Αναφορικά με την αίτηση για έκδοση του Vyacheslav Shimkevich, Αίτηση Έκδοσης αρ.: 2/09, 11 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης αρ.: 2/09 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο, 95/70 και Αναφορικά με την αίτηση για έκδοση του Vyacheslav Shimkevich, από τη Ρωσία Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κα Λοϊζίδου Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κα Φλουρέντζου Καθ΄ ου η αίτηση: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση, Ρώσου υπηκόου. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ο καθ' ου η αίτηση συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 10/4/2009, ενώ σκόπευε να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Κατά τον διαβατηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το όνομα του βρισκόταν στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία (stop list). Ακολούθησε η έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης του καθ' ου η αίτηση από την Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (βλέπε τα τεκμήρια 9 και 9Α). Την ίδια μέρα παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο διέταξε την απόλυση του, επιβάλλοντας του περιοριστικούς όρους. Η εξουσιοδότηση προς έναρξη της διαδικασίας εκδόσεως υπεγράφη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κατά την 20/5/2009 (βλέπε το τεκμήριο 1). Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ο καθ' ου η αίτηση κατά την περίοδο Μαρτίου 2005 - Μαϊου 2006, κατέχοντας τη θέση του αναπληρωτή διευθυντή της εταιρείας «LLC Rekma V.G.» φέρεται να υπεξαίρεσε ξένη περιουσία μεγάλης αξίας συνωμοτώντας με αξιωματούχους άλλων εταιρειών. Συγκεκριμένα, κατά την πιο πάνω περίοδο, ο καθ' ου η αίτηση σε συνεργασία με αξιωματούχους άλλων εταιρειών προέβαιναν στην πώληση πετρελαίου που παρήγαγε η εταιρεία «Tomskneft EOC» στην εταιρεία «LLC Rekma V.G.» κάτω από την πραγματική του τιμή. Το αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν η πώληση 1 003 220 τόνων πετρελαίου στην τιμή των 4 943,08 ρουβλιών ανά τόνο, αντί της πραγματικής τιμής που ήταν 6.000 ρούβλια ανά τόνο, επιφέροντας κατ' αυτό τον τρόπο ζημιά στην εταιρεία «Tomskneft EOC». Ακολούθως, η πιο πάνω ποσότητα πετρελαίου πωλήθηκε σε άλλες εταιρείες, στην πραγματική αξία αγοράς του, επιφέροντας κέρδη στον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος σε συνεργασία με τα υπόλοιπα μέλη της παράνομης ομάδας προέβη σε περαιτέρω οικονομικές συναλλαγές, με στόχο τη νομιμοποίηση των εσόδων που αποκτήθηκαν παράνομα. Η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση υπήρξε πολυεστιακή. Οι βασικοί πυλώνες στους οποίους στηρίχθηκε η υπεράσπιση του ήταν οι ακόλουθοι: 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων (Νόμος 95/70) για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση. 2) Πίσω από την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση κρύβονται αλλότρια κίνητρα και πιο συγκεκριμένα πολιτικοοικονομικά κίνητρα. 3) Δεν θα τύχει δίκαιης δίκης σε περίπτωση που διαταχθεί η έκδοση του. 4) Δεν θα πρέπει να διαταχθεί η έκδοση του, τουλάχιστον μέχρι να εξεταστεί η αίτηση την οποία έχει υποβάλει για να του παραχωρηθεί πολιτικό άσυλο, η οποία ακόμη εκκρεμεί. Η ακρόαση της υπόθεσης υπήρξε μακρά. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Δικαστηρίου δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. ΄Ενας από τους λόγους που συνέτεινε στην καθυστέρηση της αποπεράτωσης της ήταν το ότι οι 7 από τους 10 συνολικά μάρτυρες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήρθαν από το εξωτερικό. Οι 3 από τους μάρτυρες των αιτητών χρειάστηκε να έρθουν στην Κύπρο δύο φορές επειδή η μαρτυρία τους, συγκεκριμένα η αντεξέταση τους δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί από την πρώτη φορά, παρά το ότι δίνονταν συνεχόμενες ημερομηνίες ακρόασης. Ενόψει δε άλλων ανειλημμένων υποχρεώσεων τους ήταν αδύνατο να παραμείνουν στην Κύπρο μέχρι να αποπερατωθεί η μαρτυρία τους. Για ένα δε από τους μάρτυρες των αιτητών χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερεις μήνες μέχρι να επιστρέψει στην Κύπρο από τη Ρωσία για να συνεχιστεί η αντεξέταση του, λόγω του ότι στο μεσοδιάστημα είχε υποβληθεί σε επέμβαση και ήταν αδύνατο να ταξιδέψει στην Κύπρο για να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τις ημερομηνίες που είχε οριστεί η υπόθεση για συνέχιση. Στα πρακτικά του Δικαστηρίου καταγράφονται λεπτομερώς όλα τα προβλήματα τα οποία προέκυψαν στη διάρκεια της δίκης, που είχαν σαν αποτέλεσμα να καθυστερήσει η αποπεράτωση της ακρόασης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά των αιτητών παρουσίασε επτά συνολικά μάρτυρες, τέσσερεις από τους οποίους προέρχονταν από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι μάρτυρες οι οποίοι παρουσιάστηκαν κατά σειρά ήταν οι ακόλουθοι:
- Ιωάννα Αναστασιάδου (ΜΑ1) Λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
- Α/Αστ. 1776 Κυριάκος Χριστοδούλου (ΜΑ2) μέλος του ΤΑΕ Λάρνακος.
- Λοχίας 2248 Χαράλαμπος Νίττης μέλος του ΤΑΕ Πάφου.
- Vatim A. Yalovitsky (ΜΑ4).
- Alexander Akimov (ΜΑ5).
- Alexander G. Khaliulin (ΜΑ6).
- Soktoev Tovictov Borisovich (ΜΑ7). Η ΜΑ1 κατέθεσε ότι είναι αρμόδια για θέματα διεθνούς νομικής συνεργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η έκδοση φυγοδίκων. Στις 5/5/2009 παρέλαβε από το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για έκδοση του καθ' ου η αίτηση (βλέπε το τεκμήριο 2). Η αίτηση συνοδεύεται από διάφορα έγγραφα, όπως η έκθεση γεγονότων, το κατηγορητήριο, το ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση και απόσπασμα του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στις 20/5/2009 παρέλαβαν μέσω τηλεομοιότυπου (φαξ) συμπληρωτική δέσμη εγγράφων που στάληκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία (βλέπε το τεκμήριο 3) με ορισμένα στοιχεία που δεν υπήρχαν στα έγγραφα της πρώτης δέσμης. Τα πρωτότυπα των εγγράφων που στάληκαν μέσω τηλεομοιότυπου παραλήφθηκαν στις 28/5/2009 (βλέπε το τεκμήριο 3Α). Η συμπληρωματική δέσμη εγγράφων στάληκε από τις Ρωσικές αρχές μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος για παροχή επιπρόσθετων διευκρινίσεων σε κάποια ζητήματα, τα οποία τους είχε θέσει με επιστολή του ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση (τεκμήριο 6). Ο ΜΑ2 κατέθεσε ότι στις 10/4/2009, όταν ανέλαβε καθήκον, η ώρα 07:00 ενημερώθηκε από συνάδελφο του της προηγούμενης βάρδιας ότι η ώρα 01:20 ο καθ' ου η αίτηση είχε μεταβεί στο αεροδρόμιο Λάρνακας με σκοπό να αναχωρήσει για το Βερολίνο. Επειδή τα στοιχεία του καθ' ου η αίτηση βρίσκονταν στον κατάλογο stop-list της ΥΑΜ Λάρνακας, καθότι καταζητείτο από τις Ρωσικές αρχές, του απαγορεύθηκε η έξοδος από τη Δημοκρατία και ειδοποιήθηκε σχετικά με τα πιο πάνω το ΤΑΕ Λάρνακας. Μέλη του ΤΑΕ μετέβηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας όπου παρέλαβαν τον καθ' ου η αίτηση και τον μετέφεραν στα γραφεία του ΤΑΕ. Επικοινώνησε με τη δικηγόρο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας κα Δένα Θεοδώρου και την ενημέρωσε για την πιο πάνω εξέλιξη. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με την κα Θεοδώρου, ετοιμάστηκε γραπτή αίτηση προς την Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με τον σχετικό όρκο (τεκμήριο 9) με βάση τον οποίο εκδόθηκε προσωρινό ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση (βλέπε το τεκμήριο 9Α). Μετά την εξασφάλιση του ως άνω εντάλματος συνέλαβε τον καθ' ου η αίτηση στην παρουσία του δικηγόρου του. Την ίδια μέρα ο καθ' ου η αίτηση παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Διευκρίνησε ότι το πρώτο γραπτό μήνυμα της Ιντερπόλ Μόσχας για τον εντοπισμό του καθ' ου η αίτηση στάληκε στις 3/3/
- Με βάση το μήνυμα αυτό τα στοιχεία του καθ' ου η αίτηση καταχωρήστηκαν στον κατάλογο «stop-list» στις 6/3/
- Ο ΜΑ3 κατάθεσε ότι στις 11/3/08 ανέλαβε τη διερεύνηση της καταγγελίας η οποία υπεβλήθη την ίδια μέρα, αρχικά από τη σύζυγο του καθ' ου η αίτηση, ότι ο σύζυγος της είχε απαχθεί από άγνωστα πρόσωπα. Περί ώρα 23:30 μετέβηκε στον σταθμό ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση και τους ανέφερε ότι περί ώρα 13:00 της ίδιας μέρας είχε απαχθεί από τέσσερα άγνωστα πρόσωπα, τα οποία τον άφησαν ελεύθερο περί ώρα 23:
- Στα πλαίσια των εξετάσεων του πήρε καταθέσεις από τον καθ' ου η αίτηση, τη σύζυγο και ολόκληρο το φιλικό τους περιβάλλον (βλέπε τα τεκμήρια 5 και 10). Δεν διαπίστωσαν την ταυτότητα των προσώπων που απήγαγαν τον καθ' ου η αίτηση, παρόλες τις εξετάσεις που έκαμαν. Ως εκ τούτου η υπόθεση παρέμεινε ανεξιχνίαστη. Ο καθ' ου η αίτηση στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο ένας εκ των απαγωγέων τού είχε αναφέρει ότι ήταν αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών της Ρωσίας. Ερεύνησαν τον ισχυρισμό αυτό, αλλά για τους λόγους του οποίους επεξήγησε στη μαρτυρία του, δεν πείστηκαν ότι επρόκειτο για αστυνομικούς των μυστικών υπηρεσιών της Ρωσίας. ΄Ενας από τους λόγους για τους οποίους κατέληξαν στο ως άνω συμπέρασμα ήταν ότι η όλη επιχείρηση δεν ήταν καλά σχεδιασμένη. Αν επρόκειτο για αστυνομικούς της Ρωσικής Κυβέρνησης σίγουρα θα ενεργούσαν με επαγγελματικό τρόπο. Ο ΜΑ4 κατέθεσε ότι είναι βοηθός του Γενικού Εισαγγελέα και ο επικεφαλής του τμήματος ΄Εκδοσης Φυγοδίκων στο Τμήμα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το τμήμα του οποίου προϊσταται δεν ασχολείται με ανακριτικό έργο. Με αυτό ασχολούνται οι ανακριτές, οι οποίοι υπάγονται σε ξεχωριστό τμήμα στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Οι σχέσεις μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας σε θέματα έκδοσης φυγοδίκων βασίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση ΄Εκδοσης Φυγοδίκων της 13ης/12/1957 και στα πρόσθετα Πρωτόκολλα της, καθώς και στην Συμφωνία μεταξύ Σοβιετικής ΄Ενωσης και Κυπριακής Δημοκρατίας για νομική αρωγή σε υποθέσεις αστικού και ποινικού δικαίου ημερομηνίας 19/1/
