← Κύπρος

Νίκος Αυξεντίου ν. Άννα Χαριδήμου, Αρ. Αγωγής: 2465/2011, 16/3/12

Νίκος Αυξεντίου ν. Άννα Χαριδήμου, Αρ. Αγωγής: 2465/2011, 16/3/12 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2465/2011 Μεταξύ: Νίκος Αυξεντίου, ΑΔΤ:646851, εκβατάνων 2, Λάρνακα Ενάγοντας και Άννα Χαριδήμου, Εκβατάνων 4, Λάρνακα Εναγόμενη Ημερομηνία: 16/3/12 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος. Πολυχρόνης Για την Εναγόμενη: κος. Λουκαΐδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 30/8/11 ο ενάγοντας δια μέσου των δικηγόρων του καταχώρησε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον της εναγομένης τα ακόλουθα: Α) Γενικές αποζημιώσεις για προσβολή της προσωπικότητας και/ή αξιοπρέπειας του που υπέστη κατόπιν εξύβρισης και/ή λεκτικής επίθεσης από την εναγόμενη την 2.8.11. Β) Γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση των ανθρωπίνων και/ή νόμιμων και/ή συνταγματικών του δικαιωμάτων να τυγχάνει σεβασμού η ιδιωτική ή/και οικογενειακή του ζωή ή/και αξιοπρέπεια ή/και προσωπικότητα του. Γ) Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη να εξυβρίζει ή/και επιτίθεται φραστικά με οποιοδήποτε τρόπο τον ενάγοντα. Η εναγόμενη αφού προηγουμένως εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου να εμφανιστεί υπό διαμαρτυρία καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου «θέτον εκποδών το κλητήριο ένταλμα και/ή την επίδοση του». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ.9 τη Δ.48 Θ.1-4, 8,9 Δ.2 Θ.1,2 και 6 Δ.5 Θ.1-10 Δ.6 Θ1-9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Κατερίνας Κονναρή δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου της εναγομένης. Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και στη συνέχεια αναφέρει, τα πιο κάτω που κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «Έχω προσέξει ότι η πιο πάνω αγωγή έχει καταχωρηθεί σε τύπο (O.2, r.6) αντίθετα προς τους Κανονισμούς οι οποίοι προνοούν σε τύπο (O.2, r.1)». Η αίτηση του ενάγοντα, προσέκρουσε στην ένσταση του εναγομένου η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16, Θ.9, Δ.48, Θ.1,4,8 και 9, Δ.2 Θ.1,2 και 6, Δ.5, Θ.1-10, Δ.6, Θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ειδοποίηση ένστασης εκτίθενται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Α. Η αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αστήρικτη, παράτυπη και/ή αντίκειται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Β. Η αίτηση βασίζεται επί εσφαλμένων γεγονότων και/ή είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Γ. Η Ένορκος Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δια Κλήσεως της Εναγομένης είναι ανεπαρκής ή/και αποστερείται πειστικότητας καθότι δεν επεξηγεί στον απαιτούμενο βαθμό τους λόγους που δεν μπορεί η αγωγή να συνεχίσει. Ε. Η Ένορκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει επακριβώς ή/και στον απαιτούμενο βαθμό τις πηγές της γνώση της. ΣΤ. Η ενόρκως δηλούσα εκφράζει γνώμη χωρίς να είναι ειδικός ή/και εμπειρογνώμονας και τούτο καθιστά την ένορκη δήλωση απαράδεκτη μαρτυρία. Ζ. Η Εναγομένη δε νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες. Η. Η αιτούμενη θεραπεία υπό τις περιστάσεις παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή/και οδηγά σε υπέρμετρα άδικο αποτέλεσμα εναντίον του Ενάγοντα ή/και παραβίαση του δικαιώματος να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο (access to the court) προς διάγνωση των αστικών ή/και πολιτικών του δικαιωμάτων. Θ. Η αιτούμενη θεραπεία στηρίζεται σε αντισυνταγματική δικονομική διάταξη την Δ.2 Θ.6

(4), η οποία έχει τεθεί σε ισχύ μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Ανεξαρτησίας ή/και που δεν ενδύεται του τεκμηρίου Συνταγματικότητας των Νόμων και που υπό τις περιστάσεις αντίκειται στο άρθρο 30 του Συντάγματος ή/και 6 της Ευρωπαϊκής σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθ' ότι συνιστά αδικαιολόγητο ή/και υπέρμετρα δυσανάλογο περιορισμό του Δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο ή/και δίκαιης δικής. Ι. Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη, καθότι δεν υπάρχουν ενώπιον του δικαστηρίου τα αναγκαία γεγονότα που να αναφέρουν λεπτομερώς τη βάση Αγωγής του ενάγοντα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα ο οποίος κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του υποστηρίζει πως η βάση της αγωγής του στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της επίθεσης που έχει τελεστεί φραστικά και ως εκ τούτου έχει καταχωρηθεί με το σωστό τύπο κλητηρίου εντάλματος. Ένας από τους λόγους ένστασης του ενάγοντα είναι ότι η αίτηση είναι δικονομικά αστήρικτη. Συνεπώς πρωτίστως θεωρώ ορθό ότι θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι δικονομικές πρόνοιες που επικαλείται η αιτήτρια στην αίτηση της μπορούν να αποτελέσουν νομικό υπόβαθρο για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Θα πρέπει συνεπώς να εξεταστεί κατά πρώτον αν η παράλειψη αναφοράς στο ορθό νομικό υπόβαθρο μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης και κατά δεύτερον κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει πράγματι τέτοια παράλειψη. Αποτελεί επιτακτική πρόνοια των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ότι σε κάθε αίτηση πρέπει να παρατίθενται με ακρίβεια οι διατάξεις που αποτελούν το νομικό υπόβαθρο για την αίτηση. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς (βλ. Σταύρος Χριστοφόρου v. Οικοδομικές επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ,
(2001)1Β Α.Α.Δ. 743). Στην απόφαση Σταύρος Χριστοφόρου γίνεται αναφορά στην απόφαση Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 στην οποία υιοθετήθηκαν οι αρχές που καθιερώθηκαν στην απόφαση Kouppa and another v. Vassiliadis
(1981)1 JSC 120 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. (βλ. Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ. 736). Από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει μια αίτηση έξω από την νομική βάση στην οποία στηρίζεται. Συνεπώς με βάση τις αρχές που καθιέρωσε η νομολογία η παράλειψη αναφοράς στο ορθό νομικό υπόβαθρο μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Η επίκληση της ορθής διαταγής στην υπό κρίση αίτηση είναι επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της. Το επόμενο ερώτημα είναι αν στη παρούσα περίπτωση η νομική βάση που επέλεξε η αιτήτρια είναι λανθασμένη ή ανεπαρκής. Θα εξετάσω συνεπώς κατά πόσο οι διατάξεις που επικαλείται η αιτήτρια όπως παρατίθενται πιο πάνω μπορούν να αποτελέσουν βάση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Δ.16 Θ.9 αναφέρεται στην εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και τον παραμερισμό της επίδοσης στον εναγόμενο ή τον παραμερισμό του Διατάγματος που εξουσιοδοτεί την επίδοση. Με τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της αιτήτριας και ότι ζητά με την αίτηση της καταδεικνύεται ότι δεν είναι σχετική η Δ.16 Θ.9. Η Δ.48 Θ.1-9 στην οποία επίσης στηρίζεται η αίτηση δεν αποτελεί διάταξη επί της οποίας να μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην Evand Promotions (πιο πάνω) ελέχθηκε ότι η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής το δικαίωμα καταχώρησης οποιασδήποτε αίτησης. Διαγράφει μόνο το Δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια αίτηση, εφ' όσον όμως η αίτηση έχει σαν υπόβαθρο συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή συγκεκριμένο διαδικαστικό κανονισμό. Η Δ.2 Θ.1, 2 και 6 αναφέρεται στον τύπο και την έναρξη της αγωγής όχι όμως στη δυνατότητα ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να διαγράψει ή/και παραμερίσει κλητήριο ένταλμα. Η Δ.5 προνοεί για την επίδοση εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και η Δ.6 για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Ούτε και αυτές είναι σχετικές με την αιτούμενη θεραπεία. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η νομική βάση της αίτησης δεν ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να της επιληφθεί αφού κανένας θεσμός στον οποίο παραπέμπει δεν παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για τη κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή ή/και παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε από μόνο του να θεραπεύσει την παράλειψη αναφοράς στην ορθή νομική βάση είτε δυνάμει της Δ.64 είτε ασκώντας τις γενικότερες εξουσίες του. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, για να θεραπεύσει τις παρατυπίες. (βλ. Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (βλ. Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1157). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παράλειψη στήριξης μιας αίτησης στο ορθό νομικό υπόβαθρο δεν είναι θέμα που μπορεί να αντιμετωπισθεί με την επίκληση της Δ.64, ακόμα και αν υπήρχε τέτοια αίτηση για διόρθωση. Σχετική είναι η απόφαση Bank for Foreign Trade of Russian Federation "Vneskorgbank" v. ICC Chemicals (uk) Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1728, όπου λέχθηκε ότι η Δ.64 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων αλλά εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάση της Δ.48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Με την αίτηση της αιτήτριας γίνεται επίσης επίκληση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Evand Promotion πιο πάνω. Δεν αποτελεί κατά κανόνα πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς, ούτε και επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της εν λόγω εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του διαδίκου (βλ. επίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ v. Ουστά (Αρ.1) 1994 1 Α.Α.Δ. 109 Αυξεντίου v. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963). Στη προκειμένη περίπτωση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αντί του ορθού νομικού υπόβαθρου της αίτησης δεν μπορεί να βοηθήσει την εναγόμενη-αιτήτρια, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν δικονομικές πρόνοιες στις οποίες θα μπορούσε να στηριχθεί για την παροχή των θεραπειών που επιζητεί. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο και συνεπώς είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και υπέρ του καθ'ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.