Αδάμος Σενέκη ν. Θέμης Δ. Ιωάννου Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 3345/10, 15.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3345/10 Αδάμος Σενέκη Ενάγοντας - Αιτητής και Θέμης Δ. Ιωάννου Λίμιτεδ Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 26.11.2010 Ημερομηνία: 15.3.
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Πασιουρτίδης). Για Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Σωτηρίου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σταύρου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε στις 26.11.2010, αξιώνει στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, δήλωση του Δικαστηρίου ότι αγοραπωλητήριο έγγραφο, ημερ. 3.10.1997, δυνάμει του οποίου η εναγομένη εταιρεία πώλησε προς τον ενάγοντα μέρος χωραφιού που βρίσκεται στην Αραδίππου, παρεβιάσθη και / ή διερρήχθη και / ή ηθετήθη από την εναγομένη, ως επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ως άνω αγοραπωλητήριο έγγραφο ετερματίστηκε νόμιμα από τον ενάγοντα, με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 3.3.
- Διεκδικούνται περαιτέρω σε βάρος της εναγομένης γενικές και/ή επαυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση του ως άνω πωλητηρίου εγγράφου υπαιτιότητι της εναγομένης, €51.258,04 για αντάλλαγμα που απέτυχε και/ή για αθέμιτο πλουτισμό, €95.0000 ως έξοδα χρηματοδότησης, €330.000 ως αποζημιώσεις συνεπεία της μη παράδοσης του ακινήτου που περιγράφεται στο ως άνω αγοραπωλητήριο έγγραφο, νόμιμους τόκους και έξοδα. Την ίδια μέρα, ήτοι στις 26.11.2010, η πλευρά του ενάγοντα προχώρησε στην καταχώρηση και προώθηση μονομερώς, (ex-parte) της υπό συζήτηση αίτησης. Με αυτή επιζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη εταιρεία και/ή υπαλλήλοι και/ή αντιπρόσωποι της από το να πωλήσουν, αποξενώσουν και επιβαρύνουν μερίδια δύο ακινήτων που κατέχει η εναγόμενη εταιρεία στην τοποθεσία Άγιος Φανούριος του Δήμου Αραδίππου, ως αυτά ειδικότερα περιγράφονται στην αίτηση, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό συζήτηση αγωγής. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έλειπε το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος, μετά από αίτημα του ενάγοντα - αιτητή έδωσε οδηγίες όπως η υπό συζήτηση αίτηση επιδοθεί στην εναγόμενη. Η τελευταία, μετά την επίδοση της υπό συζήτηση αίτησης εμφανίστηκε στη διαδικασία καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν14/1960) στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θθ.1-4, 8
(1)(ii) και 9, ως επίσης στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει η αίτηση τέθηκε με ένορκη δήλωση του ενάγοντα Ανδρέα Σενέκη, ημερ. 26.11.2010 επίσης, η οποία και την συνοδεύει. Κατά πάντα ουσιώδη με την υπό συζήτηση αγωγή χρόνο, υποδεικνύει ο ομνύον, η εναγόμενη εταιρεία παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτρια και/ή ως δικαιούμενη να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 734 που αποτελεί χωράφι σε τοποθεσία στην Αραδίππου. Στις 3.10.1997 συνομολογήθηκε αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε η πώληση μέρους του ως άνω χωραφιού, έναντι καταβολής τοις μετρητοίς εκ μέρους του, του συνολικού ποσού Λ.Κ.30.000, ταυτόχρονα με την παράδοση από την εναγομένη προς τον ίδιο τραπεζικής εγγύησης για το ίδιο ποσό. Η πληρωμή του ως άνω τιμήματος από τον ίδιο προς την εναγομένη έγινε με κατάθεση που ο ίδιος έκανε σε τραπεζικό λογαριασμό της. Ως η πρόνοια του ως άνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου, η μεταβίβαση του πωλούμενου μέρους του χωραφιού θα γινόταν ευθύς όταν το χωράφι εγγραφόταν επ΄ ονόματι της εναγομένης. Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2004, μετά από συνάντηση των δύο πλευρών δόθηκε υπόσχεση εκ μέρους της εναγομένης ότι εντός δύο-τριών μηνών η τελευταία θα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της που προέκυπταν από την ως άνω σύμβαση των δύο πλευρών. Στις 31.10.2004, με διπλοσυστημένη επιστολή (Τεκμήριο 3) ο χρόνος έκδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας και η μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του ενάγοντα κατέστη ουσιώδης όρος της συμφωνίας, ενώ η εναγόμενη εταιρεία κλήθηκε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μέχρι τις 15.1.2005 το αργότερο. Προειδοποιήθηκε ταυτόχρονα ότι εάν δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της θα λαμβάνονταν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων του ενάγοντα, περιλαμβανομένης της κατάσχεσης της εγγυητικής. Παρά το γεγονός ότι στις 31.1.2005 ο ομνύον ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου να προχωρήσει με κατάσχεση της εγγυητικής, η εν λόγω τράπεζα αρνήθηκε, γιατί η εγγυητική είχε εκδοθεί προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και όχι προς όφελος του. Στις 26.1.2009 ο δικηγόρος του με σχετική επιστολή, «κάλεσε την ενάγουσα» να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 26.2.2009 για σκοπούς μεταβίβασης του ακινήτου. «Η ενάγουσα» παρέλειψε να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για μεταβίβαση του ακινήτου. Ούτε ανταποκρίθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην ως άνω επιστολή του δικηγόρου του. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ο δικηγόρος του να τερματίσει τη σύμβαση με συστημένη επιστολή, ημερ. 3.3.
