NIKADA DREAMS LTD ν. Ανδρέα Δημητρίου, Αρ. Αγωγής: 1081/2011, 20 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1081/2011 Μεταξύ: NIKADA DREAMS LTD Ενάγουσας-Αιτήτριας και Ανδρέα Δημητρίου Εναγόμενου-Καθ'ου η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 16/01/2012 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Μαρτίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Καϊμακλιώτης για κ. Βασιλείου Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Χατζηκωστής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Αιτήτρια καταχώρησε Αίτηση με την οποία αξίωσε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο ή/και σε οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα τα οποία ενεργούν με βάση τις εντολές ή/και τις οδηγίες του ή/και για λογαριασμό του, από του να κατέχουν ή/και διαμένουν ή/και κατοικούν ή/και χρησιμοποιούν το υποστατικό με την ονομασία «FAROS PUB», το οποίο βρίσκεται στο Τεμάχιο με Αριθμό Εγγραφής 7941, Φ/ΣΧ 41/26, Τμήμα 0, τεμάχιο ΕΠΙ 395, τοποθεσία Γιαννάδες, το οποίο βρίσκεται στην οδό Ωκεανίας 6, στην Ορόκλινη και ανήκει στην Ενάγουσα Εταιρεία. Επίσης, ζήτησε διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος ή/και τα οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα τα οποία ενεργούν με βάση τις εντολές ή/και τις οδηγίες του ή/και για λογαριασμό του, όπως εκκενώσουν το συγκεκριμένο ακίνητο εντός δέκα
(10)ημερών. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφονται ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κέφ.6, ο περί Δικαστηρίων Νόμος άρθρα 2, 29, 30, 32 και 43, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-3, 7, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύτηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Παύλου Κοντού, οικονομικού συμβούλου της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Στην Ένορκη Δήλωσή του αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα Εταιρεία να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια είναι η ιδιοκτήτρια ή/και η νόμιμη κάτοχος του υποστατικού με την ονομασία «FAROS PUB», το οποίο βρίσκεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 7949, Φ/ΣΧ 41/26, Τμήμα 0, Τεμάχιο ΕΠΙ 395, τοποθεσία Γιαννάδες και βρίσκεται στην οδό Ωκεανίας 6, στην Ορόκλινη. Η Ενάγουσα Εταιρεία, στις 09/05/2007, ενοικίασε το συγκεκριμένο υποστατικό στον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση, με μηνιαίο ενοίκιο €1.777-, από μήνα σε μήνα, αφού είχε αναλάβει την επιχείρηση από τον προηγούμενο ενοικιαστή, με την έγκριση του ιδιοκτήτη. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι το υποστατικό θα ενοικιαζόταν από μήνα σε μήνα, από 09/05/2007 και ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση θα κατέβαλλε το ενοίκιο κάθε 1η ημέρα του μήνα. Κατά τον ομνύοντα, η Ενάγουσα-Αιτήρια, η οποία είχε αγοράσει το συγκεκριμένο υποστατικό στις 09/05/2007, είχε συνάψει δάνειο για την αγορά του, ύψους €690.000-, στην Τράπεζα Κύπρου, με προσωπικές εγγυήσεις των διευθυντών της και για τη μηνιαία δόση του δανείου χρησιμοποιείτο το ενοίκιο του υποστατικού. Όμως, ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση δεν κατέβαλλε ενοίκιο από την 01/02/2010 και λόγω αυτού του γεγονότος, οι διευθυντές της Ενάγουσας είχαν παραλάβει, στις 04/01/2012, από την Τράπεζα Κύπρου, προειδοποιητικές επιστολές ότι οφείλουν το ποσό των €79.117,42 ως καθυστερημένες δόσεις δανείου και ότι η Τράπεζα θα προχωρούσε με τη λήψη δικαστικών μέτρων για τη συγκεκριμένη οφειλή. Παρά το γεγονός ότι εξηγήθηκε στον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση η αναγκαιότητα καταβολής των ενοικίων, αυτός παράνομα και ετσιθελικά δεν κατέβαλλε το ενοίκιο από την 01/02/2010, ενώ παράλληλα αρνείτο να παραδώσει το υποστατικό στην Ενάγουσα-Αιτήτρια. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια απαίτησε την πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων μέσω του δικηγόρου της, στις 26/07/2010, πλην όμως, παρά την παραλαβή της επιστολής, ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση δεν συμμορφώθηκε. Στάλθηκε εκ νέου επιστολή, στις 04/11/2011, αλλά και πάλι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκε. Στις 24/01/2011 με επιστολή του δικηγόρου της η Ενάγουσα Εταιρεία τερμάτισε την ενοικίαση και κάλεσε τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση όπως παραδώσει ελεύθερη και κενή την κατοχή του υποστατικού εντός 21 ημερών. Τα οφειλόμενα ενοίκια μέχρι τη δεδομένη στιγμή ανέρχονταν στις €42.648-. Παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας-Αιτήτριας, ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση συνεχίζει να κατέχει και να λειτουργεί το υποστατικό χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την Ενάγουσα Εταιρεία και χωρίς να καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια, ενώ η Ενάγουσα-Αιτήτρια αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο λήψης δικαστικών μέτρων λόγω καθυστερημένων οφειλών στην Τράπεζα ύψους €79.117,42. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η Ενάγουσα-Αιτήτρια προτίθεται να εξεύρει κατάλληλο αγοραστή για να πωλήσει το ακίνητο σε καλή τιμή και υπήρξε ενδιαφέρον για την πώλησή του, αλλά λόγω της καθυστέρησης της εκκένωσης του ακινήτου από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση, η πώληση καθυστερεί. Κατά τη δική του άποψη, υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας εναντίον του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση, λόγω της παράβασης της σύμβασης και της επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Στο πλαίσιο του καθήκοντος της Ενάγουσας Εταιρείας για μετριασμό της ζημιάς της, καταχωρίστηκε η συγκεκριμένη αίτηση καθώς επίσης και λόγω του ότι από τη συνέχιση της κατοχής του υποστατικού από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση, προκαλείται στην Ενάγουσα Εταιρεία περαιτέρω οικονομική ζημιά. Καταλήγει ο ομνύοντας, ότι ενόψει του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση είναι άτομο οικονομικά άστατο και εκκρεμούν εναντίον του ποινικές υποθέσεις που αφορούν τη μη καταβολή του Φ.Π.Α., υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να προκληθεί περαιτέρω ζημιά στην Ενάγουσα-Αιτήτρια. Ενώ εάν παραχωρηθούν τα διατάγματα, καμιά ζημιά ανεπανόρθωτη δεν θα προκληθεί στον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο, ενόψει της πιο πάνω μαρτυρίας, έκδωσε μονομερώς το απαγορευτικό διάταγμα και το όρισε για επίδοση. Ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση αντιμετώπισε την Αίτηση με καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφει δεκαπέντε λόγους ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Η Ενάγουσα-Αιτήτρια εσκεμμένα και με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιαστικά γεγονότα που σχετίζονται άμεσα με την υπόθεση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στην Αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας εμπεριέχονται λάθη και παραλείψεις οι οποίες καθιστούν την Αίτηση άνευ αντικειμένου ή/και άκυρη ή/και ανυπόστατη, δεν αποδεικνύεται το κατ' επείγον για να μπορεί να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα ημερομηνίας 16/01/2012, η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, στόχος της Αιτήσεως είναι να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο Ενόρκως Δηλών δεν είναι το κατάλληλο άτομο για να προβεί στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση γιατί δεν γνωρίζει επ' ακριβώς όλα τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή, η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ψευδείς και αντιφατικούς ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υποστηρίξει την αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση εμπεριέχει λάθη και παραλήψεις που την καθιστούν ανεδαφική ή/και άκυρη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υποστηρίξει την Αίτηση. Η Ένσταση βασίστηκε στα άρθρα 4, 5, 7, και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.39, Δ.48 θ.1, 2, 4, 7, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρα 2, 29, 30, 32 και 43 καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη νομολογία. Υποστηρίχθηκε, η Ένσταση, από την Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Δημητρίου, ο οποίος είναι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση. Καταγράφει σε αυτήν ότι είναι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και την πορεία της αγωγής. Ισχυρίζεται ότι ο ομνύοντας στην Αίτηση δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της Αίτησης, γιατί δεν τα γνωρίζει. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η εξουσιοδότηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας προς τον ομνύοντα, έτσι που αυτός να νομιμοποιείται στην καταχώρηση της συγκεκριμένης Ένορκης Δήλωσης. Εισηγείται ότι η συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση είναι ανυπόστατη, άκυρη και εμπεριέχει λάθη με αποτέλεσμα η Αίτηση να παραμένει μετέωρη. Κατά την άποψή του, ο ομνύοντας στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, καταγράφει ότι το υποστατικό με την ονομασία «FAROS PUB» βρίσκεται επί του κτήματος με αριθμό εγγραφής 7949, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα καταγράφονται στην Αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Επίσης, είναι η θέση του ότι τόσο στην Αίτηση καθώς και στην Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, καταγράφεται ως αριθμός τεμαχίου ΕΠΙ 395, που δεικνύει ότι το κτήμα πρέπει να έχει οριζόντιο διαχωρισμό, έτσι ώστε να εκδοθούν ξεχωριστές εγγραφές για κάθε κτήμα που θα προκύψει. Ο τίτλος ιδιοκτησίας που επισυνάφθηκε, δεν καταδεικνύει ότι έγινε ο οριζόντιος διαχωρισμός. Δεν αποδεικνύεται, είναι ο ισχυρισμός του, στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια ή/και η νόμιμη κάτοχος του υποστατικού. Όσον αφορά το ενοικιαστήριο έγγραφο που έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο, είναι η εισήγησή του ότι δεν φαίνεται να έχει τερματιστεί η ενοικίαση. Ούτε και φαίνεται ότι ο ενοικιαστής του συγκεκριμένου υποστατικού είναι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση. Αντίθετα, φαίνεται ότι ιδιοκτήτης του κτήματος είναι άλλο νομικό πρόσωπο. Το ενοικιαστήριο έγγραφο, κατά τη δική του άποψη, έληγε την 01/03/2011 και δεν προκύπτει από τα κατατεθέντα τεκμήρια να έχει τερματιστεί ενωρίτερα ή/και πριν τις 09/05/2007, που κατά τον ομνύοντα στην Αίτηση, η Ενάγουσα-Αιτήτρια είχε γίνει ιδιοκτήτρια του υποστατικού. Προωθεί τη θέση του ότι ιδιοκτήτρια του υποστατικού, μέχρι και την 31/12/2008, ήταν η εταιρεία «A.T.P. FAROS PUB». Ενώ από την 01/01/2009 και μετά, ο ίδιος και τρίτο πρόσωπο είχαν αγοράσει το μετοχικό κεφάλαιο της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία εξακολουθεί να διαχειρίζεται και να ενοικιάζει το συγκεκριμένο υποστατικό. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση δεν είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα-Αιτήτρια ότι θα ενοικίαζε το συγκεκριμένο υποστατικό. Η συγκεκριμένη εταιρεία «A.T.P. FAROS PUB» συνέχισε να καταβάλλει στην Ενάγουσα-Αιτήτρια τα ενοίκια για την ενοικίαση του συγκεκριμένου υποστατικού και αυτό φαίνεται και από τις αποδείξεις που επισύναψε η Ενάγουσα-Αιτήτρια στην Αίτησή της, ενώ παράλληλα η συγκεκριμένη εταιρεία προέβηκε στην επιδιόρθωση διαφόρων ζημιών που υπήρχαν στο υποστατικό, καταβάλλοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια είχε υποσχεθεί ότι θα απέκοπτε το ποσό που ξοδεύτηκε για τις επιδιορθώσεις από τα καταβλητέα ενοίκια, κάτι που δεν έπραξε. Επιπρόσθετα, μετά την απόκτηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας «A.T.P. FAROS PUB», είχε συμφωνηθεί ότι καταβλητέο ενοίκιο θα ήταν το ποσό των €1.000- και όχι το ποσό των €1.777-. Λόγω δικού του λάθους, ασυνεννοησίας και παράληψης, δεν ενημέρωσε το δικηγόρο του και στην καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισής του υπάρχουν λάθη και παραλείψεις τις οποίες σκοπεύει να διορθώσει. Σύμφωνα με τον ομνύοντα στην Ένσταση, ο ίδιος τον Ιανουάριο του 2011 είχε επισκεφθεί τα γραφεία της Ενάγουσας-Αιτήτριας με σκοπό να καταβάλει ένα σημαντικό ποσό για τα καθυστερημένα ενοίκια που όφειλε η εταιρεία προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια για το έτος 2010, αλλά η Ενάγουσα και ο διευθυντής της αρνήθηκαν να παραλάβουν το συγκεκριμένο ποσό και απαίτησαν την πλήρη εξόφληση των οφειλομένων ενοικίων. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι παρόλο που είχε παραλάβει την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, με ημερομηνία 26/07/2010, ουδέποτε του είχε εξηγηθεί από την Ενάγουσα ή το διευθυντή της, ότι το καθορισθέν ενοίκιο καταβαλλόταν έναντι δανείου που είχε συνάψει η Ενάγουσα με την Τράπεζα Κύπρου. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε είχε παραλάβει την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 04/11/2010 και ότι ουδέποτε του είχε παραδοθεί από την κα Μαριάννα Ανδρέου. Αρνείται ότι ο ίδιος είχε συνάψει οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική συμφωνία για την ενοικίαση του συγκεκριμένου υποστατικού και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ίδιος απέκτησε μαζί με άλλο πρόσωπο την εταιρεία, η οποία διαχειριζόταν και ενοικίαζε το συγκεκριμένο υποστατικό. Οπόταν, ο τερματισμός της ενοικίασης του υποστατικού που αφορούσε τον ίδιο ήταν άκυρος και άνευ αντικειμένου. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε είχε κρυφθεί, αλλά πάντοτε ήταν στη διάθεση της Ενάγουσας-Αιτήτριας και επικοινωνούσε με το διευθυντή της σε τακτά χρονικά διαστήματα, από τον οποίο ζητούσε πίστωση χρόνου για να γίνει εφικτή η εξόφληση των οφειλομένων ενοικίων από την εταιρεία. Ο ίδιος γνωρίζοντας τις οφειλές της εταιρείας του προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια, της πρόσφερε την πώληση της κατοικίας του στην Ορόκλινη, μια πρόταση η οποία απορρίφθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια. Είναι η θέση του ότι τα οφειλόμενα ενοίκια είναι λιγότερα από αυτά που αξιώνει η Ενάγουσα-Αιτήτρια. Καταλήγει, ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του κατ' επείγοντος για την έκδοση του διατάγματος, ενώ επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η Αίτηση κακώς στρέφεται εναντίον του και όχι εναντίον της εταιρείας. Λόγω των παραλήψεων και των λαθών που εμπεριέχει τόσο η Αίτηση καθώς και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, θα πρέπει να οδηγηθεί η Αίτηση σε απόρριψη και να ακυρωθεί το αιτούμενο διάταγμα. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν στην υποστήριξη των θέσεών τους με αγορεύσεις. Ο κ. Καϊμακλιώτης ισχυρίστηκε ότι με τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, εισάγεται μια νέα υπεράσπιση, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, συμπεριλαμβάνονται εκδοχές αντιφατικές και αντίθετες από τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Όσο για τα υπόλοιπα, ήταν η θέση του ότι ο ομνύοντας στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι άτομο το οποίο θα μπορούσε να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Κατέληξε, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ο κ. Χατζηκωστής ισχυρίστηκε ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου έχει καταγραφεί λανθασμένα, ενώ η Ενάγουσα Εταιρεία είναι απλά συνιδιοκτήτριά του. Οπόταν, θα πρέπει να αποδειχθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς που καταγράφεται. Επιπρόσθετα, λόγω του ότι ο Εναγόμενος είχε γίνει μέτοχος της εταιρείας «A.T.P. FAROS PUB» το 2010, δεν γνώριζε τι είχε διαμειφθεί από το 2007 μέχρι το 2010 καθώς επίσης και ότι η συμφωνία ενοικίασης είχε συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και της εταιρείας «A.T.P. FAROS PUB». Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε απαγορευτικό διάταγμα καθώς και προστακτικό διάταγμα. H έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Λόγω του ότι η διαδικασία έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος έχει την ιστορική καταβολή της στο δίκαιο της επιείκειας, το Δικαστήριο δύναται, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία αυτού, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσής του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα ηδύνατο να μην το έχει εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει τεθεί επανειλημμένα μέσα από τη νομολογία η σχετική δε απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, έχει πλήρως υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια, όπως υποδεικνύουν οι αποφάσεις Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, στη σελ. 610-611. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Είναι άσχετο εάν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή όχι. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης M. and Ch. Mitsigas Trading Ltd v. Timberland Co of USA
(1987)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Timberland (ανωτέρω), αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: «. . Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED V. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω) (σελ 601-602). "Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."» Ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα- Αιτήτρια υποστήριξε την Αίτησή της με στοιχεία τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Βάσισε την εισήγησή του αυτή στο γεγονός ότι στην Αίτηση καταγράφεται ως αριθμός τεμαχίου ο αριθμός 7941 ενώ στην Ένορκη Δήλωση του κ. Κοντού, που υποστηρίζει την Αίτηση, καταγράφεται ως αριθμός τεμαχίου ο αριθμός 7949. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι αρχικά και στο αιτητικό της Αίτησης, είχε καταγραφτεί ως αριθμός του τεμαχίου ο αριθμός 7949 και έγινε αίτημα τροποποίησής του, με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας και είχε παραχωρηθεί η άδεια για τροποποίηση, με βάση το περιεχόμενο του τίτλου ιδιοκτησίας. Προφανώς, λόγω αβλεψίας δεν έγινε το ίδιο στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Το λάθος αυτό δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την ουσία της Αίτησης, αφού το γεγονός ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια Εταιρεία είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό 7941, προκύπτει από τον τίτλο εγγραφής. Αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση δεν φαίνεται να ενοικίασε το συγκεκριμένο υποστατικό από οποιονδήποτε, ούτε καν από τον προηγούμενό του ιδιοκτήτη, τον κ. Κρις Αυξεντίου. Η σύμβαση ενοικίασης, Τεκμήριο LC2, είχε συναφθεί μεταξύ του κ. Κρίς Αυξεντίου και του κ. Αλέκου Λαζάρου. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το πώς περιήλθε στην κατοχή του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση το υποστατικό με την ονομασία «FAROS PUB». Η Ενάγουσα-Αιτήτρια γνώριζε, μετά την καταχώριση της Ένστασης, από τον Εναγόμενο, τον ισχυρισμό του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση ότι ενοικιαστής του συγκεκριμένου υποστατικού ήταν η εταιρεία «A.T.P. FAROS PUB», πλην όμως δεν ζήτησε ούτε να αντεξετάσει τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση, ούτε να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία, στη μορφή της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, για να καταρρίψει το συγκεκριμένο ισχυρισμό. Οπόταν, παραμένει ένα ερωτηματικό αναφορικά με το ποιος είναι πραγματικά ο ενοικιαστής του συγκεκριμένου ακινήτου. Επίσης, παραμένει αναπάντητο το θέμα του πού ακριβώς ευρίσκεται το υποστατικό, αφού η Ενάγουσα-Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια του μισού μεριδίου του ακινήτου, όπως προκύπτει και από τον τίτλο εγγραφής. Όμως, στον τίτλο εγγραφής δεν αναφέρεται οτιδήποτε για τα κτήρια που βρίσκονται εντός του συγκεκριμένου ακινήτου. Όφειλε, η Ενάγουσα-Αιτήτρια, να προσκομίσει το συμβόλαιο αγοράς του συγκεκριμένου ακινήτου, αφού αμφισβητείτο η ιδιοκτησία του, για να αποδείξει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκει στην Ενάγουσα-Αιτήτρια και ότι όντως βρίσκεται στο δικό της ένα δεύτερο του ακινήτου. Πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός στην έκδοση ενός διατάγματος ή στη συνέχισή του, από την άποψη ότι ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το κατεπείγον του θέματος, το οποίο να δικαιολογεί την παράκαμψη της συνήθους διαδικασίας της ακρόασης και του έτερου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει το διάταγμα γι' αυτό το λόγο διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση (βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 στη σελ. 841, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947 στη σελ. 954 και Resola v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Το ζήτημα του κατ' επείγοντος μπορεί να προβληθεί και να εξεταστεί κατά το στάδιο που συζητείται η ορθότητα ή μη της έκδοσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Η νομολογία έχει καταγράψει ότι ένα προσωρινό διάταγμα το οποίο προωθήθηκε πάνω σε επείγουσα μονομερή βάση, μπορεί να ακυρωθεί εάν οι Αιτητές δεν ήταν καλόπιστα ταχείς στην προώθηση της θεραπείας που επιζητούσαν (βλ. Spidertrade Com. Fin Ltd ν. Χατζηγαβριήλ (ανωτέρω)). Έρχομαι να εξετάσω αρχικά το θέμα του κατ' επείγοντος, το οποίο τέθηκε προς εξέταση από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση. Τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά η Ενάγουσα-Αιτήτρια, στην Ένορκη Δήλωσή της που συνοδεύει την Αίτηση, καταδεικνύουν ότι από τον Φεβρουάριο 2010 ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει καταβάλει ενοίκιο. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 16/01/2012, δηλαδή δύο χρόνια μετά που, κατά τον ισχυρισμό της, ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση σταμάτησε να καταβάλλει ενοίκιο. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια βασίζει την ανάγκη καταχώρισης της Αίτησης τη δεδομένη στιγμή, στο γεγονός ότι της είχε σταλεί επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου για καθυστερημένες οφειλές της. Όμως, στην ουσία δεν δικαιολογεί την αδράνειά της να καταχωρίσει την Αίτηση ενωρίτερα, αφού οι συγκεκριμένες οφειλές δεν συσχετίστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο με τα οφειλόμενα ενοίκια. Δεν υπάρχει μαρτυρία για συμφωνία καταβολής των ενοικίων από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση έναντι του ποσού του δανείου στο οποίο αναφέρεται το Τεκμήριο LC4. Κατά το Δικαστήριο, οι πιο πάνω διαπιστώσεις δείχνουν ολιγωρία σοβαρής μορφής στην προώθηση θεραπείας σε μονομερή βάση. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (ανωτέρω) και υιοθετηθεί στην Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά Λτδ (ανωτέρω): "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης , Δ., σε δύο αποφάσεις του.(In Re Stavros Hotel Appartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836). In Re B.P. CYPRUS LTD
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοσύνης κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» " Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Είναι δύσκολο να αποδεχθώ το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, στην οποία ο ομνύοντας αναφέρει ότι παρά το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει για την πώληση του ακινήτου δεν μπορούν να το πωλήσουν λόγω της απαράδεχτης θέσης του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση. Δηλαδή, ότι δεν θα πωληθεί το ακίνητο γιατί δεν πληρώνει ενοίκια ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση. Η Ενάγουσα-Αιτήρια χρειάστηκε δύο χρόνια για να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση, παρόλο που σύμφωνα με τον ισχυρισμό της η συμπεριφορά του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση ήταν η ίδια αυτά τα δύο χρόνια. Οπόταν, ποιο είναι το κατεπείγον, δεν επεξηγήθηκε. Πρόσθετα από τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει η επιφύλαξη του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, προκειμένου το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παρατείνει την ισχύει του διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων που καθορίζονται από το Νόμο για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 στη σελ. 267, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (ανωτέρω)). Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (ανωτέρω), Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Ο Αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τον Καθ' ου η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία της Ενάγουσας-Αιτήτριας, καθώς και τη μαρτυρία του Εναγόμενου-Καθ΄ου η Αίτηση. Είναι με βάση αυτές τις θέσεις που εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, εκδίδει το διάταγμα, αν όχι τότε απορρίπτει την Αίτηση. Με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις και αρχές που θέτει η νομολογία, έρχομαι να εξετάσω την Αίτηση, χωρίς βεβαίως να καταλήγω τελικά πάνω στα δικαιώματα των διαδίκων μερών, εφόσον στο αρχικό αυτό στάδιο δεν είναι επιθυμητό να αποφασίζονται τελεσίδικα αμφισβητούμενα θέματα που θα πρέπει να κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) σελ.569, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Από τα καταχωρημένα δικόγραφα ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση αρνείται την οφειλή του συγκεκριμένου ποσού που αξιώνεται και ισχυρίζεται ότι το ποσό που οφείλεται είναι λιγότερο. Μόνο αν διαπιστωθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, γιατί όπως είναι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία στο ακίνητο, του οποίου ο τίτλος εγγραφής έχει καταχωριστεί, δεν υπάρχει κτήριο, το οποίο να είναι εγγεγραμμένο. Θα μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. Όπως έχουν τα γεγονότα, δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Το δεύτερο κριτήριο, που είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, επιβάλλει όπως ο Αιτητής δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτεται κατά πόσο η συμφωνία ενοικίασης ήταν προφορική ή γραπτή. Από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, δεν αποκαλύπτεται πού ευρίσκεται το ακίνητο με την ονομασία «FAROS PUB», δηλαδή σε ποιο μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7941, Φ/ΣΧ 41/26, τεμάχιο 395. Σημειώνω εδώ ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής που επισυνάφθηκε δεν καταγράφεται οδός, αλλά ούτε και οποιαδήποτε κτήρια. Επίσης, όπως έχουν τεθεί τα γεγονότα στην Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου-Καθ' ου η Αίτηση, ενοικιάστρια είναι η εταιρεία «A.T.P. FAROS PUB» και όχι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση προσωπικά. Οπόταν, φαίνεται να υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, αλλά η πιθανότητα επιτυχίας είναι απομακρυσμένη. Η αιτιολογική βάση της έκδοσης ή μη διατάγματος, συναρτώμενο με τα πραγματικά περιστατικά, όπως θα υπαχθούν στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, κρίνεται με βάση την Ένορκη Δήλωση και δια μέσου αυτής εξετάζεται και η υπάρχουσα δικογραφία. Η πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας επέλεξε να αφήσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση αλώβητους, αφού δεν ζήτησε την αντεξέτασή του, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4, ιδιαίτερα σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η σύμβαση ενοικίασης είχε γίνει με την εταιρεία «A.T.P. FAROS PUB» και όχι με τον ίδιο προσωπικά. Οπόταν, από αυτό και μόνο το γεγονός δεν μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του μέχρι και τη διευκρίνιση του συγκεκριμένου θέματος. Έχω κατά νου τη θέση του κ. Καιμακλιώτη, ότι τέτοιος λόγος υπεράσπισης δεν έχει καταγραφεί, όμως δεν μπορώ να αγνοήσω τη θέση του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση ότι προτίθεται να αιτηθεί τροποποίησης της καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης. Παράλληλα, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το περιεχόμενο των εγγράφων που η πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας έχει επισυνάψει για να υποστηρίξει την Αίτησή της, τα οποία δεν αποκαλύπτουν καμιά συμβατική σχέση με τον Εναγόμενο- Καθ' ου η Αίτηση (βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, σελ.1989). Δεν υπάρχει οτιδήποτε μέσα στην Ένορκη Δήλωση, ούτε και λέχθηκε οτιδήποτε από πλευράς του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας-Αιτήτριας, ότι η παρούσα περίπτωση είναι τέτοια που οι αποζημιώσεις δεν θα μπορέσουν να αποτελέσουν ικανοποιητική αποζημίωση για την Ενάγουσα-Αιτήτρια στο τέλος της δίκης, είτε διότι αυτές δεν θα μπορούν να υπολογιστούν, είτε ακόμα ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει την Ενάγουσα-Αιτήτρια από οικονομικής άποψης (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237). Καταγράφτηκε, ειρήσθω εν παρόδο, ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση αντιμετωπίζει υπόθεση με το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Αυτό, από μόνο του, δεν τον καθιστά ανίκανο να αντιμετωπίσει την οποιαδήποτε απόφαση εναντίον του. Σημειώνω εδώ ότι ο ισχυρισμός του, ότι είχε επισκεφτεί, εκ μέρους της εταιρείας «A.T.P. FAROS PUB» το γραφείο της Ενάγουσας-Αιτήτριας, για να τους καταβάλει κάποια λεφτά έναντι της οφειλής, δεν αντικρούστηκε. Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντιστοίχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG (ανωτέρω) και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Είναι καλά νομολογιακά καθιερωμένο ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα αν η έκδοσή τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. Koukkouris Trading Co Ltd (ανωτέρω) και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572). Τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο σε πολύ καθαρές και ισχυρές περιπτώσεις όπου το νομικό δικαίωμα είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο και το δικαίωμα σε τελεσίδικη θεραπεία είναι κρυστάλλινα καθαρό, ενώ η υπεράσπιση που προβάλλεται κρίνεται ως παντελώς αβάσιμη. Αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Goldrein, Wilkinson and Kershaw, Commercial Litigation (3η έκδοση) παρ.167: "Pre-emptive Remedies: . . . . .. the Court has jurisdiction to grant a mandatory injunction on an interlocutory application, but will very rarely do so. The court usually requires a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted." Στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά. (ανωτέρω), στις σελ.176 και 177 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « ... ... ... . Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς την θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael n. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Στην υπόθεση Κατερίνα Τσιερκέζου ν. DRAGON TOURIST ENTERPRISES LTD
(2009)1 (A) Α.Α.Δ. 734, αναφέρθηκε ότι η έκδοση διατάγματος με το οποίο εκδικάζεται η ουσία της αγωγής είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, με την ενδιάμεση αίτησή της, η Ενάγουσα-Αιτήτρια ουσιαστικά επιζητεί την αντίστοιχη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, παράγραφος Α και Β της Έκθεσης Απαίτηση και είναι ταυτόσημα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση αναπόφευκτα οδηγείται σε αποτυχία και απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Επίσης ακυρώνεται το διάταγμα ανάκτησης κατοχής που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο στις 09/02/2012. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412,παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAΔ 12), τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας Εταιρείας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο