ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΙΑΚΑΛΛΗΣ ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 1952/2008, 30.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A86 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1952/2008 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΙΑΚΑΛΛΗΣ, από τη Λευκωσία Ενάγοντα -και- INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, από τη Λάρνακα Εναγομένης Ημερομηνία: 30.3.2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος. Λ. Παπαχαραλάμπους Για την Εναγόμενη: κα. Π. Σάββα ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά αξίωση για επιστροφή χρημάτων που κατέβαλε αγοραστής για αγορά αριθμού μετοχών εταιρείας, της οποίας, η αίτηση για εισαγωγή των τίτλων των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, δεν έγινε δεκτή. Κύρια βάση της υπό εξέταση υπόθεσης, αποτελεί το άρθρο 58Α
(3)(Β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.42
(1)/2000 και τα πλείστα από τα θέματα που εγείρονται σε αυτή έχουν ήδη αποφασιστεί με σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από την ενώπιον μου μαρτυρία, η εναγόμενη εταιρεία συστάθηκε ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 17/12/
- Στις 28/1/2000 η εταιρεία μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία υιοθετώντας καταστατικό δημόσιας εταιρείας. Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λάρνακα. Ετοίμασε και ακολούθως στις 27/3/2000 κατάθεσε στον Έφορο Εταιρειών, σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο (τεκμήριο 1) απευθύνοντας προς το κοινό πρόσκληση για εγγραφή. Οι κατάλογοι της άνοιξαν στις 12/4/2000 και έκλεισαν στις 14/4/
- Ο ενάγοντας μέσα στο χρόνο αυτό υπέβαλε γραπτή αίτηση προς την εναγόμενη εταιρεία για να του παραχωρηθούν 10000 μετοχές της εταιρείας προς ΛΚ0,75 τη κάθε μία (σύνολο ΛΚ7500) (τεκμήριο 5). Η καταβολή της αξίας των μετοχών έγινε στις 17/5/
- Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2000 η εναγόμενη εταιρεία εφοδίασε τον ενάγοντα με το σχετικό πιστοποιητικό μετοχών (τεκμήριο 9) και με τη μετατροπή της Κυπριακής Λίρας σε Ευρώ του αποστάληκε νέος τίτλος (τεκμήριο 10). Η εναγόμενη εταιρεία στις 14/6/2000 υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Το Συμβούλιο του ΧΑΚ παραχώρησε στην εναγόμενη εταιρεία συνεχείς παρατάσεις μέχρι τις 20/2/2002 (τεκμήριο 8). Στις 6/2/2002 η αναφερόμενη αίτηση της εταιρείας απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του ισχυρίζεται ότι κατόπιν παραστάσεων εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας ότι επρόκειτο να εισαχθούν οι μετοχές της στο ΧΑΚ αποδέχθηκε τη προσφορά και/ή πρόταση της και κατέβαλε προς αυτή το ποσό των ΛΚ7500 (€12.814,51σεντ) για παραχώρηση μετοχών. Επειδή η αίτηση της εναγόμενης εταιρείας για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ απορρίφθηκε, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 58Α
(3)(Β) του Νόμου όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 42(Ι)/2000 ζήτησε από την εναγόμενη εταιρεία γραπτώς με επιστολή ημερομηνίας 31/1/2003 επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτή ποσού των ΛΚ7500 πλέον τόκους όπως ο νόμος προβλέπει. Η εναγόμενη παρέλειψε να ανταποκριθεί στην επιστολή του και παράνομα κατακρατεί το αναφερόμενο ποσό. Διαζευκτικά ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη εταιρεία οφείλει να επιστρέψει το αναφερόμενο ποσό σαν αποζημίωση για παράβαση ρητής ή εξυπακουόμενης συμφωνίας ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από τη πλευρά της η εναγόμενη εταιρεία με την έκθεση υπεράσπισης της απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι οι μόνες παραστάσεις στις οποίες προέβηκε είναι αυτές που αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο της Δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή στο οποίο ρητά προβλέπεται και/ή δηλώνεται ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν πληρούσε μια από τις βασικές προϋποθέσεις εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ και συγκεκριμένα την προϋπόθεση να είχε δραστηριότητες και να λειτουργούσε κανονικά για τα τρία τουλάχιστον προηγούμενα της αιτήσεως της για εισαγωγή χρόνια. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός της εναγόμενης εταιρείας, ότι, στο ενημερωτικό δελτίο δήλωνε ότι πρόθεση της ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα με τη μέθοδο της δημόσιας εγγραφής και τοποθέτησης αφού πρώτα συμπλήρωνε τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που ενέπιπταν μέσα στα στρατηγικά της σχέδια. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι εξαναγκάσθηκε να προβεί σε πρόωρη αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ από τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του Νόμου 42(Ι)/2000 που αργότερα κηρύχθηκε αντισυνταγματικό. Παραδέχεται ότι δεν έχει επιστρέψει κανένα ποσό στον ενάγοντα προβάλλοντας ότι δεν είχε νομική ή πραγματική υποχρέωση να το πράξει. Προς τούτο με την πολυσέλιδη έκθεση υπεράσπισης της προβάλλει διάφορες νομικές υπερασπίσεις αναφορικά με την ερμηνεία και συνταγματικότητα των άρθρων του Νόμου που επικαλείται ο ενάγοντας εισηγούμενη ότι προσκρούουν σε διάφορα άρθρα του Συντάγματος και στη Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (77/91 ΕΟΚ) ημ. 13/12/76 η οποία εναρμονίστηκε στο Κυπριακό Δίκαιο με τους νόμους 135(Ι)/2000 και 70(Ι)/
- Τέλος ισχυρίζεται ότι οι επίδικες πρόνοιες δεν μπορούν να εφαρμοστούν διότι αντίκεινται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο ενάγοντας και ο κ. Στέλιος Στυλιανού διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους αριθμός τεκμηρίων και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: - Ενημερωτικό δελτίο δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (τεκμήριο 1). - Επιστολή της εναγόμενης ημερομηνίας 18/2/08 αναφορικά με την αντικατάσταση των τίτλων της με νέους τίτλους σε ευρώ (τεκμήριο 2). - Δείγμα πιστοποιητικού νέου τίτλου μετοχών (τεκμήριο 3). - Πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας από τον Έφορο Εταιρειών για την χρονική περίοδο 1.1.2000 έως 28.4.09 (τεκμήριο 4). - Η αίτηση του ενάγοντα για εγγραφή (τεκμήριο 5). - Δημοσίευση της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (τεκμήριο 6). - Σε δέσμη πέντε επιστολές της εναγόμενης εταιρείας προς τον Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου ημερομηνιών 14.9.2000, 13.12.2000, 19.2.2001, 18.4.2001 και 14.6.2001 με τις οποίες υποβάλλεται αίτηση για χορήγηση παράτασης για την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών (τεκμήριο 7). - Σε δέσμη εννέα επιστολές του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου ημερομηνιών 28.9.2000, 18.12.2000, 9.1.2001, 2.3.2001, 23.4.21001, 20.6.2001, 27.8.2001, 7.11.2001 και 21.12.2001 με τις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 3
(3)του τροποποιητικού νόμου 42(Ι)/2000 το συμβούλιο του ΧΑΚ παραχώρησε στην εναγόμενη διαδοχικά παρατάσεις για την επιστροφή χρημάτων στους αγοραστές μετοχών μέχρι τις 20.2.
