← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής 3301/09, 15 Mαρτίου, 2012

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής 3301/09, 15 Mαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3301/09 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD., Εναγόντων -και-

  1. ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ
  2. ΑΝΘΟΥΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 21/12/11 για παραμερισμό απόφασης. Ημερομηνία: 15 Mαρτίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτήτρια-εναγομένη 2: Ο κ. Τερέντης. Για καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες: Η κα Κ. Κώστα. A Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη 2 καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως ημερ. 21/12/11 δια της οποίας εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) ή και να ακυρώνεται η απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 10/12/
  4. Η αίτηση της αιτήτριας βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 θ.10, Δ.48, Θ.1-4,9 και Δ.64 Θ.1-2, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 30, 32 και στις Συμφυείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας Ανθούλλας Χριστοφή. Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση της αναφέρει ότι στις 10/12/09 εξεδόθηκε απόφαση εναντίον της αλλά και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των €10,099,01 πλέον τόκους και έξοδα. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε λόγω της παράλειψης της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αφέθηκε χωρίς υπογραφή στην νυν πεθερά της στο Κίτι στις 24/11/09 ενώ η ίδια διέμενε με το σύζυγο της στην κατοικία της μητέρας της στα Περβόλια. Γνώση της επίδοσης έλαβε μετά την καταχώρηση αίτησης μηνιαίων δόσεων ημερ. 31/10/11 η οποία αίτηση της επιδόθηκε στις 2/11/
  5. Η ίδια πιστεύει ότι η επίδοση που έγινε στην πεθερά της ήταν κακή επίδοση διότι αν λάμβανε γνώση της αγωγής θα προέβαλλε την υπεράσπιση της αφού έχει καλή υπεράσπιση η οποία έγκειται στο γεγονός ότι για την ίδια αξίωση είχε καταχωρηθεί εναντίον της αλλά και άλλων προσώπων η αγωγή με αριθμό 4508/00 η οποία αγωγή ουδέποτε αποσύρθηκε εναντίον τους. Το γεγονός της ύπαρξης αυτής της άλλης αγωγής και της μη απόσυρσής της δεν το ανάφεραν οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση για έκδοση απόφασης ούτε στην ένορκη δήλωση για την οικονομική της εξέταση αλλά στην ένορκη δήλωση ημερ. 10/12/09 η οποία στήριζε την αίτηση τους για απόφαση ανέφεραν ψευδώς ότι ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 τα αντικείμενα που αναφέρονταν στην έκθεση απαίτησης και ακολούθως αναφέρουν το όνομα του ως εγγυητή. Αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν δύο αγωγές εναντίον της για το ίδιο αντικείμενο. Οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους:
  6. Η αίτηση της αιτήτριας είναι νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και δη των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  7. Οι λόγοι που αναφέρονται στην αίτηση παραμερισμού είναι γενικοί ή και αόριστοι ή και ατεκμηρίωτοι.
  8. Καταστρατηγείται η αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων.
  9. Η αίτηση της αιτήτριας δεν καταδεικνύει την ύπαρξη καλής ή/και συζητήσιμης υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης στην προβαλλόμενη εναντίον της απαίτηση.
  10. Η αίτηση της αιτήτριας δεν αποκαλύπτει κανέναν στοιχείο ως προς την υπεράσπιση της και για το πώς δικαιολογείται να επιτραπεί από το Δικαστήριο να επανανοίξει η υπόθεση.
  11. Η αίτηση της αιτήτριας δεν δίνει ή/και αποκαλύπτει ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη της να εμφανιστεί στην διαδικασία.
  12. Η συμπεριφορά που επέδειξε η αιτήτρια είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας.
  13. Η αίτηση της αιτήτριας υποβάλλεται καθυστερημένα.
  14. Σε περίπτωση ακύρωσης ή/και παραμερισμού της νομίμως εκδοθείσας απόφασης ημερ. 10/12/2009 υπέρ των εναγόντων, οι ενάγοντας θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους και θα καταπατηθούν οι αρχές οι οποίες αναφέρονται στην αναγκαιότητα για ταχεία διεκπεραίωση των αγωγών καθώς και στην αναγκαιότητα σταθερής διατήρησης της ισχύος των αποφάσεων που εκδίδονται κανονικά έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή κατάληξη της διαδικασίας. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του Ντίνου Ζαχαριάδη υπαλλήλου των εναγόντων και Κούλλας Κωνσταντίνου ιδιώτης επιδότης που ήταν και το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Η πλευρά της αιτήτριας ασκώντας το δικαίωμα που της παρέχει η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εξασφάλισε διάταγμα αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας Κούλλας Κωνσταντίνου η οποία στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι σε σχέση με την εναγόμενη 2 - αιτήτρια επέδωσε την αγωγή στην Μαρούλλα Κωνσταντίνου η οποία είναι πεθερά και συγκάτοικος της εναγομένης
  15. Αναφέρει μάλιστα η ενόρκως δηλούσα ότι στην παρουσία της η Μαρούλλα Κωνσταντίνου τηλεφώνησε στην εναγόμενη 2 δηλαδή την αιτήτρια και η τελευταία της έδωσε οδηγίες να παραλάβει την αγωγή. Κατά την αντεξέταση της από το δικηγόρο της αιτήτριας δεν ανέφερε κάτι διαφορετικό από αυτά που αναφέρει και στην ένορκο δήλωση της αλλά με περισσότερες λεπτομέρειες. Σε ερώτηση του κ. Τερέντη αν γνώριζε αν η αιτήτρια έμενε στο σπίτι της πεθεράς της απάντησε αρνητικά και είπε επίσης ότι στην αγωγή αναγράφεται άλλη διεύθυνση της αιτήτριας και την διεύθυνση στην οποία πήγε και επέδωσε το κλητήριο ένταλμα της την έδωσε το δικηγορικό γραφείο Βασιλείου. Είπε τέλος ότι αν γνώριζε ότι η αιτήτρια διέμενε στο χωριό Περβόλια θα πήγαινε εκεί για να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα. Κατόπιν της αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ως έχει τεθεί ανωτέρω η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 που προβλέπει τα ακόλουθα: «
  16. Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών εμπίπτει στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία (δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736 και Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD, Πολ. Έφεση αρ. 9885, ημερ. 19.5.1998). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (ανωτέρω)). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securies plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: "If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated". Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης (Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω)). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD (ανωτέρω) όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.. η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτη όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Βλ. K.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Mιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω).» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 θ.1. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση υπόθεση θεωρώ ότι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το ζήτημα του κανονικού της επίδοσης αφού εγείρεται και από πλευράς αιτήτριας. Είναι δεδομένο ότι προϋπόθεση έκδοσης ερήμην απόφασης είναι και η καλή επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο πέραν της παράλειψής του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17 τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250 λέχθηκαν τα εξής: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή.., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. ΄Εκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. ΄Αρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Ως εκ τούτου το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τη θέση του καθ΄ ου η αίτηση ότι η επίδοση είναι κακή και που σε περίπτωση κριθεί ότι όντως η επίδοση ήταν κακή, με βάση τις ως άνω νομολογιακές αρχές το δικαστήριο δεν έχει παρά να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση καθιστώντας την εξέταση άλλων ζητημάτων άνευ αντικειμένου. Στην ένορκη δήλωση της η αιτήτρια αναφέρει ότι αντίγραφο του κλητηρίου αφέθηκε χωρίς υπογραφή στην οικία της πεθεράς της στο Κίτι ενώ η ίδια διέμενε μαζί με το σύζυγό της στην οικία της μητέρας της στο χωριό Περβόλια. Το ότι το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αφέθηκε στην πεθερά της αιτήτριας στο Κίτι το αναφέρει και η ιδιώτης επιδότης στη δική της ένορκη δήλωση με τη διαφορά στην αναφορά ότι είναι και συγκάτοικος. Θεωρώ ότι το τελευταίο δεδομένο παρά την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας παρέμεινε ακλόνητο και το Δικαστήριο δέχεται τη θέση της τελευταίας η οποία απαντώντας σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου της αιτήτριας είπε ότι όταν πήγε στο σπίτι της Μαρούλας Κωνσταντίνου την ρώτησε αν είναι το σπίτι της αιτήτριας και η Μαρούλα Κωνσταντίνου της απάντησε θετικά προσθέτοντας ότι είναι νύφη της. Ανέφερε μάλιστα η ιδιώτης επιδότης ότι επικοινώνησαν μαζί της τηλεφωνικώς και με οδηγίες δικές της, δηλαδή της αιτήτριας, άφησε το κλητήριο ένταλμα στην πεθερά της. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω την Δ.5 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «2.
(1)Η επίδοση πρέπει, όποτε είναι πρακτικό, να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση, αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν το αντίγραφο αφεθεί: (
  1. i)Σε ένα μέλος της οικογένειας του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του, ή (
  2. ii)Σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του, ή (iii) Στον αφέντη του, στην περίπτωση υπηρέτη που διαμένει με τον αφέντη του Όταν γίνει η επίδοση δια της αφέσεως του αντιγράφου σε πρόσωπο εκτός από τον ίδιο προσωπικά, η ένορκη δήλωση επιδόσεως πρέπει να αναφέρει (εάν έτσι έχουν τα πράγματα) ότι το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση δεν βρέθηκε στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του (Τύπος 5).» Σύμφωνα με το Annual Practice του 1953 η αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη της Δ.5 θ.2 είναι το Ο.9 r.2. Στη σελίδα 63 του Αnnual Practice επεξηγείται ο σκοπός της επίδοσης ότι είναι για να λάβει γνώση ο εναγόμενος για την ύπαρξη της αγωγής: «The object of all service was, of course, only to give notice to the party on whom it was made, so that he might be aware of, and be able to resist, that which was sought against him and where that has been done, that the court might feel perfectly confident that service had reached him, everything had been done that could be required.» Με βάση τα όσα η ενόρκως δηλούσα ιδιώτης επιδότης αναφέρει στην ένορκη δήλωση της αλλά και τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της καταλήγω ότι η εισήγηση της πλευράς της αιτήτριας περί κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορεί να ευσταθήσει. Είχε ρωτηθεί η πεθερά της αιτήτριας από την ιδιώτη επιδότη αν ήταν το σπίτι της αιτήτριας και η πεθερά της τελευταίας απάντησε θετικά και ότι είναι η νύμφη της. Επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά και πήρε την επιβεβαίωση ότι θα μπορούσε να αφήσει το κλητήριο ένταλμα στη πεθερά της. Η Δ.5 Θ.2 θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το σκοπό της εν λόγω Διαταγής και ο οποίος είναι να λάβει γνώση το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου η επίδοση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του. Η ουσία της εν λόγω διαταγής είναι ότι με την επίδοση του κλητηρίου ο ενδιαφερόμενος θα ενημερωθεί δεόντως νοουμένου ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 43 λέχθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο» ως συνταγματικό δικαίωμα του. Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην πεθερά της αιτήτριας είναι καλή επίδοση και η αιτήτρια έλαβε γνώση του εν λόγω κλητηρίου. Θα πρέπει εδώ απλώς να λεχθεί χωρίς οιονδήποτε άλλο σχόλιο ότι από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι και η αίτηση μηνιαίων δόσεων που είχε καταχωριστεί εναντίον της αιτήτριας της είχε επιδοθεί προσωπικά στο Κίτι με αναγραφόμενη διεύθυνση την οδό Αγγελόκτιστης 20, διεύθυνση η οποία γράφτηκε και στο κλητήριο που επιδόθηκε στην αιτήτρια. Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου θα προχωρήσω να εξετάσω τόσο το κατά πόσο υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνιση της αιτήτριας στο Δικαστήριο όσο και το κατά πόσο έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα θεωρώ ότι συνδέεται άμεσα με τον ισχυρισμό της αιτήτριας για κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αφού και η ίδια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι αν η επίδοση γινόταν στην ίδια θα λάμβανε γνώση της αγωγής. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν καλή και άρα οτιδήποτε η αιτήτρια αναφέρει για την μη εμφάνιση της δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε και είναι δυνατό υπό τις συνθήκες να θεωρηθεί ως σοβαρός και εύλογος λόγος για την μη καταχώριση εμφάνισης. Από τη στιγμή που έλαβε γνώση του κλητηρίου όφειλε να καταχωρίσει εμφάνιση εντός της υπό των θεσμών προβλεπόμενης προθεσμίας και όχι να αφήσει να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της και μετά παρέλευση δύο ετών να εξαιτείται διατάγματος ακύρωσης της απόφασης. Ερχόμενος στο θέμα αν η αιτήτρια έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση η κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι αρνητική. Η αιτήτρια αναφέρει στην ύπαρξη της αγωγής με αριθμό 4508/00 η οποία ήταν εναντίον της και αφορούσε την ίδια αξίωση και η οποία ουδέποτε αποσύρθηκε με αποτέλεσμα να εκκρεμούν δύο αγωγές εναντίον της. Επίσης αναφέρει ότι το όχημα έχει κατασχεθεί και πωληθεί, έχουν καταβληθεί διάφορα ποσά έναντι του χρέους και έχουν εκδοθεί εντάλματα χρηματικών ποινών εναντίον του πρωτοφειλέτη. Οι Καθ'ων η αίτηση απορρίπτουν τις θέσεις της αιτήτριας αναφέροντας στην ένορκη δήλωση τους ότι δεν έχει καλή υπεράσπιση και η αγωγή με αριθμό 4508/00 δεν προχώρησε εναντίον της καθότι εξέπνευσε το κλητήριο αφού αυτό δεν επιδόθηκε. Αναφέρουν τέλος ότι όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία κατά την άποψη του καταδεικνύουν συζητήσιμη υπεράσπιση και τα οποία όμως είναι εκτός του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη. Πέραν του γεγονότος ότι αντίγραφο της αγωγής με αριθμό 4508/00 δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί πληρωμής ποσού και έκδοσης ενταλμάτων χρηματικών ποινών διέπονται από αοριστία και έλλειψη παράθεσης σχετικών δεδομένων. Απλή αναφορά ότι καταβλήθηκαν ποσά και εκδόθηκαν εντάλματα πληρωμής χρηματικών ποινών χωρίς οτιδήποτε άλλο δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκή στοιχεία ικανά να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Θα έπρεπε η ατιτήτρια να προσκόμιζε κάποια υποστηρικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα εμπεριείχαν και κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθοριζόταν και θα καταδεικνύετο μέσα από τους δικούς του προβαλλόμενους ισχυρισμούς (βλ. Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, Πολ.Εφ. 284/08 ημ.10/5/11). Περαιτέρω η θέση της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση ότι το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή με αριθμό 4508/00 εξέπνευσε σε σχέση με την αιτήτρια παρέμεινε αναντίλεκτο αφού ο ενόρκως δηλών των καθ΄ ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκε αλλά υπάρχει και το αδιαμφισβήτητο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 2/11/01 που αναφέρει το δεδομένο αυτό και το οποίο επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού ικανού να προσδώσει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα που να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω κρίνω ότι η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος που τη βαρύνει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.)............................................. Λ.Μουγής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.