- Σύμφωνα με το άρθρο 460 του κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας είναι η αρμόδια αρχή για υποβολή αιτήσεων έκδοσης προσώπων που διαμένουν στα εδάφη ξένων χωρών. Στις αρχές του 2009 ενημερώθηκαν από το ανακριτικό τμήμα ότι ο καθ' ου η αίτηση καταζητείτο διεθνώς για το ότι θεωρείτο κατηγορούμενος για την διάπραξη αδικημάτων τα οποία προνοούνται στα άρθρα 160.4 και 174.1.4 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Με βάση τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στο γραφείο του προέβηκαν σε ενέργειες προς εντοπισμό του καθ' ου η αίτηση. Την Άνοιξη του 2009 ενημερώθηκε από την Interpol ότι ο καθ' ου η αίτηση βρισκόταν στην Κύπρο. Κατόπιν αυτού ζήτησαν από το αρμόδιο τμήμα όλα τα έγγραφα του καθ' ου η αίτηση. Στις 28/4/09 απέστειλαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας αίτημα για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση προς το σκοπό της ποινικής δίωξης του για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στο έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση περιγράφονται λεπτομερώς στα έγγραφα που στάληκαν από την Ρωσική Ομοσπονδία. Τα υπό αναφορά έγγραφα υπογράφονται από βοηθό του Γενικού Εισαγγελέα κατόπιν αδείας του Γενικού Εισαγγελέα. Η Ρωσική Ομοσπονδία με τα έγγραφα της έκδοσης έχει δώσει όλες τις εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις ότι σε περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση εκδοθεί στις Ρωσικές Αρχές θα ικανοποιηθούν όλες οι προϋποθέσεις για να τύχει δίκαιης δίκης και επιπλέον θα έχει όλα τα δικαιώματα κατηγορουμένου προσώπου που προνοούν τόσο η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, όσο και οι Νόμοι της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως περιγράφονται λεπτομερώς στην έκθεση την οποία ετοίμασε (βλ. τα τεκμήρια 11 Α και 11 Β). Επιπλέον, σε περίπτωση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση, θα μπορούν οι εκπρόσωποι της Κυπριακής Πρεσβείας στη Ρωσική Ομοσπονδία να τον συναντούν και να τον ρωτούν για τις συνθήκες της κράτησης του. Η αίτηση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση δεν υπεβλήθη για πολιτικούς λόγους και ούτε σχετίζεται με τη θρησκεία, την εθνικότητα ή τις πολιτικές του απόψεις. Εκ μέρους του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας διαβεβαίωσε ότι ο καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση που εκδοθεί στη Ρωσία θα είναι ελεύθερος μετά την ποινική δίωξη ή την δίκη του, ή σε περίπτωση καταδίκης του μετά την έκτιση της ποινής του, να διακινηθεί ελεύθερα και ακόμα να εγκαταλείψει το έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας αν το επιθυμεί. Ο ΜΑ5 κατέθεσε ότι είναι ανακριτής για ιδιαίτερα σοβαρές υποθέσεις του Τμήματος της Διοίκησης για διερεύνηση ιδιαίτερα σοβαρών υποθέσεων στην Εισαγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. ΄Ηταν μέλος της ομάδας ανακριτών που ασχολήθηκε με την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση και από τις 12/2/2010 είναι ο υπεύθυνος της συγκεκριμένης ομάδας. Τα γεγονότα τα οποία περιγράφει στην γραπτή του δήλωση (βλ. τα τεκμήρια 16 Α και 16 Β) τα πήρε από τον φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο μελέτησε πολύ προσεκτικά. Ο καθ' ου η αίτηση κατηγορείται για την διάπραξη δύο αδικημάτων που προβλέπονται στο Άρθρο 160.4, συγκεκριμένα για υπεξαίρεση ξένης περιουσίας από οργανωμένη ομάδα σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα, καθώς και δύο αδικημάτων που προβλέπονται στο Άρθρο 174.1 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, συγκεκριμένα για χρηματιστικές πράξεις και άλλες συναλλαγές με χρηματικά μέσα και άλλη περιουσία που αποκτήθηκαν σαν αποτέλεσμα διάπραξης αδικημάτων. Ο καθ' ου η αίτηση ήταν ιδιοκτήτης και συγχρόνως αναπληρωτής του Γενικού Διευθυντή της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης «Rekma V.G.». Ο καθ' ου η αίτηση έγινε μέλος οργανωμένης ομάδας με σκοπό την υπεξαίρεση περιουσίας των εταιρειών ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ και ΟΟΟ «Tomskneft-Service». Η ομάδα αυτή δημιουργήθηκε το 2005 από τον συγγενή του καθ' ου η αίτηση Sergey Shimkevich. Ο Sergey ήταν υπάλληλος και συγχρόνως αντιπρόεδρος της εταιρείας ΖΑΟ «Yukos E.P.». ΄Ηταν επίσης διαχειριστής - διοικητής της ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ. Τον Φεβρουάριο του 2004 ο Sergey υπέγραψε συμβόλαιο με την ΖΑΟ «Yukos E.P.», σύμφωνα με το οποίο ήταν υποχρεωμένος να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της εταιρείας ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ όπως και τις δικές του υποθέσεις. Επίσης δεν είχε το δικαίωμα να συνεργάζεται με εταιρείες που ήταν ανταγωνιστές της ΟΑΟ «ΝK Yukos». ΄Ομως, παραβίασε την εντολή του Προέδρου της ΖΑΟ «Yukos E.P.», σύμφωνα με την οποία είχε δικαίωμα να συνάπτει συμβόλαια για διάθεση πετρελαίου και πετρελαιοειδών ειδών μόνο με τους οργανισμούς οι οποίοι εκτελούσαν έργα για την ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ και μόνο για κοινωνικούς σκοπούς. Δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει συμβόλαια με την «Rekma V.G.». Ο Sergey, με την βοήθεια του καθ' ου η αίτηση και της Konovalova Ν.Α., διευθύντριας της «Rekma V.G.» υπέγραψαν στις 17/3/2005 και 23/12/2005 στην πόλη Στρεζεβόι της περιοχής Τομσκ συμβόλαια αγοραπωλησίας πετρελαίου με την εταιρεία «Rekma V.G.», σύμφωνα με τα οποία η ποσότητα και η τιμή του πωλούμενου προϊόντος θα καθοριζόταν από τους συμβαλλόμενους με μηνιαίες συμπληρωματικές συμφωνίες. Στην πραγματικότητα όμως, το πετρέλαιο μεταφερόταν στο λογαριασμό της «Rekma V.G.» χωρίς αντίστοιχη αποζημίωση και με εντελώς αβάσιμα μειωμένες τιμές. Η εταιρεία «Rekma V.G.» αποκτώντας το δικαίωμα ιδιοκτησίας του κλεμμένου πετρελαίου το πωλούσε η ίδια σε άλλους αγοραστές με την τιμή της αγοράς, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 6000 ρούβλια τον τόνο κατά μέσο όρο. Κατά την περίοδο Απριλίου 2005 - Ιανουαρίου 2006 η «Rekma V.G.» απόκτησε δικαίωμα ιδιοκτησίας για 1 003 200 τόνους πετρελαίου. Ο Sergey καθόρισε ως τιμή πώλησης στην εταιρεία «Rekma V.G.» το ποσό 4 943,08 ρουβλιών τον τόνο. ΄Ομως η εταιρεία ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ πωλούσε πετρέλαιο στον βασικό της εταίρο, που ήταν ο εμπορικός οίκος «Yukos Μ.» σε τιμή όχι κατώτερη των 6 000 ρουβλιών τον τόνο. Κατά την συγκεκριμένη περίοδο η πραγματική τιμή αγοράς των 1 003 200 τόνων πετρελαίου ανερχόταν στα 6 127 400 000 ρούβλια. Στον λογαριασμό όμως της ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ κατατέθηκε εκ των υστέρων μόνο το ποσό των 4 556 392 153,
- Κατ' αυτό τον τρόπο προξενήθηκε ζημιά στην εταιρεία ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ συνολικού ύψους 1 571 007 846,56 ρουβλιών. Τα καθαρά κέρδη που συγκεντρώθηκαν στο λογαριασμό της «Rekma V.G.» από την πώληση του πετρελαίου που υπεξαιρέθηκε από την ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ ανέρχονται στο ποσό των 1 551 462 991,32 ρουβλιών. Το ποσό αυτό νομιμοποιήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση και τα άλλα μέλη της εγκληματικής ομάδας με διάφορες ενέργειες, τις οποίες περιγράφει στην δήλωση του. Στις 12/4/2005 ο καθ' ου η αίτηση, ο Sergey και η Konovalova N.Α., ίδρυσαν στην πόλη Στρεζεβόι την εταιρεία ΟΟΟ «Tomskneft-Service». Ιδρυτές της εταιρείας αυτής ήταν οι εταιρείες «Rekma V.G.» και ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ με ποσοστό συμμετοχής 50% η κάθε μια. Το ποσό που η κάθε εταιρεία πρόσφερε στο ιδρυτικό κεφάλαιο της ΟΟΟ «Tomskneft-Service» ήταν 5 000 ρούβλια. Η εταιρεία «Rekma V.G.» αποτέλεσε μοχλό κατά την υπεξαίρεση της περιουσίας της ΟΟΟ «Tomsknef-Service», η οποία είχε ιδρυθεί με σκοπό την υπεξαίρεση των χρημάτων της ΟΑΟ «Tomskneft» ΒΝΚ, με πρόσχημα την πληρωμή μερισμάτων στην ΟΟΟ «Rekma V.G.». Τον Μάρτιο του 2006 η ΟΟΟ «Tomskneft-Service» απέκτησε κέρδος ύψους 72,5 εκατομ. ρουβλιών. Το ποσό αυτό διαμοιράστηκε στους μετόχους της κατ' ίσα μερίδια. Το ποσό των 36 279 000 ρουβλιών εμβάστηκε στο λογαριασμό της ΟΟΟ «Rekma V.G.» στην τράπεζα «Πριοριτέτ» στη Σαμάρα. Στη συνέχεια, ποσό 28 722 084 ρουβλιών εμβάστηκε στους προσωπικούς λογαριασμούς της Konovalova Ν.Α. και του καθ' ου η αίτηση. Ο ΜΑ6 κατάθεσε ότι ασχολείται με θέματα ποινικού δικαίου για 20 χρόνια. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος σε θέματα ποινικού δικαίου. Διδάσκει νομικά στην Ακαδημία της Γενικής Εισαγγελίας της Μόσχας, στην Ακαδημία του υπουργείου Δικαιοσύνης και στο Πανεπιστήμιο Φιλίας των λαών. Το 1997 έγινε εμπειρογνώμονας. Είναι επίσης διευθυντής της Ακαδημίας της Γενικής Εισαγγελίας. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση ετοίμασε τρεις εκθέσεις. Με την πρώτη του έκθεση σχολιάζει την έκθεση του καθηγητή Bowring (βλέπε το Ρωσικό κείμενο - τεκμήριο 19Α και τη μετάφραση του στα Αγγλικά - τεκμήριο 19Β). Με τη δεύτερη του έκθεση σχολιάζει την έκθεση του καθηγητή Sakwa (βλέπε το Ρωσικό κείμενο-τεκμήριο 20Α και τη μετάφραση του στα Αγγλικά-τεκμήριο 20Β). Με την τρίτη του έκθεση σχολιάζει την έκθεση του δικηγόρου Danilchenko (βλέπε το Ρωσικό κείμενο-τεκμήριο 21Α και τη μετάφραση του στα ελληνικά-τεκμήριο 21Β). Σύμφωνα με τις απόψεις του, η έκθεση του καθηγητή Bowring δεν περιέχει οποιεσδήποτε πληροφορίες για συμμετοχή του καθ' ου η αίτηση στην πολιτική ζωή της Ρωσίας (μέλος πολιτικών κομμάτων, συμμετοχή σε συναντήσεις, δημοσιεύσεις, συνεντεύξεις επί σχετικών θεμάτων, αντιπροσώπευση στο ομοσπονδιακό συμβούλιο και στη Δούμα). Δεν υπάρχει αναφορά στην ύπαρξη πολιτικών απόψεων του καθ' ου η αίτηση. Δεν υπάρχει διασύνδεση μεταξύ της δίωξης του καθ' ου η αίτηση και των πολιτικών του απόψεων. Το θέμα των «πολιτικών κινήτρων» είναι πολύ σημαντικό επειδή πολύ συχνά πρόσωπα τα οποία διέπραξαν σοβαρά αδικήματα προσπαθούν να αποφύγουν την ποινική τους ευθύνη και επιμένουν στο ότι η υπόθεση τους θα πρέπει να θεωρηθεί πολιτικής φύσεως, προσπαθώντας να αποτρέψουν πιθανή έκδοση τους. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει οποιαδήποτε πληροφορία ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση γίνεται για πολιτικά κίνητρα. Από το μαρτυρικό υλικό είναι αδύνατο να εξαχθεί το συμπέρασμα για τις πολιτικές απόψεις του καθ' ου η αίτηση με βάση τις οποίες είναι αδύνατο να τύχει δίκαιης δίκης στη Ρωσία. Οι λόγοι τους οποίους θέτει ο Bowring για να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι η δίωξη του καθ' ου συνδέεται άρρηκτα με τις πολιτικές του απόψεις, αφορά μόνο τις οικονομικές του δραστηριότητας οι οποίες συνδέονται με την εταιρεία «Yukos». Oι κατηγορίες εναντίον του καθ' ου η αίτηση δεν συνδέονται με τις κατηγορίες εναντίον του Khodorkovsky και των άλλων κατηγορουμένων στην υπόθεση της «Yukos». Η δήλωση του Bowring ότι οι κατηγορίες εναντίον του καθ' ου εν μέρη συμπίπτουν με τις κατηγορίες της φοροδιαφυγής, οι οποίες υπήρχαν στην πρώτη δίκη εναντίον των Khodorkovsky και Lebetev κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι εκτιμήσεις του Bowring ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των ενεργειών της Ρωσικής κυβέρνησης δεν στηρίζονται σε αληθή γεγονότα και κατ' ουσίαν αποτελούν αβάσιμες κατηγορίες εναντίον του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης της Ρωσίας ή τουλάχιστον θα πρέπει να θεωρηθούν ως εικασίες. Η Ρωσία έχει αρκετή εμπειρία σε θέματα διεθνούς συνεργασίας στην σφαίρα της ποινικής δικαιοσύνης και αξίζει εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας. Οι εγγυήσεις, τις οποίες παραχώρησε η Ρωσία στην αίτηση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση δεν θα πρέπει να αμφιβάλλονται. Η έκθεση της ειδικής εισηγήτριας (Rapporteur) Sabine Leutheusser Schnarrenberger, η οποία μνημονεύεται στην έκθεση Bowring εξετάζει τις περισσότερες από τις ποινικές διαδικασίες εναντίον του Khodorkovsky αλλά καμμιά από αυτές αναφέρεται στις κατηγορίες εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Ο μάρτυρας επεξήγησε το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η δικαιοσύνη απονέμεται από τα δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τα οποία συστάθηκαν με βάση το Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και τους Ομοσπονδιακούς Συνταγματικούς νόμους. Απαγορεύεται η σύσταση εκτάκτων (ad hoc) δικαστηρίων. Σύμφωνα με τον ποινικό διαδικαστικό νόμο της Ρωσίας, η ποινική υπόθεση για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο καθ' ου η αίτηση θα εξεταστεί από επαρχιακό μονομελές δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η θέση του καθηγητή Bowring ότι οι αποφάσεις του Συνταγματικού δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας συχνά παραγνωρίζονται δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η έκθεση του Bowring περιέχει πληροφορίες για διαφθορά του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, η οποία δυστυχώς υπάρχει σε όλα τα κράτη. Αξίζει φυσικά να σημειωθεί ότι η Ρωσία καταβάλλει αμείωτες και έντονες προσπάθειες να πατάξει αυτό το αρνητικό φαινόμενο. Για παράδειγμα, ο Ομοσπονδιακός νόμος για την καταπολέμηση της διαφθοράς, ο οποίος υιοθετήθηκε το 2008 και από τότε ένας αριθμός ομοσπονδιακών νόμων και πράξεων του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στοχεύουν στη καταπολέμηση της διαφθοράς. Κατά το 2007 συστάθηκε ένα νέο σώμα, η επιτροπή διερεύνησης στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το σώμα αυτό είναι επιφορτισμένο με το έργο της διασφάλισης της εφαρμογής των ομοσπονδιακών νόμων σε ποινικές διαδικασίες, π.χ. έναρξη ποινικών υποθέσεων και διερεύνηση αδικημάτων που υπάγονται στην εξουσία των ανακριτών με βάση τον κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ευρύτερη ανεξαρτησία των ανακριτικών σωμάτων και αυξάνεται η ευθύνη τους για τη νομιμότητα των δραστηριοτήτων τους. Στην έκθεση του ο καθηγητής Bowring αναφέρεται στην ομιλία του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, κου Chaika σε κάποια συνάντηση στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας όπου ο κος Chaika έδωσε πληροφορίες αναφορικά με παράνομες ποινικές διώξεις. Δυστυχώς, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι αυτά τα γεγονότα πράγματι υπάρχουν και οι αιτίες τους βρίσκονται πίσω από λάθη τα οποία γίνονται στο στάδιο της προανάκρισης. Υπάρχουν ακόμα υποθέσεις κατάχρησης από αξιωματούχους οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή των ποινικών υποθέσεων. Οπωσδήποτε όμως, το γεγονός ότι το φαινόμενο αυτό έγινε αποδεκτό από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και η δημοσίευση αυτής της πληροφορίας στα Μ.Μ.Ε. δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αποσιωπάται, αλλά υπάρχει η θέληση για την επίλυση του και για την λήψη μέτρων για βελτίωση της κατάστασης, για την αποκατάσταση των παραβιασθέντων δικαιωμάτων των προσώπων που ενεπλάκησαν στην ποινική διαδικασία (έχει επιβεβαιωθεί ότι τα δικαστήρια επιδίκασαν αποζημιώσεις σε βλαβέντα πρόσωπα). Η εξέταση των ποινικών υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων διεξάγεται στη βάση των αρχών της νομιμότητας, του τεκμηρίου της αθωότητα, της παρουσίας των μερών και της εκπροσώπησης τους, της δημοσιότητας και του αντιπαραθετικού συστήματος. Μια από τις βασικές αρχές της ποινικής δικαιοσύνης είναι ότι οι εξουσίες της κατηγορούσας αρχής, της υπεράσπισης και της επίλυσης της ποινικής υπόθεσης, διαχωρίζονται μεταξύ τους και το δικαστήριο δεν καθίσταται μέρος στη διαδικασία αλλά διατηρεί την ανεξαρτησία του. Η υπεράσπιση έχει ίσα δικαιώματα με την κατηγορούσα αρχή στην παρουσίαση και εξέταση μαρτυρίας, στην υποβολή ερωτήσεων, στην παρουσίαση ενώπιον του δικαστηρίου των θέσεων της αναφορικά με το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Οι παρ. 98-115 της έκθεσης Bowring αναφέρονται στη διαφθορά στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Οπωσδήποτε το μόνο που επιβεβαιώνουν οι δηλώσεις των Προέδρων του Συνταγματικού Δικαστηρίου Zorkin και Baglaya είναι η αποδοχή αυτού του αρνητικού φαινομένου και η θέληση για καταπολέμηση του. Επιβεβαιώνουν επίσης ότι ένας από τους πρωταρχικούς στόχους του προέδρου D. Medvedev είναι η κάθαρση από τη διαφθορά. Οι νόμοι της Ρωσίας εγγυώνται την ανεξαρτησία των δικαστών. Σύμφωνα με το άρθρο 120 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι και είναι υπόλογοι μόνο στο Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και στους ομοσπονδιακούς νόμους. Ο νόμος της Ρωσικής Ομοσπονδίας «The status of Judges in R.F.», ο κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ο διαιτητικός δικονομικός κώδικας και ο Ποινικός Κώδικας, προνοούν εγγυήσεις της ανεξαρτησίας των δικαστών, τις οποίες περιγράφει λεπτομερώς στην έκθεση του. Μεταξύ των εν λόγω εγγυήσεων είναι και η ποινικοποίηση της παρέμβασης στο έργο των δικαστηρίων. Επιπλέον το Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και οι ομοσπονδιακοί νόμοι προνοούν ολόκληρο σύστημα εγγυήσεων και διασφάλισης της ανεξαρτησίας των δικαστών. Η αναφορά του Bowring στα γεγονότα της απόλυσης των δικαστών Kudeshkina και Pashin ως μαρτυρίας η οποία αποδυκνείει την παράνομη παρέμβαση στο έργο τους της προϊσταμένης του δικαστηρίου της πόλης της Μόσχας, Olga Yegorava, δεν είναι σχετική. Η Kudeshkina απελύθη από τη θέση της τον Μάϊο του 2004 όχι με βάση διαταγή της Yegorava αλλά με βάση την απόφαση του δικαστικού συμβουλίου της Μόσχας για ηθελημένη υπόσκαψη των αρχών της δικαστικής εξουσίας. Το συμπέρασμα του Bowring ότι απειλείται η ανεξαρτησία του δικηγορικού σώματος είναι επίσης απλή υπόθεση. Δεν θα μπορούσε κανένας να συμφωνήσει με τη θέση του Bowring ότι όλοι οι δικηγόροι στη Ρωσία υπόκεινται σε εκβιασμούς, έρευνες κλπ από μέλη της Ρωσικής αστυνομίας. Ο πρόεδρος Medmedev πολλές φορές είχε διακηρύξει ότι το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας πρέπει να τελειοποιηθεί και αυτά που έχει αναφέρει αντανακλώνται στις διάφορες αποφάσεις που πήρε και σε νόμους που εξετάζονται ήδη. Ο Medmedev όχι μόνο εκφράστηκε πολλές φορές για την ανάγκη ανεξαρτησίας του δικαστικού συστήματος, αλλά ο ίδιος παρουσίασε στη Δούμα πολλά νομοσχέδια προς αυτή την κατεύθυνση. Οι νόμοι αυτοί έχουν εγκριθεί και πράγματι συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων. Το πρόβλημα της άσκησης πιέσεων, ακόμα κι αν υπάρχει είναι σπάνιο και δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ολόκληρο το Ρωσικό νομικό σύστημα. Στη Ρωσία εργάζονται πάνω από 30.000 δικαστές. Παραδέχεται ότι υπάρχει μεν διαφθορά στο Ρωσικό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης αλλά σε σπάνιες περιπτώσεις. Υπάρχουν ποινικές υποθέσεις εναντίον δικαστών που έκαμαν πράξεις διαφθοράς. Οι υποθέσεις αυτές είναι 2-4 ετήσια. Η Ρωσία αναγνωρίζει αυτό το πρόβλημα και το καταπολεμά. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η Ρωσική Ομοσπονδία με την προσχώρηση της στο Συμβούλιο της Ευρώπης έχει αποδεχθεί τους μηχανισμούς του Συμβουλίου που είναι η κοινοβουλευτική συνέλευση και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συμφώνησε επίσης ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έχει υποχρέωση να εφαρμόζει τις αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. Δεν υπάρχουν ποινικές υποθέσεις εναντίον της Yukos ως νομικού προσώπου. ΄Ολες οι υποθέσεις στρέφονται εναντίον φυσικών προσώπων, αξιωματούχων της Yukos. Η παρούσα υπόθεση δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή διασύνδεση με τις υποθέσεις εναντίον των αξιωματούχων της Yukos. Απέρριψε τη θέση ότι η δίωξη του καθ' ου η οφείλεται στη συνεργασία την οποία έκαμε με την «Tomskneft», η οποία υφίστατο επίθεση για σκοπούς ενσωμάτωσης της στην κρατική εταιρεία Rosneft και για τη βοήθεια που παρείχε στην «Tomskneft» για να αποφύγει η εταιρεία αυτή την πτώχευση. Ο MA7 είναι ο δεύτερος εμπειρογνώμονας, τον οποίο παρουσίασε η πλευρά των αιτητών. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε στο δικαστήριο, είναι απόφοιτος της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου της πόλης Ιρκούτσκ. Το 2001 απέκτησε τον τίτλο του «Doctor of Law». Είναι υποδιευθυντής του Ινστιτούτου Νομικής της Ακαδημίας Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και πανεπιστημιακός καθηγητής της έδρας του Ποινικού Δικαίου. Ετοιμάζει εκθέσεις σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις. Αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση ετοίμασε δύο εκθέσεις. Με την πρώτη του έκθεση (τεκμήρια 22Α και 22Β) σχολιάζει την έκθεση του καθηγητή Richard Sakwa. Η βασική του θέση είναι ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση αφορά την από μέρους του διάπραξη αδικημάτων του ποινικού κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, απορρίπτοντας την άποψη του καθηγητή Sakwa ότι η έκδοση του καθ' ου η αίτηση ζητείται καθαρά για πολιτικούς λόγους και ειδικά το ότι πρόκειται για μια ακόμα δίωξη που έχει άμεση σχέση με τις υποθέσεις της «Yukos». Με την δεύτερη του έκθεση (τεκμήρια 23Α και 23Β) δίνει την άποψη του σε δύο ερωτήματα τα οποία είχαν τεθεί σ' αυτόν από την Γενική Εισαγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα ερωτήματα αυτά ήταν (α) το κατά πόσο ήταν παράνομο για τον Sergey Shimkevich να πωλεί πετρέλαιο στην εταιρεία «Rekma» σε τόσο χαμηλές τιμές και (β) τα κατά πόσο η εταιρεία «Yukos» τον κατηγόρησε για κλοπή πετρελαίου και ζήτησε την δίωξη του. Σύμφωνα με τις οδηγίες της εταιρείας ZAO «Yukos» E.P. αρ. 504 της 28ης/6/2005 και 093 της 24ης/10/2005, ο διευθύνων σύμβουλος της «Tomsknief» Sergey Shimkevich ήταν υπεύθυνος για την διεξαγωγή των τρεχουσών εκτελεστικών δραστηριοτήτων της εταιρείας σε θέματα σύναψης συμβολαίων πώλησης πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, αλλά μόνο σε συνεργαζόμενες επιχειρήσεις οι οποίες εκτελούσαν συμβατικά έργα για την «Tomskneft» και μόνο για κοινωνικούς σκοπούς. Στη βάση της εξουσιοδότησης η οποία είχε δοθεί εκ μέρους της ZAO Yukos EP ο Sergey Shimkevich είχε την εξουσία να συμβάλλεται εκ μέρους της εταιρείας για ποσό το οποίο δεν θα υπερέβαινε τα 50.000.000 ρούβλια, όπως επίσης της εκπλήρωσης όλων των ενεργειών που συνδέονταν με την εκτέλεση των ως άνω συμβολαίων. ΄Οπως ο Sergey Shimkevich αναφέρει, πέραν των πιο πάνω, η διεύθυνση της «Yukos EP» αποφάσισε να επιτρέψει την ελεύθερη πώληση πετρελαίου μέχρι 100 000 τόνων μηνιαίως και προς τον σκοπό αυτό είχε παραχωρηθεί πληρεξούσιο έγγραφο στον Sergey Shimkevich ως τον διευθύνοντα σύμβουλο της «Tomskneft». Το ζήτημα όμως έγκειται κάπου αλλού. Σύμφωνα με το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο του είχε παραχωρηθεί, ο Sergey Shimkevich είχε καθήκον, κατά την πώληση της ως άνω ποσότητας πετρελαίου να καταβάλλει τον ίδιο βαθμό επιμέλειας τον οποίο κατέβαλλε για τις δικές του υποθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη το τεκμήριο της γνώσης και εμπειρίας του καλόπιστου επιχειρηματία. Το πληρεξούσιο που του δόθηκε τον δέσμευε να εκτελεί τα καθήκοντα του με καλή πίστη, ως προσώπου με ειδικό εμπίστευμα. Η εταιρεία «Rekma V.G.» επιλέγηκε από τον Sergey Shimkevich για την πώληση του ποσού των 100.000 τόνων μηνιαίως. Ο Sergey Shimkevich έθεσε ως μέση τιμή πώλησης του πετρελαίου το ποσό των 4919.48 ρουβλιών περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. τον τόνο. Κατά τον χρόνο που έκανε τις ως άνω συμφωνίες, η πραγματική αγοραία τιμή των 1 003 220,00 τόνων πετρελαίου στον τόπο της εξόρυξης του από την «Tomskneft» ήταν 6 035 244 746.50 ρούβλια περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (ή 6 015,87 ρουβλιών τον τόνο). Κατά την περίοδο αυτή η τιμή του πετρελαίου είχε καθοριστεί με βάση τις πληροφορίες της «Kortes» - κέντρο πληροφοριών, του οποίου τα αποτελέσματα λαμβάνονταν υπόψη από τις φορολογικές αρχές κατά την έρευνα των δραστηριοτήτων των πετρελαϊκών εταιρειών. Η τιμή πώλησης στην εταιρεία «Rekma» ήταν περίπου 20% χαμηλότερη από την τιμή στην οποία ο Sergey Shimkevich πωλούσε πετρέλαιο κατά την ίδια περίοδο στην «TD Yukos M». Ο Sergey Shimkevich υπολόγισε ότι αυτή η κατάσταση ήταν επιτρεπτή και δεν αντέβαινε στο άρθρο 40 του Φορολογικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά την περίοδο Απριλίου 2005 - Φεβρουαρίου 2006, ο Sergey Shimkevich πώλησε όλο το εναπομείναν πετρέλαιο της «Tomskneft» σε άλλους πελάτες σε τιμή όχι χαμηλότερη των 6.000,00 ρουβλιών τον τόνο. Επιπλέον, το πετρέλαιο που αγοράστηκε από την Rekma στη βάση των ως άνω συμβολαίων χρησιμοποιήθηκε κατά τον ακόλουθο τρόπο: Μεταξύ 2005-2006, 1 001 236 τόνοι πετρελαίου πωλήθηκαν στο συνολικό ποσό των 6 353 737 768,05 ρουβλιών περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. (η μέση τιμή πώλησης ήταν 6 345,89 ρούβλια τον τόνο περιλαμβανομένου Φ.Π.Α.). Με βάση τα πιο πάνω πείστηκαν ότι ο Sergey Shimkevich ενήργησε παράνομα, πωλώντας πετρέλαιο σε αδικαιολόγητα χαμηλές τιμές στην «Rekma» προκαλώντας κατ' αυτό τον τρόπο ζημιά στην «Tomskneft» στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 1 009 925 011,14 ρουβλιών. Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα, γνωρίζει ότι ο πρόεδρος της ZAO «Yukos RM» και συγχρόνως διευθύνων σύμβουλος της ΟΑΟ «Tomskneft» VNK, S. V. Trequb καταχώρησε μια αίτηση προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ημερ. 4/9/2006 στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι οι συνθήκες που σχετίζονταν με την μηνιαία πώληση 100 000 τόνων πετρελαίου της «Tomskneft» προς την εταιρεία «Rekma V.G.» κατά τα έτη 2005 και 2006 απαιτούσαν ποινική διερεύνηση της υπόθεσης συνεπεία της καθαρά μειωμένης τιμής πώλησης του πετρελαίου (βλέπε τα τεκμήρια 24Α και 24Β). Η υπεράσπιση κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες. Πρόκειται για τους καθηγητές William Bowring (ΜΥ1) και Richard Sakwa (ΜΥ3) καθώς και το δικηγόρο Danilchenko Viktor Nikolaevich (ΜΥ2). Ο ΜΥ1 είναι καθηγητής νομικών επιστημών στο κολλέγιο Birkbeck (Birkbeck Collage), στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (University of London) και μέχρι τον Οκτώβριο του 2006 ήταν καθηγητής στο «London Metropolitan University». Eτοίμασε δύο εκθέσεις σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η πρώτη του έκθεση (τεκμήριο 26) ετοιμάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2009 ενώ η δεύτερη (τεκμήριο 27) τον Σεπτέμβριο του
- Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη του έκθεση, από το 1983 έχει επισκεφθεί επανειλημμένα τη Ρωσία και άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής ΄Ενωσης. ΄Εχει σπουδάσει την Ρωσική γλώσσα, ιστορία, τον Σοβιετικό και Ρωσικό νόμο και την πρακτική. Έχει δημοσιεύσει πέραν των 70 άρθρων και βιβλίων σε σχέση με τα υπό εξέταση ζητήματα. Επίσης παρουσιάστηκε ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας ενώπιον δικαστηρίων σε υποθέσεις που αφορούσαν αιτήσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας για έκδοση φυγοδίκων. Η γνώμη του είναι ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρακτικής της Ρωσικής κυβέρνησης να διώξει όχι μόνο τον Khodorkovsky αλλά κάθε πρόσωπο το οποίο συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τις εταιρείες «Yukos», «Menatep» ή οποιαδήποτε συνδεόμενη με αυτές εταιρεία. Υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση αποσκοπεί στο να ασκηθεί πίεση στον εξάδελφο του Sergey Shimkevich για να δώσει μαρτυρία εναντίον των Khodorkovsky και Lebetev. Για τους λόγους που επεξηγεί λεπτομερώς στην έκθεση του (παρ. 44-46) ο Khodorkovsky αποτελούσε «απειλή» για τον πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας Putin, ο οποίος είχε κάθε λόγο να φοβάται μία ενδεχόμενη ανάμειξη του Khodorkovsky στην πολιτική ζωή της χώρας, που θα είχε ως επακόλουθο τον πολιτικό εκτοπισμό του Putin. Γι' αυτό ο πρόεδρος Putin είχε κάθε λόγο να επιδιώκει την καταστροφή του Khodorkovsky. Στην έκθεση του γίνεται εκτενής αναφορά στην έκθεση της ειδικής εισηγήτριας (Special Rapporteur) της επιτροπής νομικών υποθέσεων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης (PACE) Sabine Leutheusser Schuarrenberger αναφορικά με τις συνθήκες σύλληψης και δίωξης αξιωματούχων της Yukos. Ας σημειωθεί ότι η άνω αναφορά υιοθετήθηκε από την κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης με το ψήφισμα ημερομηνίας 25/1/
- Η συνέλευση παρατήρησε μεταξύ άλλων ότι οι συνθήκες οι οποίες περιβάλλουν την σύλληψη και τη δίωξη των εκτελεστικών αξιωματούχων της Yukos δείχνουν καθαρά ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον νόμο και ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ειδικά, όσον αφορά την ισχυριζόμενη καταχρηστική πρακτική, η οποία χρησιμοποιήθηκε από τη «Yukos» για ελαχιστοποίηση των φόρων της, αυτή χρησιμοποιήθηκε και από άλλες πετρελαιοπαραγωγικές εταιρείες, οι οποίες δραστηριοποιούνται στη Ρωσία, χωρίς αυτές να υποβληθούν σε νέα φορολόγηση, ή σε αναγκαστική εκποίηση, ούτε οι αξιωματούχοι τους διώχθηκαν ποινικά. Η γνώμη όλων των παρατηρητών και αναλυτών καθώς και των Αγγλικών Δικαστηρίων τα οποία εξέτασαν αιτήματα έκδοσης, τα οποία υποβλήθηκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία, είναι ότι πίσω από τις διώξεις των Khodorkovsky, Lebetev και αρκετών άλλων υπάρχουν πολιτικά κίνητρα. Εάν ο καθ' ου η αίτηση επιστρέψει στη Ρωσία για να δικαστεί, θα δικαστεί από τα δικαστήρια γενικής δικαιοδοσίας που είναι ένα από τα τρία συστήματα απονομής της δικαιοσύνης στη Ρωσία. Κατά τη γνώμη του, δεν θα τύχει δίκαιης δίκης και θα υπάρξουν παρεμβάσεις στην υπόθεση του, ενόψει του ότι έχει καταστεί ο στόχος μερικών από τους πιο δυνατούς πολιτικά και οικονομικά ανδρών της Ρωσίας. Στις παραγράφους 77 και επόμενα της έκθεσης του (τεκμήριο 26) επεξηγεί τα τρία συστήματα απονομής της δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας με βάση το Σύνταγμα του
- Η άποψη του είναι ότι υπάρχει διαφθορά στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Την άποψη του αυτή την στηρίζει στις δηλώσεις και «παραδοχές» σημαντικών προσωπικοτήτων του δικαστικού συστήματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως του Προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου Valeriy Zorkin. Σε ομιλία του ημερομηνίας 24/10/2004 ο κος Zorkin ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι δικαστές είναι συχνά διεφθαρμένοι και το επαγγελματικό τους επίπεδο είναι χαμηλό. Η σχετικότητα της διαφθοράς στην έκθεση του είναι ότι ο διεφθαρμένος δικαστής είναι περισσότερο ευάλωτος σε πιέσεις, ειδικά υπό μορφή απειλών. Τα Ρωσικά δικαστήρια υποφέρουν από έλλειψη ανεξαρτησίας. Οι Ρωσικές αρχές χρησιμοποιούν τα δικαστήρια (pursue their agenda) όπως συνέβηκε κατά τον καιρό του Σοβιετικού κράτους. Οι αρχές μπορούν να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για να καθορίσουν το αποτέλεσμα υποθέσεων στις οποίες έχουν ιδιαίτερο συμφέρον. Ο επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ρωσικής Ομοσπονδίας επισημαίνει μεταξύ άλλων την παράλειψη, ιδιαίτερα των δικαστηρίων να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η ανεξαρτησία των δικαστών πλήττεται και από τις παρεμβάσεις στο έργο τους του προέδρου του δικαστηρίου (the chairman of court) που υπηρετούν, ο οποίος αποκαλείται «ο τσάρος και ο Θεός» του δικαστηρίου του. Ο πρόεδρος κάθε δικαστηρίου όχι μόνο αποφασίζει για το ποιες υποθέσεις θα τύχουν χειρισμού από τον κάθε δικαστή, αλλά παίζει σημαντικό ρόλο στη μονιμοποίηση ή στην προαγωγή ενός δικαστή. Γίνεται δε ειδική αναφορά στις περιπτώσεις των δικαστών Kudeshkina και Pashin, οι οποίοι υπηρετούσαν στο δικαστήριο της Πόλης της Μόσχας (Moscow City Court). Η δικαστής Kudeshkina απελύθη από την εργασία της επειδή αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της Προέδρου του Δικαστηρίου, ενώ ο δικαστής Pashin μετατέθηκε από τη θέση του δύο φορές, τη δεύτερη φορά καθ' υπόδειξη της Προέδρου του Δικαστηρίου. Οι δικηγόροι των Khodorkovsky και Lebetev κατά τη διάρκεια της δίκης τους επεσήμαναν μια σειρά από σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος των πελατών τους για δίκαιη δίκη ειδικά της αρχής της «ισότητας των όπλων». Οι παραβιάσεις αυτές περιγράφονται λεπτομερώς στην παρ. 160 του τεκμηρίου
- Επίσης, στην παρ. 168 του τεκμηρίου 26 καταγράφει μια σειρά από παράπονα των δικηγόρων τους για παρεμβάσεις στο έργο της υπεράσπισης από κρατικά όργανα και ειδικά από τις αρχές των φυλακών, στις οποίες κρατούντο τα ως άνω πρόσωπα. Μεταξύ των παραβιάσεων περιλαμβάνεται η σωματική έρευνα των δικηγόρων και η έρευνα των γραφείων τους καθώς και η κατάσχεση εγγράφων της υπεράσπισης από αυτά, χωρίς να υπάρχει δικαστικό ένταλμα έρευνας. Σημειώνεται ακόμα η άρνηση του διευθυντή των φυλακών Tigiev να επιτρέψει στην δικηγόρο Yelena Liptser να συναντήσει τον πελάτη της Lebetev σε σχέση με την προσφυγή που είχε καταχωρήσει ο Lebetev στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Το συμπέρασμα του καθηγητή Bowring είναι ότι υπάρχει μεγάλο ρίσκο ο καθ' ου η αίτηση να μην τύχει δίκαιης δίκης στα δικαστήρια γενικής δικαιοδοσίας, ειδικά στα δικαστήρια της Μόσχας, συνεπεία των παρεμβάσεων καθώς και της πίεσης που ασκείται στους δικαστές, αλλά και της ταλαιπωρίας των δικηγόρων υπεράσπισης. Είναι ακόμα η θέση του ότι ούτε οι εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις τις οποίες έχει δώσει η Ρωσική Ομοσπονδία προς την Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσαν να διασφαλίσουν το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση για δίκαιη δίκη ενόψει του ότι η Ρωσική Ομοσπονδία σε συγκεκριμένη υπόθεση την οποία αναφέρει στην έκθεση του αρνήθηκε να συμμορφωθεί με διπλωματικές διαβεβαιώσεις τις οποίες παρέσχε στο Ε.Δ.Α.Δ.. Ο δεύτερος μάρτυρας της πλευράς του καθ' ου η αίτηση (ΜΥ2) κατέθεσε ότι εργάζεται ως νομικός από το
- Τα πρώτα δέκα χρόνια ήταν δικαστής ποινικών υποθέσεων. ΄Ηταν επίσης γενικός σύμβουλος για ποινικές υποθέσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Εξασκεί το δικηγορικό επάγγελμα για 25 χρόνια. Διετέλεσε διευθυντής μεγάλου δικηγορικού γραφείου που αποτελείται από 75 δικηγόρους. Κατά το 2003, όταν άρχισαν οι διώξεις της εταιρείας Yukos, το γραφείο τους είχε συνεργαστεί με την εταιρεία αυτή. Στην διάρκεια των 5 τελευταίων χρόνων είχε υπερασπιστεί πάρα πολλά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Sergey Shimkevich. ΄Ηταν δικηγόρος του όταν ήταν κρατούμενος και ακολούθως κατηγορούμενος. ΄Ηταν παρών καθ' όλη τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας. Από τις κατηγορίες εναντίον του Sergey Shimkevich έμαθε και για το πώς εμπλέκεται ο καθ' ου η αίτηση στην υπόθεση. Ετοίμασε έκθεση (legal opinion) στην οποία επεξηγεί τη φύση των κατηγοριών που θα αντιμετωπίσει ο καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση έκδοσης του (βλέπε τα τεκμήρια 28Α και 28Β). Από τα έγγραφα που μελέτησε, κατέληξε ότι η υπόθεση με την οποία κατηγορείται ο καθ' ου η αίτηση έχει διαχωριστεί από την κύρια ποινική υπόθεση εναντίον των αξιωματούχων της Yukos. Από τη στιγμή που στην κύρια ποινική υπόθεση εναντίον της Yukos υπάρχουν πολιτικά κίνητρα, όλες οι συμφωνίες τις οποίες έκαμαν οι πετρελαϊκές της εταιρείες, ειδικά η «Tomskneft VNK» από την οποία ο καθ' ου η αίτηση αγόρασε πετρέλαιο, υποβλήθηκαν άδικα σε μεροληπτική εξέταση. Στην έκθεση του αναφέρει επίσης ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των ισχυριζομένων αδικημάτων από τον καθ' ου η αίτηση δεν υπήρχε καθορισμένη τιμή πώλησης πετρελαίου στην Ρωσική Ομοσπονδία (single oil exchange) η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό ότι η τιμή στην οποία αγόραζε το πετρέλαιο η εταιρεία «Rekma V.G.» ήταν χαμηλώτερη από την καθορισμένη. Σε περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, αυτό το οποίο αναμένεται είναι ότι θα προφυλακιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και σύμφωνα με τη γενική πολιτική που ακολουθείται εναντίον της Yukos, το τελευταίο πράγμα το οποίο αναμένεται, είναι να έχει δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. ΄Οπως τονίζεται στην έκθεση του, σε όλες τις υποθέσεις εναντίον υπαλλήλων της Yukos, τα δικαστήρια εξέδωσαν καταδικαστικές αποφάσεις και οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές φυλάκισης. Ως τέτοια παραδείγματα αναφέρει την πρώτη δίκη εναντίον του Khodorkovsky, του Lebetev, καθώς και τις δίκες άλλων προσώπων που συνδέονταν με την Yukos. Παρά τις διαβεβαιώσεις της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας που παρέχονται με τις αιτήσεις έκδοσης για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, εντούτοις δικαστήρια ξένων χωρών αρνήθηκαν την έκδοση προσώπων που σχετίζονται με την Yukos. Στην δεύτερη συμπληρωματική του έκθεση (τεκμήρια 29Α και 29Β) η οποία φέρει ημερομηνία 27/10/2011 περιγράφει επιπρόσθετα παραδείγματα ποινικών υποθέσεων εναντίον προσώπων που συνδέονταν με την Yukos, οι οποίες αποπερατώθηκαν μετά την πρώτη του έκθεση (τεκμήρια 28Α και 28Β) γι' αυτό και ήταν αδύνατο να συμπεριληφθούν στην πρώτη του έκθεση. Μεταξύ άλλων αναφέρεται στην δεύτερη καταδίκη των Khodorkovsky και Lebetev ημερ. 30/12/2010 καθώς και στις καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον του Sergey Shimkevich ημερομηνίας 16/3/2010 και 18/7/
- Αναφέρεται ακόμα σε υποθέσεις διάφορων άλλων προσώπων της Yukos, τα οποία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ρωσική Ομοσπονδία και καταδικάστηκαν στην απουσία τους. Στην συμπληρωματική του έκθεση αναφέρει ένα ακόμα λόγο για τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση είναι αδύνατο να τύχει δίκαιης δίκης σε περίπτωση που εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία. Σύμφωνα με το άρθρο 90 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν καταχωρούνται ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις εναντίον κατηγορουμένων που συμμετέχουν στη διάπραξη των ίδιων αδικημάτων, σε περίπτωση που καταδικαστεί ένας από αυτούς, θα καταδικαστούν και οι υπόλοιποι. ΄Οπως επεξήγησε, επειδή η καταδικαστική απόφαση εναντίον του Sergey Shimkevich τέθηκε σε ισχύ, σε περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, η απόφαση που θα εκδοθεί στη δίκη του θα είναι καταδικαστική. Η δίκη του θα έχει απλά τυπικό χαρακτήρα. Ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι είναι καθηγητής της Ρωσικής και Ευρωπαϊκής Πολιτικής από το
- ΄Εχει δημοσιεύσει αριθμό μελετών για την Ρωσική πολιτική. Η μελέτη του σε σχέση με την υπόθεση της Yukos έχει δημοσιευτεί από το Πανεπιστήμιο του Oxford το
- ΄Εχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στα προβλήματα της Συνταγματικής ανάπτυξης στη Ρωσία και ιδιαίτερα στις δυσκολίες εγκαθίδρυσης υπεύθυνης κυβέρνησης. Επισκέπτεται επανειλημμένα τη Ρωσία από το 1977 ταξιδεύοντας όχι μόνο στη Μόσχα αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας. ΄Εχει δώσει μαρτυρία σαν εμπειρογνώμονας και σε άλλες υποθέσεις αιτήσεων έκδοσης Ρώσων φυγοδίκων, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο. Αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση ετοίμασε δύο εκθέσεις, τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η πρώτη του έκθεση (τεκμήριο 30Α) ετοιμάστηκε το
- Η δεύτερη (τεκμήριο 31Α) ετοιμάστηκε το 2011 και είναι συμπληρωματική της πρώτης του έκθεσης. Η γνώμη του είναι ότι η έκδοση του καθ' ου η αίτηση ζητείται για πολιτικούς λόγους και προς το σκοπό της δίωξης ή της τιμωρίας του για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πολιτικές απόψεις. Επιπλέον, ενόψει της πολιτικής φύσης της υπόθεσης ο καθ' ου η αίτηση όχι μόνο δεν θα τύχει δίκαιης δίκης αλλά θα αντιμετωπίσει ακόμα τον κίνδυνο της κακομεταχείρισης. Η υπό εξέταση αίτηση έκδοσης αποτελεί μέρος των υποθέσεων της «Yukos». Η υπόθεση «Yukos» έχει χαρακτηριστεί από μία συνεχή άσκηση πίεσης εναντίον αξιωματούχων θυγατρικών εταιρειών, κατά τρόπο ώστε να εξαναγκαστούν να δώσουν μαρτυρία εναντίον των ηγετών της «Yukos». Η παρούσα υπόθεση μπορεί να είναι μια τακτική για να εξαναγκάσει τον εξάδελφο του καθ' ου η αίτηση Sergei Shimkevich να δώσει μαρτυρία εναντίον των Khodorkovsky και Lebedev. Ο μάρτυρας θεωρεί ότι η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση αποτελεί έκφανση του φαινομένου, το οποίο αποκαλεί στην έκθεση του (τεκμήριο 30Α) ως «raiding». Η επεξήγηση του όρου αυτού στην έκθεση του είναι η παράνομη κατάσχεση περιουσίας, η ανάληψη του ελέγχου στην ευρύτερη της έννοια μιας εταιρείας από μια άλλη εταιρεία χρησιμοποιώντας παράνομες και νόμιμες μεθόδους, η κατάσχεση μετοχών δια της προκλήσεως διενέξεων στην επιχείρηση, η μέθοδος της αναδιανομής περιουσίας, η οποία κατ' ουσίαν κατασχέθηκε με βία, αλλά επίσημα συμβαδίζει (ανταποκρίνεται) με κάποιου είδους δικαστική διαδικασία. Η υπόθεση «Yukos» αποτελεί μέρος αυτού του φαινομένου. Κατά τον χρόνο της μεταβίβασης της εξουσίας από τον Putin στον Medvedev, κατά το 2008 γίνονταν προσπάθειες τόσο εκ μέρους της νομοθετικής, όσο και της δικαστικής εξουσίας να περιορίσουν και να εξαλείψουν το φαινόμενο αυτό. Μάλιστα ο Πρόεδρος Medvedev τον Μάϊο του ίδιου χρόνου είχε δώσει συγκεκριμένες οδηγίες για εφαρμογή πακέτου μέτρων για καταπολέμηση του φαινομένου αυτού, περιλαμβανομένων τροποποιήσεων νόμων και προσεκτική εξέταση του έργου των περιφερειακών αρχών. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ακόμη πειστική μαρτυρία ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Στις υποθέσεις που ενδιαφέρουν από οικονομικής άποψης την κυβέρνηση, όπως είναι η υπόθεση «Yukos» υπάρχει καθαρή γραμμή κρατικής παρέμβασης στη δικαστική διαδικασία. Σε ένα δυαδικό κράτος, όπως είναι η Ρωσική Ομοσπονδία, η συνήθης δικαστική διαδικασία λειτουργεί στις υποθέσεις όπου το κράτος δεν έχει συμφέρον, αλλά σ' εκείνες τις υποθέσεις που ενδιαφέρουν το κράτος εφαρμόζεται ολόκληρο σύστημα πιέσεων σε όλα τα στάδια της διερεύνησης, στην προφυλάκιση, ακόμα και κατά τη δίκη. Σε πολιτικοποιημένες υποθέσεις οι δικαστές έχουν την τάση να λειτουργούν σύμφωνα με τις επιθυμίες των αρχών. Στις περιπτώσεις «ανυπάκουων» δικαστών χρησιμοποιούνται διαφόρων τύπων πιέσεις, όπως στην περίπτωση της δικαστού Kudeshkina, στην υπόθεση της οποίας γίνεται λεπτομερής αναφορά στο τεκμήριο 30Α (βλέπε τις παρ. 333-343). Στην έκθεση του (τεκμήριο 30Α) αναπτύσσει τη θεωρία του νέου δυαδικού κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας (dual state), χαρακτηριστικό του οποίου είναι η δημιουργία παρασυνταγματικών σωμάτων (para-constitutional institutions) όπως το συμβούλιο του κράτους (state counsil), καθώς και η ανάπτυξη της παραπολιτικής, η οποία υποσκάπτει τη λειτουργία των επίσημων πολιτικών και νομικών θεσμών καθώς και του Συντάγματος του
- Η έλλειψη ανάπτυξης ενδιάμεσων πολιτικών δομών δημιούργησε ένα χάσμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας, το οποίο απειλεί να απομονώσει το κράτος αλλά και να περιθωριοποιήσει τις κοινωνικές δυνάμεις. Από το έτος 2000 η «Yukos» κατέστη το σύμβολο της καλής διακυβέρνησης ενός οργανισμού. Με το 2% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και ευνοούμενη από την τιμή του πετρελαίου, από το 1999 η «Yukos» διαδραμάτιζε παγκόσμια οικονομικό ρόλο. Με τα πιο πάνω πλεονεκτήματα, η «Yukos» άρχισε να θεωρείται από το Κρεμλίνο ως απειλή στον έλεγχο της οικονομίας και της κοινωνίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η «Yukos» επιλέγηκε ως στόχος, καθώς η κυβερνητική πλευρά ζητούσε να επανακτήσει την εξουσία της επί της πολιτικής και της οικονομικής σκηνής της χώρας. Η πολιτική φύση της υπόθεσης «Yukos» αντικατοπτρίζεται στην άρνηση του Κρεμλίνου να αποδεχθεί μια διευθέτηση, η οποία θα επέτρεπε στην εταιρεία να αποπληρώσει τους φόρους, οι οποίοι της είχαν επιβληθεί και να παραμείνει βιώσιμη. Κατά τον Νοέμβριο του 2004 η εταιρεία «κτυπήθηκε» με ακόμα 6 δισεκατομμύρια δολάρια επιβληθέντες φόρους, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό των οφειλόμενων φόρων στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια. Κατά τον χρόνο της αποπεράτωσης της δίκης του Khodorkovsky, τον Μάϊο του 2005, το συνολικό ποσό των φόρων ανήλθε στα 27.5 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία θα μπορούσε να αποπληρώσει το ως άνω ποσό, ανεξάρτητα αν δικαιολογείτο η όχι, εφόσον της παρεχόταν ο χρόνος για αποπληρωμή και εφόσον είχε τα τεράστια εισοδήματα. ΄Ομως, η αποστέρηση από την εταιρεία του βασικού της οργανισμού παραγωγής πετρελαίου που ήταν η θυγατρική εταιρεία «Yukanskneftegas» κατέστησε αδύνατη την αποπληρωμή των φόρων και κατ' αυτό τον τρόπο η «Yukos» οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Ο τρόπος με τον οποίο έτυχε χειρισμού το ζήτημα αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν επρόκειτο για μια νόμιμη ανάκτηση φόρων αλλά για πολιτικό εκτοπισμό. Η άρνηση του Κρεμλίνου να αποδεχτεί διακανονισμό της πληρωμής των φόρων