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο ενάγοντας κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (έγγραφο Α). Ανέφερε ότι κατά ή περί την 12η με 14η του μηνός Απριλίου του 2000 υπέβαλε αίτηση για αγορά 10000 μετοχών της εναγόμενης εταιρείας για την αγορά των οποίων στις 17.5.2000 πλήρωσε το ποσό των ΛΚ
- Η διάθεση των μετοχών στο κοινό περιήλθε σε γνώση του από τη δημοσίευση της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή στο τύπο, από το ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (τεκμήριο 1) και από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Κώστα Παπαδόπουλλο, βοηθό διευθυντή στην εταιρεία Pellapais την οποία είχε εξαγοράσει η εναγόμενη εταιρεία. Ανέφερε πως απώλεσε τα πρωτότυπα και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα αντίγραφα των πιστοποιητικών των μετοχών που αγόρασε (τεκμήρια 9 και 10). Ανέφερε ότι η εναγόμενη εταιρεία στις 14/6/2000 υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ η οποία απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 6/2/
- Επειδή καθυστερούσε η εισαγωγή των τίτλων της εναγόμενης στο ΧΑΚ στις 19/2/02 απέστειλε επιστολή προς την εναγόμενη εταιρεία με την οποία ζητούσε επιστροφή του ποσού των ΛΚ7500 πλέον το τόκο. Δεν κράτησε αντίγραφο της επιστολής αυτής, κατέθεσε όμως στο Δικαστήριο αντίγραφο της απαντητικής επιστολής της εναγόμενης εταιρείας ημερομηνίας 1/3/2002 (τεκμήριο 11). Παρόμοια επιστολή απέστειλε διπλοσυστημένη προς την εναγόμενη εταιρεία στις 31/1/03 την οποία η εναγόμενη παρέλαβε στις 8/2/
- Κατέθεσε αντίγραφο της επιστολής (τεκμήριο 12) και αντίγραφο της απόδειξης του ταχυδρομείου ότι η εν λόγω επιστολή παραδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία στις 5.2.03 (τεκμήριο 13). Η εναγόμενη εταιρεία δεν του έχει επιστρέψει κανένα ποσό μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατέχει πτυχίο νομικής και εργαζόταν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο από όπου έχει συνταξιοδοτηθεί. Με το κλίμα που επικρατούσε τότε θεωρούσε την αγορά μετοχών ως μια καλή επένδυση. Η επιλογή των μετοχών που αγόραζε βασιζόταν κυρίως στο ενημερωτικό δελτίο που διάβαζε με βάση το περιεχόμενο του οποίου έκρινε κατά πόσο μια συγκεκριμένη μετοχή «ήταν καλή». Η απόφαση του να αγοράσει μετοχές της εναγόμενης εταιρείας βασίστηκε στη δημοσίευση του ενημερωτικού δελτίου αλλά και στα όσα του ανέφερε ο διευθυντής της Pellapais. Πίστεψε ότι η εναγόμενη ήταν «καλή εταιρεία» και η αγορά μετοχών της αποτελούσε μια καλή επένδυση. Σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε πως δεν γνωρίζει πότε ακριβώς η εναγόμενη εταιρεία εξαγόρασε την εταιρεία Pellapais. Απάντησε επίσης ότι δεν γνωρίζει τον διευθυντή ή άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε σχετικά με απόσπασμα στη σελίδα 10 του ενημερωτικού δελτίου (τεκμήριο 1) όπου γίνεται αναφορά στο Κ.61 απάντησε πως διαβάζοντας το δεν αντιλήφθηκε ότι για την εισαγωγή των τίτλων της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ απαιτείτο να περάσουν τρία χρόνια. Ήταν η θέση του ότι δεν έχει κατάρτιση στα οικονομικά και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι η αναφορά στο ενημερωτικό δελτίο ότι η εναγόμενη εταιρεία ήταν αδρανής τα προηγούμενα χρόνια δήλωνε πως δεν μπορεί να εξαγοράσει άλλες εταιρείες και να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ. Όταν ο ίδιος υπέβαλε την αίτηση για αγορά μετοχών της εναγόμενης εταιρείας ήταν πεπεισμένος για την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ σε εύθετο χρόνο. Δεν θεώρησε αναγκαίο να δηλώσει στην αστυνομία την απώλεια των πρωτότυπων των πιστοποιητικών μετοχών (τεκμήρια 9 και 10). Τούτο διότι όπως ανέφερε είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα της εταιρείας και η απώλεια του τίτλου μετοχών δεν συνεπάγεται και απώλεια των δικαιωμάτων του. Ο ΜΥ1 κατάθεσε και υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία ευκαιριακά με σκοπό την άμεση εισαγωγή της στο ΧΑΚ. Απόδειξη τούτου είναι και το ότι η εταιρεία κατάθεσε στα αποθεματικά της το υπέρ το άρτιο που προέκυψε από τη διάθεση μετοχών της στο κοινό. Οι λόγοι που η εταιρεία έγινε δημόσια και προχώρησε στην έκδοση μετοχών στο κοινό ήταν για να αντιμετωπίσει το συνεχώς διογκούμενο πρόβλημα που επεκτείνετο στη Κυπριακή αγορά σε σχέση με τη παραγωγή, εισαγωγή και διανομή διαφόρων καταναλωτικών προϊόντων, κυρίως ειδών διατροφής. Το πρόβλημα αυτό ήταν και είναι μέχρι σήμερα ότι κάποιες μεγάλες υπεραγορές αποκτούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς με αποτέλεσμα να θέτουν όλο και πιο παράλογες και πιεστικές απαιτήσεις στους παραγωγούς και εισαγωγείς για τη τοποθέτηση των προϊόντων που παράγουν και διανέμουν αντίστοιχα στις υπεραγορές αυτές. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 1999 κάλεσε μια ευρεία σύσκεψη στην οποία παρευρέθηκαν περί τα πενήντα άτομα που ασχολούνται με το εμπόριο και τους εξέθεσε τους πιο πάνω προβληματισμούς του. Ακολούθησε ευρεία συζήτηση και αποφάσισαν ότι ο μόνος τρόπος αντίδρασης ήταν να δημιουργηθεί ένας δυνατός όμιλος εισαγωγής, παραγωγής και διανομής έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα ισοζύγιο δυνάμεων με τις μεγάλες υπεραγορές. Με βάση τα πιο πάνω συμφωνήθηκε η μετατροπή της εναγόμενης εταιρείας σε Δημόσια εταιρεία, η οποία, σαν μέρος του στρατηγικού σχεδιασμού της να δημοσιοποιείτο με τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό μετόχων οι οποίοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν την εταιρεία. Η εναγόμενη εταιρεία μέχρι τη στιγμή εκείνη ήταν βασικά αδρανής με μόνη δραστηριότητα μια μικρή συμμετοχή στο κεφάλαιο άλλης ιδιωτικής εταιρείας. Έτσι η εταιρεία προχώρησε σε κατάθεση δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή και κυκλοφόρησε ευρέως το ενημερωτικό δελτίο (τεκμήριο 1). Στο ενημερωτικό δελτίο (τεκμήριο 1) στη σελίδα 10 κάτω από τον τίτλο «Εισαγωγή στο ΧΑΚ» η εταιρεία ανέφερε ότι δεν τηρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 61 των περί Χρηματιστηρίων Κανονισμών για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ αλλά ότι προτίθεται να υποβάλει αίτηση σε εύθετο (αόριστο) χρόνο, αφού και όταν είναι σε θέση να τηρεί τις πρόνοιες του άρθρου 61 (δηλαδή τουλάχιστον μετά από τρία χρόνια) και επιπλέον αφού συμπληρώσει τους στρατηγικούς της στόχους με την εξαγορά διαφόρων εμπορικών εταιρειών, γεγονός που από μόνο του προϋποθέτει μεγάλη χρονική περίοδο αφού η οποιαδήποτε εξαγορά για να γίνει χρειάζονται διαπραγματεύσεις, λογιστικός και νομικός έλεγχος, επιμέτρηση περιουσιακών στοιχείων και άλλες χρονοβόρες διαδικασίες. Το άρθρο 61 δηλώνει ότι μια εκ των βασικών προϋποθέσεων εισαγωγής είναι η εταιρεία να έχει δραστηριότητες να λειτουργούσε κανονικά και να είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς για τα τρία τουλάχιστον αμέσως προηγούμενα της αιτήσεως χρόνια. Από τα πιο πάνω προκύπτει πως όχι μόνο δεν έγιναν οποιεσδήποτε παραστάσεις στον ενάγοντα πριν αγοράσει τις μετοχές, για εισαγωγή τους στο ΧΑΚ, αλλά επιπλέον του τονίστηκε, μέσω του ενημερωτικού δελτίου (τεκμήριο 1) ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να υποβάλει αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ πριν περάσουν τουλάχιστο τρία χρόνια και θα ήταν σε θέση να τηρήσει τις πρόνοιες του άρθρου
- Στις 7/4/2000 ψηφίστηκε ο νόμος 42(Ι)/2000 με βάση το άρθρο 3
(1)του οποίου η εναγόμενη εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει αίτηση για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Γι' αυτό η εταιρεία υπέβαλε στις 14/6/2000 αίτηση προς το ΧΑΚ αφού πρώτα εξασφάλισε εξαίρεση από το άρθρο 61 των Κανονισμών. Καθ' όλο τον επίδικο χρόνο όλοι οι αξιωματούχοι της εναγόμενης εταιρείας γνώριζαν ότι ποτέ δεν είχαν την δυνατότητα ή την ικανότητα να εισάξουν τους τίτλους της εταιρείας στο ΧΑΚ. Το Συμβούλιο του ΧΑΚ πήρε δεκατρείς μήνες για να εξετάσει την αίτηση της εναγόμενης εταιρείας και ένεκα της καθυστέρησης αυτής έδινε στην εταιρεία συνεχείς παρατάσεις από τις 14/9/2000 μέχρι 20/2/
- Στις 6/2/2002 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απέρριψε την αίτηση της εταιρείας για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ. Στις 23/6/03 σε έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας εγκρίθηκε ψήφισμα για εξαγορά ιδίων μετοχών από την εταιρεία. Με βάση την πιο πάνω απόφαση η εταιρεία πρόσφερε σε όλους τους μετόχους της μαζί και στον ενάγοντα, την δυνατότητα εξαγοράς των μετοχών του σε τιμή που αντιπροσώπευε την εσωτερική αξία της μετοχής. Ο ενάγοντας δεν αποδέχτηκε τη προσφορά της εναγόμενης. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι ο λόγος που η εταιρεία μετατράπηκε σε δημόσια και εξέδωσε πρόσκληση για εγγραφή στο κοινό ήταν η προοπτική να εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Τούτο όμως ισχυρίστηκε θα γινόταν σε εύθετο χρόνο και όταν η εταιρεία πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κ.
- Όταν του υποδείχθηκε ότι τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με το χρόνο της υποβολής αίτησης για ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ και τον Κ.61, δεν έχουν την ίδια διατύπωση με αυτά που αναφέρονται στη σελίδα 10 του ενημερωτικού δελτίου κάτω από τον τίτλο «εισαγωγή στο ΧΑΚ» απάντησε ότι και οι δύο αναφορές έχουν το ίδιο νόημα αλλά και επιπρόσθετα η πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 1 παραπέμπει όποιο αναγνώστη δεν αντιληφθεί κάτι από το περιεχόμενο του να ζητήσει τη βοήθεια κάποιου επαγγελματία. Στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι στη σελίδα 10 του τεκμηρίου 1 δεν αναφέρεται ρητά πως η εταιρεία δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του Κ.
- Όταν του υποδείχθηκε ότι στο ενημερωτικό δελτίο τεκμήριο 1 στη σελίδα 7 γίνεται αναφορά σε εξοικονόμηση φόρου, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, και ότι δηλώνεται πως η εναγόμενη εταιρεία με την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ θα ικανοποιεί τα απαιτούμενα κριτήρια για τις φορολογικές απαλλαγές, νοουμένου ότι θα εισαχθεί στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης των μετοχών που προσφέρει με την πρόσκληση προς το κοινό, ο ΜΥ1 απάντησε πως η εν λόγω αναφορά στο τεκμήριο 1 δεν δημιουργεί την εντύπωση ότι η εναγόμενη εταιρεία θα εισαχθεί πολύ σύντομα στο ΧΑΚ. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι όσα αναφέρονται στη σελίδα 7 του τεκμηρίου 1 αποτελούν θεσμικές πληροφορίες για όλες τις εταιρείες που θα υπέβαλαν αίτηση να εισαχθούν στο ΧΑΚ και δεν αφορούσαν συγκεκριμένα την εναγόμενη εταιρεία. Ήταν η θέση του πως στη σελίδα 10 του τεκμηρίου 1, τονίζονται με συγκεκριμένο τρόπο τα προβλήματα που εμπόδιζαν την εταιρεία να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή της στο ΧΑΚ πριν την παρέλευση τριών χρόνων και πως οι υπόλοιπες αναφορές του τεκμηρίου 1 αφορούσαν γενικά όλες τις εταιρείες που θα υπέβαλαν αίτηση για εισαγωγή των τίτλων τους στο ΧΑΚ. Διαφώνησε σε σχετική υποβολή ότι η ερμηνεία που αποδίδει στις αναφορές της σελίδας 10 του τεκμηρίου 1 αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Συμφώνησε ότι στο τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι η αίτηση θα υποβληθεί σε εύθετο χρόνο λέγοντας πως σκοπός της εναγόμενης ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή της στο ΧΑΚ όταν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του Κ.
- Σε ερώτηση πως ερμηνεύει τον όρο «σε εύθετο χρόνο» απάντησε ότι τον ερμηνεύει «όταν θα περνούσαν τα τρία χρόνια». Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα με τη ψήφιση του Ν.42(Ι)/2000 που δεν άφηνε στην εταιρεία άλλα διέξοδα παρά μόνο να υποβάλει την αίτηση της για ένταξη στο ΧΑΚ. Γι' αυτό ζήτησαν και εξασφάλισαν εξαίρεση από τις πρόνοιες του Κ.
- Μετά την απόρριψη της αίτησης της για ένταξη της στο ΧΑΚ η εταιρεία δεν υπέβαλε ξανά αίτηση διότι όπως αποφασίστηκε σε Γενική Συνέλευση των μετόχων κάτι τέτοιο δεν θα ήταν πλέον προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της εταιρείας, λόγω των προβλημάτων που επήλθαν στο ΧΑΚ και την κατάρρευση της αξίας των μετοχών. Συμφώνησε ότι στις επιστολές του τεκμηρίου 8 δεν γίνεται αναφορά ότι η αίτηση της εναγόμενης καθυστέρησε να εξεταστεί λόγω φόρτου εργασίας από πλευράς του ΧΑΚ. Αποδέκτηκε πως η εναγόμενη εταιρεία δεν επέστρεψε τα χρήματα στον ενάγοντα διότι όπως ισχυρίστηκε δεν είχε εκ του νόμου υποχρέωση να το πράξει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με τη νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506), καθώς η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Ο ενάγοντας μου άφησε καλή εντύπωση ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Εξέθεσε τα γεγονότα με απλό και απέριττο λόγο χωρίς οποιανδήποτε υπερβολή. Ήταν σαφής και ειλικρινής στις απαντήσεις που έδινε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ανέφερε χωρίς δισταγμό ότι δεν γνώριζε οποιονδήποτε από τους αξιωματούχους της εναγόμενης εταιρείας και ουδέποτε έλαβε παραστάσεις από αυτούς για την εισαγωγή των τίτλων της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ. Ήταν η θέση του ότι αποφάσισε να αγοράσει μετοχές της εναγόμενης εταιρείας αφού διάβασε το Ενημερωτικό Δελτίο (τεκμήριο 1) με βάση το περιεχόμενο του οποίου πίστεψε ότι η εναγόμενη εταιρεία θα εισήγαγε τις μετοχές της στο ΧΑΚ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν απέκρυψε βέβαια ότι για την εναγόμενη εταιρεία έλαβε πληροφορίες και από τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα τον διευθυντή της εταιρείας Pellapais. Αποδέχομαι τη θέση του ότι η πεποίθηση του ότι η εναγόμενη εταιρεία θα εισαχθεί σύντομα στο ΧΑΚ προήλθε και από το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου τεκμήριο 1. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας στο στάδιο της αντεξέτασης παραδέχτηκε ότι με τις δηλώσεις της εναγόμενης εταιρείας, όπως αυτές περιέχονται στη σελίδα 10 του ενημερωτικού δελτίου, όφειλε να αντιληφθεί ότι η εταιρεία δεν σκόπευε να αιτηθεί την ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ πριν περάσουν τουλάχιστο τρία χρόνια από τη δημοσιοποίηση τους, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας ήταν σταθερός στη βασική του τοποθέτηση ότι δηλαδή από το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου πίστεψε ότι η εναγόμενη εταιρεία θα προχωρούσε σύντομα στην εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Είναι γεγονός ότι σε σχετικές υποβολές της συνηγόρου της εναγόμενης συμφώνησε ότι η εταιρεία δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στο ΧΑΚ πριν την παρέλευση τριών χρόνων. Αυτό όμως έγινε στο στάδιο που του υποβλήθηκε η θέση της υπεράσπισης αναφορικά με την ερμηνεία που έδινε η ίδια στα όσα αναφέρονται στη σελίδα 10 του ενημερωτικού δελτίου. Η πλευρά της υπεράσπισης απομόνωσε τη πιο πάνω παραδοχή του ενάγοντα θέλοντας να δώσει διαφορετική χροιά από όλο το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία όμως αξιολογείται στο σύνολο της με λογική προσέγγιση και όχι μικροσκοπικά και αποσπασματικά (Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706, 720). Μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα, η καταφατική απάντηση που έδωσε στην υποβολή που του τέθηκε εμφανώς δεν αναιρεί την κατά τα άλλα σταθερή θέση του ότι η πεποίθηση του για την εισαγωγή των τίτλων της εναγόμενης στο ΧΑΚ προήλθε από το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου (τεκμήριο 1) από το οποίο δεν διαπίστωσε ότι η εισαγωγή δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την παρέλευση τριών χρόνων. Αυτό προκύπτει και από τα λεγόμενα του ενάγοντα ο οποίος ανέφερε ότι αγόρασε τις μετοχές επειδή η πρόθεση της εναγόμενης ήταν να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ σε εύθετο χρόνο και πιστεύοντας πως αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα, αυτό θα επιλύετο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ζήτησε από την εναγόμενη εταιρεία την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών με την επιστολή του ημερομηνίας 31/1/03, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτος, όπως και η θέση του ότι η επιστολή αυτή παραλήφθηκε από την εταιρεία στις 5.2.03. Ο ΜΥ1 κατά την ένορκη κατάθεση του σε σχετική ερώτηση απάντησε πως συμφωνεί ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν επέστρεψε τα χρήματα στον ενάγοντα. Δεν ανέφερε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ότι η εταιρεία δεν έλαβε γραπτή απαίτηση από τον ενάγοντα αλλά ούτε και ότι η επιστολή του ενάγοντα αποστάληκε σε λάθος διεύθυνση, κάτι που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων. Τέλος παρατηρώ πως καμία ερώτηση ή υποβολή έχει τεθεί στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του, ούτε αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο η μαρτυρία του για το θέμα αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ενάγοντα γίνεται αποδεκτή. Από την αντίπερα όχθη, ο ΜΥ1 προσπαθώντας να πείσει για τις δικές του θέσεις και ερμηνείες τόσο σε ότι αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 όσο και της σχετικής νομοθεσίας δεν μου άφησε την εικόνα του ειλικρινή μάρτυρα. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του προσπάθησε να δώσει στα όσα η εναγόμενη εταιρεία παρουσίασε προς το κοινό μια ερμηνεία η οποία πόρρω απέχει από τον τρόπο που αυτά είναι διατυπωμένα στο ενημερωτικό δελτίο (τεκμήριο 1). Η θέση του ότι από το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου (τεκμήριο 1) προκύπτει με σαφήνεια ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν θα ήταν σε θέση να εισαγάγει τους τίτλους της στο ΧΑΚ πριν την παρέλευση τριών ετών, αντικρούεται από το περιεχόμενο της σελίδας 7 του τεκμηρίου 1 όπου γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις για μειωμένους συντελεστές εταιρικού φόρου σύμφωνα με την νομοθεσία στις εταιρείες που εισάγουν για πρώτη φορά τις μετοχές τους στο ΧΑΚ και δηλώνεται αυτολεξεί ότι: «Η Investylia LIMITED με την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, θα ικανοποιεί τα πιο πάνω κριτήρια, νοουμένου ότι θα εισαχθεί εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης των μετοχών που προσφέρονται με την παρούσα πρόσκληση». Δεν γίνεται βέβαια αποδεκτή η δικαιολογία που πρόβαλε ο ΜΥ1 ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες πρόνοιες είναι θεσμικές και αφορούν όλες τις εταιρείες γενικά. Είναι δε εύλογο να διερωτηθεί κανείς εάν πρόθεση της εναγόμενης εταιρείας ήταν να ενημερώσει το κοινό ότι δεν θα ήταν δυνατή η εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ πριν τη παρέλευση τριών χρόνων τότε, γιατί δεν το ανέφερε ρητά στο ενημερωτικό της δελτίο στο οποίο αντίθετα γίνεται αναφορά για φορολογικά κίνητρα του επενδυτή στη περίπτωση που η εταιρεία θα εισήγαγε τους τίτλους της στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών. Η θέση του ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν μετατράπηκε σε δημόσια με σκοπό την άμεση εισαγωγή της στο ΧΑΚ δεν συνάδει απόλυτα με την απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του, κατά την οποία ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία μετατράπηκε σε Δημόσια εταιρεία και εξέδωσε πρόσκληση για εγγραφή στο κοινό με προοπτική να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Ο ισχυρισμός του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη εταιρεία σε καμία περίπτωση δεν ήταν σε θέση να εισαχθεί στο ΧΑΚ, δεδομένου ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κ.61, συγκρούεται με το αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι υπήρχε δυνατότητα εξασφάλισης εξαίρεσης από τις προϋποθέσεις του Κ.61 κάτι που έγινε στη περίπτωση της εναγόμενης εταιρείας. Ο ισχυρισμός ότι η αίτηση της εναγόμενης καθυστερούσε να εξεταστεί λόγω φόρτου εργασίας του ΧΑΚ αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα του μάρτυρα και δεν συνάδει με το περιεχόμενο των επιστολών του ΧΑΚ (τεκμήριο 8) όπου δεν γίνεται τέτοια αναφορά. Τα όσα διατυπώνονται στη σελίδα 7 του τεκμηρίου 1 όπως αναφέρονται πιο πάνω έρχονται σε σύγκρουση με τη δήλωση του μάρτυρα ότι καθ' όλο τον επίδικο χρόνο ο ίδιος αλλά και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι της εταιρείας γνώριζαν ότι ποτέ δεν είχαν την δυνατότητα ή την ικανότητα να εισάξουν τους τίτλους της εταιρείας στο ΧΑΚ. Αντίθετα από το περιεχόμενο της σελίδας 7 του τεκμηρίου 1 συνάγεται ότι η εναγόμενη εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε στόχο την ένταξη της στο ΧΑΚ σε σύντομο χρόνο ακόμα και σε περίοδο τριών μηνών από την έκδοση των μετοχών. Τα πιο πάνω δεν υποστηρίζουν τη θέση του ΜΥ1 ότι η ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ δεν ήταν αυτοσκοπός και ο χρόνος υποβολής της αίτησης θα ήταν μετά τη παρέλευση τριών χρόνων. Επίσης δεν θα συμφωνήσω με τη θέση πως η αναφορά στη σελίδα 10 του ενημερωτικού δελτίου ότι η εταιρεία θα υποβάλει την αίτηση της μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα ερμηνεύεται πως «η αίτηση θα υποβάλλετο μετά την συμπλήρωση των τριών χρόνων». Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Σωτήρη Ταμπούρη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1325, απορρίφθηκε η εισήγηση ότι η φράση «σε εύθετο χρονικό διάστημα» που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, δεν έδειχνε πρόθεση των εφεσειόντων να εισάξουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε εύλογο χρόνο. Ο ισχυρισμός του ότι η αίτηση της εναγόμενης για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ έγινε κάτω από την πίεση των προνοιών του Ν.42(Ι)/2000 δεν συνάδει με το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου στο οποίο, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, γίνεται αναφορά στα φορολογικά οφέλη που θα προκύψουν προς όφελος της εταιρείας και των επενδυτών και ότι η εναγόμενη εταιρεία με την εισαγωγή της στο ΧΑΚ θα ικανοποιεί τα κριτήρια για φοροαπαλλαγή, εφόσον οι μετοχές της εισαχθούν στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την έκδοση τους. Εκείνο που αντιλαμβάνεται ένας προτιθέμενος επενδυτής από τα πιο πάνω είναι ότι η εταιρεία θα εισαχθεί στο ΧΑΚ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Με το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου δεν συνάδει ούτε και η θέση που προσπάθησε να υποστηρίξει ο ΜΥ1, ότι δηλαδή, η εταιρεία δήλωσε ξεκάθαρα πως δεν μπορούσε να εισαχθεί στο ΧΑΚ πριν την παρέλευση τριών χρόνων. Μεταφέρω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την σελίδα 10 του τεκμηρίου 1: «πρόθεση της εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα με τη μέθοδο της δημόσιας εγγραφής και τοποθέτησης των τίτλων που έχουν ήδη εκδοθεί αφού πρώτα συμπληρώσει τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που εμπίπτουν μέσα στο στρατηγικό σχέδιο της». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την εκδοχή του ΜΥ1, πλην βέβαια των δηλώσεων του σύμφωνα με τις οποίες η εναγόμενη εταιρεία αφού ζήτησε και εξασφάλισε εξαίρεση από τις προϋποθέσεις του Κ.61 στις 14.6.2000 υπέβαλε αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ η οποία στις 6.2.02 απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η πλευρά της εναγόμενης για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων πρόβαλε ότι η επιστολή (τεκμήριο 12) με την οποία ο ενάγοντας απαίτησε την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των επίδικων μετοχών φέρει διεύθυνση παραλήπτη την «93 Faneromenis Avenue» στην οποία δεν βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 4) το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας βρίσκεται στη Λεωφόρο Φανερωμένης
- Εάν όμως παρατηρήσει κάποιος τις επιστολές της εναγόμενης τεκμήρια 2 και 7 αλλά και την τελευταία πίσω σελίδα του ενημερωτικού δελτίου θα διαπιστώσει ότι εκεί αναφέρεται ως διεύθυνση της εναγόμενης εταιρείας η Λεωφόρος Φανερωμένη 93, καθώς και το ταχυδρομικό κιβώτιο με αρ.
- Στην επιστολή που απέστειλε ο ενάγοντας (τεκμήριο 12) αναγράφεται ως διεύθυνση του παραλήπτη, δηλαδή της εναγόμενης εταιρείας, η Λεωφόρος Φανερωμένης 93 καθώς και το ταχυδρομικό κιβώτιο με αρ.
- Τα πιο πάνω πιστεύω απαντούν στα όσα έχουν εγερθεί από τη συνήγορο της εναγομένης κατά την αγόρευση της. Επιπρόσθετα θα πρέπει να υποδείξω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα γύρω από το θέμα της αποστολής και παραλαβής της επιστολής δεν αμφισβητήθηκε. Ο ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε επί των όσων ανέφερε σε σχέση με την αποστολή και παραλαβή της επιστολής (τεκμήρια 12 και 14) ούτε του υποβλήθηκε η θέση ότι η επιστολή απεστάληκε σε λανθασμένη διεύθυνση. Ουδέποτε τέθηκε στον ενάγοντα η θέση ότι δεν απαίτησε γραπτώς την επιστροφή των χρημάτων και σε κανένα στάδιο τέθηκε σε αυτόν ότι απέστειλε την επιστολή σε λάθος διεύθυνση, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να αντικρούσει τους ισχυρισμούς αυτούς. Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne -v- Dunn [1894] 6 R.67 (HL) και R. -v- Hart [1932] Cr.App.R.202]. Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγρ.33-69). Επιπρόσθετα ο ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του δεν αρνήθηκε την παραλαβή της επιστολής του ενάγοντα με την οποία ο τελευταίος απαίτησε από την εναγόμενη εταιρεία την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών. Αντίθετα εκείνο που ανέφερε είναι ότι η εναγόμενη δεν επέστρεψε τα χρήματα στον ενάγοντα διότι δεν είχε υποχρέωση να το πράξει. Ακόμα ένα θέμα που έχει εγερθεί από την εναγόμενη στο στάδιο των αγορεύσεων είναι ότι στην επιστολή (τεκμήριο 12) γίνεται αναφορά στο Ν.168(Ι)/02και όχι στο Ν.42(Ι)/
- Σημασία για την παρούσα περίπτωση έχει το κατά πόσο ο ενάγοντας έχει δικαίωμα επιστροφής των χρημάτων που κατέβαλε στην εναγόμενη σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο και αυτό είναι που θα εξεταστεί με την παρούσα απόφαση. Το άρθρο 58Α
(3)(β) δεν προνοεί όπως στη γραπτή απαίτηση γίνεται αναφορά στο Νόμο βάση του οποίου ζητείται η επιστροφή των χρημάτων. Ως αποτέλεσμα οι πιο πάνω αναφερόμενες θέσεις της υπεράσπισης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Με βάση τη μαρτυρία όπως αξιολογείται πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας αφού έλαβε γνώση του περιεχομένου του ενημερωτικού δελτίου της εναγόμενης εταιρείας (τεκμήριο 1) κατά ή περί τις 12 με 14 Απριλίου του 2000 προχώρησε στην υποβολή αίτησης για αγορά 10.000 μετοχών της εναγόμενης εταιρείας προς ΛΚ0,75 έκαστη για την αγορά των οποίων στις 17.5.2000 κατέβαλε το ποσό των ΛΚ
- Στις 14.6.2000, η εναγόμενη υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, η οποία, μετά από συνεχείς παρατάσεις που ζήτησε και έλαβε από το συμβούλιο του ΧΑΚ στις 6.2.2002 απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο ενάγοντας με επιστολή ημερομηνίας 31.1.03 η οποία παραλήφθηκε από την εναγόμενη στις 5.2.03 ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών. Η εναγόμενη εταιρεία μέχρι σήμερα δεν επέστρεψε τα χρήματα στον ενάγοντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις 17.5.2000 κατέβαλε την αντιπαροχή για αγορά μετοχών της εναγόμενης προκύπτει ότι η αξίωση του στηρίζεται στο άρθρο 58Α3(β) του τροποποιητικού περί αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.42(Ι)/
- Το άρθρο 58Α
(3)(β) προνοεί τα ακόλουθα: 58Α
(3)(β)- Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Το εδάφιο
(1)του άρθρου 58Α στο οποίο παραπέμπει το εδάφιο
(3)(β) προνοεί τα ακόλουθα: 58Α
(1)- Απαγορεύεται σ'οποιαδήποτε εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή εκδότη ή πρόσωπο να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί ή να δέχεται προσφορά για αγορά οποιωνδήποτε τίτλων υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας και να εισπράττει προς τούτο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή άλλο αντάλλαγμα με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, εκτός, εάν στην περίπτωση υφιστάμενης εταιρείας, η εταιρεία ή το μέλος του συμβουλίου εταιρείας ή ο εκδότης ........ Σύμφωνα με τα όσα ελέχθησαν στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 704, το άρθρο 58Α
(3)(β) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε από και μετά την ισχύ του Νόμου 42(Ι)/2000, δηλαδή την 7.4.
- Στην υπό εξέταση περίπτωση η επίδικη δοσοληψία έγινε μετά τις 7.4.
- Αποτελεί περαιτέρω αδιαμφισβήτητο γεγονός η μη εισαγωγή των τίτλων της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ εντός της προθεσμίας των τριών μηνών. Όσον αφορά το ζήτημα των παραστάσεων, θα πρέπει να σημειωθεί πως με τη σχετική νομολογία αποφασίστηκε ότι το άρθρο 58Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη «παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ». Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58Α
(1)(α)-(γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως. (βλ. Βαρνάβας Τρύφωνος v. Investylia Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 875 και Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη
(2006)2 Α.Α.Δ. 691). Σύμφωνα με τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει ο ενάγοντας αφού έλαβε γνώση των όσων αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο που εξέδωσε η εναγόμενη εταιρεία, προχώρησε στην υποβολή της αίτησης του για την αγορά μετοχών στην εναγόμενη εταιρεία πληρώνοντας προς αυτήν το ποσό των ΛΚ7500. Μέσα από το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου (τεκμήριο 1) όπως αυτό αναλύεται πιο πάνω στην απόφαση μου, καταλήγω ότι η εναγόμενη προέβη σε παραστάσεις ότι θα εισάγετο στο ΧΑΚ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας ανέφερε πως για την απόφαση του να αγοράσει μετοχές της εναγόμενης έλαβε υπόψη και πληροφορίες που έλαβε από το διευθυντή της εταιρείας Pellapais δεν θα μπορούσε να μετατρέψει το πιο πάνω συμπέρασμα. Είναι επίσης φανερό ότι η επίδικη δοσοληψία έγινε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων της εναγόμενης στο ΧΑΚ. To ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (τεκμήριο 1) δηλώνει προοπτική για ένταξη των τίτλων της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ και συγκεκριμένα στη σελίδα 10 αυτού αναφέρεται ότι πρόθεση της εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ σε εύθετο χρονικό διάστημα. Για το ζήτημα αυτό κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Investylia Ltd v. Σωτήρη Ταμπούρη (πιο πάνω): «Αναφορά για την εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ γίνεται και στην πρόσκληση για εγγραφή (τεκμήριο 6). Διαφωνούμε με την εισήγηση της ευπαιδεύτου δικηγόρου των εφεσειόντων ότι η φράση «σε εύθετο χρονικό διάστημα» που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, μέσα στο οποίο οι εφεσείοντες δήλωναν ότι είχαν πρόθεση να αποταθούν για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ, δεν έδειχνε πρόθεση τους να εισάξουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε εύλογο χρόνο. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 14/6/00, δείχνει τέτοια πρόθεση». Εκτός από την πιο πάνω αναφορά της εναγόμενης εταιρείας για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ μέσα σε εύθετο χρόνο, επιπρόσθετα μέσα από το ενημερωτικό δελτίο δηλώνει φορολογικά οφέλη που θα προκύψουν προς όφελος της εταιρείας και των επενδυτών στη περίπτωση που εισαχθούν οι μετοχές της στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την έκδοση τους. Στην απόφαση Τρύφωνος (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: Τέταρτον, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η πρόθεση της εταιρείας να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Γι' αυτό εξάλλου υπέβαλε και σχετική αίτηση εισδοχής. Οι δηλώσεις που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο στο σύνολο τους δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της εταιρείας. Υπήρχαν βέβαια και οι περιορισμοί στο Ενημερωτικό Δελτίο, οι οποίοι όμως δεν πρέπει να ειδωθούν αποσπασματικά, αλλά σε σχέση με τα όσα άλλα αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο. Στη σελίδα 10, αφού απαριθμούνται οι προϋποθέσεις για εισδοχή σύμφωνα με τον Κανονισμό 61, αναφέρεται ότι «πρόθεση της εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα αφού πρώτα συμπληρώσει τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που εμπίπτουν μέσα στο στρατηγικό σχέδιο της». Η συγκεκριμένη δήλωση κατά την άποψη μου, επιβεβαιώνει την πρόθεση της εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Η φράση για εισαγωγή των τίτλων «σε εύθετο χρόνο» ήταν αντικείμενο έρευνας στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1325. Θεωρήθηκε ότι η φράση φανέρωνε πρόθεση για ένταξη. Στη σελ.1335 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναφορά για εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ γίνεται και στην Πρόσκληση για Εγγραφή (τεκμ.6). Διαφωνούμε με την εισήγηση της ευπαιδεύτου δικηγόρου των εφεσειόντων ότι η φράση «σε εύθετο χρονικό διάστημα» που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, μέσα στο οποίο οι εφεσείοντες δήλωναν ότι είχαν πρόθεση να αποταθούν για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ, δεν έδειχνε πρόθεσή τους να εισάξουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε εύλογο χρόνο. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 14/6/00, δείχνει τέτοια πρόθεση.» Η πρόθεση της εναγόμενης για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ σε σύντομο χρόνο φαίνεται άλλωστε και από το γεγονός ότι ενώ στις 7.4.2000 δημοσιεύθηκε ο Ν.42/2000, ο οποίος, υποχρέωνε τις εταιρείες να υποβάλουν αίτηση μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία ή να επιστρέψουν τα χρήματα που εισέπραξαν, η εναγόμενη προχώρησε στη δοσοληψία με τον ενάγοντα, στις 17.5.2000 είσπραξε το ποσό των ΛΚ7500 και στη συνέχεια στις 14.6.2000 καταχώρησε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Αυτό απαντά πιστεύω και στην εισήγηση της εναγόμενης σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του Ν.42(Ι)/2000 δεν εφαρμόζονται στη παρούσα υπόθεση για το λόγο ότι πρόσφερε τις μετοχές της προς πώληση στις 27.3.2000 ημερομηνία που προηγείται της ψήφισης του Νόμου 42/2000 (7.4.2000). Το άρθρο 58Α
(1)δεν αναφέρεται μόνο σε προσφορά αλλά και σε πώληση ή αποδοχή προσφοράς προς πώληση τίτλων υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας. Στην απόφαση Livadhiotis (πιο πάνω) αποφασίστηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργείται μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η αγορά από τον ενάγοντα των μετοχών, όπως πιο πάνω περιγράφεται, έγινε κατόπιν παραστάσεων της εναγόμενης αλλά και με την προοπτική ότι οι μετοχές αυτές θα εισαχθούν στο ΧΑΚ. Συνεπώς με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την σχετική επί του θέματος νομολογία κρίνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 58Α
(3)(β) για επιστροφή του αξιούμενου ποσού από τον ενάγοντα. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας ότι με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Π.Εφ. 271/06 Investylia Public Company Ltd v. Θεοκλή Σούλη ημερομηνίας 9.9.11 αποφασίστηκε ότι οι παραστάσεις είναι ουσιώδες συστατικό του άρθρου 58Α
(3)(β). Στην εν λόγω υπόθεση η εφεσείουσα ζήτησε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου την εξέταση συνταγματικών θεμάτων με σκοπό την απόκλιση από σταθερή προηγούμενη νομολογία. Η πλειοψηφία της Ολομέλειας έκρινε πως «η εξέταση των θεμάτων που ανεφύησαν κατ' έφεση δικαιολογείται μόνο εφόσον υπάρχει σταθερό και βέβαιο υπόβαθρο γεγονότων κάτι που απουσιάζει στη προκειμένη περίπτωση ένεκα της ελλιπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και των αντικρουόμενων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Μια από τις πολλές εισηγήσεις της εναγόμενης ήταν η αδυναμία εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 58Α3(β). Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι το χρονικό διάστημα σχεδόν δύο χρόνων που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αίτησης της εναγόμενης μέχρι την απόρριψη της σε συνδυασμό και με τις πολλαπλές παρατάσεις που δόθηκαν στην εταιρεία με βάση το άρθρο 3
(3)του Ν.42(Ι)/2000 δείχνει και την αδυναμία εκπλήρωσης της έγκρισης ή απόρριψης της αίτησης της εταιρείας εντός του χρονικού διαστήματος των τριών μηνών που προνοεί το άρθρο 58Α
(3)(β) του Ν.42/2000. Αυτό προκύπτει, όπως υποστήριξε, από τις επιστολές τεκμήρια 7 και 8 όπου φαίνεται ότι το συμβούλιο του ΧΑΚ πήρε δεκατρείς μήνες για να εξετάσει την αίτηση της εναγόμενης χωρίς να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος εκτός από τον «ισχυριζόμενο φόρτο εργασίας». Αυτή η θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από το περιεχόμενο των αναφερόμενων επιστολών δεν προκύπτει ότι το συμβούλιο του ΧΑΚ επικαλέστηκε φόρτο εργασίας κατά την εξέταση της αίτησης της εναγόμενης εταιρείας. Ούτε προσκομίσθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το συμβούλιο του ΧΑΚ καθυστέρησε την εξέταση της αίτησης της εναγόμενης λόγω φόρτου εργασίας. Σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδουλίδη κ.α. v. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου Προσφυγή 603/01, ημ. 31.5.02, στην οποία γίνεται μια ανάλυση και ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 3
(3)και ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Με την πάροδο των τριών μηνών, υπό τους όρους του άρθρου 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερόμενου αγοραστή και αντίστοιχη υποχρέωση για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Αυτή η προθεσμία των τριών μηνών δεν παρατείνεται και έχουμε δει πως στη περίπτωση της βασικής διάταξης του άρθρου 58Α, η υποχρέωση επιστροφής επιβάλλεται χωρίς άλλο. Αρκεί η μη εισαγωγή ή η μη έκδοση των τίτλων στους τρείς μήνες, για οποιοδήποτε λόγο χωρίς δηλαδή αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη για αυτήν.» Ακόμα ένα από τα επιχειρήματα της συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας ήταν η καθυστέρηση στην προώθηση της απαίτησης εκ μέρους του ενάγοντα. Όπως πιο πάνω αναφέρεται το δικαίωμα του ενάγοντα δημιουργήθηκε τρείς μήνες μετά τις 14.6.
- Η αίτηση της εναγόμενης εταιρείας δεδομένων των παρατάσεων που έλαβε απορρίφθηκε στις 6.2.02 και ο ενάγοντας απαίτησε επιστροφή των χρημάτων του στις 31.3.
- Είναι γεγονός ότι παρατηρείται καθυστέρηση στη καταχώρηση της αγωγής. Το ζήτημα όμως αυτό δεν εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης εταιρείας ούτε και προβάλλεται ότι η καθυστέρηση αυτή του ενάγοντα είχε οποιανδήποτε δυσμενή επίπτωση στην υπεράσπιση της. H εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του νόμου που επικαλείται ο ενάγοντας παραβιάζουν ή/και συγκρούονται με τη δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (77/91/ΕΟΚ) όπως τροποποιήθηκε με τη πράξη περί προσχωρήσεως των δέκα χωρών μελών περιλαμβανομένης και της Κύπρου και η οποία Δεύτερη οδηγία εναρμονίστηκε στο Κυπριακό δίκαιο με τους Νόμους 135(Ι)/2000 και 70(Ι)/
- Το ζήτημα που εγείρεται με τη πιο πάνω θέση της εναγόμενης έχει απαντηθεί στη απόφαση στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη (πιο πάνω) όπου αναφέρθηκε ότι η εν λόγω οδηγία ενσωματώθηκε στο περί Εταιρειών Νόμο με τον νόμο 70
(1)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Η πιο πάνω απόφαση απαντά επίσης στην εισήγηση της εναγόμενης σύμφωνα με την οποία, οι επίδικες πρόνοιες αντίκεινται στον περί εταιρειών νόμο, όπου αποφασίστηκε ότι η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Τονίστηκε ότι η επίδικη διαφορά περιοριζόταν στο κατά πόσο η εφεσείουσα (εναγόμενη εταιρεία) είχε νομική υποχρέωση έναντι του εφεσίβλητου (ενάγοντα) για επιστροφή των χρημάτων που εισέπραξε δυνάμει του άρθρου 58Α
(3)(β). Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις και η εφεσείουσα έχει εκ του νόμου υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση του δικαστηρίου με το θέμα ήταν περιττή. Αναφέρθηκε επίσης ότι στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας που αφορά αστικό χρέος το οποίο, δυνάμει αποφάσεως, μετατρέπεται σε εξ αποφάσεως χρέος, το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και δεν εξετάζει τρόπους ή μηχανισμούς που αφορούν στη συμμόρφωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη με το διατακτικό της απόφασης. Πρόκειται για θέμα που αφορά αποκλειστικά τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να βρεί τον κατάλληλο τρόπο συμμόρφωσης προς τη δικαστική απόφαση αφήνοντας κατά μέρος ανυπόστατους ισχυρισμούς για σύγκρουση νόμων και την δήθεν ύπαρξη νομικών κωλυμάτων. Παρομοίως στην υπόθεση Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.Α.Δ. 203 αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων στους δικαιούχους δεν συνιστά μορφή συμβιβασμού ή διακανονισμού υποχρεώσεων της εταιρείας προς τα μέλη ή πιστωτές της, αλλά ο Νόμος επιβάλλει υποχρέωση για την επιστροφή των χρημάτων ή του καταβληθέντος ανταλλάγματος στους επενδυτές άνευ όρων. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας των επίδικων προνοιών του Νόμου που επικαλείται ο ενάγοντας. Συγκεκριμένα η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι υπό αναφορά πρόνοιες του νόμου παραβιάζουν τα άρθρα 21, 23, 25,28 και 35 του Συντάγματος. Κατά την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνήγορου η προταθείσα αντισυνταγματικότητα επικεντρώθηκε στα άρθρα 6, 21, 23 και 25 του Συντάγματος. Σημειώνω ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν εγείρεται θέμα αντισυνταγματικότητας στη βάση του άρθρου 6 του Συντάγματος. Η συνταγματικότητα του άρθρου 58Α
(3)(β) του νόμου εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683, Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω) και Investylia v. Σωτήρη Ταμπούρη (πιο πάνω). Στις υποθέσεις αυτές αποφασίστηκε ότι τα άρθρα 58Α
(3)(β) και 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000 δεν αντίκεινται σε κανένα από τα πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος. Στην απόφαση Harvest (πιο πάνω) με αναφορά στην απόφαση Chimonides v. Maglis
(1967)1 C.L.R.125 επαναλήφθηκε πως το άρθρο 23 του Συντάγματος δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετικές πρόνοιες που απλώς ρυθμίζουν περιουσιακά αστικά δικαιώματα μεταξύ των μερών και όπου οι περιορισμοί δεν επιβάλλονται προς το συμφέρον της πολιτείας ή ενός δημοσίου σώματος. Στην απόφαση Harvest αναφέρθηκε επίσης ότι στην υπόθεση Chimonides αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία, ότι το άρθρο 26 του Συντάγματος αναφέρεται μόνο στο δικαίωμα καταρτισμού της σύμβασης και δεν καλύπτει περαιτέρω την επέκταση του μέχρι και την εκτέλεση της. Παραπέμπω στα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση Harvest (πιο πάνω): «Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει λεχθεί και την Chimonides (πιο πάνω), είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και την προστασία του κοινού και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, κάτι που κατά την άποψη μας θα είχε απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση μας, όπου και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας στην ενώπιον μας προφορική αγόρευση του αναφέρθηκε εκτενώς στα προβλήματα και τις καταστάσεις που δημιιουργήθηκαν με την εισδοχή εταιρειών στο Χ.Α.Κ. κατά την ουσιώδη περίοδο. Εν πάση περιπτώσει, στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. Home Building and Loan Association v. John H. Blaisdell [1933] 290 U.S. 398 στη σελ.434 λέχθηκε, σε μετάφραση: «η Πολιτεία επίσης εξακολουθεί να έχει εξουσία να διασφαλίζει τα ζωτικά συμφέροντα του λαού της. Δεν έχει σημασία αν νομοθεσία κατάλληλη που εξυπηρετεί το σκοπό αυτό έχει το αποτέλεσμα τροποποίησης ή κατάργησης συμβάσεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ, Stephenson v. Binford, 287 U.S.251, 276». «Ήταν δε λογικό, υπό τις περιστάσεις, να αναμένεται η εισδοχή των μετοχών στο Χρηματιστήριο εντός ευλόγου χρόνου. Το τι καθόρισε η νομοθετική εξουσία, εν όψει των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν γενικά, ήταν να καθορίσει ποιος ήταν αυτός ο εύλογος χρόνος και περαιτέρω να δώσει το δικαίωμα στον επενδυτή να μπορεί να θεωρήσει στην ουσία ως τερματισθείσα τη σύμβασή του με την εταιρεία και να απαιτήσει επιστροφή των πληρωθέντων χρημάτων του, όπου υπάρχει υπέρβαση του εύλογου αυτού χρόνου, δίδοντας και δικαίωμα στην εταιρεία να επιτύχει παράταση του χρόνου επιστροφής των χρημάτων, αναλόγως με τις περιβάλλουσες συνθήκες. Δεν έχει, κατά την άποψη μας, κάμει τίποτε άλλο η νομοθετική εξουσία παρά να ρυθμίσει θέματα που αφορούν τις συμβατικές υποχρεώσεις των πολιτών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επενέβη καθ'οιονδήποτε τρόπο στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Αλλά έστω και αν αυτό εθεωρείτο επέμβαση, τότε η επέμβαση αυτή εδικαιολογείτο πλήρως κάτω από τις συνθήκες και σύμφωνα με τις νομικές αρχές και αυθεντίες, στις οποίες μόλις έχουμε αναφερθεί». Στο στάδιο των αγορεύσεων η εναγόμενη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα υπό αναφορά άρθρα του Νόμου παραβιάζουν τα άρθρα 11
(2)και 17 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως προκύπτει μέσα από την απόφαση Investylia Ltd v. Ταμπούρη (πιο πάνω) ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ως κάτι ανάλογο με το θέμα αντισυνταγματικότητας και είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα κάτι που δεν έχει γίνει στην υπό εξέταση υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει τα όσα αναφέρθηκαν στη αγόρευση της ευπαίδευτου συνήγορου της εναγόμενης δεν αποδεικνύουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Τα αναφερόμενα άρθρα αντιστοιχούν σε άρθρα του δικού μας Συντάγματος τα οποία έχει αποφασισθεί με σχετική νομολογία ότι δεν παραβιάζονται από το άρθρο 58Α του υπό συζήτηση Νόμου. Στο δικόγραφο της εναγόμενης προβάλλεται επίσης η θέση ότι το άρθρο 58Α του Ν.42(Ι)/2000 καταργήθηκε με το Ν.9
(1)/2000 ο οποίος διατήρησε με το νέο άρθρο 58Γ τα οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις είχαν δημιουργηθεί μέχρι τις 16/2/2001, ο οποίος καταργήθηκε στις 9/9/05 με το Ν.115(Ι)/2005και μαζί του καταργήθηκε και η διατήρηση οποιονδήποτε δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η θέση αυτή θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Όπως προκύπτει όμως σαφώς μέσα από τη σχετική νομολογία, το δικαίωμα του επενδυτή να αξιώσει την επιστροφή των χρημάτων του παραμένει άθικτο και δημιουργείται μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης της εταιρείας για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ (Δημήτρη Χριστοδουλίδη κ.α. και Livadhiodis Bros πιο πάνω). Στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα του ενάγοντα δημιουργήθηκε τρείς μήνες μετά την 14.6.2000. Η κατάληξη μου λοιπόν σε σχέση με τα πιο πάνω επιχειρήματα της υπεράσπισης είναι ότι αυτά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας στη βάση του άρθρου 58Α
(3)(β) του νόμου 42(Ι)/2000 έχει αποδείξει την απαίτηση του για επιστροφή του ποσού που κατέβαλε στην εναγόμενη εταιρεία για την αγορά μετοχών καθώς και στην επιδίκαση τόκου προς 6% από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της εναγόμενης εταιρείας για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ δηλαδή τη 14/6/2000. Τούτου δεδομένου δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με την διαζευκτική βάση της αγωγής του ενάγοντα για παράβαση συμφωνίας και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης εταιρείας για το ποσό των €12.814,51 σεντ (ΛΚ7500) με τόκο προς 6% ετησίως από 14.6.2000 μέχρι εξοφλήσεως. Με την πληρωμή του ποσού από την εναγόμενη ο ενάγοντας να επιστρέψει στην εναγόμενη εταιρεία τους τίτλους που έχουν εκδοθεί επ' ονόματι του, όπως ορίζει ο νόμος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο