Artesa Trading Co. Limited κ.α. ν. Credit Bank of Moscow, Αγωγή αρ.: 870/11, 29.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 870/11 Μεταξύ:
(1)Artesa Trading Co. Limited κ.ά. Εναγόντων -και- Credit Bank of Moscow Εναγομένων ----- Αίτηση για διαγραφή αγωγής ημερομηνίας 24.1.2012 Ημερομηνία: 29.3.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: Ο κ. Μαυρομάτης με την κα Χριστοδουλίδου και τον κ. Κώστα Παρασκευά (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Μαυρομάτης). Για τους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Ραφαήλ (για να ακούσει την απόφαση η κα Τζένιφερ Σαββοπούλου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα 1, που είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρουσιάζεται στην έκθεση απαίτησης να έχει ως ειδικότερο σκοπό την απόκτηση μιας «οντότητας ή επιχείρησης γνωστής ως Artesa Trading Co. Limited ή Artesa Group ή Artesa Group Co Ltd ή άλλη παρόμοια φράση η οποία περιέχει τη λέξη Artesa». Αυτή η τελευταία είναι «εταιρεία» που συνεστήθη εκνόμως από το 1978 στην κατεχόμενη επικράτεια της Κύπρου (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «η εταιρεία») και έχει ως μέλη του «Διοικητικού Συμβουλίου» της και μόνους μέτοχούς της τους εναγόμενους 2 -
- Η «εταιρεία» περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης ως «μη συσταθείσα οντότητα». Η «εταιρεία», λειτουργούσα στα κατεχόμενα, είχε απαίτηση εναντίον της εναγόμενης ρωσικής τράπεζας. Για τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψαν ως ενάγοντες για αυτή την απαίτηση της «εταιρείας» η ενάγουσα αρ. 1 και οι ενάγοντες 2 - 5, σχετικά είναι τα ακόλουθα από την έκθεση απαίτησης: «.........................
- Με βάση γραπτή απόφαση ημερομηνίας 19.9.10 και υπογραμμένη από όλους τους ιδιοκτήτες και/ή μέλη, ο Ενάγων αρ. 1 την πιο πάνω ημερομηνία ανέλαβε τις εργασίες, περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της μη συσταθείσας οντότητας.
- Δυνάμει γραπτού ψηφίσματος ημερομηνίας 20.9.2010 το οποίο υπεγράφη από όλους τους μετόχους ή/και διευθυντές της η Ενάγουσα 1 την πιο πάνω ημερομηνία ανέλαβε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, το ενεργητικό και παθητικό της μη συσταθείσας οντότητας.
- Με βάση έγγραφο ημερομηνίας 22.9.10 η μη συσταθείσα οντότητα και/ή ιδιοκτήτες και/ή μέλη της μεταβίβασαν ή εκχώρησαν περαιτέρω έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος στον Ενάγοντα αρ. 1 όλα τα νόμιμα δικαιώματα τους, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος δικαστικών ενεργειών, έναντι οποιουδήποτε τρίτου και όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία (κινητά ή ακίνητα) καθώς και τις ευθύνες τους.» Έτσι, προέκυψε η παρούσα αγωγή στην οποία η ενάγουσα 1 περιγράφεται ως εκδοχέας της «μη συσταθείσας οντότητας και/ή των ιδιοκτητών και/ή μελών της». Οι ενάγοντες 2 - 5, στον τίτλο της αγωγής περιγράφονται ως «ενάγοντες προσωπικά και επίσης ως εμπορευόμενοι κάτω από την επωνυμία Artesa Trading Co Ltd και/ή Artesa Trading Co Limited και/ή Artesa Group και/ή Artesa Group Co Ltd». Στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης περιγράφονται ως «οικογένεια, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και μόνοι μέτοχοι της εταιρείας». Στην παράγραφο 3 σημειώνεται ότι «εναλλακτικά καταχωρούν την παρούσα αγωγή υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα εκ μέρους της «μη συσταθείσας οντότητας». Οι εναγόμενοι με την παρούσα αίτηση ζητούν: (α) διαγραφή της αγωγής της ενάγουσας 1, λέγοντας ότι η νομιμοποίηση της ενάγουσας 1 στηρίζεται σε εκχωρητήριο έγγραφο, το οποίο είναι άκυρο, εφόσον η εκχώρηση έγινε από ανύπαρκτο πρόσωπο, ήτοι από πρόσωπο που δεν συστάθηκε νόμιμα, αλλά από μη αναγνωρισμένες αρχές. (β) Διαγραφή της αγωγής των εναγόντων 2 - 5 διότι δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την αγωγή υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα αντιπροσωπεύοντας τέτοιο ανύπαρκτο, ως άνω, πρόσωπο. (γ) Διαζευκτικά, τη διαγραφή της αγωγής των εναγόντων 2 - 5 καθότι στερούνται αγωγίμου δικαιώματος στο βαθμό που εγείρουν την αγωγή υπό την προσωπική τους ιδιότητα καθότι η κατ΄ ισχυρισμόν τους αδικοπραξία διεπράχθη, κατά την έκθεση απαίτησης, εναντίον της ενάγουσας 1, που είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, της οποίας οι ενάγοντες 2 - 5 είναι μέτοχοι και διοικητικοί σύμβουλοι. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις πρόνοιες της Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Στην ένσταση προβάλλονται διάφοροι λόγοι ένστασης. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι πρόωρη και παράτυπη γιατί οι εναγόμενοι δεν έχουν ακόμα καταχωρήσει υπεράσπιση. (1ος λόγος ένστασης) Όπως εξηγήθηκε στην αγόρευση, με παραπομπή στην υπόθεση K.N.G. Autoparts Limited v. Μιχάλη Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 689, η θέση αυτή έχει την έννοια ότι όταν αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα, τότε το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί ως επίδικο θέμα στην αγωγή. Όντως, αυτά αποφασίστηκαν στην υπόθεση K.N.G. Autoparts. Ελέχθη ότι η νομική οντότητα διαδίκου, όταν αμφισβητείται, πρέπει να αποδεικνύεται τηρουμένου, βέβαια, του μαχητού νομικού τεκμηρίου κανονικότητας (omnia praesumuntur rite ac solemniter esse acta) περί τη σύσταση ενός νομικού προσώπου. Αντίθετα, στην Lioufis and Co Limited v. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, ο Γ. Μ. Πικής, Π. συμφωνούντος του Γ. Χρυσοστομή, Δ. είπε τα ακόλουθα: «. η ύπαρξη των εναγόντων δε θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank ν. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Τα στοιχεία, τα οποία ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει για την ταυτότητα του στον τίτλο της αγωγής, προβλεπόμενα από τη Δ.2, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σκοπούν στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του. Με τα στοιχεία τα οποία παρέχονται, δίνεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να ελέγξει και, εν ανάγκη, να αμφισβητήσει την οντότητα του ενάγοντα.» Στην υπόθεση Union des Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά.
(1998)1 Β. Α.Α.Δ. 542, ο Π. Καλλής, Δ. υπέδειξε ότι η Lioufis στηρίζεται πάνω σε αυθεντία του υψηλότερου δυνατού κύρους, ήτοι σε απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων. Δεν ήταν, όμως, αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης εκείνης να γίνει επιλογή ανάμεσα στις δύο εν λόγω διιστάμενες αποφάσεις του δικού μας Εφετείου. Ούτε για τους σκοπούς της παρούσας είναι αναγκαίο. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της ενάγουσας εταιρείας, αλλά το ζήτημα που τίθεται είναι ότι η υπαρκτή ενάγουσα εταιρεία δεν έλαβε έγκυρο τίτλο νομιμοποίησης, εφόσον η εκχώρηση του «αντικειμένου της αγωγής» («chose in action») έγινε από την «εταιρεία» που αδιαμφισβήτητα είναι ανύπαρκτο, κατά νόμω, πρόσωπο. Συνεπώς, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση της φύσεως που κατά την απόφαση στην K.N.G. Autoparts θα έπρεπε να επιλυθεί στα πλαίσια της αγωγής. Τα ερωτήματα που τίθενται είναι αμιγώς νομικά και τίθενται επί κοινής βάσης. Τώρα είναι το κατάλληλο στάδιο να επιλυθούν. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται να εγείρουν τώρα πλέον το ζήτημα επειδή «δεν αμφισβήτησαν την αγωγή» ενωρίτερα, παρά το ότι «οι ενάγοντες είχαν ζητήσει άδεια για επίδοση στο εξωτερικό». (6ος λόγος ένστασης) Με το να εισηγούνται οι εναγόμενοι, ανέφερε ο κ. Ραφαήλ, ότι η αγωγή είναι ανυπόστατη και ενοχλητική, υπονοούν ότι το δικαστήριο που ενέκρινε τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος «αξιολόγησε τόσο λανθασμένα την ενώπιον του μαρτυρία εκδίδοντας τα σχετικά διατάγματα, τα οποία δικονομικά ομιλούντες δεν έχουν αμφισβητηθεί στο στάδιο της εμφάνισης». Το ζήτημα, όμως, που εγείρουν οι εναγόμενοι ως ζήτημα μη νομιμοποίησης του προσώπου που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και εν τέλει κατάχρησης της διαδικασίας, είναι ζήτημα που υπάρχει ανεξάρτητα από τον τρόπο εμφάνισης ή τον μέχρι τώρα χειρισμό. Άλλος λόγος ένστασης (2ος λόγος ένστασης) είναι ότι στην αίτηση δεν αναφέρεται το άρθρο του νόμου ή των θεσμών στο οποίο βασίζεται. Στη νομική βάση της αίτησης αναφέρονται η Δ.27 και η Δ.48 κ. 9. Ο κ. Ραφαήλ εισηγήθηκε αγορεύοντας ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνεται ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ο περί Εταιρειών Νόμος και ο περί Συμβάσεων Νόμος. Με το δέοντα σεβασμό δεν συμφωνώ. Το πλαίσιο της νομικής βάσης όπως καθορίστηκε από τους αιτητές κρίνεται συγκεκριμένο και επαρκές ώστε να έχει δοθεί ειδοποίηση στην άλλη πλευρά για την υπόθεση που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω λόγος ένστασης (3ος λόγος ένστασης) αφορά το γεγονός ότι η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και λανθασμένα, ως είναι ο ισχυρισμός, αναφέρεται πως στηρίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης και ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό πως η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική. (5ος λόγος ένστασης) Αγορεύοντας για το ζήτημα αυτό ο κ. Ραφαήλ, αφού αναγνώρισε πως ένορκη δήλωση δεν απαιτείται, παρέπεμψε γενικά στη νομολογία που αφορά την εφαρμογή της Δ.27 κ. 3 και εισηγήθηκε ότι σε περιπτώσεις περίπλοκες είναι απαραίτητη η μαρτυρία προς διευκρίνιση των γεγονότων. Ένορκη δήλωση δεν απαιτείται, όπως ρητά προβλέπεται στη Δ.48 κ. 9 (ο). Μαρτυρία δεν χρειάζεται. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 «το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει». Εν πάση περιπτώσει, στο στάδιο των αγορεύσεων έχει κατατεθεί ως κοινός τόπος το εν λόγω έγγραφο εκχώρησης ημερομηνίας 22.9.2010. Εν τέλει, εκείνο που τίθεται πράγματι για συζήτηση είναι η ουσία της αίτησης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι με όσα φαίνονται στην έκθεση απαίτησης προκύπτει, ως αμιγώς νομικό θέμα, ότι οι ενάγοντες εγείρουν την αγωγή εκ μέρους και δια λογαριασμό ανυπάρκτου προσώπου. Οι ενάγοντες απαντούν ότι τα γεγονότα δεν είναι όλα παραδεκτά. Η ύπαρξη της Artesa Trading Co Limited είναι πραγματικό γεγονός, το οποίο η εναγόμενη δεν έχει αμφισβητήσει. Για το ζήτημα της νομιμοποίησης που εγείρει η εναγόμενη δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας και η διάγνωση του ζητήματος «απαιτεί μαρτυρία, πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη» που δεν είναι του παρόντος. Το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.27 κ. 3 περί ανυπόστατου ή ενοχλητικού δικογράφου, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: Δ.27, κ.3: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Η έννοια του ανυπόστατου, ειδικότερα, δικογράφου καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) σελ. 144: «A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful .». Είναι σαφές ότι για να ασκηθεί η σχετική εξουσία, θα πρέπει το δικόγραφο να είναι πασιφανώς ανυπόστατο και υπ΄ αυτή την έννοια να συνιστά, κατ΄ ουσία, κατάχρηση της διαδικασίας. (Βλ. Halsbury's Laws of England/Civil Procedure, Fifth Edition (Volume 11) para 534). Μια μορφή καταχρηστικής αγωγής είναι, ως άνω, η περίπτωση που ως ενάγοντας φαίνεται ανύπαρκτο πρόσωπο. (Lioufis & Co Ltd (ανωτέρω)). Μη συγκροτημένα σώματα, εφόσον δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα, δεν μπορούν να ενάγουν ή να ενάγονται. Ούτε οποιοσδήποτε αξιωματούχος μη συγκροτημένου σώματος μπορεί να ενάγει ή να εναχθεί υπό την ιδιότητα του αυτή. (Βλ. μεταξύ άλλων, Limassol Patriotic Club v. Kouvas 18 C.L.R. 106, Κάρμιος v. British East Mediterranean Relay Stations of Foreign and Commonwealth Office
(1996)1 Α.Α.Δ. 1123, Στάθης Κιττής v. Ντίνου Μιχαηλίδου κ.ά.
(2000)1 Α Α.Α.Δ. 59, Χριστίνα Ταλιάνου v. Διαχειριστικής Επιτροπής Belmax Complex
(2002)1 Α Α.Α.Δ. 102, Κύπρος Κυριακίδης v. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1 Β Α.Α.Δ. 1271, Halsbury's Laws of England, Τρίτη Έκδοση, παραγ. 242). Ως εκ των άνω, εάν η παρούσα αγωγή κατεχωρείτο από την εκνόμως συσταθείσα «εταιρεία» θα επρόκειτο για αγωγή από ανύπαρκτο πρόσωπο, θα συνιστούσε κατάχρηση και θα υπόκειτο άνευ ετέρου σε διαγραφή. Όμως, η ενάγουσα είναι υπαρκτό πρόσωπο. Το ζήτημα δημιουργείται σε σχέση με το γεγονός της εκχώρησης και της νομιμοποίησης ή μη των εναγόντων. Σε σχέση με το ζήτημα της νομιμοποίησης της ενάγουσας 1, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι, στο βαθμό που η νομιμοποίηση στηρίζεται στην εκχώρηση από την «εταιρεία», το βάθρο της νομιμοποίησης της ενάγουσας 1 καταρρέει, εφόσον η εκχώρηση από ανύπαρκτο πρόσωπο δεν παράγει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Ως προς το γεγονός δε, ότι η εκχώρηση προς την ενάγουσα 1 υπεγράφη και από τους εναγόμενους 2-5, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι δεν μπορεί η «εταιρεία» να λειτουργεί στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές ως «εταιρεία», αλλά, για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, να θεωρηθεί ότι έχει άλλη μορφή, όπως τη μορφή του συνεταιρισμού ή της ένωσης προσώπων. Προχώρησε δε, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων σε εισήγηση ότι είναι πασιφανές και από τον ειδικά προσδιορισθέντα σκοπό της ενάγουσας 1, πως ο λόγος ύπαρξης και σύστασής της ήταν η εκχώρηση προς αυτήν των δικαιωμάτων της «εταιρείας». Εισηγείται, επίσης, ότι είναι προφανές πως «επειδή ακριβώς η Artesa Trading Ltd ως 'εταιρεία' συσταθείσα παράνομα και/ή από παράνομες και/ή κατοχικές αρχές δεν θα τύγχανε αναγνώρισης και/ή αποδοχής ως ενάγουσα από τα Κυπριακά Δικαστήρια επιχείρησε να διεκδικήσει τα κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματά της με την κάλυψη και/ή χρησιμοποιώντας ως όχημα ή 'Δούρειο Ίππο' την ενάγουσα 1 .». Σε σχέση με το ζήτημα της νομιμοποίησης των εναγόντων 2 - 5, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων υπέδειξε ότι καμιά από τις ιδιότητες τις οποίες οι ενάγοντες 2 - 5 επικαλούνται στην αγωγή δεν τους προσδίδει νομιμοποίηση. Δεν μπορούν να εγείρουν αγωγή υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου. Αυτό θα προσέκρουε στην υπόθεση Κάρμιος (ανωτέρω). Διαζευκτικά, αν γινόταν δεκτό ότι η «εταιρεία» είναι εταιρεία, δεν θα νομιμοποιούνταν να εγείρουν αγωγή εκ μέρους της, εφόσον θα επρόκειτο για αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων απάντησε ότι η ύπαρξη της ενάγουσας 1 αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και οι ισχυρισμοί περί ακυρότητας της εκχώρησης «όχι μόνο δεν υποστηρίζονται από οποιοδήποτε άρθρο του νόμου», αλλά και «χρήζουν ενδελεχούς ανάλυσης και περαιτέρω εξέτασης και ανάλυσης μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει σ΄ αυτό το πρόωρο στάδιο.» Πρόκειται για νομικό σημείο «το οποίο προφανέστατα χρειάζεται περαιτέρω προσκόμιση μαρτυρίας και διευκρίνιση γεγονότων». Για τους εναγόμενους 2-5, υπέδειξε ότι είναι διευθυντές και μέτοχοι της ενάγουσας 1, είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας «και ενάγουν ΚΑΙ υπό την προσωπική τους ιδιότητα». Έχοντας παραθέσει το πρόβλημα, τις εκατέρωθεν θέσεις και τη σχετική νομολογία θα προχωρήσω να επιλύσω τη διαφορά τονίζοντας την αρχή πως η σχετική εξουσία ασκείται με φειδώ εφόσον «η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» (Βλ. In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, βλ. επίσης Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1978)1 A.A.Δ. 1338). Η «εταιρεία» στερούμενη νομικής προσωπικότητας δεν θα μπορούσε να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να εκχωρήσει οποιοδήποτε δικαίωμα και ειδικότερα το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Όμως, είναι, ως άνω, η θέση των εναγόντων ότι εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα, όχι μόνο της «μη συσταθείσας οντότητας», αλλά και «των ιδιοκτητών και/ή μελών της» (παράγραφος 6 της έκθεσης απαίτησης). Στην αγόρευση, επίσης, ο κ. Ραφαήλ, εισηγήθηκε ότι «εκχωρητής του αναφερθέντος εκχωρητηρίου εγγράφου είναι τόσο η «μη συσταθείσα οντότητα» ή και συνεταιρισμός ή και σύνδεσμος . όσο και οι ενάγοντες 2 - 5, οι οποίοι είναι Κύπριοι πολίτες (και) εκχωρούν τα δικαιώματά τους αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως στην ενάγουσα 1 εταιρεία.» Συνέχισε, λέγοντας, ότι οι ενάγοντες 2 - 5 έχουν νόμιμα εκχωρήσει τα δικαιώματά τους στην ενάγουσα 1 προσωπικά και όχι υπό την αντιπροσωπευτική τους ιδιότητα, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται. Κατ΄ αρχάς, η θέση των εναγόντων 2 - 5 είναι αντιφατική. Εάν είχαν προσωπικά δικαιώματα τα οποία και εκχώρησαν στην ενάγουσα 1, πώς εμφανίζονται ως ενάγοντες μαζί της; Με την εκχώρηση αγωγίμου δικαιώματος, το δικαίωμα για έγερση αγωγής μεταβιβάζεται στον εκδοχέα (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 6, παρ. 69). Άλλωστε, παρά την αναφορά στον τίτλο της αγωγής πως οι ενάγοντες 2 - 5 ενάγουν προσωπικά και ως εμπορευόμενοι υπό την εν λόγω επωνυμία, στην πραγματικότητα εκείνο που αναδύεται πασιφανώς από την έκθεση απαίτησης είναι ότι η επίδικη διαφορά αφορά την έκνομη «εταιρεία», η οποία χαρακτηρίζεται ως «μη συσταθείσα οντότητα». Ποία άραγε ήταν τα «προσωπικά δικαιώματα» που είχαν οι ενάγοντες 2 - 5; Ο κ. Ραφαήλ δεν έχει παραπέμψει σε νομολογία που να υποστηρίζει την εισήγηση του ότι οι εναγόμενοι 2 - 5 είχαν προσωπικά δικαιώματα «κεχωρισμένα» από την «εταιρεία». Έχω υπόψη μου την Etablissement Baudelot v. R S Graham and Co Ltd [1953] 1 All ER 149 C.A., στην οποία η αγωγή καταχωρίστηκε εκ παραδρομής στο όνομα γαλλικής «εταιρείας» για την οποία, όμως, δεν υπήρχε επίσημη πράξη σύστασης. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για επιχείρηση, την οποία είχαν κληρονομήσει τρία πρόσωπα και την ασκούσαν υπό το όνομα της «εταιρείας». Οι εναγόμενοι ζήτησαν διαγραφή της αγωγής ως αγωγής υπό ανύπαρκτου ενάγοντα. Τα εν λόγω πρόσωπα καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση, ώστε να προστεθούν ως ενάγοντες, σε αντικατάσταση της ανύπαρκτης εταιρείας. Η τροποποίηση επιτράπηκε, εφόσον κρίθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα ήταν έγκυρο και το πρόβλημα συνίστατο απλώς σε λανθασμένη περιγραφή (mere misnomer). Ο Singleton L.J. είχε αναφέρει στη δική του απόφαση: «It was not a case of a dead plaintiff. It was not a case of a bad writ. Etablissement Baudelot existed, traded, and corresponded with the defendants. It existed and traded as a body, occupied premises, and paid taxes. It was a body consisting of three persons who were the successors in title of the late Monsieur Baudelot.» Στο τέλος της απόφασης του ο Singleton L.J. προχώρησε σε αρνητικό σχολιασμό της στάσης των εναγομένων/εφεσειόντων θέτοντας και την, κατά τη συναλλακτική ηθική, τρόπον τινά, δικαιολογητική βάση της απόφασης. Είπε τα ακόλουθα: «There is another consideration. People in this country are anxious to do trade with other countries; we depend on trade to live. This sort of conduct by, or on behalf of, a trading company in this country which knows that is owes the money - it does not dispute that (and by "this sort of conduct" I mean appealing on a technical matter of this kind) - will not help trade.» Τα γεγονότα, εν προκειμένω, διαφοροποιούνται. Οι ενάγοντες 2 - 5 δεν έχουν ασκήσει την αγωγή υπό την έννοια της Etablissement Baudelot. Δεν ασκούν επιχείρηση και δεν ενήργησαν κατά την εκχώρηση ως πρόσωπα που απλώς εμπορεύονταν στα πλαίσια μιας συνεταιριστικής οντότητας, η οποία απλώς δεν ήταν εγγεγραμμένη. Στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου είναι οι μέτοχοι και οι διευθυντές της «εταιρείας» η οποία λειτουργεί, υπό το καθεστώς που επικρατεί εκεί, ως εταιρεία. Η υπόθεση Etablissement Baudelot διαφοροποιείται τόσο ως προς τα γεγονότα, όσο και ως προς τη δικαιολογητική βάση. Το ζήτημα που εγείρουν εδώ οι εναγόμενοι δεν είναι ένα «τεχνικό ζήτημα». Αντίθετα, βάσιμη κρίνεται η εισήγηση ότι η «εταιρεία» δεν μπορεί να παρουσιάζεται με δύο μορφές, δηλαδή εταιρεία στα κατεχόμενα και ένωση προσώπων-μη συγκροτημένη οντότητα ενώπιον των δικαστηρίων, της οποίας τα φυσικά πρόσωπα να νομιμοποιούνται να εκχωρούν «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα» δικαιώματα ή να νομιμοποιούνται ως ενάγοντες. Τέτοια επιλεκτική εμφάνιση προς τα έξω θέτει, εξ αντικειμένου ήδη, ζήτημα κατάχρησης των θεσμών του δικαίου και των διαδικασιών. Αλλά και επί της υποκειμενικής διάστασης του πράγματος, απ΄ όσα έχουν τεθεί από τους ίδιους τους ενάγοντες, είναι πασιφανές, ως ζήτημα κοινής λογικής, ότι μοναδικός στόχος της δημιουργίας της εταιρείας [εντός του νόμου] με διακηρυγμένο σκοπό να αναλάβει την [εκτός του νόμου] «οντότητα ή επιχείρηση», ήταν να επιτευχθεί επιτηδείως, με «όχημα» την εκχώρηση, νομιμοποίηση κατ΄ ουσίαν της έκνομης «εταιρείας» ως ενάγουσας, στην πραγματικότητα, ενώπιον του νόμου. Τέτοια διαπίστωση παραπέμπει στα λεχθέντα υπό του Σ. Νικήτα, Δ. στην υπόθεση Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1037: "Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο -ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών.» Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Hunter (ανωτέρω), στην οποία η συμβουλή του Lord Diplock στη σελ. 729 είχε ως εξής: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Η ευρεία αυτή προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου. Η ισχύς της δεν προκύπτει μόνο από την αυθεντική, στο ψηλότερο επίπεδο, διατύπωσή της, αλλά και από αυτή τούτη τη δική της σοφία. Οι περιστάσεις της πραγματικής ζωής μεταβάλλονται σε βαθμό που κάποτε δεν είναι προβλεπτός. Ως εκ τούτου, η ανθρώπινη και ειδικότερα η δικονομική συμπεριφορά, μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές και η κατάχρηση να εκδηλωθεί με νέους τρόπους και νέα τεχνάσματα, αλλά πάντα με τελικό αποτέλεσμα ή επιδίωξη τη χρησιμοποίηση, όπως εν προκειμένω, των θεσμών του δικαίου και των διαδικασιών με νομότυπο, πλην καταχρηστικό τρόπο. Στην παρούσα αγωγή διαπιστώνεται, ακριβώς, καινοφανούς μορφής κατάχρηση. Κατάχρηση τέτοια που θα πρέπει να αποτραπεί ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε δικονομικές πρόνοιες, αλλά επί της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και μόνο, την οποία οι εναγόμενοι, επίσης, επικαλούνται. (Βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με αίτηση τον Τζεννάρο Περέλλα για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Εν πάση περιπτώσει, βρίσκουν εφαρμογή οι πρόνοιες της Δ.27 κ. 3. Υπό τις περιστάσεις δε, κατάλληλη θεραπεία είναι η διαγραφή του δικογράφου, αλλά και η απόρριψη της αγωγής. Η αίτηση επιτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μια αίτηση των εναγόντων για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης ημερομηνίας 27.10.2011 παραμένει άνευ αντικειμένου και απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο