← Κύπρος

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Ζαχαρία Παπακώστα, Αρ. Αγωγής 2577/2009, 27 Μαρτίου 2012

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Ζαχαρία Παπακώστα, Αρ. Αγωγής 2577/2009, 27 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2577/2009 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως εκπροσωπούντος τον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου, Ενάγοντα -και- Ζαχαρία Παπακώστα, από τη Λάρνακα, Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 25.01.2012 για εκδίκαση προδικαστικών θεμάτων Ημερομηνία: 27 Μαρτίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο-αιτητή: Ο κ. Στ. Μαυρομμάτης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση: Η κα Ιφ. Μιχαήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας καταχώρισε στις 27.08.2009 ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο αξιώνοντας από τον εναγόμενο το ποσό των €48.737,86 πλέον τόκους ποσό το οποίο επιβλήθηκε στον εναγόμενο ως χρηματική επιβάρυνση και/ή ως διοικητικό πρόστιμο. Ο εναγόμενος με την υπεράσπισή του, και συγκεκριμένα στις παραγράφους 6, 7, 8 και 9, εγείρει τις κάτωθι προδικαστικές ενστάσεις:
  2. Όπως προκύπτει εκ των ανωτέρω και του φακέλου της δικογραφίας εκκρεμουσών των πιο πάνω δικαστικών διαδικασιών που θα εξετάσουν τη νομιμότητα των επίδικων πράξεων ως επίσης και των διεκδικούμενων ποσών κατεχωρήθη καταχρηστικά η παρούσα αγωγή την 27η/ 8/ του 2008 ενώ ο ενάγοντας υπό την ιδιότητά του σαν εκπρόσωπος και/ή υπευθύνου για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας γνώριζε και συμμετέχει δια εκπροσώπου δικηγόρου του στις πιο πάνω διαδικασίες.
  3. Ο Εναγόμενος θα ισχυριστεί ότι κάτω από τις περιστάσεις η όλη διαδικασία είναι καταχρηστική των διαδικασιών του Δικαστηρίου το οποίο εφόσον εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου η εξέταση της νομιμότητας των ποσών των οποίων διεκδικούνται στα πλαίσια αποφάσεων του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας με τις οποίες εζητείτο η εξάλειψη από τους αιτητές από την εγχώρια αγορά χιλιάδων κιλών ζάχαρης σαν πλεονάζουσα ποσότητα, έσπευσε να προλάβει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ιδιαίτερα της Ολομέλειεας αυτού.
  4. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο εναγόμενος θα ισχυριστεί ότι εφόσον εκκρεμούν οι πιο πάνω προσφυγές το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εξετάσει το νόμιμο ή μη των οφειλών γιατί τούτο είναι sub judice και εκκρεμεί να αποφασιστεί σαν διοικητική πράξη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δε Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί του θέματος γιατί για να αποφασίσει το θέμα θα πρέπει να αποφασίσει τη νομιμότητα και το νόμιμο της απαίτησης κάτι το οποίο εξετάζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο.
  5. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο εναγόμενος θα ισχυριστεί ότι επιχειρείται σύγκρουση αρμοδιοτήτων με την προώθηση της παρούσας αγωγής η οποία είναι πρόωρη και περαιτέρω ο εναγόμενος θα ισχυριστεί ότι με βάση το Σύνταγμα, σχετική νομολογία και τις σχετικές πρόνοιες της Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών προς είσπραξη σχετικών επιβαρύνσεων δεν είναι δυνατή η είσπραξη δια αγωγής εκκρεμουσών των διαδικασιών ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αποτέλεσμα των ως άνω προδικαστικών ενστάσεων ήταν η καταχώριση από πλευράς εναγομένου-αιτητή της υπό κρίση αίτησης δια της οποίας εξαιτείται: Α. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικά θέματα) που εγείρονται στις παραγράφους 6, 7, 8 και 9 της Υπεράσπισης του εναγομένου δικαστούν πρώτα ως νομικά ζητήματα και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο πρώτα και¨/ή πριν την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.15 θ.1, 2, Δ.27 θ.1-4 και Δ.48 θ.1-3, άρθρο 30 και 146 του Συντάγματος, άρθρο 6 της Δίκαιης Δίκης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου όπως και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Σ. Μαυρομμμάτη. Ο ενάγοντας-καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην αίτηση με τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους ένστασης: Α. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά και συνεπώς να έχει θετική γνώση όσον αφορά τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία έχουν άμεση σχέση με την ουσία της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά. Β. Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και της ακρόασης της υπόθεσης. Γ. Η καταχώριση προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης και ως εκ τούτου η καταχώριση της παρούσας αγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόωρη ή/και καταχρηστική και καμία σύγκρουση αρμοδιοτήτων δεν δημιουργείται με την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Δ. Δεν έχει προηγηθεί δήλωση παραδοχής γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου με την οποία να συμφωνούνται τουλάχιστον τα ουσιώδη γεγονότα. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας-Ιωάννας Θεοδότου, λειτουργού εμπορίου και βιομηχανίας στο Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε κατάθεση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεών τους. Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τη Δ.27 θ.1-2 επί της οποίας εδράζεται η αίτηση. «
  6. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the court at any stage that may appear to it convenient.
  7. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Οι πρόνοιες της Διαταγής αυτής των Θεσμών υπήρξαν αντικείμενο ερμηνείας σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Malachtou v. Armefti and Another

(1984)1 C.L.R. 548, Michael Papamichael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305, Ανδρέας Πιερίδης ν. Kevork Keshishian
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 224, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & ΄Αλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.ά. Π.Ε. 7474, ημερ. 28.02.1991, Κ.Ο.Τ. ν. Philippa Estates Ltd κ.α. Π.Ε. 10228 ημερ. 27.09.
  1. Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να έχει εφαρμογή η Δ.
  2. Χρήσιμη επίσης αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Michael v. United Sea Transport
(1981)1 C.L.R. 322 όπου στην σελίδα 325 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The principles governing the exercise of the Court´s discretion in the matter are to be found in a number of authorities. Summing up the position it may be said that as a rule a Judge will only make the order when he sees that the object raises a serious question of law, which if decided in favour of the party objecting would dispense with any further trial, or at any rate with the trial of some substantial issue in the action (see L.C. & D.Ry. v. S.E. Ry. 53 L.T.p.III). The order should not, however, be made in respect of matters which by reason of the obscurity either of the facts or of the law ought to be decided at the trial; only in respect of matters on which no further light will be drawn at the trial, per Roche J., Isaacs & Sons Ltd., v. Cook
(1925)2 K.B.p. 401. Furthermore the order for argument before trial should not be made where there are facts in dispute. (Western S.S. Company v. Amaral Sutherland and Co.,
(1914)2 K.B. 55).» Είναι καθαρό από τα πιο πάνω ότι ένα σημείο το οποίο εγείρεται θεωρείται κατάλληλο να δικαστεί προδικαστικά εφόσον φαίνεται, κάτω από τις περιστάσεις, σαν καθαρά νομικό σημείο και δεν σχετίζεται με γεγονότα τα οποία ιδιαίτερα ευρίσκονται κάτω από αμφισβήτηση. Κάθε νομικό σημείο βεβαίως είναι δυνατό να σχετίζεται με μια σειρά από γεγονότα. Εάν αυτά τα γεγονότα είναι αποσαφηνισμένα ή έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, τότε ανοίγει ο δρόμος για την εκδίκαση του εγειρόμενου νομικού ζητήματος. Εάν όμως τα γεγονότα αυτά παραμένουν αδιευκρίνιστα, τότε η εξέταση του νομικού ζητήματος πριν από την ακρόαση της αγωγής δεν είναι δυνατή. Είναι συνεπώς ξεκάθαρο ότι η εκδίκαση προκαταρκτικού νομικού σημείου διεξάγεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην παρούσα υπόθεση τα θέματα τα οποία εγείρονται στις παραγράφους 6 - 9 της έκθεσης υπεράσπισης αφορούν την ισχυριζόμενη καταχώριση της προσφυγής με αριθμό 2054/06 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι ενόψει της διαδικασίας της προσφυγής όπου θα εξεταστεί η νομιμότητα των επίδικων πράξεων και διεκδικούμενων ποσών η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και το επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το νόμιμο ή μη των οφειλών καθότι για να αποφασίσει επί του θέματος θα πρέπει να αποφασίσει τη νομιμότητα και το νόμιμο της απαίτησης, κάτι το οποίο εξετάζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίνω ότι με βάση τις αρχές του έχουν παρατεθεί πιο πάνω η αίτηση του εναγόμενου δεν μπορεί να έχει επιτυχία ελλείψει του πραγματικού υπόβαθρου. Τα όσα ο εναγόμενος αναφέρει στην υπεράσπισή του δεν αποτελούν παρά μόνο ισχυρισμούς οι οποίοι είναι υπό αμφισβήτηση. Για να είναι δυνατό το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση των νομικών προδικαστικών σημείων, ως ο εναγόμενος τα αναφέρει, θα έπρεπε να είχαν δηλωθεί εκ μέρους των διαδίκων παραδεκτά γεγονότα και τα οποία θα ήταν τέτοια έτσι ώστε να τεθεί το κατάλληλο έδαφος για εξέταση του αιτήματος. Απλή αναφορά στην υπεράσπιση περί ύπαρξης της προσφυγής με αριθμό 2054/06 τη στιγμή που ο ενάγοντας στην απάντησή του στην υπεράσπιση αρνείται τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς δεν είναι δυνατό να προσδώσουν στο Δικαστήριο την ευχέρεια προς έγκριση του αιτήματος. Ενα τελευταίο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο ο οποίος, ως ο καθ΄ ου η αίτηση αναφέρει, δεν έχει θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων με αποτέλεσμα η ένορκη δήλωση να είναι αντινομική. Είναι νομολογημένο ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να υπογράφουν ένορκες δηλώσεις που να συνοδεύουν αιτήσεις, χωρίς όμως αυτό από μόνο του να επιφέρει ακυρότητα (βλ. Thanos Hotels Ltd. ν. Δημήτρη Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Αίτηση Certiorari 90/10 ημερ. 25.08.2010). ΄Ετσι και στην παρούσα υπόθεση θα ήταν ορθότερο την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να την υπόγραφε ο ίδιος ο αιτητής. Η παράλειψή του όμως αυτή, ενόψει και των νομολογιακών αρχών, δεν καθιστά κατ΄ ανάγκη την ένορκη δήλωση άκυρη. Ως εκ τούτου και ενόψει των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.