- Έρευνα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας την οποία παρουσιάζει (Τεκμήριο 8) καταδεικνύει ότι «το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε σε στενά συγγενικά πρόσωπα του Διευθυντή της Ενάγουσας, Παύλος Ζαχαρία Παύλου και Έλενας Κώστα Γιωργαλλά». Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας είναι ακροσφαλής και ότι η πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση των μεριδίων που κατέχει η ενάγουσα στα ακίνητα που αφορά η υπό συζήτηση αίτηση θα εξασφαλίσει την ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί υπέρ του. Ο κίνδυνος η καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία να αποξενώσει και/ή να επιβαρύνει την «επίδικη περιουσία» είναι εξαιρετικά μεγάλος, υποδεικνύει. Σε συνδυασμό τούτο με το γεγονός ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει άλλη περιουσία, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα δεν θα υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία ικανοποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου. Αποτελεί τέλος θέση του ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην εναγομένη - καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία η οποία θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο, ούτε η έκδοση του διατάγματος θα προξενήσει στην καθ΄ ης η αίτηση οποιαδήποτε ζημιά. Η ένσταση της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας στηρίζεται επίσης στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-9 ως επίσης στις συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα προτάσσεται πως: «Α. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Β. Η καταχώριση της υπό τον ως άνω και τίτλο αγωγής είναι πρόωρη.» Ο Θέμης Ιωάννου, διευθυντής όπως ο ίδιος δηλώνει της εναγομένης εταιρείας, στην ένορκη δήλωση του ημερ. 27.1.2011 που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που η εναγόμενη εταιρεία υπέγραψε την επίδικη συμφωνία με τον ενάγοντα, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου ήταν κάποιος Ζαχαρίας Παύλου Κίτση από την Αραδίππου. Η εναγόμενη εταιρεία ήταν και εξακολουθεί έως σήμερα να αποτελεί το δικαιούμενο πρόσωπο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, αφού θα λάμβανε τούτο ως μέρος του τιμήματος πώλησης μίας κατοικίας την οποία πώλησε σε κάποιο Παύλο Παύλου και στη σύζυγο του Έλενα Γιωργαλλά, υιό και νύμφη αντίστοιχα του ως άνω εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου, Ζαχαρία Παύλου Κίτση. Ουσιαστικά η εναγόμενη εταιρεία δυνάμει της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 3.10.1997, την οποία ο ενάγων επικαλείται, συμφώνησε να πωλήσει στον τελευταίο μέρος του ακινήτου το οποίο η ίδια θα λάμβανε στα πλαίσια της υλοποίησης της συμφωνίας πώλησης της κατοικίας στους ως άνω υιό και νύμφη του ιδιοκτήτη Ζαχαρία Παύλου Κίτση. Ο ενάγοντας, υποδεικνύει ο ομνύον, ως προκύπτει από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 3.10.1997, που η πλευρά του έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, γνώριζε για την ύπαρξη της ως άνω συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του ακινήτου Ζαχαρία Παύλου Κίτση, γεγονός το οποίο αποδέχτηκε, προχωρώντας στη συνέχεια στην υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 3.10.
- Δεν υπήρχε στη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα αγωγή ρητός χρόνος εκπλήρωσης της υποχρέωσης μεταβίβασης και εγγραφής στο όνομα του ενάγοντα του ακινήτου. Αντίθετα, ως προκύπτει από την εν λόγω συμφωνία αποτελεί υποχρέωση της εναγομένης εταιρείας να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα ευθύς όταν ολοκληρωθεί η ανταλλαγή και εγγραφεί το τεμάχιο στο όνομα της από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του Ζαχαρία Παύλου Κίτση. Η διαδικασία ανταλλαγής και εγγραφής του επίδικου χωραφιού στο όνομα της εναγομένης δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Αφού γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες, εκδοθούν αναγκαίες άδειες διαίρεσης του τεμαχίου και εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι από το Κτηματολόγιο, ο Ζαχαρίας Παύλου Κίτση θα μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στην εναγομένη εταιρεία η οποία στη συνέχεια ως η υποχρέωση της θα πρέπει να το μεταβιβάσει στον ενάγοντα. Μέχρι σήμερα η εναγόμενη εταιρεία, παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να καταστήσει δυνατή την υλοποίηση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να μεταβιβάσει το ακίνητο στον ενάγοντα, αφού η ίδια ακόμη δεν κατέστη εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου παρά τα μέτρα που έλαβε προς τούτο. Ούτε ο ενάγων στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την αίτηση, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ανταλλαγής της εναγομένης εταιρείας με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του ακινήτου, η οποία κατ΄ ουσία αποτελεί και προϋπόθεση για την υλοποίηση της μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα αγωγής συμφωνίας ολοκληρώθηκε. Σε κάθε περίπτωση, αρνείται κατηγορηματικά ότι στα πλαίσια συνάντησης που είχε με τον ενάγοντα κατά ή περί τον Ιούνιο του 2004 υπήρξε ρητή ή και εξυπακουόμενη δέσμευση εκ μέρους της εναγομένης να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αφού ήταν γνωστό σε όλους ότι για να υλοποιηθεί η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία θα έπρεπε προηγουμένως να υλοποιείτο η συμφωνία ανταλλαγής μεταξύ του ιδιοκτήτη του ακινήτου και της εναγομένης εταιρείας. Αποτελεί θέση του ότι η επιστολή ημερ. 31.10.2004 που απεστάλη στην εναγομένη εταιρεία για την πλευρά του ενάγοντα, είναι πρόωρη, άνευ σημασίας και χωρίς να παράγει οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες καθ΄ ην έκταση δεν είχε αρχίσει η υποχρέωση της εναγομένης εταιρείας να συμμορφωθεί με τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Την ίδια θέση προβάλλει και για την επιστολή ημερ. 26.1.2009 στην οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα ημερ. 26.11.
- Η εναγόμενη εταιρεία, υποδεικνύει, ουδέποτε υπήρξε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να μεταβιβάσει το ακίνητο σε οποιαδήποτε πρόσωπα. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης εταιρείας αποτελεί θέση του ότι αυτή είναι εξαιρετική και ότι η εταιρεία δύναται με την περιουσία της να καλύψει ενδεχόμενη απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, ποσό €51.258,04 (Λ.Κ.30.000) που η εναγόμενη εταιρεία έλαβε για την πώληση του επίδικου ακινήτου είναι σε θέση να επιστρέψει στον ενάγοντα. Το συγκεκριμένο ποσό φαίνεται να είναι δεσμευμένο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και του εναγομένου, στον οποίο η εν λόγω τράπεζα παραχώρησε δάνειο για ίσο ποσό. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι επί των ακινήτων των οποίων η δέσμευση επιζητείται έχουν ανεγερθεί 8 κατοικίες των οποίων η τιτλοποίηση αναμένεται. Σε περίπτωση δε που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα πληγούν και τα συμφέροντα άλλων προσώπων, αφού η εναγόμενη εταιρεία δεν θα μπορεί να προβεί σε μεταβίβασή τους. Καταληκτικά προτάσσει πως πέραν του γεγονότος ότι ο εναγόμενος δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα σε βάρος της εναγόμενης εταιρείας ούτε συζητήσιμη υπόθεση, η αγωγή του δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ενόψει του γεγονότος ότι είναι πρόωρη. Στα πλαίσια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας καταχώρισε στις 15.6.11, εξασφαλίζοντας προηγουμένως σχετική άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο, ο τελευταίος έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός ότι σε σχέση με την εγγυητική επιστολή συνολικού ύψους Λ.Κ.30.000, την οποία η εναγόμενη εταιρεία παραχώρησε προς την Τράπεζα Κύπρου ως εξασφάλιση του δανείου το οποίο ο ενάγων έλαβε για να αγοράσει από την εναγομένη εταιρεία το επίδικο ακίνητο, όπως πληροφορήθηκε από αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου, μετά από την αρχική ένορκη δήλωση του ημερ. 27.1.11 η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση του, η εν λόγω εγγυητική επιστολή «κατέπεσε και το ποσό της πιστώθηκε προς όφελος του ενάγοντα». Ως εμφαίνεται σε αντίγραφο χρεωστικής σημείωσης της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 5.11.09, την οποία του παρέδωσε υπάλληλος της εν λόγω τράπεζας, το ποσό της εγγυητικής επιστολής μαζί με τους τόκους προς 8% από 10.10.98 το οποίο κατεβλήθη προς όφελος του ενάγοντα ανέρχεται σε Λ.Κ.59.353,33 (€101.311,08). Συνεπώς, υποστηρίζει, ο ενάγοντας επωφελήθηκε ήδη ποσό σχεδόν διπλάσιο από εκείνο το οποίο αγόρασε το επίδικο ακίνητο. Ο ενάγοντας - αιτητής ζήτησε και έλαβε άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με τις προβαλλόμενες θέσεις της πλευράς της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, όπως αυτές προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης ημερ. 26.11.
- Στην εν λόγω δήλωση του ο ενάγοντας, ημερ. 25.10.11 πέραν του γεγονότος ότι δηλώνει την άγνοια του σε σχέση με τους ισχυρισμούς του διευθυντή της εναγομένης ότι η εγγυητική επιστολή κατέπεσε και το ποσό της πιστώθηκε ήδη προς όφελος του, υποδεικνύοντας ότι η Τράπεζα Κύπρου αρνήθηκε κατ΄ επανάληψη να τον πληροφορήσει κατά πόσο αυτή είχε κατασχεθεί και πιστωθεί έναντι της οφειλής του, υποδεικνύει παράλληλα ότι τα ακίνητα της εναγομένης για τα οποία ζητείται η έκδοση των διαταγμάτων είναι υποκείμενα σε εμπράγματα βάρη αξίας €973.902,82 και €665.500,46 αντίστοιχα, όπως δε τον πληροφορούν εγκεκριμένοι εκτιμητές η υπολειμματική αξία τους είναι αρνητική. Η πλευρά του ενάγοντα - αιτητή εξασφάλισε διάταγμα αντεξέτασης του διευθυντή της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας σε σχέση με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση της τελευταίας. Ο ως άνω διευθυντής από το εδώλιο του μάρτυρα, επέμενε, ανάμεσα σε άλλα, ότι το τρίτο πρόσωπο με το οποίο συμβλήθηκε για την ανταλλαγή του ακινήτου που μέρος του συμφώνησε να πωλήσει τελικά στον ενάγοντα, δεν το έχει αποξενώσει. Σχολιάζοντας το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερ. 13.2.09 (Τεκμήριο 8) στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, σύμφωνα με το οποίο το ακίνητο φαίνεται να μεταβιβάστηκε το 1998 ανά ½ μερίδιο στους Παύλο Ζαχαρία Παύλου και Γιωργαλλά Κώστα Έλενα, υπέδειξε ότι την υποχρέωση μεταβίβασης του ακινήτου στα πιο πάνω πρόσωπα ανέλαβε ο ιδιοκτήτης Ζαχαρίας Παύλου Κίτση «για να μπορέσει να γίνει η πώληση της κατοικίας με μέρος της αξίας μέσω ανταλλαγής του κτήματος». Επέμενε ότι η εταιρεία του αποτελεί φερέγγυο οργανισμό. Πέραν του γεγονότος ότι σε σχέση με την εξασφάλιση του δανείου αγοράς του ακινήτου από τον ενάγοντα, η εταιρεία κατέθεσε τραπεζική εγγύηση προς όφελος του ενάγοντα η οποία εξαργυρώθηκε μετά από αίτηση του τελευταίου, υπέδειξε ότι κάποια προβλήματα που υπάρχουν οφείλονται στο γεγονός της καθυστέρησης της έκδοσης τίτλων για να μπορέσουν να ολοκληρωθούν οι πωλήσεις και η εταιρεία να εισπράξει το σύνολο των διαφόρων τιμημάτων πώλησης των ακινήτων. Σε κάθε περίπτωση, πρόβαλε τη θέση ότι εντός των δύο ακινήτων των οποίων η δέσμευση επιδιώκεται με την παρούσα, έχει ανεγερθεί ανάμεσα σε άλλες και κατοικία η οποία ακόμη δεν έχει πωληθεί, ενώ στο ακίνητο που μέρος του θα μεταβιβαστεί στον ενάγοντα υπάρχει επίσης αναξιοποίητο οικόπεδο. Και για τα δύο, δεν έχουν ακόμη εκδοθεί τίτλοι ιδιοκτησίας. Υπέδειξε παράλληλα ότι πέραν από μέρος τιμημάτων πώλησης διαφόρων ακινήτων που η εναγόμενη ανήγειρε, πώλησε και αναμένει να εισπράξει μετά την εξασφάλιση σχετικών αδειών και τίτλων, αναμένεται με την ολοκλήρωση της πώλησης συγκεκριμένου ακινήτου να αποδοθεί στην εναγομένη, ως μέρος του τιμήματος πώλησης, ακίνητο στην ευρύτερη περιοχή Λάρνακας. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες φρόντισαν να ετοιμάσουν γραπτώς ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών και τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες τις οποίες αναφέρθηκαν. Στην υπόθεση ABP Holdings κ.α. v. Κιτταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, τονίστηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστατευτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54, εξάλλου, αποσαφηνίστηκε ανάμεσα σε άλλα και η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Νομικό υπόβαθρο της υπό συζήτηση Aίτησης, αποτελούν επίσης τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Είναι φανερό, έχοντας υπόψη την αξίωση των εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής σε συνδυασμό με το αντικείμενο της υπό συζήτηση αίτησης, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Τούτο γιατί, ως το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ.6 προβλέπει, το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής. (βλ. Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να διατάξει τη δέσμευση τέτοιου μέρους της ακίνητης περιουσίας ενός εναγομένου, η οποία είναι αρκετή για τη μελλοντική ικανοποίηση του Ενάγοντα σε περίπτωση που ο τελευταίος κερδίσει την αγωγή. Διατάγματα δυνάμει του άρθρου 5 δεν εκδίδονται εκτός αν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα αν φανεί στο Δικαστήριο ότι: (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Καλά αναγνωρισμένη είναι από τη νομολογία μας η διασύνδεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που τίθενται τόσο στο άρθρο 4 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
- Τα ως άνω άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, παρά την ειδική ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν, δεν αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζουν το γενικότερο πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση των παρεμπίπτων διαταγμάτων. [βλ. ABP Holdings κ.α. (ανωτέρω)]. Γενικές προϋποθέσεις που τίθενται με το γενικότερο άρθρο 32 του Ν.14/60, εξακολουθούν να ισχύουν σε συνδυασμό με τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ.
- Όπου το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αίτησης στην οποία έχουν εφαρμογή τόσο οι πρόνοιες του άρθρου 5 όσο και οι πρόνοιες του άρθρου 32, είναι αναγκαίο να επιβεβαιωθεί ότι συνυπάρχουν τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο
- (βλ. σχετικά Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 CLR 520, Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 882 και Ζεμενίδης (ανωτέρω). Στην υπόθεση Λακαταμίτης (ανωτέρω) ο τότε Πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης υπέδειξε ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο γιατί ένα διάταγμα όπως αυτό που προνοείται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 να μην μπορεί επίσης να εκδοθεί και κάτω από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 ή ταυτόχρονα κάτω και από τα δύο άρθρα. Περαιτέρω, στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ,
(2001)1Β ΑΑΔ 785, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides v. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, M & M Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου Πολιτική Έφεση 8986 ημερ. 30/5/94, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου Πολιτική Έφεση 8181 ημερ. 23/3/95). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Πρόωρη χαρακτηρίζει η πλευρά της εναγομένης εταιρείας την παρούσα αγωγή, αφού η συμφωνία ημερομηνίας 3.10.97 μεταξύ των διαδίκων τελούσε ουσιαστικά υπό την αίρεση της μεταβίβασης του ακινήτου από τρίτο πρόσωπο, τον Ζαχαρία Παύλου Κίτση, επ΄ ονόματι της εναγομένης εταιρείας, χωρίς μάλιστα χρονικό προσδιορισμό που τούτο θα έπρεπε να γίνει. Μόνο τότε θα μπορούσε η εναγομένη εταιρεία να προχωρήσει στη μεταβίβαση μέρος του ακινήτου επ' ονόματι του ενάγοντα ως η πιο πάνω μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Στο άρθρο 31 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, παρατίθεται ο ορισμός της σύμβασης υπό αίρεση. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: "«Σύμβαση υπό αίρεση» είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει." Στο αμέσως επόμενο άρθρο του ως άνω Νόμου καθορίζεται πότε μία σύμβαση υπό αίρεση καθίσταται εκτελεστή. Ειδικότερα υποδεικνύεται ότι: «Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος.» Στη νομική σειρά συγγραμμάτων, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση (reissue), τόμος 9
(1), στις παραγράφους 962 και επόμενες, γίνεται εκτενής αναφορά στη φύση και τα αποτελέσματα της σύμβασης υπό αίρεση «Condition precedent». Στη σελίδα 702 του ως άνω τόμου σημειώνεται ανάμεσα σε άλλα η διάκριση μεταξύ του «Conditional promise» και του «Condition precedent». Ειδικότερα, σημειώνεται πως: «A condition precedent to the formation of a contract is a conditional promise which should be distinguished from a condition precedent to the performance of the contract. In the former case, no contract comes into existence until the contingency occurs, whereas in the latter case, there is a contract but the obligation of one or both of the parties are suspended. Where the liability to perform only arises on the happening of the contingency or the performance of the condition, the condition is called a condition precedent.» Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 27η έκδοση, τόμος 1, παρ. 12-026 υπό τον τίτλο «Conditions precedent» αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «The liability of one or both of the contracting parties may become effective only if certain facts are ascertained to exist or upon the occurrence or non-occurrence of some further event. In such a case the contract is said to be subject to a condition precedent. The failure of a condition precedent may have one of a number of effects ................... ......... These conditions precedent are, however, normally contingent and not promissory, and in such a case neither party will be liable to the other if the condition is not fulfilled.» Βλέπε επίσης τις σχετικές με το ζήτημα αναφορές στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, όπου γίνεται συζήτηση πανομοιότυπων διατάξεων με τις πρόνοιες των άρθρων 31, 32 και επόμενα του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Ο όρος 10 της συμφωνίας ημερ. 3.10.97 μεταξύ των διαδίκων καθορίζει ότι: «Η μεταβίβαση του πωλούμενου μέρους του χωραφιού θα γίνει ευθύς όταν ολοκληρωθεί η ανταλλαγή και εγγραφεί το χωράφι στο όνομα του πωλητή.» Σημειώνεται ότι ήδη στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης καταγράφεται πως αυτή καταρτίστηκε μεταξύ των δύο πλευρών, επειδή η εναγόμενη εταιρεία είναι «ιδιοκτήτης και/ή ο δικαιούμενος να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης» του ακινήτου, κατόπιν συμφωνίας ανταλλαγής που υπογράφει με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, Ζαχαρία Παύλου Κίτση. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας, σε συνάρτηση πάντα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τελούσε υπό την αίρεση της απόκτησης από την εναγόμενη εταιρεία, δυνάμει ανταλλαγής, του ακινήτου από τον ιδιοκτήτη του Ζαχαρία Παύλου Κίτση. Την αίρεση αυτή γνώριζε εκ των προτέρων η πλευρά του συμβαλλόμενου ενάγοντα αφού με σαφήνεια καταγράφεται στη συμφωνία ημερ. 3/10/
- Τούτου δοθέντος, οι οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της εναγομένης εταιρείας, όπως αυτές καταγράφονται και αποτυπώνονται στη συμφωνία ημερ. 3.10.97, αναπόδραστα αναστέλλονται μέχρι την εκπλήρωση της ως άνω αίρεσης. Η συμβαλλόμενη εναγόμενη εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την εκτέλεση ή μη της υποχρέωσης της για μεταβίβαση μέρους του ως άνω ακινήτου στον ενάγοντα, ως η μεταξύ τους συμφωνία αφού η προαπαιτούμενη και συμφωνηθείσα αίρεση δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί. Η υποχρέωση της αυτή αναστέλλεται μέχρι την εκπλήρωση της αίρεσης. Το ζήτημα όμως στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τελειώνει εδώ. Έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι φανερό, ως έχει ήδη αναφερθεί, ότι η σύμβαση μεταξύ των δύο πλευρών τελούσε υπό την αίρεση της μεταβίβασης, δυνάμει ανταλλαγής, του ακινήτου επ' ονόματι της εναγομένης εταιρείας από τον ιδιοκτήτη της, ο οποίος προσδιορίζεται ότι είναι ο Ζαχαρίας Παύλου Κίτση. Ο τελευταίος όμως, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 8 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένορκη δήλωση ημερ. 26.11.10 του αιτητή), παρά την περί του αντιθέτου τοποθέτηση του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας η οποία σε κάθε περίπτωση έρχεται σε αντίθεση με την θέση του για το ζήτημα, όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του ημερ. 27.1.11 (παράγραφος 20), ήδη από τις 25.9.98 έχει μεταβιβάσει σε τρίτα πρόσωπα και όχι στην πλευρά της εναγομένης εταιρείας το ακίνητο, κατά τρόπο που θα επέτρεπε την υλοποίηση της συμφωνίας ημερ. 3.10.97 μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με το άρθρο 34 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «Αν το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η σύμβαση, είναι ο τρόπος συμπεριφοράς προσώπου σε ακαθόριστο χρόνο, το γεγονός θεωρείται ότι κατέστη αδύνατο όταν το πρόσωπο αυτό πράξει κάτι, το οποίο καθιστά αδύνατη τη συμπεριφορά αυτή σε οποιοδήποτε ορισμένο χρόνο ή διαφορετικά αν εκπληρωθούν περαιτέρω αιρέσεις.» Το άρθρο 36 δε του ως άνω Νόμου προβλέπει ότι: «Συμφωνία για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης αδύνατου γεγονότος είναι άκυρη, ανεξάρτητα αν κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας τα μέρη γνώριζαν ή όχι ότι η αίρεση ήταν αδύνατη.» Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης ως η υπό συζήτηση δεν επιτρέπεται να εξετάζει σε βάθος το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Τούτο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αυτός είναι ο λόγος που το Δικαστήριο, συνειδητά δεν υπεισέρχεται στην εξέταση του ζητήματος της μεταβίβασης του ακινήτου από τον ιδιοκτήτη Ζαχαρία Παύλου Κίτση σε συγγενικά του πρόσωπα και όχι στην εναγομένη εταιρεία και εάν τούτο ήταν συμφωνημένο, επιτρεπτό και αναμενόμενο με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας ημερ. 3.10.97 μεταξύ των διαδίκων που επικαλείται ο ενάγοντας. Ομοίως το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο τη σημασία ή όχι του τερματισμού από μέρους του ενάγοντα της συμφωνίας ημερ. 3.10.97 με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 3.3.
- Σε κάθε περίπτωση όμως, με βάση τις ως άνω πρόνοιες της νομοθεσίας, και χωρίς κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα πιο πάνω ζητήματα, ορατό είναι το ενδεχόμενο της εκ του νόμου ακυρότητας της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, με ότι αυτό συνεπάγεται για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων πλευρών. Έχοντας κατά νου το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που ο ενάγοντας προώθησε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου θεωρώ ότι ο ενάγοντας αιτητής έχει αποκαλύψει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή μάλιστα την προοπτική επιτυχίας, για κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες, όπως η διεκδίκηση του ποσού που κατέβαλε για την αγορά του ως άνω ακινήτου ως αντάλλαγμα που απέτυχε και/ή για αθέμιτο πλουτισμό. Με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ο ενάγοντας έχει θέσει εκείνο το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων που φαίνεται να ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Είναι σαφές βέβαια ότι η ως άνω διαπίστωση του Δικαστηρίου γίνεται εκ πρώτης όψεως, χωρίς την ουσιαστική ενασχόληση με τους ισχυρισμούς και κατάληξη σε συμπεράσματα και τελική διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, τα οποία θα απασχολήσουν στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου η προβολή της θέσης ότι έχει ήδη καταβληθεί το ποσό της εγγυητικής επιστολής προς όφελος του εναγομένου, γεγονός που η πλευρά του εν πάση περιπτώσει αγνοεί ως προβάλλει και ως εκ τούτου αρνείται. Πέραν του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια διαδικασίας ως η παρούσα να υπεισέλθει σε αξιολόγηση αντικρουόμενων ισχυρισμών και προβαίνοντας σε αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιων του μαρτυρίας να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωσης, η ως άνω προβληθείσα θέση της εναγομένης εταιρείας δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ άλλου τινός και εκ προοιμίου στην εξαφάνιση κάθε προοπτικής και πιθανότητας ο ενάγοντας να δικαιούται σε κάποιες από τις αιτούμενες θεραπείες. Η τρίτη προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 32 του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή εύκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αποτελεί ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί πανομοιότυπη ουσιαστικά προϋπόθεση όπως αυτή τίθεται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, σύμφωνα με την οποία τυχόν μη έκδοση του διατάγματος δυνατό να εμποδίζει την ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, σπεύδω ευθύς εξαρχής να υπογραμμίσω πως ως προκύπτει από τη νομολογία, το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης ενός ενάγοντα μπορεί να κριθεί υπαρκτός, συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (βλ. μεταξύ άλλων Ninemia Maritime Corporation v. Trave Schiffahrtsgesellschaft m.b.h.
(1983)1 W.L.R. 1412). Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited, (ανωτέρω) o σεβαστός Δικαστής κ. Κωνσταντινίδης υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Σε κάθε περίπτωση πάντως η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχτεί πρόθεση αποξένωσης ενός περιουσιακού στοιχείου, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί η αγωγή στη βάση της οποία οι ενάγοντες-αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελος τους. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου η υπόδειξη στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1B AAΔ.1237, ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, ενώ παράλληλα, ως έχει εντοπιστεί στην Marketrents (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1759), η έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση δεν μπορεί να θεωρείται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους. Tο γεγονός ότι μέρος του ακινήτου που θα μεταβιβαζόταν στην εναγομένη εταιρεία με σκοπό να μεταβιβαστεί στη συνέχεια στον ενάγοντα αποτελεί αναξιοποίητο οικόπεδο, ως επίσης η πραγματικότητα πως εντός του εν λόγω ακινήτου έχουν ανεγερθεί κατοικίες, με δεδομένο ότι μέχρι σήμερα τουλάχιστον ολόκληρο το ακίνητο δεν έχει μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της εναγομένης εταιρείας, αλλά, αντίθετα από τη συμφωνία περί ανταλλαγής του και εγγραφής επ΄ ονόματι της εναγομένης εταιρείας, ο ιδιοκτήτης του ήδη από το 1998 το μεταβίβασε σε άλλα πρόσωπα, δεν θα μπορούσε κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις να θεωρηθεί, στη βάση τουλάχιστον όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας, ως περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας. Δεδομένο παραμένει πως παρά την σαφή δήλωση του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας ότι η συμφωνία ανταλλαγής του ως άνω ακινήτου προνοούσε την μεταφορά του από τον Ζαχαρία Παύλου Κίτση επ΄ ονόματι της, το συγκεκριμένο ακίνητο μεταβιβάστηκε από το εν λόγω τρίτο πρόσωπο σε άλλα, συγγενικά του πρόσωπα. Το γεγονός άλλωστε ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν συγγενικά πρόσωπα του Ζαχαρία Παύλου Κίτση, ενώ παράλληλα φαίνεται να έχουν συμβληθεί με την εναγόμενη εταιρεία για αγορά κατοικίας που η τελευταία ανήγειρε στο εν λόγω ακίνητο, χωρίς να έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων που θα καθιστούσε σήμερα το ακίνητο περιουσιακό στοιχείο της εναγομένης εταιρείας, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου. Αντίθετα με τα πιο πάνω, αναντίλεκτη παρέμεινε η αναφορά του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας ότι εντός των δύο ακινήτων των οποίων η δέσμευση επιζητείται με το αιτούμενο διάταγμα έχουν ανεγερθεί και πωληθεί σε τρίτους αριθμός κατοικιών, η τιτλοποίηση και μεταβίβαση των οποίων εκκρεμεί, ως επίσης ότι μία από αυτές τις κατοικίες που η εναγόμενη εταιρεία έχει ανεγείρει, έκτασης 170 έως 180 περίπου τετραγωνικών μέτρων, δεν έχει πωληθεί. Παράλληλα, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι μέρος του τιμήματος πώλησης κατοικιών που έχουν ανεγερθεί στα εν λόγω ακίνητα, αναμένεται ακόμη να καταβληθεί και να εισπραχθεί από την εναγομένη εταιρεία μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης τους στους αγοραστές. Δεδομένη είναι άλλωστε η δέσμευση με εγγυητική επιστολή ποσού ίσου με το τίμημα που κατέβαλε ο ενάγοντας για την αγορά του ακινήτου, με ανάλογους επιπλέον τόκους, ποσό που αν δεν έχει πιστωθεί ήδη σε λογαριασμό του, ως η θέση της πλευράς της εναγομένης εταιρείας, εξέλιξη την οποία ο ενάγοντας απλά δηλώνει ότι αγνοεί, σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται η παραχώρηση της από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας. Έχοντας ήδη σημειώσει ότι η πλευρά του εναγομένου φαίνεται να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν εκδοθείσας στο τέλος της ημέρας απόφασης σε βάρος της, δεν διαλανθάνει ταυτόχρονα της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ακίνητη περιουσία η οποία επιδιώκεται να δεσμευτεί με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα μιας δικαστικής διαδικασίας. Ο αιτών διάδικος, πέραν από την υποχρέωση να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, θα πρέπει παράλληλα να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία και μαρτυρία σε σχέση με την φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας την δέσμευση της οποίας επιζητεί. Το Δικαστήριο, για να μπορεί ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να διατάξει όπως ακίνητη περιουσία ή ανάλογο μέρος της δεσμευτεί πριν από την αποπεράτωση της αγωγής, με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και το άρθρο 5 του Κεφ. 6, θα πρέπει να έχει ενώπιον του την ανάλογη μαρτυρία προς τούτο. Κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία για τα ακίνητα των οποίων η δέσμευση επιζητείται και την κατά προσέγγιση αξία τους, ώστε αυτή να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης του Αιτητή. Με την απουσία αυτού του στοιχείου, αφαιρείται ουσιαστικά το βάθρο εκείνο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Μ. Πικής, Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπως ήταν τότε, προσεγγίζοντας το ζήτημα ανέφερε και τα ακόλουθα στα πλαίσια της απόφασης του στην αγωγή υπ΄ αρ. 943/75 του Ε.Δ. Λάρνακας: "In order to substantiate an allegation of a possible hindrance, in the context of s.5, Cap.6, evidence must be forthcoming as to the financial position of the defendants so that it may appear that if the defendants alienate the whole or part of their immovable property plaintiff may be unable to recover the amount that may possibly be named in a judgment in his favour. In the present application nothing has been said about the financial position of the defendants or the value of their immovable property. Lastly, in the absence of concrete evidence tending to throw light on the nature and value of the immovable property sought to be attached it would be quite impossible for the Court to exercise its discretion and direct that a specific part of such property be attached pending the determination of the action." Στην υπό εξέταση περίπτωση η αξία των δύο ακινήτων της εναγομένης εταιρείας - καθ΄ ης η αίτηση, η δέσμευση των οποίων με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται, δεν έχει προσδιοριστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν παραβλέπω ότι στα πλαίσια της απαντητικής ένορκης δήλωσης του ενάγοντα γίνεται κάποια προσπάθεια από την πλευρά του τελευταίου, γενική και αόριστη πάντως, να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου η «υπολειμματική αξία των ακινήτων» με αναφορά σε υποθήκες και πωλητήρια έγγραφα που τα επιβαρύνουν, πλην όμως είναι φανερό ότι ενόψει των ελλειπών στοιχείων, λεπτομερειών και πληροφοριών που τίθενται σε σχέση με τα ακίνητα και τη συνολική τους αξία, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε από μόνο του, δίκην εμπειρογνώμονα, να προβεί σε υπολογισμούς για τον προσδιορισμό, έστω κατά προσέγγιση της αξίας των περί ου ο λόγος ακινήτων. Άλλωστε δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ο εντοπισμός από την πλευρά του συνηγόρου της εναγομένης εταιρείας του γεγονότος ότι η γενική και αόριστη αναφορά του ομνύοντα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα στην απαντητική ένορκη δήλωση του, τέθηκε κατά παράβαση της άδειας που ζήτησε και του δόθηκε για καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης σε σχέση μόνο με τα ζητήματα που ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας έθετε με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερ. 15.6.11. Πρόκειται ουσιαστικά για μαρτυρία η οποία επιχειρήθηκε να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά παράβαση της άδειας η οποία ζητήθηκε και η οποία παραχωρήθηκε στην πλευρά του ενάγοντα - αιτητή. Απασχολεί επίσης το Δικαστήριο, ενόψει της φύσης της υπό συζήτηση αίτησης, το ζήτημα της τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται σε κάθε περίπτωση ως μέρος γενικότερα της εξουσίας του Δικαστηρίου για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας κατ΄ επίκληση του δικαίου της επιείκειας. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση, από μόνη της, δυνατό να έχει αρνητική επίδραση στην περίπτωση αιτήματος για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, στην παράγραφο 962 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την καθυστέρηση: «Delay. A plaintiff must be able to show that he has not been guilty of improper delay in applying to the court, for delay, even if not amounting to acquiescence, may deprive him of the right to an interlocutory injunction." Ομοίως, στο σύγγραμμα Commercial Litigation: Pre-emptive Remedies (3η έκδοση) σελ. 70 των Goldrein, Wilkinson και Kershaw το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «As with all equitable relief, delay is a relevant factor in interlocutory proceedings for injunctive relief: vigilantibus non dormientibus jura subvenient - a plaintiff should not sleep on his rights." Το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της απόφασης του στην υπόθεση Σκορδής ν. Λάντος κ.α.
(2008)1(Β) ΑΑΔ 844, αναγνώρισε ότι σε αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός, διακηρύσσοντας ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Στην υπό εξέταση περίπτωση, παρά το γεγονός ως διαφαίνεται από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 3.10.97 ότι δεν καθορίζεται οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός όσον αφορά την μεταβίβαση του ακινήτου, ούτε βεβαίως πότε το τρίτο πρόσωπο, ο Ζαχαρίας Παύλου Κίτση θα μεταβιβάσει αυτό στην εναγομένη εταιρεία για να μπορέσει η τελευταία να μεταβιβάσει μέρος του στον ενάγοντα, εντούτοις, είναι φανερό από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 8) που εξασφάλισε η πλευρά του ενάγοντα στις 13.2.09, ότι ο Ζαχαρίας Παύλου Κίτση ήδη από το 1998 μεταβίβασε αυτό σε δύο άλλα πρόσωπα και όχι στην εναγομένη εταιρεία. Παρόλα αυτά, η πλευρά του ενάγοντα ενώ προχωρά ήδη από τις 18.1.05 (Τεκμήριο 4) στη διεκδίκηση της κατάσχεσης της εγγυητικής που εξέδωσε η εναγομένη εταιρεία, ως επίσης διακηρύσσει τον τερματισμό της συμφωνίας ημερ. 3.10.97 με επιστολή της ημερ. 3.3.09, (πέραν και ανεξάρτητα από την όποια σημασία που τελικά δυνατό να έχει ο εν λόγω τερματισμός) επανέρχεται για το ζήτημα πολύ αργότερα, μετά από πάροδο είκοσι ενός περίπου μηνών, για να καταχωρίσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή προωθώντας ταυτόχρονα και την υπό συζήτηση αίτηση. Πέραν του γεγονότος ότι ήδη από τον Ιανουάριο του 2005, η πλευρά του ενάγοντα διεκδικώντας την κατάσχεση της εγγύησης επικαλείται την αδυναμία της εναγομένης εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι του ιδίου, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί επίσης ότι τουλάχιστον μετά την εξασφάλιση σχετικού πιστοποιητικού έρευνας τον Φεβρουάριο του 2009 (Τεκμήριο 4), θα πρέπει να έγινε αντιληπτό στον ενάγοντα ότι το ακίνητο από το 1998 μεταβιβάστηκε από το τρίτο πρόσωπο σε άλλους και όχι στην εναγομένη εταιρεία και ως εκ τούτου η μεταβίβαση από τον Ζαχαρία Παύλου Κίτση προς την εναγομένη εταιρεία, ως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να γίνει. Παρά τα πιο πάνω δεδομένα, ο ενάγοντας αποφάσισε να προωθήσει την παρούσα αγωγή και την υπό συζήτηση αίτηση σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο, χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί άφησε να παρέλθει τόσος χρόνος χωρίς η πλευρά του να λάβει οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο. Η εξέλιξη αυτή και η αναιτιολόγητη καθυστέρηση η οποία παρουσιάζεται στην αναζήτηση ενδιάμεσης θεραπείας, προς διαφύλαξη των όποιων δικαιωμάτων του ενάγοντα που ο τελευταίος διατείνεται ότι έχει, δεν μπορεί επίσης παρά να επιδράσει αρνητικά στην τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πλευρά του ενάγοντα-αιτητή απέτυχε να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση συντρέχουν, σωρευτικά, το σύνολο των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και το άρθρο 5
(2)του Κεφ.6 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ούτε το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αισθάνομαι ότι καθιστούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πρόσφορη και δίκαιη. Αναπόδραστα, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη με έξοδα προς όφελος των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο