← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αίτηση Εταιρ.: 84/11, 20.3.2012

Αναφορικά με την εταιρεία ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αίτηση Εταιρ.: 84/11, 20.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρ.: 84/11 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμον Κεφ. 113 και Αναφορικά με την εταιρεία ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας C & N CHRISTOU BROTHERS DEVELOPERS LTD ______________ Ημερομηνία: 20.3.2012 Αίτηση για παραμερισμό ημερομηνίας 31.10.2011 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια εταιρεία: Η κα Ορφανίδου για Δημητρίου και Ιωαννίδη ΔΕΠΕ. Για την καθ΄ ης η αίτηση: Η κα Σουρουλλά για Καλλής και Καλλής ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η C & N CHRISTOU BROTHERS DEVELOPERS LTD (που παρακάτω θα αναφέρεται για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης ως «Καθ΄ ης η αίτηση»), ζητά με την κυρίως αίτηση την εκκαθάριση της ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «η Εταιρεία»), επικαλούμενη τις πρόνοιες των άρθρων 211 (ε) και 212 (α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 211 (ε) μια εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί εάν «είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της». Λογίζεται δε, ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, σύμφωνα με το άρθρο 212 (α) εάν: «αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή.» Στην ένορκη δήλωση του εκ των διευθυντών της Καθ΄ ης η αίτηση κ. Νίκου Χρίστου αναφέρεται ότι: «
  2. Κατά ή περί την 30/3/2009 η καθ΄ ης η αίτηση αγόρασε δυνάμει συμφωνίας το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/0169 Φύλλο Σχέδιο 2651 Τμήμα 0 Τεμάχιο 199 Τοποθεσία Ματσικοριδιά εις πόλη Χρυσοχούς μερίδιο 2635/22743 έναντι του ποσού των €3.000.
  3. Το πιο πάνω ακίνητο μεταβιβάστηκε στην καθ΄ ης η αίτηση από την αιτήτρια. Δυνάμει της συμφωνίας 30/3/2009 θα έπρεπε να καταβληθεί και/ή πληρωθεί στην αιτήτρια ποσό €1.000.000 την 31/12/2009 και ποσό €700.000 στις 31/7/
  4. (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η συμφωνία των Μερών).
  5. Η καθ΄ ης η αίτηση κατέβαλε το ποσό του €1.000.000 και παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό το ποσό των €1.000.000 με τόκο 9% ετησίως από 31/12/2009 και €700.000 με τόκο 9% ετησίως από 31/7/
  6. Κατά ή περί την 4/05/2011 επεδόθη ειδοποίηση στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας ημερ. 30/04/2011 όπου καλούσε την καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας όπως πληρώσει το ποσό των €1.700.000 με τόκο 9% ετησίως επί του ποσού του €1.000.000 από 31/12/2009 και με τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €700.000 από 31/7/
  7. πλην όμως ουδέν ποσό επλήρωσε από της επιδόσεως της ως άνω αναφερόμενη ειδοποίησης (επισυνάπτω ως τεκ. 2 την ειδοποίηση ημερομηνίας 30/4/2011).» «Η αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 30/4/2011 η οποία επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση στις 4/5/2011 κάλεσε την καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία όπως της πληρώσει δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 30/3/2009 το ποσό των €1.700.000 με τόκο 9% ετησίως επί του ποσού του €1.000.000 από 31/12/2009 μέχρι εξοφλήσεως και με τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €700.000 από 31/7/2010 μέχρι εξοφλήσεως το οποίο αποτελούσε οφειλόμενο προερχόμενο από την πώληση και μεταβίβαση στην καθ΄ ης η αίτηση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/0169 Φύλλο Σχέδιο 2651 Τμήμα 0 Τεμάχιο 199 Τοποθεσία Ματσικοριδιά εις πόλη Χρυσοχούς μερίδιο 2635/22743 πλην όμως η καθ΄ ης η αίτηση ουδέν ποσό πλήρωσε μέχρι σήμερα από της επιδόσεως της ως άνω αναφερόμενης επιστολής.» Η Εταιρεία ζητά τον παραμερισμό της κυρίως αίτησης προβάλλοντας τη θέση ότι είναι προδήλως αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη, καταχρηστική και ενοχλητική. Για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Ορφανίδη, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, η οποία συνοδεύεται από όλα τα σχετικά έγγραφα και συμφωνίες, το χρέος που επικαλείται η Καθ΄ ης η αίτηση αμφισβητείται. Ο κ. Ορφανίδης αναφέρει ότι την ίδια ημέρα, εκτός από την εν λόγω συμφωνία αγοράς, συνομολογήθηκαν άλλες δύο συμφωνίες. Η μία, ήταν «Συμφωνία Εργολαβίας» μεταξύ της Εταιρείας και της C & N Brothers Construction Ltd (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «η τρίτη εταιρεία» και η άλλη, μια «Γενική Συμφωνία» μεταξύ των τριών εν λόγω εταιρειών (τεκμήρια στην Αίτηση 1, 2 και 3, αντίστοιχα). Ήταν ρητός όρος των τριών συμφωνιών ότι είναι συνδεδεμένες και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος η μία της άλλης. Είναι η θέση της Εταιρείας ότι σκοπός των τριών αυτών συμφωνιών ήταν η πώληση τεμαχίου γης από την Καθ΄ ης η αίτηση και η παράλληλη ανάπτυξη και η οικοδόμηση από την τρίτη εταιρεία, επί του εν λόγω τεμαχίου, ενός πολυκαταστήματος. Είναι, περαιτέρω, η θέση της Εταιρείας ότι η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων δεν αφορά το ύψος της οφειλής ή το θέμα της πληρωμής, αλλά την αδιαμφισβήτητη, κατά την εκδοχή τους, ουσιώδη παράβαση των συμφωνιών από πλευράς της Καθ΄ ης η αίτηση και της τρίτης εταιρείας. Αναφέρει συγκεκριμένα ο κ. Ορφανίδης ότι η Καθ΄ ης η αίτηση «ουδόλως νομιμοποιείται στην ισχυριζόμενη ή οποιαδήποτε απαίτηση έναντι της Αιτήτριας Εταιρείας, αφού απέτυχε πλήρως μέχρι σήμερα να διασφαλίσει την παράδοση στην Αιτήτρια Εταιρεία, των υποστατικών που συμφωνήθηκαν, κατάλληλα αδειοδοτημένων, για να μπορεί να έχει η Αιτήτρια Εταιρεία νόμιμη κατοχή και χρήση για το συμφωνημένο σκοπό, που είναι το αντικείμενο των υπό αναφορά τριών Συμφωνιών». Για όλα αυτά γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην ένορκη δήλωση του κ. Ορφανίδη, όπου παρατίθενται πολλά σχετικά τεκμήρια, περιλαμβανομένης της αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους για όλες τις σχετικές διαφορές. Ο κ. Χρίστου αντιπαραβάλλει τη θέση ότι η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη βάσει της εν λόγω συμφωνίας αγοράς, όμως η Εταιρεία «βρίσκοντας διάφορες προφάσεις δεν πλήρωσε». Υποδεικνύει ότι τη συμφωνία αγοράς η Εταιρεία τη συνήψε με την Καθ΄ ης η αίτηση και όχι με την τρίτη εταιρεία και ισχυρίζεται ότι είναι «εμφανής η προσπάθεια της Αιτήτριας να προκαλέσει σύγχυση στο δικαστήριο . προσπαθώντας να παρουσιάσει δύο ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα ως να ενεργούν μαζί». Οι συμφωνίες, λέει, αποτελούν ανεξάρτητες συμφωνίες και εκτελέστηκαν ξεχωριστά από διαφορετικά νομικά πρόσωπα και δεν θεωρούνται αλληλένδετα συνδεδεμένες και/ή αναπόσπαστα μέρη άλλων συμφωνιών. Το ακίνητο, αναφέρει, μεταβιβάστηκε από τις 30.8.2009 και τα όσα προβάλλει σήμερα η εταιρεία είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Η Εταιρεία γνώριζε ότι ήταν δυνατή η ανέγερση εκθεσιακού χώρου και όχι υπεραγοράς. Ήταν δική της υποχρέωση να εξασφαλίσει την έκδοση των αδειών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της υπεραγοράς και ειδικότερα πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής, αφού της είχε μεταβιβαστεί το ακίνητο και χρησιμοποιούσε δικούς της αρχιτέκτονες για την ανέγερση του κτιρίου. Αντ΄ αυτού, η Εταιρεία ανήγειρε υποστατικό παραβιάζοντας το χώρο πρασίνου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκδοθεί άδεια οικοδομής εκτός εάν η Καθ΄ ης η αίτηση μεταβιβάσει στην Εταιρεία επιπρόσθετα μέτρα γης, πράγμα το οποίο προσφέρθηκε να κάμει, όμως η Εταιρεία «θέλει να το πάρει χωρίς να πληρώσει ουσιαστικά». Αναφέρει, περαιτέρω, ο κ. Χρίστου ότι η διαφορά που ισχυρίζεται η Εταιρεία ότι προέκυψε δεν αφορά τη συμφωνία πώλησης του ακινήτου, αλλά την τρίτη εταιρεία και πρόκειται για διαφορά η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία δυνάμει της σχετικής τους συμφωνίας. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι αγόρευσαν με αναφορά στα γεγονότα και τις νομικές αρχές. Έχω κατά νου το σύνολο των εισηγήσεών τους, οι οποίες και λαμβάνονται υπόψη χωρίς να είναι ανάγκη να καταγραφούν εν εκτάσει. Συνοπτικά η θέση της Εταιρείας είναι πως η Καθ΄ ης η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί «πιστωτής» και ότι «η απαίτηση της» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οφειλή ή εκκαθαρισμένη οφειλή. Η αμφισβήτηση της απαίτησης είναι «νομικά βάσιμη» και καλόπιστη και κατά συνέπεια, η κυρίως αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και ενοχλητική. Η κατάληξη της αγόρευσης του ευπαιδεύτου δικηγόρου της Καθ΄ ης η αίτηση είναι πως σκοπός της Εταιρείας είναι αφενός να καθυστερήσει τη διαδικασία και αφετέρου να αποτρέψει τη δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης, οπότε και θα ελάμβαναν γνώση οι υπόλοιποι τυχόν πιστωτές της Εταιρείας για το μέγεθος των χρεών της. Η νομολογία είναι σαφής. Η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής δυνάμει του άρθρου 212 πρέπει να προέρχεται από «πιστωτή». Ο όρος «πιστωτής» δεν περιλαμβάνει πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική και καλή τη πίστει αμφισβήτηση. (Βλ. Ανδρέας Χατζηγιάννης v. C and I Kyprianou Promotions Ltd, Πολιτική Έφεση 31/2008, 12.7.2010). Στα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2004, reissue, volume 7

(3)para 452 σε σχέση με την ίδια έννοια σημειώνονται τα ακόλουθα: «Who may not petition. . A winding-up order may not be made on a debt which is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition may be dismissed or stayed.» Το κριτήριο του κατά πόσο η αμφισβήτηση του χρέους είναι ουσιαστική εξηγείται ως ακολούθως στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, σελ. 1364-1367, σε απόσπασμα που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χατζηγιάννης: «To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding".» Ως εκ των άνω, η παράλειψη απλώς μιας εταιρείας να συμμορφωθεί προς ειδοποίηση του Άρθρου 212 (α) δεν συνιστά «αμέλεια» εν τη εννοία της παραγράφου (α) όταν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη. Τέτοια εύλογη αιτία αποτελεί η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης. Σκοπός των εν λόγω νομοθετικών προνοιών είναι να οδηγείται σε εκκαθάριση μια εταιρεία που είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Αίτηση για εκκαθάριση επί τη βάσει των προνοιών αυτών δεν αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο για εκδίκαση αμφισβητούμενης οφειλής, ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε εταιρεία για να καταβάλει χρήματα, τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Το δικαστήριο που εκδικάζει μια αίτηση για διάλυση δεν αναμένεται να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης που προβάλλει η εταιρεία. Αρκεί να διαπιστώσει ότι, ως άνω, υφίσταται καλή τη πίστει ουσιαστική υπεράσπιση. Σε τέτοια περίπτωση, απορρίπτει την αίτηση ως καταχρηστική και νέα αίτηση χωρεί μόνο μετά την επιτυχή έκβαση σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Γι΄ αυτό, είναι καλύτερα όταν ο «πιστωτής» έχει λόγους να αναμένει ότι η εταιρεία θα εγείρει υπεράσπιση στην απαίτησή του, να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και μετά την υπέρ του απόφαση στην αγωγή να καταχωρήσει αίτηση διάλυσης. Σε τέτοια περίπτωση, η εταιρεία θα κωλύεται (estopped) λόγω της απόφασης να αμφισβητήσει πλέον την απαίτηση επί της ουσίας (on the merits). Τα παραπάνω αναφέρονται στα συγγράμματα Company Law, Pennington, 3η έκδοση, σελ. 664-665 και Palmer's Company Precedents, 17η έκδοση, Part 2, Winding Up, σελ. 27 - 28. Περαιτέρω, στο πρώτο σύγγραμμα, στη σελ. 664 αναφέρονται και τα ακόλουθα: «But the court will not dismiss a petition merely because the company alleges that it has a defence to the creditors claim, unless it also shows that the defence is likely to succeed in point of law, and adduces at least prima facie proof of the facts on which the defence depends.» Περιπλέον, στο δεύτερο σύγγραμμα στη σελ. 28 αναφέρονται τα εξής: «The court may determine the dispute at once if it depends upon the construction of a document before it or if the company's contention is clearly wrong, or may determine on the evidence before it whether the dispute is bona fide.» Έχοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν το θέμα, τους ισχυρισμούς στις ένορκες δηλώσεις και τη νομική επιχειρηματολογία καταλήγω ότι η αμφισβήτηση που προβάλλει η Εταιρεία είναι τέτοια που δεν θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως απλώς προσχηματική, όπως είναι η εισήγηση της άλλης πλευράς. Αντίθετα, χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία, υπάρχει διαφορά τέτοια που θα πρέπει να επιλυθεί στο κατάλληλο πλαίσιο, που είναι η αγωγή. Με άλλα λόγια, η Εταιρεία έχει ουσιαστική και καλή τη πίστει αμφισβήτηση. Η Καθ΄ ης η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί «πιστωτής». Σε τέτοια περίπτωση, όπως ελέχθη στην υπόθεση Χατζηγιάννης, δεν τίθεται θέμα περαιτέρω εξέτασης της αίτησης για να διαγνωσθεί κατά πόσο μια εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της με βάσει το άρθρο 212 (γ) του Νόμου. Αντίθετα, η αίτηση για διάλυση σε περιπτώσεις που χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης και όχι στα πλαίσια και για τους σκοπούς που προδιαγράφει ο Νόμος, θεωρείται καταχρηστική. Η διαγραφή, βέβαια, ασκείται με φειδώ εφόσον «η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» (Βλ. In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Βλ. επίσης Σιακόλας v. Phederal Bank of Lebanon
(1978)1 A.A.Δ. 1338. Όμως, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, εφόσον η αίτηση κρίνεται ανυπόστατη, αλλά και εν τέλει καταχρηστική, όχι μόνο είναι κατάλληλη περίπτωση, αλλά κατ΄ ουσία επιβάλλεται να ασκηθεί η σχετική εξουσία. Η ενδιάμεση αίτηση επιτυγχάνει. Η κυρίως αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εταιρείας και εις βάρος της Καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.