← Κύπρος

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας ν. Παναγιώτη Μουζούρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3320/2010, 16 Μαρτίου, 2012

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας ν. Παναγιώτη Μουζούρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3320/2010, 16 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3320/2010 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας Ενάγουσας και

  1. Παναγιώτη Μουζούρη κ.α. Εναγόμενων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13/10/2011 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Μαρτίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήρια: κ. Αργυρίδης Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1,3,4 και 5: κ. Κέκκου για κ. Κλαΐδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με Αίτησή της ημερομηνίας 13/10/2011, ζήτησε όπως εκδοθεί συνοπτική απόφαση εναντίων των Εναγομένων 1, 3, 4 και
  2. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στη Δ.18 θ.1 και 2, τη Δ.48 θ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Παύλου Παπακώστα, υπαλλήλου της Ενάγουσας-Αιτήτριας στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών και Ανάκτησης Οφειλομένων Ποσών. Κατά τον ισχυρισμό του, είναι υπεύθυνος για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση
  3. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων λόγω του ότι παρακολουθεί το λογαριασμό του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση 1, έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση και έχει υπό την κατοχή του και φύλαξή του τα σχετικά έγγραφα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση του λογαριασμού του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος μαζί με τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 οφείλουν το ποσό των €14.526,77 πλέον τόκους 9% από 01/07/2010 μέχρι εξοφλήσεως και κεφαλαιοποίηση του επιτοκίου δύο φορές τον χρόνο. Κατά τον ισχυρισμό του, στις 18/02/2002, συνάφθηκε έγγραφη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας, η οποία είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη και του Εναγόμενου 1, για την παραχώρηση προς αυτόν δανείου ή/και πιστωτικών διευκολύνσεων, ήτοι δανειοδοτικό όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, με αριθμό 49-40-08394-7, ύψους €17.086,01 με επιτόκιο 7.7% και με τόκο υπερημερίας 1%. Την ίδια μέρα υπογράφτηκε από τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 έγγραφο εγγύησης με το οποίο είχαν αναλάβει την ακριβή εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 και ανέλαβαν όπως πληρώσουν, μόλις τους ζητηθεί, οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο μέχρι τις Λ.Κ.10.000-, πλέον τους τόκους, οι οποίοι θα κεφαλαιοποιούνταν καθώς και τις προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα πλέον οποιεσδήποτε άλλες δαπάνες ήθελε υποστεί η Ενάγουσα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη. Ο Εναγόμενος 1, σύμφωνα με τον ομνύοντα, στις 29/10/2010 όφειλε το ποσό των €14.526,
  4. Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 13/09/2010 γνωστοποίησε στον Εναγόμενο 1 ότι τερμάτισε τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και τον κάλεσε όπως εξοφλήσει το υπόλοιπο εντός 10 ημερών, πράγμα που παρέλειψε να πράξει. Η συγκεκριμένη επιστολή τερματισμού είχε σταλεί και στους εγγυητές. Κατά την άποψή του η οφειλή αφορά εκκαθαρισμένο ποσό λόγω του ότι στο υπόλοιπο δεν υπάρχουν οποιοιδήποτε παράλογοι ή υπερβολικοί ανατοκισμοί και ότι οι οποιεσδήποτε χρεώσεις είχαν γίνει κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας των διαδίκων. Καταλήγει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1, 3, 4 και 5 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση και ότι καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης και αξιώνει την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Κατέθεσε ως τεκμήρια τη συμφωνία δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, το έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 18/02/2002, την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 30/09/2009, τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 13/09/2010 στους εγγυητές και την κατάσταση λογαριασμού. Ζητήθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως, η οποία και παραχωρήθηκε. Στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ο κ. Παύλος Παπακώστα εξηγεί ότι ο τραπεζικός λογαριασμός με αριθμό 49-40-08394-7, ο οποίος αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης καθώς και στην επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13/09/2010, είναι ο ίδιος τραπεζικός λογαριασμός με αριθμό 40083947, ο οποίος καταγράφεται στη Συμφωνία Δανείου, στο Έγγραφο Εγγύησης και στην Κατάσταση Λογαριασμού. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο κώδικας 49, ο οποίος προηγείται του αριθμού λογαριασμού, αντιπροσωπεύει το αριθμητικό κλειδί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας, το οποίο έχει καθοριστεί από τη Συνεργατική Εταιρεία Μηχανογραφήσεως, με την οποία εταιρεία είναι συνδεδεμένες όλες οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες στην Κύπρο, για σκοπούς μηχανογράφησης. Ο συγκεκριμένος αριθμός καταγράφεται στα έγγραφα που δεν αποστέλλονται από τα γραφεία της Ενάγουσας, όπως οι επιστολές που αποστέλλονται από τα δικηγορικά γραφεία εκ μέρους της Ενάγουσας, για να αναγνωρίζεται ότι είναι εκ μέρους της Ενάγουσας που στάλθηκαν. Ο ίδιος δεν θεώρησε ότι η μη καταγραφή του κωδικού 49 σε ορισμένα έγγραφα, θα προκαλούσε σύγχυση και σε καμιά περίπτωση δεν απέκρυψε οποιοδήποτε γεγονός από το Δικαστήριο, αφού ο συγκεκριμένος αριθμός είναι απλά ένας κωδικός άνευ ουσίας. Επισύναψε την πιστοποίηση της Συνεργατικής Εταιρείας Μηχανογραφήσεως. Η συγκεκριμένη Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και
  5. Στην Ένσταση καταγράφηκαν δεκαεννιά

(19)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι ήταν οι ακόλουθοι: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας, ότι η διαφορά των διαδίκων έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την απαίτηση της Ενάγουσας, ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και είναι πρώην μέλη της Ενάγουσας-Αιτήτριας και ως εκ τούτου η διαφορά θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία, ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια παρέλειψε ή και αμέλησε να γνωστοποιήσει τη διαιτητική απόφαση ώστε να υφίσταται η έναρξη της περιόδου καταχώρισης έφεσης, ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας γιατί εφαρμόζεται η αρχή «κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής», ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο γιατί παρακάμπτει την πλήρη διεξαγωγή της δίκης, ότι ο Ενόρκος Δηλών δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του και είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά, ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της, ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας γιατί η Ενάγουσα αιτείται διάφορα διατάγματα τα οποία δεν μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο, ότι η τυχόν έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5, ότι η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και γι' αυτό το λόγο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ότι το αντικείμενο της αίτησης δεν υφίσταται, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην υπό κρίση αίτηση, ότι τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή, ότι η Ενάγουσα δεν έχει έρθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια, ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος και ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει γιατί πάσχει νομικά και βασίζεται σε λανθασμένη βάση. Η συγκεκριμένη Ένσταση βασίστηκε στη Δ.9 θ.10 και 11, στη Δ.18 θ.1-9, στη Δ.25, στη Δ.42Α θ.1-3, 6, 7, 11 και 12 και στη Δ.48 θ.1-12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 31, 32
(1),
(3), 33, 41 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 9 και 22-88 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του Παναγιώτη Μουζούρη, Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση
  1. Ήταν η θέση του ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 3, 4 και 5, στην κατάρτιση της συγκεκριμένης Ενόρκου Δηλώσεως, αλλά γνωρίζει και προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή. Κατά τη δική του άποψη, ο Ενόρκως Δηλών στην Αίτηση δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του και είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προχωρήσει με την υπό εξέταση αίτηση γιατί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η διαφορά των διαδίκων θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του ότι ο ομνύοντας στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, κατέγραψε ως αριθμό του επίδικου λογαριασμού τον αριθμό 49-40-08394-7, πλην όμως η κατάσταση λογαριασμού, η οποία έχει επισυναφθεί προς υποστήριξη της αίτησης, αφορά το λογαριασμό με αριθμό 4008394-7, οπόταν είναι άσχετη με τον επίδικο λογαριασμό. Η συμφωνία δανείου που επισυνάφθηκε, κατά τον ισχυρισμό του, επίσης αφορά το λογαριασμό με αριθμό 4008394-7, οπόταν είναι άσχετη με την επίδικη αγωγή η οποία αφορά το λογαριασμό 49-40-08394-
  2. Το ίδιο ισχύει και για την επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 13/09/2010, που στάλθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας-Αιτήτριας προς τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και
  3. Καταλήγει, ότι η Υπεράσπιση των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5 αφορά το γεγονός ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η διαφορά των διαδίκων θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία, ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές παρέλειψαν να εφοδιάσουν ή/και επισυνάψουν οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού που να αφορά τον επίδικο λογαριασμό, ότι στον επίδικο λογαριασμό έχουν γίνει σημαντικές πληρωμές οι οποίες δεν έχουν αφαιρεθεί καθώς επίσης και ότι τα κατατεθέντα τεκμήρια αφορούν άλλο τραπεζικό λογαριασμό και όχι τον επίδικο. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Αργυρίδης κατέθεσε γραπτή αγόρευση, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο στη νομική πτυχή που διέπει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι κανένας από τους λόγους Ένστασης δεν ευσταθεί. Με ιδιαίτερη αναφορά στο άρθρο 14 (β) (γ) του Ν.123(Ι)/2003, εισηγήθηκε ότι κάθε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία έχει πλέον την ευχέρεια να αποφασίζει κατά πόσο θα παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία ή θα κινήσει αγωγή σε Επαρχιακό Δικαστήριο. Όσον αφορά το λόγο ένστασης που καταγράφεται ως κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής, ήταν η θέση του ότι δεν συγκεκριμενοποιείται και δεν αναλύεται ούτε στο σώμα της Ένστασης, αλλά ούτε και στην Ένορκη Δήλωση του κ. Παναγιώτη Μουζούρη, ημερομηνίας 16/11/
  4. Είναι η δική του εισήγηση ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5 δεν διαθέτουν καλόπιστη Υπεράσπιση και καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 27/07/2011, καθώς και Ειδοποίηση Ένστασης στις 16/11/2011, απλά και μόνο για να καθυστερήσουν τη δικαστική διαδικασία. Καταλήγει, ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια έχει πετύχει να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τάσσει η Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Ο κ. Κέκκου έχει αντίθετη άποψη. Ήταν η θέση του ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να γίνεται όπου δεν υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση και σε καθαρές περιπτώσεις, έτσι που το Δικαστήριο να μην στερήσει από διάδικο την ευκαιρία να προβάλει την Υπεράσπισή του ενώπιον Δικαστηρίου. Υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι ασαφή και αόριστα, ενώ τα τεκμήρια τα οποία επισυνάφθηκαν δεν υποστηρίζονται με σαφήνεια από την Ένορκη Δήλωση. Επιπρόσθετα, κατά τη δική του άποψη, η παράλειψη εξήγησης της διαφοράς μεταξύ των αριθμών του επίδικου λογαριασμού και των επισυναφθέντων τεκμηρίων, φανερώνει ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5 έχουν συζητήσιμη υπόθεση και καλή τη πίστη υπεράσπιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο Ενάγων-Αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο Ενάγων-Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης ενώ ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782. Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα-Αιτητή και η απλή δήλωση του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο, η απαίτηση της Αιτήτριας-Ενάγουσας είναι εναντίον και Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενων 1, 3, 4 και 5, ως η παράγραφος (α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης. Η βάση της αξίωσης είναι συμφωνία δανείου ή/και γραμμάτιο συνήθους τύπου ή/και χρεωστικό γραμμάτιο ή/και γραμμάτιο βραχυπρόθεσμης ημερομηνίας, το οποίο παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1-Καθ' ου η Αίτηση. Το αξιωμένο ποσό αξιώνεται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε δυνάμει της Δ.2 θ.6 στις 25/11/
  1. Οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1, 3, 4 και 5 καταχώρησαν εμφάνιση στις 27/07/
  2. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Παύλου Παπακώστα, ο οποίος λόγω της θέσης του και των καθηκόντων που εκτελούσε, σε σχέση με το λογαριασμό στον οποίο βασίζεται η αξίωση, είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην παράγραφο 1 της Ενόρκου Δηλώσεώς του, ο κ. Παπακώστας αποκαλύπτεται ότι ο ίδιος είχε προσωπική γνώση των γεγονότων δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το καθήκον της εποπτείας και του ελέγχου του λογαριασμού του Καθ' ου η Αίτηση
  3. Εξηγεί, ότι κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά έγγραφα για την παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού και ότι λόγω αυτής της παρακολούθησης είχε στην κατοχή, έλεγχο και φύλαξή του τα σχετικά έγγραφα τα οποία επισύναψε. Η ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, η οποία επισυνάφθηκε, εμπίπτει εντός των καθηκόντων του. Στην απόφαση Θεοδώρου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915, στην οποία το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως ήταν παρόμοιο με την παρούσα, κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική για σκοπούς εφαρμογής της Δ.18 θ.1. Έχει νομολογηθεί επανειλημμένα ότι στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής σε μια διαδικασία είναι εταιρεία κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας εταιρείας να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του (βλ. επίσης Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 και Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην παράγραφο 8 της Ένορκης Δήλωσης επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου τα τεκμήρια που υποστηρίζουν την αξίωση, στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης. Ενώ στην παράγραφο 11 της Ένορκης Δήλωσης δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες η Ενάγουσα-Αιτήτρια υποχρεούται να ικανοποιήσει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5 να προσκομίσουν εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο Ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1, αυστηρά. Ενώ ο Εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Πολ. Εφ. 322/2008 ημερ.14/07/2011, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Αυτό που πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5 έχουν αποκαλύψει, μέσα από την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου 1, που υποστηρίζει την Ένσταση, προβάλλει ως λόγους ένστασης ότι η διαφορά των διαδίκων έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας νε εκδικάσει την απαίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας καθώς επίσης και ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5, είναι μέλη ή/και πρώην μέλη της Ενάγουσας-Αιτήτριας και η διαφορά θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι ανεδαφικοί, αφού η τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου το άρθρο 14(β) (γ) του Ν.123
(1)/2003, επιτρέπει στα Συνεργατικά Ιδρύματα την επιλογή της προσφυγής στο Δικαστήριο, αντί σε διαιτησία. Συγκεκριμένα προβλέπει, η επιφύλαξη του άρθρου 52, τα ακόλουθα: «Νοείται ότι- (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στην Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε» Με βάση τις πρόνοιες της πιο πάνω επιφύλαξης θεωρώ ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν κωλύεται από του να καταχωρίσει αγωγή εναντίων των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5 στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας για να εκδικάσει την οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών. Οπόταν είναι ανεδαφικοί οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης. Προβάλλεται η θέση από τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5 ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας γιατί εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος αναφορικά με την αιτία της αγωγής. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι για να ισχύσει η αρχή του κωλύματος αναφορικά με την αιτία της αγωγής θα πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες, (β) το επίδικο θέμα να έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από το Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει, (γ) το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελεσίδικα έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια και οι διάδικοι να είναι οι ίδιοι. Δεν έχει καταγραφεί από τους Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1, 3, 4 και 5 ποια ήταν η άλλη διαδικασία στην οποία είχαν εγερθεί και αποφασιστεί τα ίδια θέματα. Οπόταν, η συγκεκριμένη ένσταση στερείται οποιουδήποτε νομικού και πραγματικού υπόβαθρου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Ενόρκως Δηλών, κ. Παπακώστας, είναι αναρμόδιο πρόσωπο για να προβεί στην Ένορκη Δήλωση και δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του στο Δικαστήριο, έχει ήδη αποφανθεί επί του συγκεκριμένου θέματος, ότι δηλαδή είναι αρμόδιο πρόσωπο και έχει θετική γνώση και δεν προτίθεται να επαναλάβει. Οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1, 3, 4 και 5 προβάλουν σωρεία ισχυρισμών στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή τους. Πρέπει να αναφερθεί όμως ότι δεν παραθέτουν την Υπεράσπισή τους. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα-Αιτητή και η απλή δήλωση του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will not do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» Ο μόνος ισχυρισμός που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως Υπεράσπιση αφορά τον αριθμό λογαριασμού και ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάφθηκε προς υποστήριξη της αίτησης δεν συνάδει με τον αριθμό λογαριασμού που καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτηση. Όμως, ούτε και αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να ευσταθεί ενόψει της εξήγησης που δόθηκε με την καταχώριση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του κ. Παπακώστα. Η συγκεκριμένη εξήγηση προφανώς έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5, αφού δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του ομνύοντα. Όσον αφορά δε το γεγονός ότι δεν πιστώθηκαν πληρωμές που έγιναν, μια απλή για εξέταση του Τεκμηρίου Ε στην Αίτηση, καταδεικνύει ότι πιστώθηκαν πολλές πληρωμές. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προτάθηκε πολύ γενικά και αόριστα. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θεωρώ ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει αφού έχω καταλήξει ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και 5, δεν έχουν αποκαλύψει οποιαδήποτε Υπεράσπιση. Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 3, 4 και 5 για το ποσό των €14.526,77- πλέον τόκο 9% από 01/07/2010 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι στις 30/06 και 31/12 κάθε χρόνου. Η Ενάγουσα δικαιούται επίσης τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.