← Κύπρος

Μοναχής Μαρκέλλας (κατά κόσμο Μαρίας Ιωάννου) κ.α. ν. Αρχιμανδρίτη Σεβαστιανού Σταύρου (κατά κόσμο Μιχαλάκης Σταύρου) που παρουσιάζεται και ως Μητροπο

Μοναχής Μαρκέλλας (κατά κόσμο Μαρίας Ιωάννου) κ.α. ν. Αρχιμανδρίτη Σεβαστιανού Σταύρου (κατά κόσμο Μιχαλάκης Σταύρου) που παρουσιάζεται και ως Μητροπολίτης Κιτίου Σεβαστιανός της εκκλησίας Γ. Ο. Χ. και άλλων 25 μοναχών κ.α., Αγωγή αρ.: 2046/11, 20.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2046/11 Μεταξύ:

  1. Μοναχής Μαρκέλλας (κατά κόσμο Μαρίας Ιωάννου)
  2. Μοναχής Προκοπίας (κατά κόσμο Χρυστάλλας Σάββα Κυριακού)
  3. Μοναχής Καλλίστης (κατά κόσμο Βασιλικής Κουτσονικόλα)
  4. Μοναχής Χαριτίνης (κατά κόσμο Χριστίνας Βωνιάτη) Εναγόντων -και-
  5. Αρχιμανδρίτη Σεβαστιανού Σταύρου (κατά κόσμο Μιχαλάκης Σταύρου) που παρουσιάζεται και ως Μητροπολίτης Κιτίου Σεβαστιανός της εκκλησίας Γ. Ο. Χ. και άλλων 25 μοναχών. Εναγομένων ----- Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερομηνίας 7.7.2011 Ημερομηνία: 20.3.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσες/Αιτήτριες: Ο κ. Πουργουρίδης (για να ακούσει την απόφαση η κα Ζέζου). Για Καθ΄ ων η αίτηση αρ. 1 και 11: Ο κ. Πουτζιουρής. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση αρ. 2 μέχρι 10: Ο κ. Χατζησέργης (για να ακούσει την απόφαση η κα Θεοφάνους Αγγέλικα). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα 1 παρουσιάζεται ως ηγουμένη της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της εκκλησίας των «Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (Γ.Ο.Χ.) Κύπρου» ευρύτερα γνωστής ως εκκλησίας των παλαιοημερολογιτών. Οι άλλες ενάγουσες παρουσιάζονται ως μέλη της μοναστικής αδελφότητας της Μονής. Η διαφορά τους είναι με τον Σεβαστιανό (εναγόμενο 1) που οι ίδιες τον παρουσιάζουν ως Αρχιμανδρίτη, ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι Μητροπολίτης Κιτίου και έξαρχος πάσης Κύπρου της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και άλλων 25 μοναχών. Η σύνοψη της ουσίας της επίδικης διαφοράς έχει καταγραφεί στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου σε αίτηση για συνένωση της παρούσας αγωγής με άλλες (απόφαση ημερομηνίας 16.1.2012) ως ακολούθως: «Στην αγωγή 2046/11 ενάγουσα είναι η Μαρκέλλα, η Καλλίστη και δύο άλλες μοναχές. Εναγόμενος είναι ο Σεβαστιανός και μεγάλος αριθμός μοναχών. Η Μαρκέλλα ενάγει ως Ηγουμένη και οι υπόλοιπες ως μέλη της μοναστικής αδελφότητας της Μονής. Αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης στο ιστορικό της εκκλησίας των Παλαιοημερολογιτών στην Κύπρο, από το 1924 όταν αποσχίστηκαν από την Ελληνική Ορθόδοξο Εκκλησία της Κύπρου. Αναφέρονται στο ιστορικό της ίδρυσης της Μονής τη δεκαετία του 1940, από τον αποβιώσαντα το 2005 Μητροπολίτη Κιτίου της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Επιφάνιο. Αναφέρουν ότι μετά το θάνατο του Επιφάνιου επήλθε σχίσμα στους κόλπους της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και παραθέτουν τους δικούς τους ισχυρισμούς για τους γενεσιουργούς λόγους. Η ενάγουσα 1 και άλλες μοναχές αρνήθηκαν μετά το σχίσμα να ακολουθήσουν τον εναγόμενο 1 ή να του επιτρέψουν να εισέρχεται και να λειτουργεί στους ναούς της Μονής. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος 1 και οι άλλες εναγόμενες επεμβαίνουν παράνομα στα ακίνητα της Μονής. Ο εναγόμενος 1 παράνομα χειροθέτησε την εναγόμενη 11 ως Ηγουμένη της Μονής. Γενικά η συμπεριφορά των εναγομένων ήταν τέτοια ώστε οι ενάγουσες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Μονή. Οι ενάγουσες ζητούν διάταγμα τερματισμού της παράνομης επέμβασης, διάταγμα που να απαγορεύσει στην εναγόμενη 1 να παρουσιάζεται ως Ηγουμένη, δήλωση ότι οι ενάγουσες έχουν αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής των τεμαχίων της Μονής και άλλες θεραπείες.» Τα γεγονότα της παρούσας αίτησης καταγράφηκαν σε απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 18.1.2012 στα πλαίσια αίτησης των εναγουσών για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επαναλαμβάνονται με κάποιες μικρές διαφορές, αλλά και με συμπληρώσεις. Στις 8.7.2011 οι ενάγοντες έλαβαν μονομερώς το επίδικο τώρα διάταγμα. Πρόκειται για διάταγμα που απαγορεύει στους εναγόμενους να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, διαθέσουν ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος παρά το χωρίο Αβδελλερό Λάρνακας (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «η Μονή»), διάταγμα που απαγορεύει στους εναγόμενους από του να αποσύρουν χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα της Μονής ή να προσφέρουν τα χρήματα ως εγγύηση για τη σύναψη δανείου και διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους από του να δεχθούν ή να επιτρέψουν σε οποιαδήποτε γυναίκα να προσέλθει και ή εγκατασταθεί ως μοναχή και ή ως δόκιμη μοναχή στη Μονή ή στα ακίνητα που είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της Μονής. Την αίτηση για τα συντηρητικά διατάγματα την υποστήριξε με υπεύθυνη δήλωσή της η ενάγουσα 2 (Μοναχή Προκοπία, κατά κόσμο Χρυστάλλα Σάββα Κυριακού). Παρουσιάζεται ως μέλος της μοναστικής αδελφότητας της Μονής, και ως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα 1 (Μοναχή Μαρκέλλα, κατά κόσμο Μαρία Ιωάννου), η οποία παρουσιάζεται ως ηγουμένη της Μονής. Παραθέτει το ιστορικό της ίδρυσης της Μονής, η οποία ανήκει στην εν Κύπρω Εκκλησία των «Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών» που είναι ευρύτερα γνωστοί ως «Παλαιοημερολογίτες». Η Μονή ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1940 με πρωτοβουλία ενός μοναχού, του Επιφάνιου, που από το 1957 μέχρι το θάνατό του, το 2005, ήταν ο μοναδικός Επίσκοπος των Παλαιοημερολογιτών στην Κύπρο, ως Μητροπολίτης Κιτίου. Πάντα κατά τις ενάγουσες, μετά το θάνατο του Επιφανίου επήλθε σχίσμα στους κόλπους της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και υπαίτιος του σχίσματος ήταν ο Σεβαστιανός (εναγόμενος 1), ανεψιός του Επιφανίου. Θεωρούν ότι ο Σεβαστιανός αντικαταστατικά έχει χειροτονηθεί Μητροπολίτης από μια εκ των υφισταμένων στην Ελλάδα Ιερών Συνόδων της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδας, γι΄ αυτό και στην αγωγή τον ονομάζουν Αρχιμανδρίτη που παρουσιάζεται ως Μητροπολίτης Κιτίου. Αντικαταστατικά, επίσης, παρουσιάζεται ως ο διαχειριστής της Μονής και ο πνευματικός της καθοδηγητής. Μάλιστα, κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού χάρτη της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Κύπρου, χειροτονήθηκε και δεύτερος Επίσκοπος. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι ενάγουσες ότι η εν Ελλάδι Ιερά Σύνοδος επενέβη γενικότερα στα εσωτερικά στης εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Κύπρου, της οποίας και ανέλαβε τη διοίκηση χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Οι ενάγουσες, μοναχές στη Μονή, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τα παραπάνω και θεωρούν ότι υπερασπίζονται τον καταστατικό χάρτη και το αυτοκέφαλο της εκκλησίας τους. Θεωρούν ότι ο Σεβαστιανός αποσχίστηκε από την εκκλησία των Γ.Ο.Χ. και συγκρότησε δική του εκκλησία. Αντίθετα, άλλες μοναχές, εναγόμενες 21, 22, 23, έχουν ακολουθήσει τον εναγόμενο. Τον έχουν ακολουθήσει και οι μοναχές του Ιερού Ησυχαστηρίου της Ζωοδόχου Πηγής, το οποίο είναι εντελώς ανεξάρτητο από τη Μονή, εναγόμενες 2 -
  6. Αυτές οι τελευταίες, με οδηγίες του Σεβαστιανού, εισήλθαν με άλλους κοσμικούς παράνομα στη Μονή και την κατέλαβαν, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη λήψη εναντίον τους δικαστικών μέτρων εκ μέρους της ηγουμένης της Μονής. Πρόκειται για την αγωγή 3395/06, την οποία είχε κινήσει η Μαρκέλλα (η Μονή δια της Μαρκέλλας ως Ηγουμένης) εναντίον του Σεβαστιανού και άλλων εννέα μοναχών, οι οποίες είναι εναγόμενες και στην παρούσα αγωγή. Ήταν αγωγή για παράνομη επέμβαση, η οποία εκδικάστηκε με πλήρη ακρόαση. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας καταγράφηκαν ως εξής από το δικαστήριο: «Σύμφωνα λοιπόν με την Έκθεση Απαιτήσεως, οι Εναγόμενοι, που να σημειωθεί ότι είναι ιερωμένοι της άνω Εκκλησίας, περί την 20.11.06 αυθαίρετα και παράνομα εισήλθαν στον περιγραφόμενο χώρο της ενάγουσας Μονής και έλαβαν παρανόμως κατοχή του Ξενώνα και της κυρίως Εκκλησίας της Μονής όπως και άλλων χώρων και υποστατικών της. Σε κατοπινό στάδιο, παράνομα έλαβαν κατοχή και άλλων υποστατικών της. Σε κατοπινό στάδιο, παράνομα έλαβαν κατοχή και άλλων υποστατικών εντός του Μοδέστου κ.ά. Όλες οι πιο πάνω οικοδομές ευρίσκονται εντός των τεμαχίων 154, Φ/Σ ΧL/7 και τεμ. 272, Φ/Σ ΧL/6 του χωρίου Αβδελλερού της Επαρχίας Λάρνακας, ιδιοκτησίας της Εναγούσης Μονής. Η Ενάγουσα Μονή είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και κάτοχος των άνω ακινήτων, τα οπoία οι εναγόμενοι εξακολουθούν παράνομα να κατέχουν, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως.» Οι εναγόμενοι, μετά από σειρά «προδικαστικών ενστάσεων», προέβαλαν τη θέση ότι το πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί την αποκλειστική διοίκηση και διαχείριση της Μονής ως ο γενικός υπεύθυνος είναι ο εναγόμενος 1 Μητροπολίτης Κιτίου και έξαρχος πάσης Κύπρου. Ισχυρίστηκαν, περαιτέρω, ότι η Μαρκέλλα δεν είναι Ηγουμένη και ότι οι εναγόμενες ανήκουν στην αδελφότητα της Μονής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαφορά αναφερόταν σε «αντιπαλότητα και αντεγκλήσεις μεταξύ ομάδων της «Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.» όπως και αμφισβητήσεις ιερωμένων της». Το δικαστήριο, όμως, σημείωσε ότι δεν θα υπεισέρχετο στις διαφορές αυτές πέραν του σημείου που θα ήταν αναγκαίο για επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς που, ως άνω, αφορούσε το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Εξετάζοντας τις διάφορες πτυχές της υπόθεσης, το δικαστήριο είχε διαπιστώσει παράνομη επέμβαση από τις 20.11.2006 στα δύο ακίνητα επί των οποίων βρίσκεται η Μονή και τα οποία είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματί της και εξέδωσε διάταγμα για άρση της εντός σαράντα πέντε ημερών. Καταχωρίστηκε έφεση και εξασφαλίστηκε διάταγμα αναστολής της πρωτόδικης απόφασης εν αγνοία της ενάγουσας 1, όπως είναι πάντα ο ισχυρισμός. Συνεχίζει η εκδοχή των εναγουσών ότι μετά την εκδίκαση της αγωγής 3395/06 εισήλθαν παράνομα στη Μονή οι εναγόμενες 11 - 20 χωρίς την έγκριση της Ηγουμένης και χωρίς να ανήκουν στην αδελφότητα της Μονής. Λίγες μέρες μετά την απόφαση του δικαστηρίου, με παρότρυνση του εναγόμενου 1, οι μοναχές που βρίσκονται παράνομα στη Μονή έκαμαν δήθεν εκλογές και εξέλεξαν νέα Ηγουμένη της Μονής τη μοναχή Λαμπαδία (εναγόμενη 11). Οι εναγόμενες 2-20, καθοδηγούμενες από τον εναγόμενο 1, για μήνες είχαν κάμει στις ενάγουσες τον βίο αβίωτο προσπαθώντας να τις εξαναγκάσουν να εγκαταλείψουν τη Μονή. Η Προκοπία δίδει λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς της αυτούς. Τελικά οι ενάγουσες εγκατέλειψαν τη Μονή. Μάλιστα, οι εναγόμενοι επέτρεψαν στην ηγουμένη να φύγει από τη Μονή μόνο ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου με αίτηση habeas corpus.[1] Πάντα κατά τις ενάγουσες, το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η μεν εναγόμενη 11 παρουσιάζεται ως ηγουμένη της Μονής και οι εναγόμενες 2 - 20 ως η αδελφότητα της Μονής. Σε συνεννόηση δε, με τον εναγόμενο 1 δέχονται νέες μοναχές, που δεν είναι διάδικοι, προσπαθώντας να καταστήσουν ατελέσφορη τη δικαστική διαδικασία για την κυριότητα της Μονής και για το ποιοι δικαιούνται να την κατέχουν και να διαχειρίζονται την περιουσία της. Υπάρχει, ακόμα, κίνδυνος να πωλήσουν τα κτήματα της Μονής για να κτίσουν αλλού μοναστήρι ή να επεκτείνουν τα κτήρια του εν λόγω Ησυχαστηρίου στο οποίο στεγάζονταν οι εναγόμενες 2 - 10 πριν την κατάληψη της Μονής. Ο Σεβαστιανός και η εναγόμενη 11 εκπροσωπούμενοι από τον κ. Πουτζιουρή και οι εναγόμενες 2 - 10 εκπροσωπούμενες από τον κ. Χατζησέργη έχουν ένσταση για πολλούς λόγους. Εισηγούνται ότι η αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας και ειδικότερα ότι οι αιτήτριες δεν καταδεικνύουν με γεγονότα ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το διάταγμα. Εισηγούνται, περαιτέρω, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ειδικότερα σε σχέση με το μονομερές, ότι οι αιτήτριες δεν έχουν αποκαλύψει γεγονότα που να καταδεικνύουν το κατεπείγον. Εισηγούνται, ακόμα, ότι οι αιτήτριες δεν έχουν αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Εισηγούνται, περαιτέρω, ότι η αίτηση είναι γενική, αόριστη και ασαφής εφόσον δεν αναφέρονται σ΄ αυτήν επακριβώς τα ακίνητα και οι τραπεζικοί λογαριασμοί. Τέλος, λέγουν ότι η αίτηση είναι αντικανονική με αναφορά ιδιαίτερα στη Δ.39 και ότι η έκδοση του διατάγματος χωρίς τη γνώση των καθ΄ ων η αίτηση παραβιάζει τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Αυτές οι δύο τελευταίες θέσεις δεν έχουν προωθηθεί. Οι δύο ενστάσεις υποστηρίζονται από υπεύθυνες δηλώσεις του εναγόμενου 1 και της εναγομένης 2 (Συγκλητικής), αντίστοιχα. Αυτοί ισχυρίζονται ότι ο Σεβαστιανός είναι κανονικός Μητροπολίτης και ότι το σχίσμα το προκάλεσαν οι ενάγουσες, οι οποίες καταχωρούν αγωγές με σκοπό να αποσπάσουν τις περιουσίες των Ναών και των Μονών και να τις παραδώσουν σε εξωμοναστικούς κύκλους. Δεν δέχονται ότι η ηγουμένη είναι η Μαρκέλλα. Ηγουμένη, ισχυρίζονται, είναι η εναγόμενη
  7. Δεν δέχονται ότι οι ενάγουσες ανήκουν στη Μονή. Ισχυρίζονται ότι την εγκατέλειψαν οικιοθελώς. Αρνούνται τους ισχυρισμούς της Προκοπίας για ότι τους έκαμαν το βίο αβίωτο και δίδουν τη δική τους εκδοχή για το ζήτημα του habeas corpus, λέγοντας πως το δικαστήριο είχε διατάξει την προσαγωγή της Μαρκέλλας ενώπιόν του για περαιτέρω έρευνα του θέματος, αλλά αυτή δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με τη δικαιολογία ότι είναι ηλικιωμένη. Δεν αρνούνται ότι εισήλθαν νέες μοναχές στη Μονή, αναφέρουν, όμως, ότι αυτό έγινε επειδή οι ίδιες θέλησαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους στο μοναχισμό και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Γενικά δε, επεκτείνονται, όπως άλλωστε έγινε και με τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, σε μακρά και λεπτομερή παράθεση των διαφορών των δύο «παρατάξεων». Στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν αποφασίζει επί της αντικρουόμενης μαρτυρίας στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με την ουσία, ούτε επιλύει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Σ΄ αυτό το στάδιο η μαρτυρία δεν είναι συμπληρωμένη. Πλήρης δικαιοσύνη μπορεί να επιτευχθεί στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης, όταν το δικαστήριο θα έχει ενώπιόν του όλη τη μαρτυρία. Τώρα, το έργο του δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Έγκειται σε κρίση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και ειδικά του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επεξηγηθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates a. a.

(1982)1 CLR 557.[2] Η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακρόαση» δεν εξυπακούει τίποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση, η «πιθανότητα επιτυχίας», είναι όρος που εμπεριέχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το σύνηθες μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις, το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Το ζητούμενο δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. [T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd (ανωτέρω)]. Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν δοθεί το διάταγμα, σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για την πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση. (Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 A.Α.Δ. 1121). Ο χρηματικός παράγοντας ή η υλική ζημία δεν είναι τα μόνα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη εν προκειμένω. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημία. (Κυρίσαββα κ.ά. v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 Παπαστρατής v. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011) Επιπρόσθετα, το δικαστήριο θα πρέπει, πέραν των νομοθετικών προϋποθέσεων, να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos (ανωτέρω) και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152). Θα πρέπει στο τέλος να ισοζυγίσει τα πράγματα με αναφορά στο λεγόμενο «ισοζύγιο ευχέρειας» (balance of convenience). Με άλλα λόγια, να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί πως η απόφασή του, στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη, με τον κίνδυνο να μην δοθεί το διάταγμα και τελικά ο ενάγοντας να μείνει χωρίς πραγματική θεραπεία. Έχει, συνεπώς, υποχρέωση να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται, μέσα από τέτοια στάθμιση, να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (ανωτέρω), NWL Ltd v. Woods [1979] 3 All ER 614, H.L.). Σ΄ αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να λάβει υπόψη και το στοιχείο της διατήρησης της κατάστασης που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος τελέσει την πράξη που του αποδίδει ο ενάγοντας, της οποίας και επιδιώκεται η παρεμπόδιση (status quo ante). Η διατήρηση του status quo αποτελεί τη συνήθη έννοια του ενδιαμέσου διατάγματος σε αντιδιαστολή προς την προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. (Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Στα ίδια πλαίσια εξετάζεται και το ζήτημα της καθυστέρησης με ζητούμενο το κατά πόσο η καθυστέρηση καθιστά την έκδοση του διατάγματος καταπιεστική (oppressive). (Jaggard v. Sawyer and another [1955] 2 All E.R. 189, 202 C.A.). Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης παραθέτω τα όσα είχα την ευκαιρία να αναφέρω προηγουμένως στην αγωγή αρ. 262/09, Angela Christine France άλλως Angela Parouti v. 1. Stayfan Estates Ltd, 2. Αντωνάκη Θεοφάνους, ημερομηνίας 9.10.2007: «Τα διατάγματα αποτελούσαν, πριν την ενοποίηση των δύο κλάδων της αγγλικής δικαιοσύνης, θεραπείες του δικαίου της επιείκειας (Γιάβρη v. Πάσιου
(2004)1 Α.Α.Δ. 125). Αρχή της επιείκειας είναι ότι «το δίκαιο βοηθά όσους γρηγορούν και όχι όσους υπνώττουν» ("vingilantibus, non dormientibus, jura subvenient"). Γενικώς ομιλούντες, η ανεξήγητη καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει ανυπέρβλητο κώλυμα στο να εκδοθεί ένα διάταγμα (G.W.Ry v. Oxford, etc, Ry
(1853)3 De G.M. & G. 341). ΄Ομως η σύγχρονη αντίληψη όπως επεξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, είναι πως η καθυστέρηση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης, αλλά είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το «ισοζύγιο της ευχέρειας». Από την άλλη, υπό τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, μπορεί «αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης να καταδεικνύει πως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από προσωρινό διάταγμα», όπως εξηγείται περαιτέρω στην BACARDI. ΄Ακαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Είναι ζήτημα στάθμισης των δεδομένων. ΄Ενας παράγοντας είναι το κατά πόσον έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί μια κατάσταση πραγμάτων που δεν θα ήταν δίκαιο για τον εναγόμενο να ανατραπεί, εξηγείται και πάλι στην BACARDI. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων από τη νομολογία παρατίθενται στο σύγγραμμα Snell's Equity, 29η έκδοση, σελ. 35 ως ακολούθως: «Delay will accordingly be fatal to a claim for equitable relief if it is evidence of an agreement by the plaintiff to abandon or release his right[1], or if it has resulted in the destruction or loss of evidence by which the claim might have been rebutted[2], or if the claim is to a business (for the plaintiff should not be allowed to wait and see if it prospers[3]), or if the plaintiff has so acted as to induce the defendant to alter his position on the reasonable faith that the claim has been released or abandoned[4]». Στην συνέχεια, αμέσως μετά, με αναφορά στις υποθέσεις Re Eustace [1921] 1 Ch. 561; Weld v. Petre [1929] 1 Ch. 33; Rochefoucauld v. Boustead [1897] 1 Ch. 19; Lazard Bros & Co. Ltd v. Fairfield Properties Co. (Mayfair) Ltd. The Times, October 13, 1977, αναφέρονται τα ακόλουθα: 'But apart from such circumstances delay will be immaterial'.» Η καθυστέρηση, όμως, αποκτά άλλη, πιο σοβαρή, διάσταση σε περιπτώσεις όπως η παρούσα που η θεραπεία ζητήθηκε μονομερώς με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σε τέτοιες περιπτώσεις το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτική προϋπόθεση. Διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς χωρίς να καταδειχθεί το επείγον της έκδοσής του είναι άκυρο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.[3] Θα εξετάσω την υπόθεση υπό το φως όλων των παραπάνω νομικών αρχών και ασφαλώς, δεν θα αποφασίσω σ΄ αυτό το στάδιο τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας, αλλά θα περιοριστώ στα πλαίσια που η νομολογία καθορίζει. Ο κ. Πουργουρίδης παρέπεμψε σε αγγλική νομολογία, τονίζοντας ιδιαίτερα την υπόθεση Three Church of Scotland v. Lord Overtoun and others
(1904)A.C. 515, εισηγούμενος πως η αρχή που προκύπτει είναι ότι σε περίπτωση σχίσματος στους κόλπους του πληρώματος μιας εκκλησίας ή ενός ναού, αυτοί που δικαιούνται να κατέχουν την περιουσία είναι μόνο εκείνοι που παραμένουν πιστοί στις αρχικές αρχές και τα αρχικά πιστεύω. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι υπό το φως τέτοιας νομολογίας υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι οι ενάγουσες έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας εφόσον αυτές παραμένουν προσηλωμένες στις αρχές, δοξασίες της εκκλησίας και πρόνοιες του καταστατικού χάρτη. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 παρέπεμψε στην αρχή πως, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημία, μπορούν να ληφθούν υπόψη και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια. Εν προκειμένω, συνέχισε, οι εναγόμενοι 1 - 10 εισήλθαν δια της βίας και κατέλαβαν τα ακίνητα της Μονής παράνομα. Ακολούθως, εισήλθαν στη Μονή παράνομα και άλλα πρόσωπα, οι εναγόμενες 11 - 20, που συμπεριφέρονται ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της Μονής και «εξέλεξαν» και νέα ηγουμένη. Αναφερόμενος, περαιτέρω, στους ισχυρισμούς των εναγουσών για τη γενικότερη συμπεριφορά των εναγομένων και μάλιστα την όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά την απόφαση στην αγωγή 3395/06, ο κ. Πουργουρίδης εισηγήθηκε ότι προκύπτει ο κίνδυνος επέμβασης στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Μονής ή πώλησης των ακινήτων της ή συνέχισης εγκατάστασης ως μοναχών της Μονής και άλλων προσώπων. Σκοπός των διαταγμάτων, συνέχισε, είναι η διατήρηση του status quo. Αν δεν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα, οι ενάγουσες, ως εκ της ιδιαίτερης φύσης της υπόθεσης, αλλά και των κινδύνων ως εκ της κλιμακούμενης συμπεριφοράς των εναγομένων, δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν εις χρήμα. Ο κ. Πουργουρίδης εισηγήθηκε ότι η αίτηση καταχωρίστηκε χωρίς καθυστέρηση και μάλιστα, οι περιστάσεις δικαιολογούσαν το αίτημα για κατεπείγουσα θεραπεία. Ανέφερε ότι η Μονή εξασφάλισε, μετά από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, στις 28.1.2011 διάταγμα για άρση της παράνομης επέμβασης εκ μέρους των εναγομένων σε περίοδο 45 ημερών. Η Μαρκέλλα ανέμενε να υπάρξει συμμόρφωση. Αντ΄ αυτού, ο εναγόμενος 1 την έθεσε σε αυστηρό περιορισμό με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να εξασφαλίσουν στις 23.3.2011 διάταγμα αναστολής εκτέλεσης εν αγνοία της, όπως είναι η θέση των εναγουσών. Ως προς το ζήτημα αυτό, παρέπεμψε στα όσα ανέφερε ο έντιμος Γ. Κωνσταντινίδης, Δ., στην εν λόγω αίτηση habeas corpus, αφού είχε ακούσει τόσο τους ισχυρισμούς του αιτητή, εκ μέρους βασικά της Μαρκέλλας, όσο και της Λαμπαδίας που παρουσιάστηκε ως η νέα ηγουμένη: «Η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης τής επιδόθηκε (σημ.: της Λαμπαδίας) ακριβώς ως νέας ηγουμένης και ήταν με αυτή την ιδιότητα που φρόντισε για την εκπροσώπησή της ώστε να δηλωθεί εκ μέρους της πως δεν είχε ένσταση στην αίτηση για αναστολή. Όπως σημείωσα και πιο πάνω, ενώ δεν ήταν διάδικος η ίδια και, πάντως, αν κάποιο επηρέαζε δυσμενώς η αίτηση ήταν τη μοναχή Μαρκέλλα που είχε κινήσει την αγωγή και εξασφάλισε υπέρ της απόφαση. Η αίτηση για αναστολή επιδόθηκε και στη μοναχή Μαρκέλλα και ισχυρίζεται συναφώς η μοναχή Λαμπαδία πως την πληροφόρησε πως θα μπορούσε να διευθετήσει για τη μεταφορά της από άλλες μοναχές οι οποίες «και θα τη βοηθούσαν να ανεβεί τις σκάλες του Δικαστηρίου (έχει προβλήματα με τα πόδια της)». Της δήλωσε, όμως, η μοναχή Μαρκέλλα «ότι δεν ήθελε να ξαναπάει στα Δικαστήρια». Χωρίς, όπως προκύπτει, επαφή με το δικηγόρο της ή, ακόμα, αν πάρουμε στην κυριολεξία τους ισχυρισμούς της μοναχής Λαμπαδίας, χωρίς να της είχε πει πως θα μπορούσε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της ώστε εκείνος να την εκπροσωπήσει. Επομένως, η μοναχή Μαρκέλλα που έκαμε δικαστικό αγώνα ως ηγουμένη και κέρδισε, εμφανίζεται να εγκαταλείπει πλέον το θέμα. Και ενώ, όπως προκύπτει από τους ενώπιόν μου χειρισμούς και δηλώσεις, δεν είχε αποδεχτεί πως δεν ήταν πλέον η ηγουμένη της Μονής.» Περαιτέρω, ο Δικαστής Κωνσταντινίδης ανέφερε τα εξής: «Εδώ το έχουμε ως δεδομένο πως η μοναχή Μαρκέλλα που είχε δικηγόρο και πάντως διεκδικούσε δικαιώματα με αγωγή, εν τέλει, ενόψει της περαιτέρω διαδικασίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν παρουσιάστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε σ' αυτό για την έκδοση του διατάγματος αναστολής της απόφασης που είχε εκδοθεί υπέρ της. Επίσης το έχουμε ως δεδομένο πως έκτοτε δεν είχε επαφή με το δικηγόρο της ή με το Χ. Ιωάννου (σημ.: τον αιτητή) παρά τις προσπάθειές τους και, βεβαίως, δεν θα ήταν δυνατό, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, να δεχτώ ως δεδομένη κατάσταση τις διαβεβαιώσεις της μοναχής Λαμπαδίας πως αυτή είναι η επιθυμία της μοναχής Μαρκέλλας. Όταν η μοναχή Λαμπαδία στην ουσία είναι είδος αντιδίκου της και όταν η κάθε μια διεκδικεί για τον εαυτό της την ιδιότητα της ηγουμένης της Μονής, με όλα όσα αυτή η ιδιότητα συνεπάγεται. Εν προκειμένω δε, η έλλειψη επικοινωνίας που επικαλείται ο αιτητής διασυνδέεται αρρήκτως προς τη θέση του για παράνομο περιορισμό ή κράτηση.» Ο Δικαστής Κωνσταντινίδης έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να επεκταθεί εφόσον ήταν εμφανές πως έπρεπε το ζήτημα να διερευνηθεί περαιτέρω και προχώρησε να εκδώσει ένταλμα της φύσης habeas corpus, με το οποίο διέτασσε τον εναγόμενο 1 και τη Λαμπαδία να παρουσιάσουν τη Μαρκέλλα ενώπιόν του στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι η θέση των εναγουσών πως η Μαρκέλλα αφέθηκε ελεύθερη μόνο μετά την απόφαση αυτή, ημερομηνίας 3.6.
  1. Αμέσως η Μαρκέλλα άρχισε διαβήματα για να αφεθούν ελεύθερες και οι άλλες μοναχές, ενώ παράλληλα έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της να λάβει δικαστικά μέτρα τόσο για παραμερισμό του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης 3355/06 όσο και για την έγερση της παρούσας αγωγής. Με την προώθηση αυτών των μέτρων, εισηγείται ο κ. Πουργουρίδης, κατέστη υπαρκτός ο κίνδυνος αποξένωσης χρημάτων και ακινήτων της Μονής. Ο χρόνος που μεσολάβησε κατέληξε ο κ. Πουργουρίδης από την ημέρα που η Μαρκέλλα αφέθηκε ελεύθερη μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως στις 7.7.2011 ήταν λιγότερος από ένα μήνα και δεν υπήρχε καθυστέρηση, ενώ, παράλληλα, οι όλες περιστάσεις και η κλιμακούμενη συμπεριφορά των εναγομένων, καθιστούσε το ζήτημα κατεπείγον. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 1 και 11, κ. Πουτζιουρής, εισηγήθηκε κατ΄ αρχάς ότι οι ενάγουσες δεν έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση, για διάφορους λόγους. Ήταν η θέση του, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση στην αγωγή 3395/06 δεν δημιουργεί δεδικασμένο μόνο για την επέμβαση, που ήταν το αντικείμενο της αγωγής, αλλά και για θέματα που θα μπορούσαν να εγερθούν στην προηγούμενη διαδικασία και δεν εγέρθηκαν. Δεν προσδιόρισε αυτά τα θέματα. Άλλωστε, δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων ούτως ώστε να ετίθετο θέμα δεδικασμένου. Στην αγωγή 3395/06 ενάγουσα δεν ήταν η Μαρκέλλα, αλλά η Μονή. Πέραν τούτου, ο κ. Πουτζιουρής εισηγήθηκε ότι στην αγωγή 3395/06 το δικαστήριο εξέτασε τους ισχυρισμούς των εναγουσών για μη «νόμιμη» εκλογή του εναγόμενου 1 ως μητροπολίτη, οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί, αλλά αντίθετα επιβεβαιώθηκε η νομιμότητα της εκλογής του. Δεν παρέπεμψε ο κ. Πουτζιουρής σε συγκεκριμένο απόσπασμα από την απόφαση. Ό,τι φαίνεται να είναι σχετικό είναι μια περιγραφική, όχι διαπιστωτική, αναφορά του δικαστηρίου (σελ. 13) ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο εναγόμενος 1 διορίστηκε μητροπολίτης Κιτίου έξαρχος πάσης Κύπρου των Γ.Ο.Χ., συμπληρώνοντας ότι «η χειροτονία του και το αποτέλεσμα των εκλογών αμφισβητούνται από τη μοναχή Μαρκέλλα, τις μοναχές που συντάσσονται μ΄ αυτήν και μερίδα λαϊκών .». Περαιτέρω, το δικαστήριο αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1 μέχρι που χειροτονήθηκε «Επίσκοπος» δεν είχε καμιά εξουσία στη Μονή και ότι μετά τη «χειροτονία» του είχε καθήκον «επίβλεψης» υποδεικνύοντας ότι η επίβλεψη δεν επιτελείται με βίαιη είσοδο και χωρίς την έγκριση για είσοδο αυτών που έχουν τη διαχείριση ή τη διοίκηση της Μονής και ασφαλώς ούτε με την κατάληψή της. Περαιτέρω, το δικαστήριο είχε αναφέρει ότι οι εναγόμενοι δεν κατέδειξαν οποιαδήποτε νομιμοποίηση για τις ενέργειές τους είτε δυνάμει της νομοθεσίας είτε του κανονικού δικαίου είτε δυνάμει του καταστατικού της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. ή των εσωτερικών κανονισμών της Μονής. Τέλος, στην αγωγή 3395/06 ο εναγόμενος 1 είχε ζητήσει ανταπαιτητικώς δήλωση του δικαστηρίου «ότι ο εναγόμενος 1, Μητροπολίτης Κιτίου και Έξαρχος Πάσης Κύπρου Σεβαστιανός Σταύρου είναι ο γενικός υπεύθυνος της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Αβδελλερού, Λάρνακος και/ή το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να ασκεί την αποκλειστική Διοίκηση και διαχείρισή της.» Η ανταπαίτηση αυτή απορρίφθηκε. Είναι φανερό ότι η νομιμότητα του εναγόμενου 1 ως μητροπολίτη δεν κατέστη επίδικο θέμα σε εκείνη την αγωγή, η οποία, επαναλαμβάνεται, ήταν μεταξύ άλλων προσώπων. Άλλο σημείο για το οποίο ο κ. Πουτζιουρής εισηγήθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται συζητήσιμη υπόθεση έχει σχέση με μια δήλωση της Προκοπίας που φέρει ημερ. 30.5.2011 που παρακάτω θα αναφέρεται ως η «Δήλωση της Προκοπίας» και στην οποία αναφέρεται ότι αποχώρησε από τη Μονή με δική της πρωτοβουλία και ευθύνη, οικειοθελώς, ελευθέρως και αβιάστως. Ήταν η εισήγηση του κ. Πουτζιουρή πως από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι οι ενάγουσες εγκατέλειψαν τη Μονή οικιοθελώς και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους είναι προϊόν υστέρας σκέψεως «για να οικοδομήσουν δικαιώματα για καταχώρηση της αγωγής». Η Δήλωση της Προκοπίας κατατέθηκε στο δικαστήριο από τον εναγόμενο 1, μετά που η Προκοπία καταχώρισε συμπληρωματική δήλωση, ούτως ώστε να διευκρινίσει ότι τώρα διαμένει στην οδό Αθανασίου Διάκου αρ. 5, 7104, Αραδίππου, ενώ στην αρχική της δήλωση δεν περιλαμβανόταν τέτοια αναφορά. Ακολούθησε συμπληρωματική δήλωση του εναγομένου 1, ο οποίος με αυτή την αφορμή, επεσύναψε τη Δήλωση της Προκοπίας, για να ισχυριστεί ότι δεν είναι «τώρα» που η Προκοπία διαμένει στην εν λόγω διεύθυνση, αλλά από τότε που «οικιοθελώς εγκατέλειψε» τη Μονή. Επέτρεψα να αντεξεταστεί σχετικά ο εναγόμενος 1 μετά από δήλωση του κ. Πουργουρίδη ότι η Προκοπία ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο έγγραφο στις 30.5.2011, εκλαμβάνοντας τότε τη δήλωση αυτή να σημαίνει ότι η υπογραφή στο έγγραφο δεν ανήκε στην Προκοπία. Όμως, από την αντεξέταση διεφάνη πως το ζήτημα που εγείρεται ήταν οι περιστάσεις και η ημερομηνία που υπέγραψε το έγγραφο η Προκοπία. Η κατάληξη, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι πως παραμένει ανοικτό, ως ζήτημα της ουσίας, το κατά πόσο η φυγή της Προκοπίας από τη Μονή έχει την έννοια της οικειοθελούς εγκατάλειψης της Μονής ή και του όλου μοναστικού της βιώματος ή αν έφυγε από τη Μονή λόγω των περιστάσεων που δημιούργησαν, κατά την εκδοχή των εναγουσών, οι εναγόμενοι. Εισηγείται, περαιτέρω, ο κ. Πουτζιουρής ότι δεν στοιχειοθετείται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση επειδή στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν περιγράφονται τα ακίνητα ή οι λογαριασμοί της Μονής και σχετικές λεπτομέρειες, ούτε ζητείται ειδικό διάταγμα για τα ακίνητα ή τους λογαριασμούς. Δεν θεωρώ ότι αυτό σχετίζεται με την υπό εξέταση προϋπόθεση. Άλλος λόγος για τον οποίο ο κ. Πουτζιουρής εισηγήθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται συζητήσιμη υπόθεση είναι ότι σύμφωνα με το καταστατικό και τον εσωτερικό κανονισμό της Μονής, οι ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται, όπως το έθεσε, να εγείρουν την παρούσα αγωγή και ούτε ισχυρίζονται ότι εγείρουν την αγωγή ως Ηγουμενοσυμβούλιο. Αυτό, όμως, το ζήτημα, εφόσον δεν ετέθη με αυτοτελές και επί τούτου δικονομικό διάβημα, είναι ζήτημα που θα αποφασισθεί στο τέλος, ιδιαίτερα υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, στα πλαίσια των οποίων η νομιμοποίηση και η υπόσταση των διαδίκων συναρτάται με την ουσία της υπόθεσης. Με την ουσία της υπόθεσης σχετίζονται και οι υπόλοιπες εισηγήσεις σε σχέση με τη μη αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Έχοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις και τη νομολογία θεωρώ ότι οι ενάγουσες έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση, αλλά και πιθανότητα επιτυχίας παρά την αντίθετη εισήγηση, υπό την έννοια που εξηγήθηκε στην υπόθεση Odysseos. Ο κ. Πουτζιουρής εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι δεν έχει καταδειχθεί πιθανότητα οι ενάγουσες να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία. Αναφορικά με την τρίτη αυτή προϋπόθεση σημειώνεται ότι εν προκειμένω, το ζήτημα κατ΄ ουσία δεν είναι οικονομικό, αλλά συνδέεται με την εκδοχή των εναγουσών για προβλήματα που προέκυψαν από σχίσμα στους κόλπους της εκκλησίας τους, ώστε ενόψει της κατ΄ ισχυρισμόν συμπεριφοράς των εναγομένων, να προκύπτει ανάγκη για διαφύλαξη της περιουσίας της Μονής και διατήρηση γενικά του status quo, μέχρι η δικαιοσύνη να αποφασίσει οριστικά. Υπ΄ αυτή την ευρύτερη έννοια, θεωρώ ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο κ. Πουτζιουρής εισηγήθηκε ότι τούτο κλίνει υπέρ των εναγομένων. Πέραν, όμως, της γενικόλογης αναφοράς για δυσχέρεια των εναγομένων, δεν έχει υποδειχθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο πώς οι εναγόμενοι θα επηρεαστούν με ένα διάταγμα που απαγορεύει σε αυτούς να πωλήσουν ή άλλως πως διαθέσουν ή επιβαρύνουν την περιουσία της Μονής ή να αποσύρουν χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της ή να δέχονται μοναχές στη Μονή. Το γεγονός ότι δεν συγκεκριμενοποιούνται τα ακίνητα ή οι λογαριασμοί διασυνδέθηκε, ως άνω, από τους εναγόμενους με το συζητήσιμο της υπόθεσης ως προϋπόθεση του άρθρου
  2. Δεν τέθηκε ζήτημα αοριστίας του διατάγματος ως στοιχείο καταπίεσης ή δυσανάλογου επηρεασμού της άλλης πλευράς. Γι΄ αυτά τα ζητήματα, δεν τέθηκε, ως άνω, συγκεκριμένος αντίλογος, πέραν της γενικόλογης εισήγησης για δυσχέρεια των εναγομένων. Ενώ, αντιθέτως, βάσιμη είναι η εισήγηση ότι με το διάταγμα σκοπείται η διατήρηση του status quo ante, ήτοι η διαφύλαξη της περιουσίας της Μονής και η μη περαιτέρω διαφοροποίηση στα πρόσωπα που την αποτελούν μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ο κ. Πουτζιουρής εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι από τη στιγμή που η Μονή δεν είναι εναγόμενη δεν μπορεί να εκδοθεί κανένα διάταγμα που να αφορά τα ακίνητα ή τα χρήματά της. Κατά πρώτον, τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται στην ένσταση. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι ζήτημα σε σχέση με το οποίο θα μπορούσε να ζητήσει η Μονή όπως παρέμβει στη διαδικασία ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η Λαμπαδία, ηγουμένη κατά την εκδοχή των εναγομένων, έχει γνώση της διαδικασίας και λαμβάνει μέρος σ΄ αυτήν ως εναγόμενη
  3. Ο εναγόμενος 1, κατά την εκδοχή του, είναι ο θρησκευτικός ηγέτης της εκκλησίας με πνευματική και διοικητική εξουσία. Στην αγωγή 3395/06 παρουσιάστηκε, ως άνω, ως ο γενικός υπεύθυνος της Μονής και το πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί την αποκλειστική διοίκηση και διαχείρισή της. Όμως, δεν επεδίωξαν την παρέμβαση της Μονής στη διαδικασία. Τέλος, ενώ τα διατάγματα αφορούν στην περιουσία της Μονής και στην είσοδο νέων μοναχών, δεν έχουν την έννοια ότι είναι η Μονή που εμποδίζεται σε σχέση με την περιουσία της ή άλλως πως. Είναι οι εναγόμενοι, στα πλαίσια διατήρησης του status quo ante, που εμποδίζονται να επηρεάσουν την περιουσία της Μονής ή να διαχειριστούν την είσοδο νέων μοναχών. Ο ισχυρισμός για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων περιστράφηκε στην αγόρευση του κ. Πουτζιουρή γύρω από τη Δήλωση της Προκοπίας. Εισηγήθηκε ότι η Προκοπία απέκρυψε ότι είχε υπογράψει τη Δήλωση όταν εγκατέλειψε τη Μονή, απέκρυψε τον εσωτερικό κανονισμό της Μονής σύμφωνα με τον οποίο μοναχή που φεύγει από τη Μονή αποκόπτεται, απέκρυψε ότι επισκέφθηκαν τη Μονή αξιωματικοί της Αστυνομίας κ.τ.λ.. Σε σχέση με τη Δήλωση της Προκοπίας, ο κ. Πουργουρίδης εισηγήθηκε πως η μη παρουσίαση της από την Προκοπία δεν συνιστούσε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Κατά τη νομολογία, δεν είναι κάθε παράλειψη αναφοράς που συνιστά απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Θα πρέπει να πρόκειται για εξ αντικειμένου ουσιώδες γεγονός που θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου κατά το χρόνο που δόθηκε μονομερής θεραπεία. Εν προκειμένω, η Προκοπία είχε αναφέρει στη δήλωσή της ότι έφυγε από τη Μονή λίγες μέρες μετά τη Μαρκέλλα, η οποία έφυγε την προηγούμενη μέρα που το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε τους εναγόμενους 1 και 11 να την παρουσιάσουν ενώπιόν του. Αμέσως, συνεχίζει η Προκοπία, η Μαρκέλλα άρχισε να προβαίνει σε ενέργειες για να αφεθούν ελεύθερες και οι υπόλοιπες μοναχές και είναι σ΄ αυτά τα πλαίσια που έφυγε και η ίδια. Ήταν εξ αρχής, λοιπόν, δεδομένη η θέση της ότι όχι μόνο ήθελε να φύγει από τη Μονή, αλλά ότι είναι με προσπάθειες που έγινε κατορθωτό να φύγει. Αυτά, βέβαια, δεν είναι του παρόντος, ούτε τα υπόλοιπα που παρουσιάζονται από τους εναγόμενους ως γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το γεγονός πως δεν παρουσιάστηκε η Δήλωση της Προκοπίας ή ότι δεν έγινε αναφορά σε αυτήν από την Προκοπία, δεν θεωρώ ότι θα επηρέαζε εξ αντικειμένου τα πράγματα για τους σκοπούς του συντηρητικού διατάγματος. Ο κ. Χατζησέργης στη δική του αγόρευση έθεσε κατ΄ ουσία τα ίδια θέματα με εκτεταμένη παραπομπή στη νομολογία και στις θέσεις των εναγομένων επί της ουσίας. Ανέπτυξε, περαιτέρω, την εισήγηση ότι οι ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος, το οποίο και αποτελεί δικαιοδοτική προϋπόθεση. Το ζήτημα της καθυστέρησης αποκτά, ως άνω, καθοριστική σημασία προκειμένου για μονομερή διατάγματα. Έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα σχετική νομολογία, αποδέχομαι ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης γενικά τις εισηγήσεις του κ. Πουργουρίδη. Η εικόνα, όπως την περιγράφουν οι ενάγουσες και όπως καταγράφηκε και στην εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου habeas corpus, χωρίς τώρα βέβαια να αποφαίνομαι οριστικά για οποιοδήποτε ζήτημα επί της ουσίας, είναι τέτοια που να μην αποκαλύπτεται καθυστέρηση. Ειδικότερα, αποδέχομαι την εισήγηση ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στους εναγόμενους, έτσι όπως περιγράφεται ως κλιμακούμενη μέχρι και του σημείου κατακράτησης προσώπων, θα δημιουργούσε κινδύνους για περαιτέρω αυθαίρετες ενέργειες και για περαιτέρω διατάραξη του status quo, εάν εδίδετο ειδοποίηση για την έγερση της παρούσας διαδικασίας. Αυτό ήταν εν προκειμένω, το στοιχείο του κατεπείγοντος. Θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί επειγόντως ο κίνδυνος περαιτέρω περιπλοκών με την απόδοση, ακριβώς, θεραπείας χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Ένα τελευταίο ζήτημα, το οποίο, όμως, θα είχε πρωταρχική σημασία αν η σχετική εισήγηση γινόταν δεκτή, είναι η εισήγηση του κ. Πουτζιουρή ότι το διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2011 έχει εκπνεύσει επειδή «καμία αίτηση για ανανέωσή του δεν έχει γίνει». Παρέπεμψε σε σχετική νομολογία μεταξύ των οποίων η υπόθεση Acropol Shipping Company Ltd and others v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Αίτηση Ikaria Apartments
(1995)1 Α.Α.Δ. 1114, Αίτηση Best Leisure Hotels Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 828, Αίτηση Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1010, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Πρόκειται για νομολογία στην οποία εξετάζονται οι πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου: «Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι΄ αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό. Κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά, και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.» Στις 8.7.2011, όταν εκδόθηκε το διάταγμα, το δικαστήριο το όρισε επιστρεπτέο στις 19.7.
  1. Στις 19.7.2011 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, αναφορικά με τον εναγόμενο 1, στις 23.9.2011 και το δικαστήριο διέταξε να παραμείνει σε ισχύ μέχρι τότε. Στις 23.9.2011 το δικαστήριο όρισε την αίτηση για παρακολούθηση, για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό εκείνης της ημέρας και για επίδοση στους εναγόμενους 11 - 20 στις 7.10.2011 ορίζοντας ότι το διάταγμα θα παρέμενε σε ισχύ «μέχρι την εκδίκαση της αίτησης του κ. Πουτζιουρή και της άλλης αίτησης, αν θα καταχωριστεί». Επρόκειτο για αίτηση για διαγραφή της αγωγής ημερομηνίας 19.7.2011, η οποία απεσύρθη και απορρίφθηκε στις 25.10.
  2. Άρα, υπήρχαν οδηγίες για διατήρηση του διατάγματος μέχρι 25.10.
  3. Εκείνη την ημέρα ο κ. Πουργουρίδης περιόρισε την αίτησή του για το επίδικο διάταγμα στους εναγόμενους 1, 2 και 11 και απέσυρε την αίτηση εναντίον όλων των άλλων εναγομένων. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση εναντίον όλων των εναγομένων, πλην των 1, 2 και 11, πρόσθεσε δε ότι «το διάταγμα γι΄ αυτούς παύει να ισχύει». Στη συνέχεια, οι δικηγόροι των εναγομένων ζήτησαν περαιτέρω χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση και ο κ. Πουργουρίδης δεν είχε ένσταση. Ορίστηκε η υπόθεση για οδηγίες στις 8.11.2011 χωρίς ρητή διαταγή ότι το διάταγμα θα ίσχυε περαιτέρω. Τέτοια διαταγή δεν δόθηκε ούτε στις 8.11.2011, όταν ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για ένσταση. Ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για τον ίδιο λόγο και στις 15.11.
  4. Εκείνη την ημερομηνία ορίστηκε ότι το διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ. Η επόμενη δικάσιμος ήταν η 18.11.2011, οπότε η υπόθεση ορίστηκε για γραπτές αγορεύσεις και διευκρινίσεις στις 16.12.2011 και ορίστηκε ότι το διάταγμα θα παρέμενε σε ισχύ. Στις 16.12.2011 τέθηκε ζήτημα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του κ. Πουργουρίδη και η αίτηση ορίστηκε στις 16.1.2012 με οδηγίες το διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ. Μεσολάβησε η εκδίκαση της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και τελικά η κύρια αίτηση ορίστηκε, στις 18.1.2012, για ακρόαση στις 16.2.2012 με γραπτές αγορεύσεις. Στις 16.2.2012 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω απουσίας μου. Την ημέρα εκείνη το δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, όρισε ξανά την υπόθεση για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 20.2.
  5. Τότε για πρώτη φορά ο κ. Πουτζιουρής δήλωσε ότι «μετά από μελέτη των πρακτικών είναι η θέση μας ότι δεν υπάρχει σε ισχύ διάταγμα» και ο κ. Χατζησέργης συμπλήρωσε ότι «δεν εζητήθηκε να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα εδώ και αρκετό καιρό.» Στις 20.2.2012 κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις και η απόφαση επιφυλάχθηκε χωρίς και πάλιν να δοθούν οποιεσδήποτε οδηγίες για την ισχύ του διατάγματος. Στην υπόθεση Acropol Shipping Company (ανωτέρω) το δικαστήριο δεν έδωσε οδηγίες να παραμείνει το διάταγμα σε ισχύ σε οποιοδήποτε στάδιο της ακρόασης ή κατά το χρόνο που επεφύλαξε την απόφαση. Ειδικότερα όταν εξέδωσε το διάταγμα, το όρισε επιστρεπτέο χωρίς άλλη αναφορά. Κατά τη σύνταξη του διατάγματος, ο πρωτοκολλητής συμπλήρωσε ότι το διάταγμα θα παρέμενε σε ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Οι εφεσείοντες παραπονέθηκαν για το ότι, υπό το φως των προνοιών του άρθρου 9
(3), ο δικαστής δεν μπορούσε να δώσει οδηγίες για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα για μεγαλύτερη περίοδο απ΄ όση ήταν αναγκαία για την επίδοση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού σημείωσε ότι δεν είναι ο δικαστής που έδωσε τις οδηγίες, συμφώνησε ότι δεν θα μπορούσε να δώσει τέτοιες οδηγίες, εφόσον το διάταγμα θα έπρεπε να παραμείνει σε ισχύ μόνο για όσο χρόνο ήταν αναγκαίος για επίδοση ειδοποίησης του στους επηρεαζόμενους. Στην υπόθεση Ikaria Appartments την ημέρα που το διάταγμα ήταν επιστρεπτέο, ο φάκελος δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστή που το είχε εκδώσει, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην επιληφθεί της υπόθεσης. Τέθηκε την επομένη ενώπιον άλλου δικαστή, ο οποίος αφού διαπίστωσε ότι δεν είχε επιδοθεί, όρισε νέα ημερομηνία για επίδοση με διαταγή να παραμείνει σε ισχύ. Η διαταγή αυτή ακυρώθηκε με διάταγμα certiorari, εφόσον το δικαστήριο έκρινε, με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 9
(3), ότι εφόσον την ημέρα που το διάταγμα ήταν επιστρεπτέο δεν δόθηκαν οδηγίες για παράτασή του, έστω και αν αυτό δεν οφειλόταν σε αμέλεια των αιτητών, αυτό εξέπνευσε. Στην Αίτηση Best Leisure Hotels Ltd επαναλήφθηκε η αρχή ότι ένα συντηρητικό διάταγμα δεν μπορεί να παραμείνει σε ισχύ για μεγαλύτερη περίοδο από ό,τι είναι αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης του στους επηρεαζόμενους, ούτως ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να παρουσιαστούν ενώπιον του δικαστηρίου και να φέρουν ένσταση. Στην Αίτηση Τράπεζας Κύπρου Λτδ αποφασίστηκε ότι η έκδοση ενδιαμέσου απαγορευτικού διατάγματος μετά από μονομερή αίτηση, το οποίο ορίστηκε σε χρόνο πέραν του αναγκαίου για την επίδοση, συνιστούσε υπέρβαση της εξουσίας που παρέχεται στο δικαστήριο υπό το άρθρο 9
(3). Στην υπόθεση Εργατίδης εξηγήθηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 9
(3)πηγάζουν από το γεγονός ότι η μονομερής έκδοση προσωρινού διατάγματος συνιστά εξαιρετικό μέτρο και παρέκκλιση από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς να δοθεί ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που η ισχύς ενός τέτοιου διατάγματος δεν μπορεί να παρατείνεται για περισσότερο χρόνο απ΄ ότι είναι απόλυτα αναγκαίος για να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο ώστε να μπορέσει και αυτός να ακουστεί. Έτσι, στην υπόθεση εκείνη το διάταγμα που δεν είχε επιδοθεί στην εναγόμενη κατά την ημέρα που είχε οριστεί επιστρεπτέο, θεωρήθηκε ότι έπαυσε να ισχύει εφόσον δεν δόθηκε διαταγή για παράταση του χρόνου για την επίτευξη επίδοσης. Εκείνο που προκύπτει τελικά από τη νομολογία είναι πως οι πρόνοιες του άρθρου 9
(3)δεν έχουν άλλη έννοια παρά τα όσα ρητά προβλέπουν και έχουν εξηγηθεί, ως άνω, στην υπόθεση Best Leisure Hotels Ltd και στην υπόθεση Εργατίδης. Σκοπός είναι να απαμβλυνθούν οι συνέπειες της μονομερούς απονομής θεραπείας και να αποκατασταθεί η φυσική τάξη του δικαίου το ταχύτερο δυνατό. Εν προκειμένω, αυτή η ανάγκη εξυπηρετήθηκε, εφόσον όταν το δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα στις 8.7.2011, το όρισε επιστρεπτέο για όσο χρόνο έκρινε πως ήταν αναγκαίος για την επίδοση, ήτοι στις 19.7.2011. Το διάταγμα επιδόθηκε στον ορισθέντα χρόνο και ακολουθήθηκε η πορεία που προηγουμένως καταγράφηκε. Είναι γεγονός ότι δεν επαναλαμβανόταν κάθε φορά η οδηγία να παραμένει σε ισχύ μέχρι την επόμενη φορά. Αυτό, όμως, δεν έχει πλέον σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)οι οποίες, ως άνω, τηρήθηκαν. Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι δεν έθεσαν θέμα παρά μόνο στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, ενώ καθόλη την προηγούμενη διάρκεια ελάμβαναν μέρος στη διαδικασία με τέτοιο τρόπο ώστε να ήταν κοινός τόπος πως το διάταγμα παρέμενε, ανεξάρτητα από το αν δίδονταν ή όχι ενδιάμεσες οδηγίες ή διαταγές, σε ισχύ. Πώς θα μπορούσε να ορίζεται η υπόθεση για να αποφασιστεί η τελική τύχη του διατάγματος, εάν δεν ήταν κοινός τόπος πως αυτό συνέχιζε να τελεί σε ισχύ; Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το διάταγμα συνεχίζει να τελεί σε ισχύ. Ως εκ των άνω, τα διατάγματα ημερομηνίας 8.7.2011 καθίστανται απόλυτα και να ισχύσουν μέχρι το τέλος της αγωγής ή μέχρι άλλης διαταγής του δικαστηρίου, με έξοδα υπέρ των εναγουσών και εναντίον των εναγομένων 1-11, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. [1] Πολιτική Αίτηση Αρ. 52/2011, Αίτηση Χαράλαμπου Ιωάννου, δικηγόρου, ημερομηνίας 3.6.2011. [2] Jonitexo Ltd v. Adidas (1984 1 CLR 263 - 268, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ. ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799, 807, El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1225, 1268, T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Bacardi & Co Ltd v. Vimco Ltd
(1996)1 AAΔ
  1. [3] Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου 1 Α.Α.Δ.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.