← Κύπρος

Σταύρος Ξυρίχη ν. Patroclos Georghiou Developers Limited, Αρ. Αγωγής: 1900/10, 11 Απριλίου, 2012

Σταύρος Ξυρίχη ν. Patroclos Georghiou Developers Limited, Αρ. Αγωγής: 1900/10, 11 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου,Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1900/10 Μεταξύ: Σταύρος Ξυρίχη Ενάγοντα και

(1)Patroclos Georghiou Developers Limited
(2)Kathrium Development Company Limited Εναγομένων Αίτηση ημερ. 15.2.12 για αποκάλυψη εγγράφων Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τους Εναγομένους/Αιτητές: κος Μ.Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Ενάγοντα/Καθ'ου η Αίτηση: κος Θ. Παυλήμπεης για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Υιοί ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με μονομερή Αίτηση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι/Αιτητές επιζητούν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Ενάγοντα όπως προβεί σε αποκάλυψη όλων των εγγράφων τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο ή τη φύλαξη του Ενάγοντα. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει έδωσε οδηγίες όπως η υπό κρίση Αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά, όπως και έγινε και στη συνέχεια ο Ενάγοντα ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.28,θ.1 και Δ.48,θ.8
(2)(y) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση αναφέρεται ότι ευρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στη Αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.28,θ.1, Δ.48,θ.θ.1-7, 8
(2)(y),8
(2)(z) και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: · Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. · Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο και/ή αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. · Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. · Η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δεν βοηθά στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης ή των επιδίκων θεμάτων της ούτε και στην εξοικονόμηση εξόδων. · Η αιτούμενη αποκάλυψη δεν είναι χρήσιμη και αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. · Δεν υπάρχει αναφορά ή συσχέτιση οιωνδήποτε εγγράφων με την κατοχή τους από τον Ενάγοντα και/ή για τη σχετικότητά τους με τα επίδικα θέματα. · Η Αίτηση δεν αναφέρει για ποια συγκεκριμένα έγγραφα απαιτείται η αποκάλυψη. · Η Αίτηση δεν βοηθά την υπόθεση των Εναγομένων 1 και 2 αλλά ούτε και θα αποκαλύψει κάτι που να βλάπτει την υπόθεση του Ενάγοντα βοηθώντας έτσι την υπόθεση των Εναγομένων 1 και
  1. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντρέα Ξυρίχη πληρεξούσιου αντιπρόσωπου της Ενάγουσας. Σ'αυτήν αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: § Η αιτούμενη αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία και δεν βοηθά στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, ούτε στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Όλα τα έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα είτε βρίσκονται στην κατοχή των Εναγομένων 1 και 2, είτε μπορούν με απλή έρευνα εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 να έρθουν στην κατοχή τους και ανάμεσα στα έγγραφα υπάρχουν και κάποια που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προμήθευσαν τον ενόρκως δηλούντα. § Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης του προκύπτουν από την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνία 30.6.10 που οι Εναγόμενοι 1 και 2 ετοίμασαν. Οι περισσότεροι ισχυρισμοί των διαδίκων αναφέρονται σε αντικρουόμενες προφορικές μαρτυρίες για τις οποίες δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε αποκάλυψη εγγράφων και η αποκάλυψη εγγράφων δεν θα προσφέρει επίλυση των εκ διαμέτρου αντίθετων ισχυρισμών. Στην ουσία η όλη διαφορά των διαδίκων έγκειται στις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 30.6.10 την ύπαρξη της οποίας οι Εναγόμενοι παραδέχονται. § Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπιση τους παραδέχονται την ύπαρξη όλων των εγγράφων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και, ως εκ τούτου, η αποκάλυψη δεν θα βοηθήσει ούτε στην επίλυση επιδίκων θεμάτων, ούτε στον περιορισμό τους έτσι ώστε να εξοικονομηθούν έξοδα και δικαστικός χρόνος. Αντίθετα με την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης θα χαθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και θα σπαταληθούν έξοδα. § Το αιτούμενο διάταγμα δεν θα βοηθήσει την υπόθεση των Εναγομένων 1 και 2 και ούτε θα αποκαλύψει κάτι που θα προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση του Ενάγοντα. § Η νομική βάση της Αίτησης πάσχει αφού δεν αναφέρει τη δικονομική διάταξη με την οποία μπορούσε να καταχωρηθεί μονομερώς. § Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης αφού αυτή καταχωρήθηκε πολλούς μήνες μετά το κλείσιμο των δικογράφων. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Ο κος Μ. Καλλής, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους, επεσήμανε ότι εφόσον από την ένορκη δήλωση της ένστασης υπάρχει παραδοχή ότι κάποια από τα έγγραφα στα οποία προτίθεται να στηριχθεί η πλευρά του Ενάγοντα κατά την ακροαματική διαδικασία δεν βρίσκονται στην κατοχή των Εναγομένων αλλά μπορεί με απλή έρευνα εκ μέρους τους να έρθουν στην κατοχή τους, τότε αποδεικύεται ότι είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να αποκτήσουν γνώση των εγγράφων οι Αιτητές τα οποία ο Ενάγων έχει ή είχε στην κατοχή της ή έλεγχο της και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και να αποτραπεί τυχόν αιφνιδιασμός των Εναγομένων κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο κος Καλλής διερωτήθηκε κατά πόσο δεν θα ήταν εύλογο στο στάδιο αυτό και εφόσον τα επίδικα θέματα έχουν ήδη καθορισθεί να γνωρίζουν οι Εναγόμενοι εάν ο Ενάγων κατέχει οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία πιθανόν να στηρίζουν τις θέσεις του ή πιθανόν να ενισχύουν τις θέσεις των Εναγομένων σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας αλλά και των γεγονότων που ακολούθησαν την υπογραφή της. Υποστήριξε ότι η υπό εξέταση Αίτηση αποσκοπεί στο να δοθεί ευκαιρία στους Αιτητές να αξιολογήσουν τόσο τη δική τους θέση όσο και τη θέση τον Ενάγοντα και να αποτραπεί τυχόν αιφνιδιασμός των Αιτητών κατά την ακρόαση. Περαιτέρω, πρόσθεσε σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι Εναγόμενοι θα έχουν την ευκαιρία, εάν το κρίνουν αναγκαίο, να αιτηθούν την επιθεώρηση ή προσαγωγή εγγράφων και να αποφασίσουν πριν την ακρόαση ως προς το ποια έγγραφα μπορούν να γίνουν δεχτά από αυτούς και ποια όχι, γεγονός που θα εξοικονομήσει χρόνο και έξοδα. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, τόνισε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον καταχωρήθηκε μετά το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων και πριν την ακρόαση της αγωγής. Τέλος ο κος Καλλής υποστήριξε ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε γενική αποκάλυψη, δηλαδή αποκάλυψη όλων των εγγράφων τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή ή έλεγχο ή φύλαξη του Ενάγοντα. Ο κος Θ.Παυλήμπεης εκ μέρους της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, αφού αναφέρθηκε και αυτός στις σχετικές νομικές αρχές, υποστήριξε ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική αφού προκύπτει πως η προώθηση της δεν αφορά οποιαδήποτε άλλα έγγραφα εκτός από εκείνα τα οποία ήδη οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι κατέχουν και στα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα. Περαιτέρω επεσήμανε ότι όλα τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης και Απάντησης του και τα οποία προτίθεται να παρουσιάσει κατά την ακρόαση είναι παραδεχτά από τους Εναγομένους 1 και 2 αφού αποτελούν έγγραφα που έχουν ήδη στην κατοχή τους. Τόνισε δε ότι, όπως διαφαίνεται από τα δικόγραφα, τα επίδικα θέματα μόνο με προφορική μαρτυρία που δεν στηρίζεται σε έγγραφα μπορούν να επιλυθούν. Τόνισε, επίσης, ότι εφόσον δεν υπάρχει ειδική αναφορά από τους Εναγομένους για ποια έγγραφα επιζητούν αποκάλυψη, δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Υπογράμμισε ότι εφόσον δεν υπάρχει λεπτομερής κατάλογος εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του Ενάγοντα, η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Όπως το έθεσε με άλλα λόγια σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι το διάταγμα που επιζητείται είναι γενικό και δεν προσδιορίζει κάποια συγκεκριμένα έγγραφα και ότι ελλείπει η σχετικότητα οποιωνδήποτε εγγράφων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.28,θ.1 η οποία έχει ως εξής: «
  2. Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery an oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at the stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.» Οι πρόνοιες της Δ.28,θ.1 είναι όμοιες με αυτές της αγγλικής O.31, r.12 οι οποίες εξηγούνται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 683 του Annual Practice (πιο πάνω): «Time or stage of discovery. The Court will not, save in very exceptional circumstances, order a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim. (Gale v. Denman Picture Houses Ltd
(1930)1 K.B. 588, C.A.; Speyside Estate and Trust Co Ltd v. Wreymond Freeman (Blenders) Ltd
(1949)65 T.L.R. 681), and nor is it the practice to allow a plaintiff discovery before defence: see Union Bank v. Manby 13 Ch.D. 239, explaining Hancock v. Guerin 4 Ex.D. 3; Harbord v. Monk 9 Ch. D. 616, and Augustinus v. Nerinckx, 13 Ch. D. 13. The issues must be defined (British Thomson - Houston Co Ltd v. Duran
(1915)1 Ch.823, C.A.). Θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων όπως αποκρυσταλλώνονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας[2], ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση[3]. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη[4]. Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Αναφορικά με τη «σχετικότητα» όπως και την «κατοχή» των εγγράφων από την άλλη πλευρά είναι αρκετό για τον αιτητή να αποδείξει την υπόθεση του εκ πρώτης όψεως. Να πω και κάτι τελευταίο. Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από το συγκεκριμένο διάδικο γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της ίδιας της υπόθεσής του. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς (ex parte) όπως προβλέπεται από τη Δ.48,θ.8
(1)(z) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η θέση δε του συνηγόρου της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση ότι η νομική βάση της Αίτησης πάσχει αφού δεν γίνεται αναφορά στη Δ.48,θ.8
(2)(z) δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον το γεγονός ότι στηρίζεται στη Δ.28,θ.1 παρέχει τη δυνατότητα υποβολής της σχετικής Αίτησης μονομερώς. Ένα από τα ζητήματα που εγείρονται στην ένσταση είναι και το ότι το διάταγμα που επιζητείται είναι γενικό και ότι δεν προσδιορίζει κάποια συγκεκριμένα έγγραφα. Αυτό, όμως, που πρέπει να τονισθεί είναι ότι διαφορετικά προσεγγίζεται μια aίτηση για γενική αποκάλυψη στη βάση της Δ.28,θ.1 από μια aίτηση στη βάση της Δ.28,θ.11 για αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που καθορίζονται είτε ονομαστικά, είτε με αναφορά σε κατηγορία στην οποία ανήκουν. Θα έλεγα ότι ελάχιστες και, ίσως, σπάνιες θα πρέπει να θεωρούνται οι περιπτώσεις εκείνες όπου η έκδοση διατάγματος για γενική αποκάλυψη εγγράφων, όταν γίνεται στο κατάλληλο στάδιο, δεν είναι δικαιολογημένη έχοντας κατά νου τη γενική αρχή ότι είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη.[5] Ο διάδικος έχει το δικαίωμα να γνωρίζει σε ποια έγγραφα σκοπεύει να βασιστεί η άλλη πλευρά, κάτι που συμβάλλει στην καλύτερη προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Η διαδικασία δεν περιορίζεται μόνο στην πληροφόρηση της άλλης πλευράς για τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του ο αντίδικος. Επειδή έγγραφα που δεν αποκαλύπτονται δεν μπορούν, κατά κανόνα, να χρησιμοποιηθούν στην ακρόαση, η συγκεκριμένη διαδικασία έχει σαν αποτέλεσμα τη δέσμευση του Καθ' ου η Αίτηση σχετικά με τα έγγραφα που αυτός σκοπεύει να χρησιμοποιήσει. Έτσι με αυτό τον τρόπο αποτρέπεται ο οποιοσδήποτε αιφνιδιασμός κατά τη δίκη ο οποίος σχετίζεται με έγγραφη απόδειξη. Σ' ό,τι αφορά το λόγο ένστασης ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης ήδη, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω κατά το στάδιο σκιαγράφησης των νομικών αρχών, η αποκάλυψη γίνεται συνήθως μετά την ολοκλήρωση των γραπτών προτάσεων γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση Αίτηση υπεβλήθη μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το γεγονός δε ότι η Αίτηση δεν υπεβλήθη αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων δεν οδηγεί στη θέση ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση δεδομένου και του γεγονότος ότι δεν έχει ακόμη ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Αναφορικά με τη θέση ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα έγγραφα ή ότι δεν υπάρχει λεπτομερής κατάλογος εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη, θεωρώ ότι τέτοια θέση δεν αποτελεί λόγο για να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Με άλλα λόγια δεν είναι ορθό να υιοθετηθεί η θέση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης παρά μόνο σε σχέση με συγκεκριμένα έγγραφα. Η απόφαση στην υπόθεση Kipagrotiki Ltd v. Παναγιώτη Σάββα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1610 δεν δημιουργεί, κατά τη γνώμη μου, τέτοιο κανόνα. Η εν λόγω απόφαση ήταν συνυφασμένη με το περιεχόμενο των δικογράφων και των ενόρκων δηλώσεων στην υπόθεση και τον τρόπο που τα επίδικα θέματα είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν γινόταν δεκτή η θέση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εκτός αναφορικά με συγκεκριμένα έγγραφα, αυτό θα εξουδετέρωνε, άνευ ετέρου, τις πρόνοιες της Δ.28,θ.1 η οποία ρητά προβλέπει για τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος για γενική αποκάλυψη, ενώ, μάλιστα, για την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων ή συγκεκριμένης τάξεως εγγράφων υπάρχει άλλη πρόνοια, η Δ.28,θ.11[6], για την οποία μάλιστα προνοείται διαφορετική διαδικασία, δηλαδή υποβολή αίτησης διά κλήσεως υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση, αντί μονομερούς αίτησης όπως στην περίπτωση της Δ.28,θ.1. Σ'ό,τι αφορά τη θέση ότι όλα τα έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας είτε βρίσκονται στην κατοχή των Εναγομένων 1 και 2, είτε μπορούν με απλή έρευνα εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 να έρθουν στην κατοχή τους, θεωρώ ότι αυτή η εισήγηση δεν συνιστά λόγο απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι με την αναφορά αυτή αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν κάποια έγγραφα τα οποία δεν βρίσκονται στην κατοχή των αιτητών και στα οποία φαίνεται ότι η Ενάγουσα προτίθεται να στηριχθεί. Έπειτα, όπως τονίσαμε ανωτέρω, η διαδικασία αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο στην πληροφόρηση της πλευράς του αιτητή για τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του ο αντίδικος αλλά έχει και ως συνέπεια τη δέσμευση του αντιδίκου σχετικά με τα έγγραφα που προτίθεται να χρησιμοποιήσει για σκοπούς αποφυγής ενδεχόμενου αιφνιδιασμού της πλευράς των αιτητών. Περαιτέρω επισημαίνω ότι η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση/Ενάγουσας αναφέρει ότι συνιστά επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση οι συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Ενόψει τούτου λέω, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο συνήγορος των Αιτητών, ότι θα ήταν δίκαιο και εύλογο για την πλευρά των Αιτητών να γνωρίζουν κατά πόσο η πλευρά της Ενάγουσας κατέχει οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία πιθανόν να στηρίζουν τις θέσεις της ή πιθανόν να ενισχύουν τις θέσεις των Εναγομένων αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας που συνιστά, όπως προέκυψε, επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι με την υπό κρίση Αίτηση η αποκάλυψη εγγράφων θα συμβάλλει στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και τη μείωση των εξόδων εφόσον με αυτό τον τρόπο οι Αιτητές θα πληροφορηθούν εκ των προτέρων για το τι θα αντιμετωπίσουν κατά την ακροαματική διαδικασία. Η δικαστική διαδικασία δεν είναι διαδικασία στην οποία έχει θέση το στοιχείο του αιφνιδιασμού της άλλης πλευράς. Το ζητούμενο είναι πάντοτε να μπορέσουν οι διάδικοι να θέσουν με δίκαιο και ολοκληρωμένο τρόπο τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι που να μπορεί στο τέλος της ημέρας να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να πω και κάτι τελευταίο. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημερινή αντίληψη των πραγμάτων που επικρατεί στις χώρες του Κοινοδικαίου σε ό,τι αφορά την προδικασία υποθέσεων, θα πρέπει να τονίσουμε εμφαντικά ότι φαίνεται να έχει πλέον παρέλθει ο καιρός όπου κατά την εκδίκαση μιας υπόθεσης τηρείτο η τακτική της επικράτησης έναντι του αντιδίκου με κάθε κόστος με την απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και εμφάνισης τους κατά τρόπο αιφνιδιαστικό την τελευταία στιγμή. Η νέα φιλοσοφία έχει ως στόχο την πλήρη προκαταρκτική αποκάλυψη μαρτυρίας και την προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς πριν το στάδιο της δίκης ή την εκδίκαση κατά τη δίκη μόνο εκείνων των διαφορών που δεν έγινε κατορθωτό να γεφυρωθούν. Μια τέτοια προσέγγιση σημαίνει και απαιτεί την προηγούμενη ελεύθερη και ανοικτή παρουσίαση της μαρτυρίας των διαδίκων πριν τη δίκη ούτως ώστε στο τέλος της ημέρας η δίκη να περιορίζεται στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και όχι στην εκδίκαση του συνόλου της υπόθεσης χάριν εκδίκασης της και μόνον. Παραπέμπω στην ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Naylor v. Preston Area Health Authority
(1987)2 All E.R. 353 όπου στις σελίδες 359-360 ανέφερε τα εξής σχετικά ο Δικαστής Sir John Donaldson MR: «Although the English courts adhere in the main to what is known as an adversarial procedure, we have moved far and fast from a procedure whereby tactical considerations which did not have any relation to the achievement of justice were allowed to carry any weight. This is as it should be. Justice is not achieved by a war of attrition in which survival is a prize to be awarded to the party with the greatest determination and longest purse. Nor is justice normally achieved by the surprise attack, although it can be. Quite different examples of this are ................ But nowadays the general rule is that, whilst a party is entitled to privacy in seeking out the "cards" for his hand, once he has put his hand together, the litigation is to be conducted with all the cards face up on the table. Furthermore, most of the cards have to be put down well before the hearing. This is not the product of a change of fashion or even of a recognition that professional judges approach their duties on the basis of mental equipment, training and attitudes of mind which are far removed from those of juries. It is the product of a growing appreciation that the public interest demands that justice be provided as swiftly and as economically as possible.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση διατάσσεται όπως εντός 20 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη όλων των εγγράφων τα οποία βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή ή εξουσία ή φύλαξη ή έλεγχο της και τα οποία σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το πέρας της υπόθεσης. (Υπ.) ................... Λένα Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] Δέστε G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, 1629, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, 2274, VECTOR ONEGA A.G. v. Το Πλοίο M/V GIRVAS κ.α. (αρ.4)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 823, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600. [2] Δέστε Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431 [3] Δέστε Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R. 823 [4] Δέστε O'Rourke v. Darbishre
(1920)A.C. 581, H.L. 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 660, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40 [5] Όπως λέχθηκε στην υπόθεση National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and another
(1962)C.L.R. 40: «Ιt is important that a party should have proper discovery before proceeding to trial .» [6] "11. The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether in affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.