AGS AGROTRADING LTD ν. Γεώργιου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2572/2011, 20 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2572/2011 Μεταξύ: AGS AGROTRADING LTD Ενάγουσας Και Γεώργιου Γεωργίου κ.α. Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25/10/2011 για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου 1 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Μαρτίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Χριστοδούλου για Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδη Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση: κ. Σκορδής) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει την καταβολή του ποσού των €66.425,14- ως η αξία υπεξαιρεθέντων και κλαπέντων προϊόντων και ζωοτροφών και πρώτων υλών για την κατασκευή ζωοτροφών και/ή ως ποσό με το οποίο οι Εναγόμενοι 1-4 πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της Ενάγουσας Εταιρείας. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά καταγράφονται στο Κλητήριο Ένταλμα, η Ενάγουσα Εταιρεία ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα της κατασκευής, πώλησης και διάθεσης ζωοτροφών και πρώτων υλών. Ο Εναγόμενος 1 κατά ή περί τον Απρίλιο 2011 εργαζόταν ως υπάλληλος και/ή ασκούσε τα καθήκοντα του αποθηκάριου της Ενάγουσας Εταιρείας και είχε υπό την ευθύνη και φύλαξή του τις αποθήκες στις οποίες βρίσκονταν αποθηκευμένες ζωοτροφές και πρώτες ύλες για την κατασκευή ζωοτροφών. Μετά από έλεγχο στις αποθήκες της Ενάγουσας Εταιρείας, τον Απρίλιο 2011, διαπιστώθηκε έλλειμμα 243.940 μετρικών τόνων ζωοτροφών, αξίας €66.425,
- Μέσω του Διευθυντή της, η Ενάγουσα Εταιρεία κατάγγειλε το περιστατικό στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 κλήθηκαν και έδωσαν καταθέσεις στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι παρέδιδε στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ζωοτροφές και πρώτες ύλες για ζωοτροφές και χρέωνε το μισό της αξίας αυτών και το ποσό που εισέπραττε το καρπούτο ο ίδιος. Καταγράφονται ως στοιχεία δόλου και απάτης του Εναγομένου 1 ότι με τρόπο παράνομο, δόλιο και/ή απατηλό υπεξαιρούσε προϊόντα και ζωοτροφές και/ή πρώτες ύλες για την κατασκευή ζωοτροφών, οι οποίες ανήκαν στην Ενάγουσα Εταιρεία και τις παρέδιδε στους Εναγόμενους 2, 3 και 4, συνολικού ποσού €66.425,14, ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε με τρόπο παράνομο, δόλιο και/ή απατηλό με σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας Εταιρείας και/ή του Διευθυντή της και πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της Ενάγουσας Εταιρείας, ότι ο Εναγόμενος 1 παράνομα και/ή δόλια υπεξαιρούσε προϊόντα της Ενάγουσας Εταιρείας και τα πωλούσε χωρίς τη συγκατάθεση ή την άδειά της και ότι γενικά οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 ενήργησαν με τρόπο παράνομο και/ή δόλιο με σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας Εταιρείας υπεξαιρώντας προϊόντα που ανήκαν στην Ενάγουσα Εταιρεία, χωρίς τη συγκατάθεση και την άδειά της και πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της. Κατατέθηκε, προς απόδειξη της αξίωσης, Ένορκη Δήλωση από τον κ. Αντώνη Αντωνίου, Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας. Ο ομνύοντας καταγράφει στην Ένορκη Δήλωσή του ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Κατά τη δική του άποψη, ο Εναγόμενος 1 οφείλει στην Ενάγουσα Εταιρεία το ποσό των €66.425,14, ως η αξία των υπεξαιρουμένων και κλαπέντων προϊόντων, δηλαδή των ζωοτροφών και πρώτων υλών για κατασκευή ζωοτροφών που κλάπηκαν από τα υποστατικά της Ενάγουσας Εταιρείας τον Απρίλιο
- Ο Εναγόμενος 1 ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας Εταιρείας και ασκούσε καθήκοντα αποθηκάριου. Διαφάνηκε από τον έλεγχο ότι είχαν κλαπεί 243.940 μετρικοί τόνοι προϊόντων της Ενάγουσας Εταιρείας, οι οποίοι είχαν παραδοθεί στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 και των οποίων προϊόντων το τίμημα καρπώθηκε ο Εναγόμενος
- Το Δικαστήριο ζήτησε την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρία και η Ενάγουσα Εταιρεία κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο κ. Κατοδρίτης (Μ.Ε.1), ένας εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, πιστοποιητικό των Διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας. Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ο Εναγόμενος 1 είχε προσληφθεί ως αποθηκάριος στην Ενάγουσα Εταιρεία και παραλάμβανε τα φορτία από το λιμάνι. Ήταν επιφορτισμένος να παραλαμβάνει τα φορτία και να στοιβάζει τα φορτία μέσα στην αποθήκη, ενώ κατά την πώληση των εμπορευμάτων, είχε καθήκον να φορτώνει τα φορτία στους πελάτες, να ζυγίζει τα φορτία και να εκδίδει τα δελτία αποστολής. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, την κατάσταση μισθοδοσίας του Εναγομένου
- Όσον αφορά τις ελλείψεις που παρατηρήθηκαν από την αποθήκη, ο ίδιος είχε προβεί σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 4, βεβαίωση από τον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου για την καταγγελία που είχε γίνει για την κλοπή. Είχαν καταγγελθεί ο Εναγόμενος 1 και ο αδελφός του, αφού το έλλειμμα που διαπιστώθηκε στις ζωοτροφές και τις πρώτες ύλες, ανερχόταν στο ποσό των €66.425,14 σύμφωνα και με τον εσωτερικό έλεγχο που είχε διενεργηθεί από το λογιστή κ. Χατζηττοφή. Εξήγησε ότι γίνονται εισαγωγές ζωοτροφών στο λιμάνι της Λάρνακας. Η Ενάγουσα Εταιρεία διατηρεί συνεργείο, το οποίο φορτώνει και ζυγίζει τις ζωοτροφές. Στη συνέχεια εκδίδει δελτίο αποστολής των εισαχθέντων ζωοτροφών προς την αποθήκη. Το συνεργείο της αποθήκης, δηλαδή ο Εναγόμενος 1, παραλάμβανε και υπέγραφε το δελτίο αποστολής και όταν ολοκληρωνόταν η εκφόρτωση, οι ποσότητες που είχαν σταλεί από το λιμάνι έπρεπε να συνάδουν με τις ποσότητες που παραλήφθηκαν από την αποθήκη. Τα δελτία αποστολής, τα οποία παραδίδονταν στο λογιστήριο, καταχωρούνταν στο λογισμικό σύστημα του λογιστηρίου και αφού αφαιρούνταν όλες οι πωλήσεις, ολοκληρωνόταν ο έλεγχος. Ήταν η θέση του ότι κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που λειτουργεί η Ενάγουσα Εταιρεία, δεν είχαν ποτέ διαπιστωθεί ελλείμματα από τις αποθήκες. Η πρώτη φορά που διαπιστώθηκαν ελλείμματα ήταν μετά την πρόσληψη του κ. Γεωργίου, όπου είχαν βρεθεί ελλείμματα σε εννέα παραλαβές. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Χριστοφής Χατζηττοφή (Μ.Ε.2), λογιστής της Ενάγουσας Εταιρείας. Ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι διαπίστωσε για πρώτη φορά ότι υπήρχε έλλειμμα τον Απρίλιο του
- Η έρευνά του ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2011 και ετοιμάστηκε μια κατάσταση αναφορικά με τα ελλείμματα. Κατατέθηκε η συγκεκριμένη κατάσταση ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 5 υπάρχει καταγραμμένη η ποσότητα που μεταφέρθηκε στις αποθήκες της Ενάγουσας Εταιρείας από κάθε πλοίο. Η συνολική ποσότητα που είχε μεταφερθεί, από τον Ιανουάριο 2011 μέχρι τον Μάιο 2011, ήταν 14343,020 τόνοι. Μετά που πωλήθηκε το φορτίο διαπιστώθηκε έλλειμμα 243,940 τόνων, αφού οι πωληθέντες τόνοι ήταν λιγότεροι από τους εισαχθέντες. Η αξία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €66.425,
- Το γεγονός ότι η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε, δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση, έχοντας κατά νου το Νόμο και τις αρχές οι οποίες ρυθμίζουν το εκάστοτε υπό συζήτηση θέμα, να κρίνει αυθύπαρκτα τη δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα και κατά πόσο ο τελευταίος έχει, με τη προσκομισθείσα και ενδεχομένως κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία, υπερβεί το ύψος του πήχη του συγκεκριμένου βαθμού απόδειξης που απαιτείται να υπερπηδηθεί σε κάθε περίπτωση (βλ. Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Νέστορα Χ"Νέστωρος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41). Η υποχρέωση αυτή πηγάζει και από τη Δ.17 θ.13, η οποία προβλέπει ότι ανεξάρτητα αν η απαίτηση του Ενάγοντα είναι εκκαθαρισμένη και ο Ενάγων ζητά απόφαση ερήμην του Εναγόμενου, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να καλέσει τον Ενάγοντα να αποδείξει την απαίτησή του για να διαπιστώσει κατά πόσον, με τα στοιχεία που έχει προσκομίσει, έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (βλ. επίσης Barry Wynne v. David Costakis Mavronicolas ως διαχειριστής της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, ανίκανου προσώπου
(2009)1(Β) Α.Α.Δ.1183, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους κ.ά., Πολ. Έφ.382/2009 και 383/2009, ημερ.16/06/2010 και Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτας Κυριάκου, Πολ. Έφ.7/2008, ημερ.18/05/2010 ). Σε όλες τις προαναφερθείσες αποφάσεις επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι «όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, εξετάζεται κατά πόσο αυτά "... είναι αρκετά για να αποδείξουν τη υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο", στην απουσία βέβαια εγγενών δυσκολιών στην παρουσιαζόμενη από τον μάρτυρα εκδοχή και αξιοπιστία του». Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές και καθοδηγούμενη από αυτές, θα πρέπει προτού εξετάσω την νομική πτυχή της υπόθεσης να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία του κ. Χατζητοφή (Μ.Ε.2), ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστική και επεξηγηματική για το πώς διαπιστώθηκε το έλλειμμα. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του κ. Κατοδρίτη (Μ.Ε.1), αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της Ενάγουσας Εταιρείας σε σχέση με τις εισαγωγές και πωλήσεις ζωοτροφών και πρώτων υλών για την κατασκευή ζωοτροφών. Δεν μου άφησαν καμιά αμφιβολία για την αλήθεια των λεχθέντων τους. Έχοντας αποδεχθεί την προσκομισθείσα μαρτυρία, έρχομαι να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η αγωγή βασίζεται στην απάτη που διενήργησε ο Εναγόμενος 1 σε βάρος της Ενάγουσας Εταιρείας. Ο ορισμός της «απάτης», ως αστικό αδίκημα, δίδεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή. Ακόμη η απάτη, ως ποινικό αδίκημα, προϋποθέτει κτήση περιουσίας με χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος. To άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προνοεί τα ακόλουθα: "
- Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο." Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332, στη σελίδα 340, το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ουσιαστικά αναπαράγει το κοινοδίκαιο. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 31, στην παράγραφο 703, αναφέρεται ότι η παράσταση γεγονότος μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή, αλλά μπορεί και να συμπεραίνεται από λέξεις ή συμπεριφορά. Σύμφωνα επίσης με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 735 του πιο πάνω συγγράμματος, το πρόσωπο το οποίο θεωρείται ότι εξαπατείται περιλαμβάνει:
(1)το πρόσωπο στο οποίο γίνεται πραγματικά ή ψευδής παράσταση ή οποιονδήποτε προϊστάμενο ή συνέταιρο του προσώπου αυτού,
(2)οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο δεν εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία αλλά το οποίο, το πρόσωπο που προβαίνει στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση να εξαπατήσει, και
(3)οποιοδήποτε μέλος του κοινού ή οποιασδήποτε τάξης προσώπων, το οποίο ενήργησε με βάση την παράσταση η οποία έγινε στο κοινό ή στη εν λόγω τάξη προσώπων. Ειδικότερα σε σχέση με την πρώτη περίπτωση επισημαίνεται στην παράγραφο 736, ότι εάν μια παράσταση γίνει κάτω από τέτοιες συνθήκες, τότε το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εξαπάτηση θεωρείται αντιπρόσωπος, ενώ ο εξαπατηθείς είναι το πρόσωπο στο οποίο ουσιαστικά απευθύνετο η παράσταση. Σε σχέση με το τί συνιστά απάτη, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's of England, τόμος 31, παράγραφος 757, σελίδα 481: «Not only is a misrepresentation fraudulent if it was known or believed by the representor to be false when made, but mere non-belief in the truth is also indicative of fraud. Thus whenever a person makes a false statement which he does not actually and honestly believe to be true, for purposes of civil liability that statement is as fraudulent as if he had stated that which he did not know to be true, or know or believed to be false. Proof of absence of actual and honest belief is all that is necessary to satisfy the requirements of the law, whether the representation has been made recklessly or deliberately; indifference or recklessness on the part of the representor as to the truth or falsity of the representation affords merely an instance of absence of such a belief". Για σκοπούς απόδειξης του αστικού αδικήματος της απάτης, είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα, ο οποίος και εξαπατήθηκε, και ενήργησε με βάση αυτή και υπέστηκε ζημιά. Είναι επομένως φανερό ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του ενάγοντα ήταν ο σκοπός και το αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Ειδικότερα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι συνεπεία αυτής της ψευδούς παράστασης ο ενάγοντας όχι μόνο άλλαξε γνώμη σε σχέση με κάποιο θέμα, αλλά άλλαξε τη θέση του σε σχέση με τα ουσιώδη συμφέροντα του ή τις καταστάσεις γενικά (βλ. Halsbury's Laws of England, Vol. 31, παραγράφοι 765, 770, 778 και 779). Όσον αφορά το δόλο, ο δόλος αποτελείται ουσιαστικά από την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, με γνώση της αναλήθειάς του και περιλαμβάνει και οποιαδήποτε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση άλλου προσώπου. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, 1003, ο όρος «δόλος» συνήθως αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά όταν αποκτούνται χρηματικά ή υλικά οφέλη με άδικα μέσα. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. ALOCAY HOLDINGS Ltd, Πολ. Εφ.20/08 ημερ.24/09/2010, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του δόλου: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ΄ ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 CLR
- Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.» Υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που καλύπτει το νοηματικό εύρος των όρων απάτης και δόλιας συμπεριφοράς, αφού ο Εναγόμενος 1, λόγω της θέσης του ως αποθηκάριος της Ενάγουσας Εταιρείας, παραλάμβανε τα εμπορεύματα όπως έφταναν από το λιμάνι, υπέγραφε το δελτίο παραλαβής μιας συγκεκριμένης ποσότητας φορτίου, πλην όμως η ποσότητα του δελτίου παραλαβής δεν συμφωνούσε με τις πωληθείσες ποσότητες λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 παρέδιδε και πωλούσε σε τρίτα πρόσωπα ποσότητες των ζωοτροφών και των άλλων εμπορευμάτων στη μισή τιμή από αυτή που πωλούσε η Ενάγουσα Εταιρεία και καρπούταν τα λεφτά ο ίδιος. Αυτή η συμπεριφορά είναι ανέντιμη για ένα εργοδοτούμενο και συνιστά πράξη εξαπάτησης. Σε σχέση με τις θεραπείες που δύναται να αποδοθούν σε περίπτωση που αποδειχθεί απάτη, σύμφωνα και με το κοινοδίκαιο, το πρόσωπο που εξαπατήθηκε στη βάση ψευδούς παράστασης και συνεπεία αυτής της εξαπάτησης άλλαξε τη θέση του, όπως περιγράφεται πιο πάνω, δικαιούται σε αποζημιώσεις οι οποίες αφορούν και καλύπτουν τη ζημιά που υπέστηκε ο ενάγοντας υπό μορφή απώλειας χρημάτων ή σε αξία χρημάτων. Την ίδια στιγμή όμως, ο ενάγοντας έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιάς που υπέστηκε και της ψευδούς παράστασης ή του δόλου που έγινε σε αυτόν και στα πλαίσια αυτά δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι η ζημιά ήταν απλά μια συνέπεια της παράστασης αυτής. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, τόμος 31, παράγραφοs 792, σελίδα 502: "The damage must be shown to have been a natural and direct result of the misrepresentation being believed and acted on or, where the representee is induced by fraudulent misrepresentation to believe a certain state of things to exist, of the misrepresentation being believed. Where this connection is not made out, then, even if he proves that he did not in fact sustain the damage alleged by reason of his belief in the truth of the misrepresentation, the representee will not succeed in the claim; but, where it is made out, he will succeed. The representee is normally entitled to succeed if he is in a position to allege and prove that the representor in fact intended the precise kind of damage which resulted". Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 20/01/2011 και 20/05/2011 είχαν εισαχθεί και παραληφθεί στην αποθήκη της Ενάγουσας Εταιρείας 14343,020 τόνοι ζωοτροφών καθώς και πρώτων υλών για την κατασκευή ζωοτροφών, ότι όλη η συγκεκριμένη ποσότητα είχε παραληφθεί από τον Εναγόμενο 1, αποθηκάριο της Ενάγουσας Εταιρείας και ότι κατά τον έλεγχο που έγινε στην αποθήκη της Ενάγουσας Εταιρείας, ο οποίος ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο 2011, διαπιστώθηκε ότι μετά από την πώληση των φορτίων έλλειπαν 243,940 τόνοι, συνολικής αξίας €66.425,14 και αυτή ήταν η απώλεια της Ενάγουσας Εταιρείας από το δόλο του Εναγόμενου
- Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €66.425,14, πλέον νόμιμο τόκο από 08/09/2011 πλέον έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο