται στην επιστολή εκ μέρους του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ημερ. 29.4.
  2. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό για ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων από μέρους της Εναγομένης εταιρείας 1 δεν δίδεται οποιαδήποτε ένδειξη αναφορικά με την αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας παρά μόνο γίνεται μια γενική και αόριστη αναφορά σε εξοπλισμό και αποθεματικό. Κανένα στοιχείο δόθηκε από πλευράς Εναγομένου 2, τόσο αναφορικά με το σε τι συνίσταται ο εξοπλισμός της Εναγομένης εταιρείας όσο και σε σχέση με την αξία του πλην της επισύναψης στην Ένορκο Δήλωση του Εναγομένου 2 μιας σελίδας από τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 εταιρείας και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση και/ή επεξήγηση ή ανάλυση. Όσον αφορά δε τους Εναγομένους 2 και 3 στις αναφορές και ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι και οι δύο τους έχουν μηνιαίο εισόδημα από τις εταιρείες Sirocco Fashion Center και Fashion People SKA στις οποίες και οι δύο είναι μέτοχοι, η τοποθέτηση της πλευράς του Εναγομένου 2 είναι ότι η αξία των μετοχών που έχουν οι Εναγομένοι 2 και 3 στην Sirocco ξεπερνά κατά πολύ την ισχυριζόμενη απαίτηση των Εναγόντων χωρίς να δίδονται πάλι οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη εκτίμηση της αξίας των εν λόγω μετοχών. Οι Ενάγοντες σ' ό,τι αφορά την ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του Εναγομένου 2 που επιδιώκουν τη δέσμευση της έχουν μέσω Έκθεσης Εκτίμησης που εξασφάλισαν (ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΙΑ) δώσει σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία για την αξία της εν λόγω ακίνητης περιουσίας όπως αναφέρεται στην παρά. 17 της αρχικής Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντα. Η πλευρά του Εναγομένου 2, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ή να παρουσιάζει οποιαδήποτε δική της εκτίμηση, απλώς προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η αξία της πιο πάνω αναφερόμενης ακίνητης περιουσίας είναι πολύ μεγαλύτερη. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι η αξία των ακινήτων των οποίων επιζητείται η δέσμευση είναι πολύ μεγαλύτερη δεν έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε εκτίμηση της δικής του πλευράς. Σχετικά με το υπό εξέταση θέμα είναι και η υπόθεση Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800 επισημάνθηκε ότι σε περίπτωση που η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία απ΄ ό,τι η απαίτηση των εναγόντων σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος θα μπορούσε να είχε δώσει στοιχεία που να οδηγούσαν σε τέτοιο συμπέρασμα. Ας σημειωθεί ότι σ΄ εκείνη την υπόθεση είχε επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχε έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που είχε δεσμευθεί εφόσον καμιά εκτίμηση δεν είχε παρουσιαστεί για το ζήτημα αυτό. Παραθέτω στο σημείο αυτό το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που καταγράφηκε στην απόφαση του Εφετείου (σελίδα 805): «Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η πιο κάτω: "Εξετάζοντας τώρα το κριτήριο της πιθανότητας οι ενάγοντες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν μεταγενέστερη απόφαση που ήθελε τυχόν εκδοθεί υπέρ τους (Αρ.5
(1)Κεφ.6) και κατ΄ ακολουθία τη (γ) προϋπόθεση του άρθρου 32 και την προϋπόθεση του άρθρου 9
(2)του Ν.31(Ι)/92 καταλήγω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που έχει δεσμευθεί. Το γεγονός και μόνο ότι είναι η μόνη περιουσία του καθ΄ ου και ότι θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τουλάχιστον μερικώς η αξίωση των αιτητών ύψους σύμφωνα με τη θέση τους £200.000 χωρίς καμιά εκτίμηση για την αξία της περιουσίας, δεν προσδιορίζει και το ύψος της αξίας της περιουσίας η οποία έχει δεσμευθεί. Βέβαια ο καθ΄ ου αναφέρει ότι εντός των τεμαχίων βρίσκεται υπό ανέγερση η κατοικία της οικογένειας του και ότι τα τεμάχια είναι υποθηκευμένα αντί ποσού £100.
  1. Αυτό είναι ενδεικτικό ότι η αξία τους υπερβαίνει το ποσό αυτό αλλά και πάλι δεν μπορεί να συναχθεί η αξία τους. Ο καθ΄ ου και πάλι δεν έδωσε έστω ενδεικτικό ποσό ώστε να διαφανεί αν η δέσμευση αφορά σε περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας ούτε ισχυρίστηκε ο καθ΄ ου ότι δεσμεύτηκε με περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας, συνεπώς δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην διατηρηθεί το προσωρινό διάταγμα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία".» Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση έκρινε την αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ορθή. Παραθέτω στη συνέχεια τη σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση στη σελίδα 806: «Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση των εφεσιβλήτων είναι για το ποσό των £282.300 υπό τύπο αποζημιώσεων με επιπρόσθετη απαίτηση για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το εκδοθέν διάταγμα έχει δεσμεύσει δύο τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας του εφεσείοντος και 1.000 μετοχές που είναι εγγεγραμμένες στο όνομά του σε μία ιδιωτική εταιρεία. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι τα πιο πάνω δύο τεμάχια είναι υποθηκευμένα έναντι του ποσού των £100.
  2. Ο ίδιος ο εφεσείων δεν έχει δώσει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία από ότι η απαίτηση των εφεσιβλήτων, σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος.» Υπό το φως όλων των ανωτέρω έχω τη γνώμη ότι η πλευρά των Εναγόντων έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετό υλικό που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση μη δέσμευσης των αναφερομένων ακινήτων η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ τους να μείνει στο τέλος ανικανοποίητη με αποτέλεσμα να ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση, αποτέλεσμα της οποίας θα είναι η μη ικανοποίηση των Εναγόντων. Πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει και/ή να διατηρήσει το διάταγμα. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη[16]. Η ανάγκη προστασίας των Εναγόντων σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθούν οι Εναγόμενοι από ζημιά που θα ήταν δυνατόν να υποστούν στην άσκηση των δικών τους δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να σταθμίζει αυτές τις δύο ανάγκες και να καθορίσει ποια από τις δύο πλευρές θα υφίστατο τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία[17]. Στην παρούσα υπόθεση έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω είμαι της άποψης ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Αιτητών/Εναγόντων για λόγους που σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση. ΘΕΜΑ ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Ένας από τους λόγους που εγέρθηκαν στα πλαίσια της ένστασης του Εναγομένου 2 ήταν και αυτός της ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από μέρους των Εναγόντων και ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ανοίγω εδώ μία παρένθεση να υπομνήσω τη βασική αρχή ότι σε διαδικασία μονομερούς (ex parte) Αίτησης επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση και ότι παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος εξαπάτησης και, κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο αρνείται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... ......................................... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, στις σελ. 264-265: "H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...". Στην Cobelfret κ.ά. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)(απόφαση Ολομέλειας) το θέμα τέθηκε ως εξής: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ...". Πρώτα απ΄όλα να επισημάνω ότι αν και οι Αιτητές/Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με την καταχώρηση μονομερούς Αίτησης το Δικαστήριο στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας έκρινε ότι δεν έπρεπε αυτή να εξεταστεί στην απουσία της αντίδικης πλευράς και, συνεπακόλουθα, έδωσε οδηγίες για επίδοσή της με αποτέλεσμα να μην εγείρεται στην παρούσα περίπτωση θέμα έκδοσης διατάγματος στην απουσία της άλλης πλευράς. Με άλλα λόγια δεν τίθεται εν προκειμένω θέμα έκδοσης μονομερούς διατάγματος στην βάση εκείνων των γεγονότων που παρουσίασε μόνο η πλευρά των Εναγόντων αλλά παρουσιάστηκε και η αντίδικη πλευρά και εισακούστηκε στα όσα η ίδια ισχυρίστηκε με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του τις θέσεις και τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών. Εν πάση περιπτώσει δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή μη πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών της υπόθεσης γεγονότων με τον τρόπο που το έθεσε ο συνήγορος του Εναγομένου 2 κάνοντας ειδική αναφορά και στο ότι δεν είχε αποκαλυφθεί από τους Ενάγοντες το περιεχόμενο της επιστολής τους ημερομηνίας 3.8.09 η οποία και προκάλεσε την έγκριση τους από τον Κηδεμόνα στις 13.12.
  1. Ο Εναγόμενος 2 αντεξετάστηκε επί του ζητήματος αυτού και έδωσε την εκδοχή του λέγοντας ανάμεσα στα άλλα ότι δεν θυμόταν το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής και ότι δεν την είχε στην κατοχή του. Ούτε θεωρώ ότι η μη προσκόμιση στοιχείων προς απόδειξη και τεκμηρίωση της απαίτησης των Εναγόντων για ποσό €52.000.- ως κόστος ανακαινίσεων στο επίδικο υποστατικό συνιστά ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων όπως το έθεσε ο συνήγορος του Εναγόμενου
  2. Τέλος όσον αφορά για το μέχρι πότε το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε ως κέντρο αναψυχής, κατά τη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα και κατά την αντεξέταση του διευκρινίστηκε η σχετική αναφορά που υπήρχε στην αρχική του Ένορκη Δήλωση και καθορίστηκε με ακρίβεια αυτή η περίοδος και, συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας διόρθωσε την αναφορά του ότι αυτό λειτουργούσε ως το Σεπτέμβριο του 2009 λέγοντας ότι αυτό δεν συνέβαινε κατά την περίοδο του 2008 - 2009 αλλά από το 2004 μέχρι το
  3. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν εγείρεται στην υπό εξέταση υπόθεση θέμα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή απόκρυψης τέτοιων γεγονότων. ΘΕΜΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ Ένας από τους λόγους ένστασης που ήγειρε η πλευρά του Εναγόμενου 2 είναι ότι οι Ενάγοντες έχουν καθυστερήσει υπέρμετρα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και στην Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Προτού αναφερθώ στους σχετικούς ισχυρισμούς προχωρώ να θέσω σε συντομία το νομικό πλαίσιο που διέπει ένα τέτοιο ζήτημα. Όπως έχει τονισθεί στην Bacardi & Cο Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ 788 οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Η καθυστέρηση, λοιπόν, αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας. Ας μη ξεχνούμε, όπως υπογραμμίστηκε στη σχετική νομολογία, ότι το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντα αποτελούσε εμπόδιο για τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα[18]. Έτσι στην Bacardi (πιο πάνω) καθυστέρηση δύο ετών και τεσσάρων μηνών στην έναρξη διαδικασίας μετά τη διαπίστωση της παραβίασης οδήγησε το Δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα, απόφαση η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση, παρόλο ότι ικανοποιούνταν και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32. Στην υπόθεση SPIDERTRADE COM. FIN. LTD v. Χ"Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ 121 καθυστέρηση οκτώ μηνών για λήψη μέτρων, στην απουσία εξηγήσεων, οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος για προσωρινό διάταγμα. Επισημαίνεται δε εδώ ότι ο ουσιώδης χρόνος με βάση τον οποίο κρίνεται η ύπαρξη καθυστέρησης είναι ο χρόνος πληροφόρησης του αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία[19]. Επανέρχομαι τώρα στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν για το θέμα της καθυστέρησης. Σχετική επί του θέματος αυτού είναι η παράγραφος 25 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένστασή του όπου γίνεται πληρέστερη αναφορά στο εν λόγω ζήτημα. Για το υπό εξέταση ζήτημα αναφορά μπορεί να γίνει στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 όπου αναφέρονται χρονολογικά τα γεγονότα που έχουν μεσολαβήσει μέχρι της στιγμής καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Επισημαίνεται ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 6.6.
  1. Επανερχόμενη στο περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα 1, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 8, 9 και 13 αυτής, μετά τη λήψη από τους δικηγόρους των Εναγόντων της επιστολής του Κηδεμόνα ημερ. 29.4.2011, και την ακύρωση της απόφασης του για εκμίσθωση του επίδικου υποστατικού με τους Ενάγοντες, οι Ενάγοντες απέστειλαν μέσω των δικηγόρων τους προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία επιστολή ημ. 10.5.11 με την οποία ζητούσαν όπως τους επιστραφεί το τίμημα πώλησης θεωρώντας ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 10.9.09 ήταν εξ υπαρχής άκυρη με βάση τους όρους της εν λόγω συμφωνίας. Λόγω της μη ανταπόκρισης από πλευράς Εναγομένων και της μη καταβολής προς τους Ενάγοντες οποιουδήποτε ποσού και/ή λόγω της μη επιστροφής του ποσού που καταβλήθηκε ως τίμημα πώλησης αλλά και του ποσού που καταβλήθηκε για ανακαινίσεις, οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον των Εναγομένων. Ακολούθησε, η καταχώρηση της υπό τον ως τίτλο και αριθμό αγωγής όπως προκύπτει από τις παραγράφους 13 και 14 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα 1 καθώς, επίσης, και έρευνα στο Κτηματολόγιο Λάρνακας σε σχέση με την ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου
  2. Όπως πάλι αναφέρεται στην παρ.14 της Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντα το αποτέλεσμα της έρευνας εδόθη στους δικηγόρους των Εναγόντων και φέρει ημερομηνία 15.6.
  3. Περαιτέρω αναφέρεται ότι για την εν λόγω ακίνητη περιουσία που αποκαλύφθηκε από την έρευνα που έγινε, δόθηκαν οδηγίες σε γραφείο εκτιμητών και συμβούλων ακινήτων όπως διενεργηθεί εκτίμηση αναφορικά με την αξία τους η οποία εκτίμηση ετοιμάστηκε με σχετική έκθεση ημερομηνίας 7.9.11 όπως καταγράφεται στην παρ.19 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα. Υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων θεωρώ ότι έχει δοθεί εξήγηση από μέρους των Εναγόντων για το χρονικό στάδιο που καταχωρήθηκε η υπό εξέταση Αίτηση εφόσον το θέμα της αξίας των ακινήτων των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση είναι σημαντικό ζήτημα για το οποίο θα έπρεπε, όπως έχει γίνει, να παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία μέσω επαγγελματία εκτιμητή. Κατά συνέπεια δεν θα συμφωνήσω ότι υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση μη δικαιολογημένη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι οι Ενάγοντες/ Αιτητές ικανοποίησαν και τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60 και αυτές του Άρθρου 5 του Κεφ.6 και έδειξαν ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ τους. Ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η παρά.(Α) αυτής. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες/Αιτητές δικαιούνται στα έξοδά τους. Ο Εναγόμενος 2/Καθ΄ου η Αίτηση να καταβάλει στο τέλος της κυρίως υπόθεσης τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [7] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [8] Δέστε Marketventures Ltd. v. Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383. [9] Δέστε Panayiotou (ανωτέρω). [10] Δέστε Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168. [11] Δέστε Mavrou ν. Theodorou
(1984)1 C.L.R. 635. [12] Δέστε El Fath Co. v. E.D.T. Shipping κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255. [13] Δέστε Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321. [14] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [15] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. V. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία ..» Δέστε, επίσης, Larticon (ανωτέρω) [16] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [17] Δέστε American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση A. PIERIS (ALAKATOUDI) COURT LTD v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C. 243: «Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της Απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Εναγομένου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα.» [18] Δέστε PARICO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO LIMITED κ.α. Π.Ε. 11156 ημερ. 19.12.02 και Γεώργιου Τσιαντή ν. HELLENIC BANK (INVESTMENT) LTD
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029 [19] Δέστε Γεώργιος Χριστοδούλου ν. Antonius M.F.M Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ 1475 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.