της εταιρείας δείχνει ότι ο σκοπός του Κρεμλίνου ήταν η καταστροφή της «Yukos» και η αναδιοργάνωση του Ρωσικού τομέα ενεργείας καθώς και μια νέα οικονομική πολιτική. Τον Δεκέμβριο του 2004 κατασχέθηκε η «Yukanskneftegaz», που ήταν η μεγαλύτερη θυγατρική εταιρεία παραγωγής πετρελαίου της «Yukos». Με την απόκτηση της «Yukanskneftegaz» από την κρατική εταιρεία Rosneft το κράτος απέκτησε αποφασιστικό ρόλο στις Ρωσικές πετρελαϊκές επιχειρήσεις. Η υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση αποτελεί άμεση συνέχιση της υπόθεσης «Yukos». Οι κατηγορίες εναντίον του καθ' ου η αίτηση παραλληλίζονται με τις κατηγορίες στις δύο δίκες των αξιωματούχων της «Yukos». Στην πρώτη δίκη των Khodorkovsky και Lebetev κατά τα έτη 2004-05 η κύρια κατηγορία ήταν ισχυριζόμενη φοροδιαφυγή ενώ στη δεύτερη δίκη κατά τα έτη 2009-10 κατηγορήθηκαν για κλοπή πετρελαίου. Πράγματι, η κατηγορία εναντίον του καθ' ου η αίτηση αντικατοπτρίζει την ουσιαστική κατηγορία εναντίον των Khodorkovsky και Lebetev στην δεύτερη τους ποινική δίκη, ότι δηλαδή υποτίμησαν την αξία του πετρελαίου που είχε μεταβιβαστεί σ' αυτούς, ζημιώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την εταιρεία παραγωγής του πετρελαίου. Στην υπό εξέταση υπόθεση το ισχυριζόμενο θύμα είναι η εταιρεία «Tomskneft», ενώ στην υπόθεση των Khodorkovsky και Lebetev το θύμα ήταν η «Yukanskneftegas». Στις δύο εκθέσεις του κάμνει λεπτομερή αναφορά στις υποθέσεις δύο δικηγόρων που είχαν άμεση σχέση με την «Yukos» της Svetlana Bakhmina και του Vasily Aleksanyan, ο οποίος ήταν ο εκεφαλής του νομικού τμήματος της εταιρείας μέχρι το
- Οι ως άνω υποθέσεις απασχόλησαν και το ΕΔΑΔ. Κατά τον μάρτυρα, οι υποθέσεις αυτές καταδεικνύουν τις παραλείψεις και τα τρωτά σημεία του δικαστικού συστήματος σε υποθέσεις που ενδιαφέρουν από πολιτικής άποψης το κράτος. Μάλιστα στην υπόθεση Aleksanyan η Ρωσική Ομοσπονδία, σύμφωνα με το ΕΔΑΔ παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της με βάση το άρθρο 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για το λόγο ότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί με ενδιάμεσα διατάγματα τα οποία είχαν εκδοθεί από το δικαστήριο για μεταφορά του αιτητή σε ειδική θεραπευτική μονάδα. Οι υποθέσεις αυτές έτυχαν κριτικής ακόμα και από εκπροσώπους του Κρεμλίνου που ασχολούνταν με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπάρχει επίσης λεπτομερής αναφορά στην «Hermitage Capital Managemt» που μέχρι το 2006 ήταν ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτικός οργανισμός στο Ρωσικό χρηματιστήριο. Από το 2006 ο οργανισμός αυτός άρχισε να δέχεται επιθέσεις, οι οποίες κατέληξαν σε αβάσιμες διαδικασίες πτώχευσης εναντίον του Οργανισμού. Ο ιδρυτής του, William Brouder θεωρήθηκε ως απειλή για την εθνική ασφάλεια και δεν του επιτράπη η είσοδος στη Ρωσία. Οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τον οργανισμό έγιναν στόχος ερευνών και εκφοβισμού από την αστυνομία. Ειδική αναφορά γίνεται στον δικηγόρο του οργανισμού Sergei Magnitsky, ο οποίος συνελήφθη και προφυλακίστηκε. Κατά την διάρκεια της κράτησης του η ήδη κακή κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, όμως δεν του παραχωρήθηκε η ιατρική περίθαλψη την οποία είχε ζητήσει. Απεβίωσε στη φυλακή στις 16/4/2009 συνεπεία παγκρεατικής νέκρωσης, η οποία προκλήθηκε από οξύ τοξικολογικό σιόκ (acute toxicological shock). Κατά το μάρτυρα, η υπόθεση εναντίον της «Hermitage Capital», η οποία μπορεί να παραλληλιστεί με την υπόθεση «Yukos», είναι ένα από τα πλέον καταφανή παραδείγματα κατάχρησης του νόμου, του κινδύνου που αντιμετωπίζουν οι δικηγόροι κατά την εκπροσώπηση των πελατών τους και της ανικανότητας, ακόμη και της ανώτατης αρχής στη χώρα να απονείμει δικαιοσύνη. Κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι ο Putin και η κυβέρνηση του θεωρούσαν τον Khodorkovsky ως πολιτικό αντίπαλο. Για να καταστρέψει τον πολιτικό συναγωνισμό, ο Putin χρησιμοποίησε όλες τις δυνάμεις του κράτους, φτάνοντας μέχρι την κατάχρηση της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων. Διευκρίνησε ότι ο Khodorkovsky ουδέποτε είχε διεκδικήσει πολιτικό αξίωμα μέχρι το χρόνο της σύλληψης του. Ερωτώμενος αν γνωρίζει κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση ήταν αναμεμειγμένος στην πολιτική ζωή της Ρωσσίας απάντησε ότι ήταν (ο καθ' ου) μέλος του κομμουνιστικού κόμματος κατά τη Σοβιετική περίοδο. Στα μετασοβιετικά χρόνια δεν ήταν ενεργά αναμεμειγμένος στην πολιτική, ούτε δημοσίευσε δηλώσεις πολιτικού περιεχομένου. ΄Ομως ξόδεψε όλη του τη ζωή στη βιομηχανία πετρελαίου. ΄Ηταν αφοσιωμένος στην ανάπτυξη μιας επιτυχημένης επιχείρησης πετρελαίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Οι μάρτυρες που παρουσίασαν οι αιτητές θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε δύο ενότητες. Στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται οι μάρτυρες της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ στη δεύτερη ενότητα οι μάρτυρες της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Οι μάρτυρες της πρώτης ενότητας Σ' αυτή την ενότητα συγκαταλέγονται οι ΜΑ1, 2 και
- Οι ΜΑ1 και 2 άφησαν πολύ καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Κρίνονται ως αντικειμενικοί, ανεξάρτητοι και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Ειδικά, όσον αφορά τον ΜΑ2, πέραν του ότι η μαρτυρία του ήταν κατά το πλείστον τυπικής φύσεως, υπήρξε αδιαμφισβήτητη στην ολότητα της. Αναφορικά με την ΜΑ1 έχω ικανοποιηθεί ότι εκτέλεσε πλήρως όλα τα καθήκοντα τα οποία υπάγονται στον τομέα των αρμοδιοτήτων της, που σχετίζονται με την έκδοση της εξουσιοδότησης (τεκμήριο 1) από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της, είχε θέσει υπόψιν των Ρωσικών αρχών τα ζητήματα, τα οποία ήγειραν με την επιστολή τους ημερομηνίας 5/5/2009 οι δικηγόροι του καθ' ου η αίτηση (τεκμήριο 6) πριν την έκδοση της εξουσιοδότησης από τον Υπουργό (τεκμήριο 1). Οι Ρωσικές αρχές σε απάντηση της ως άνω επιστολής απέστειλαν τη δεύτερη δέσμη εγγράφων, πρώτα με τηλεομοιότυπο (τεκμήριο 3) και ακολούθως δια της διπλωματικής οδού (τεκμήριο 3Α). Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της, είχε μελετήσει και είχε υπόψη της την απάντηση των Ρωσικών αρχών στα ζητήματα που είχαν θέσει οι δικηγόροι του καθ' ου η αίτηση, πριν από την έκδοση της εξουσιοδότησης από τον υπουργό. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου «statement of facts» της δεύτερης δέσμης εγγράφων (τεκμήρια 3 και 3Α), στο οποίο έκαμε αναφορά η μάρτυρας, οι Ρωσικές αρχές απέρριψαν τις θέσεις των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση ότι η ποινική δίωξη του βασιζόταν σε πολιτικούς λόγους (political motivation) και ότι είχε απαχθεί στην Κύπρο από πράκτορες των μυστικών Ρωσικών υπηρεσιών (KGB). Ειδικά, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε απαχθεί από πράκτορες της KGB, αποδέχομαι ότι η μάρτυρας μετά από αίτημα της, ενημερώθηκε επίσημα με επιστολή της αστυνομικής διεύθυνσης Πάφου ότι η υπόθεση απαγωγής του καθ' ου η αίτηση παρέμεινε ανεξιχνίαστη (βλέπε την επιστολή ημερομηνίας 13/5/2009 της δέσμης εγγράφων - τεκμήριο 5). Την ίδια θετική εντύπωση έχει αφήσει στο δικαστήριο και ο ΜΑ
- Κρινεται και αυτός ως αντικειμενικός και ανεξάρτητος. Είμαι ικανοποιημένος ότι η από μέρους του διερεύνηση της καταγγελίας του καθ' ου η αίτηση για απαγωγή του, υπήρξε πλήρης και αμερόληπτη. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση της υπεράσπισης, η οποία υπεβλήθη στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι η διερεύνηση που έκαμε ήταν επιλεκτική. Η δέσμη με όλες τις καταθέσεις που λήφθηκαν, η οποία κατατέθηκε μετά από αίτημα της υπεράσπισης (τεκμήριο 10) καταδεικνύει κατά την άποψη μου το εύρος της έρευνας. Η κατάληξη του ότι δεν υπήρχαν πολλά στοιχεία που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι είχε απαχθεί, γι' αυτό και η υπόθεση παρέμεινε ανεξιχνίαστη, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη, με βάση το μαρτυρικό υλικό που περισυνέλεξε. Αποδέχομαι επίσης ως λογικούς και πειστικούς τους λόγους τους οποίους επεξήγησε, για τους οποίους αποκλείστηκε η πιθανότητα να είχε απαχθεί από πράκτορες των Ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Η δεύτερη ενότητα μαρτύρων Πρώτος μάρτυρας της ενότητας αυτής ήταν ο ΜΑ4 (Yalovitsky). ΄Οπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ο μάρτυρας αυτός είναι ο διευθυντής του τμήματος που ασχολείται με την υποβολή αιτήσεων έκδοσης φυγοδίκων, της Γενικής Εισαγγελείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τα καθήκοντα του περιορίζονται αποκλειστικά στην εξέταση των εγγράφων τα οποία του διαβιβάζονται από το ανακριτικό τμήμα. Ειδικότερα δε, στο κατά πόσο τα έγγραφα αυτά πληρούν τις προϋποθέσεις, τις οποίες τάσσει η Ευρωπαϊκή σύμβαση για την υποβολή αίτησης έκδοσης φυγοδίκων. Η θέση του ήταν ότι τα έγγραφα, τα οποία στάληκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία με τις δύο δέσμες εγγράφων (τεκμήρια 2 και 3Α) πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που επιτάσσει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγοδίκων. Με το ζήτημα όμως αυτό θα ασχοληθώ σε μεταγενέστερο σημείο της απόφασης μου, όταν θα εξετάζω τις προϋποθέσεις που απαιτείται να συντρέχουν για να επιτύχει η αίτηση. Αποδέχομαι τη θέση του ότι η Ρωσική νομοθεσία κατοχυρώνει όλα τα δικαιώματα κατηγορουμένου προσώπου, τα οποία περιέγραψε λεπτομερώς στη μαρτυρία του, όπως αυτά κατοχυρώνονται από διεθνείς συμφωνίες, κατά τρόπο ώστε να τύχει δίκαιης δίκης. Δεν θα μπορούσα όμως να αποδεχτώ τη διαβεβαίωση που έδωσε ότι τα ως άνω δικαιώματα που προβλέπει η Ρωσική νομοθεσία θα τηρηθούν και στην περίπτωση του καθ' ου η αίτηση κατά τρόπο ώστε να τύχει δίκαιης δίκης, σε περίπτωση που εκδοθεί στη Ρωσία. Ο λόγος για τον οποίο δεν αποδέχομαι την ως άνω θέση του, είναι ότι δεν τον θεωρώ ειδικό για να εκφέρει τη γνώμη του επί του συγκεκριμένου θέματος. Επισημαίνω ότι η ως άνω γνώμη του δόθηκε, όταν του ζητήθηκε κατά την κύρια εξέταση του να σχολιάσει τη θέση της υπεράσπισης ότι η υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση εντάσσεται στο πλέγμα των υποθέσεων γνωστών ως «Yukos» γι' αυτό δεν πρόκειται να τύχει δίκαιης δίκης σε περίπτωση που εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία επειδή, κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, πίσω από τις διώξεις των αξιωματούχων και γενικά των προσώπων που σχετίζονται με την «Yukos» υπάρχουν πολιτικά κίνητρα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης εναντίον του καθ' ου η αίτηση προέρχεται από μελέτη των εγγράφων, τα οποία του στάληκαν από το ανακριτικό τμήμα. Ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στις ανακρίσεις, ούτε και ασχολήθηκε με το ανακριτικό έργο της υπόθεσης. Ούτε με τις ποινικές διώξεις των αξιωματούχων της «Yukos» ασχολήθηκε, ειδικά δε με τις υποθέσεις των Khodorkovsky και Lebetev. Η οποιαδήποτε γνώση του για τις ως άνω υποθέσεις πηγάζει από διάφορα δημοσιεύματα τα οποία έτυχε να διαβάσει. Επισημαίνω ότι δεν γνώριζε πότε καταδικάστηκαν τα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα. Επιπλέον, δεν φαίνεται να έχει κάμει οποιαδήποτε έρευνα ή μελέτη για τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των ως άνω αναφερομένων αξιωματούχων της εταιρείας «Yukos», είτε κατά τη διάρκεια της προφυλάκισης τους, είτε κατά το στάδιο της δίκης τους. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις στη διάρκεια της αντεξέτασης του, όταν ερωτάτο για τη σχέση της υπόθεσης του καθ' ου η αίτηση με τις υποθέσεις των ως άνω προσώπων, παρέπεμπε στις εκθέσεις των Khaliulin (ΜΑ6) και Soctoev (ΜΑ7) τους οποίους κατονόμασε ως εμπειρογνώμονες. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η γνώμη του ότι η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή διασύνδεση με τις ποινικές διώξεις εναντίον των αξιωματούχων της «Yukos» δεν είναι γνώμη ειδικού επί του συγκεκριμένου ζητήματος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Ως μη αποδεκτός κρίνεται και ο λόγος, τον οποίον έδωσε, για τον οποίο η υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση δεν συνδέεται με τις ποινικές διώξεις των ως άνω αναφερομένων αξιωματούχων της Yukos. Επισημαίνω ότι ο κύριος λόγος τον οποίο προέβαλε ήταν ότι σε κανένα από τα έγγραφα που μελέτησε αναφέρεται ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε οποιαδήποτε σχέση με τα πρόσωπα τα οποία συνδέονταν είτε με εργασιακή ή με οποιαδήποτε άλλης μορφής σχέση με την εταιρεία «Yukos». Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω, καταλήγω ότι οι εγγυήσεις, τις οποίες διαβεβαίωσε ότι θα παρέχει στον καθ' ου η αίτηση η Ρωσική Ομοσπονδία κατά τρόπο ώστε να τύχει δίκαιης δίκης δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα. Η μαρτυρία του ΜΑ
- Ο μάρτυρας αυτός ήταν αρχικά μέλος της ανακριτικής ομάδας που ασχολείτο με τη διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον των μελών της οργανωμένης ομάδας, συμπεριλαμβανομένου του καθ' ου η αίτηση και από την 10/2/2010 τέθηκε επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας και είχε αναλάβει προσωπικά την υπόθεση. Δυστυχώς δεν ήρθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η εντύπωση που αποκόμισα μελετώντας προσεκτικά τη μαρτυρία του είναι ότι προσπάθησε να αποκρύψει από το δικαστήριο σημαντικά γεγονότα, τα οποία θα ήταν επιζήμια για την υπόθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Αμέσως πιο κάτω θα προσπαθήσω να δικαιολογήσω λεπτομερώς την ως άνω κρίση μου: Ένας από τους βασικούς άξονες της μαρτυρίας του ήταν ότι ο εξάδελφος του καθ' ου η αίτηση Sergey Shimkevich, ο οποίος είχε δημιουργήσει την ισχυριζόμενη οργανωμένη εγκληματική ομάδα, καταχρώμενος των εξουσιών που του είχαν παραχωρηθεί σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας της πετρελαϊκής εταιρείας «Tomskneft» υπέγραψε τις δύο συμφωνίες πώλησης πετρελαίου προς την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση, καθ' υπέρβαση της εξουσιοδότησης που του είχε δοθεί από τον πρόεδρο της μητρικής εταιρείας «ZAO YUKOS E.P.». ΄Οπως ισχυρίστηκε, οι οδηγίες που είχαν δοθεί στον Sergey από τον Πρόεδρο της ως άνω εταιρείας δεν του επέτρεπαν να πωλεί πετρέλαιο στην εταιρεία «Rekma» για το λόγο ότι ήταν ανταγωνιστική εταιρεία. Κατ' επέκταση τα συμβόλαια πώλησης πετρελαίου που υπογράφηκαν με την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση δεν ήταν νόμιμα. Ο αποκλειστικός λόγος της υπογραφής τους ήταν για να κλαπεί το πετρέλαιο από την εταιρεία «Tomskneft» και να περάσει στην ιδιοκτησία της εταιρείας του καθ' ου η αίτηση. Το ότι ο Sergey ενεργούσε βάσει εξουσιοδοτήσεων σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας της «Tomskneft» υποστηρίζεται από το περιεχόμενο της επιστολής του Προέδρου της μητρικής εταιρεία «Yukos Ε.Ρ.» ημερομηνίας 1/2/2006 η οποία περιλαμβάνεται στη δεύτερη δέσμη των εγγράφων τα οποία στάληκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία (τεκμήρια 3 και 3Α). Επισημαίνω ότι στην επιστολή αυτή γίνεται μεταξύ άλλων αναφορά σε ανάκληση όλων των εξουσιοδοτήσεων που είχαν δοθεί στον Sergey από την εταιρεία «Tomskneft». ΄Ομως, ούτε το έγγραφο με τις οδηγίες του Προέδρου της εταιρείας ZAO "Yukos" E.P. ούτε και οι γραπτές εξουσιοδοτήσεις για τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας «Tomskneft» που παραχωρήθηκαν προς τον Sergey παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, παρά το ότι επρόκειτο για ουσιώδη κατά την άποψη μου έγγραφα, από τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί το παράνομο των ενεργειών του Sergey. Λογικά θα ανέμενα ότι τα ως άνω περιγραφόμενα έγγραφα θα παρουσιάζονταν από το μάρτυρα αυτό στο δικαστήριο κατά τρόπο ώστε να δώσουν βάση στους ισχυρισμούς του ότι ο Sergey δεν είχε το δικαίωμα να πωλήσει πετρέλαιο στην εταιρεία του καθ' ου η αίτηση. Ούτε και οι συμφωνίες που υπογράφηκαν με την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι όροι των συμφωνιών αυτών παραβίαζαν τις οδηγίες και τις εντολές που είχαν δοθεί προς τον Sergey, να μην βρίσκει έρεισμα. Ειδικά θα πρέπει να επισημάνω ότι μία από τις θέσεις του, την οποία υποστήριξε έντονα ήταν ότι παραβιαζόταν το χρονοδιάγραμμα των 30 ημερών για αποπληρωμή από την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση του πετρελαίου που αγόραζε από την «Tomskneft» και αντί των 30 ημερών ο Sergey της παραχωρούσε 60 ημέρες για να αποπληρώσει. Κανένα από τα ως άνω έγγραφα περιλαμβάνονται στις δύο δέσμες με τα έγγραφα που στάληκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το έργο του δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν είναι να αποφασίσει για την ενοχή ή την αθωότητα του καθ' ου η αίτηση ούτε και αξιολογεί σε βάθος τη μαρτυρία για να καταλήξει σε ευρήματα (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση του Serge Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326). Έχω επίσης κατά νου ότι δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας που να δημιουργεί το τεκμήριο ενοχής του άρθρου 94 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση του. ΄Ομως, έχοντας κατά νου τη θέση της υπεράσπισης ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση δεν είναι γνήσια και ότι πίσω από αυτήν υπάρχουν πολιτικά κίνητρα, λογικά θα ανέμενα ότι η πλευρά των αιτητών θα παρουσίαζε όλα εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί το γνήσιο του αιτήματος των αιτητών και θα διασκεδάζετο η οποιαδήποτε αμφιβολία για ύπαρξη αλλότριων κινήτρων στη δίωξη του καθ' ου η αίτηση. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι από τη στιγμή που η πλευρά των αιτητών δεν περιορίστηκε στην παρουσίαση των εγγράφων, τα οποία καθορίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγοδίκων, αλλά επέλεξε να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία από μάρτυρες που ήρθαν ειδικά από τη Ρωσική Ομοσπονδία, ένας εκ των οποίων ήταν και ο υπό κρίση μάρτυρας, ο οποίος υπενθυμίζω ότι είναι ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας που ασχολήθηκε με τη διερεύνηση της υπόθεσης, λογικά θα ανέμενα ότι θα παρουσιάζονταν από το μάρτυρα αυτό, τουλάχιστον τα σημαντικότερα έγγραφα τα οποία περισυνελέγηκαν στα πλαίσια του ανακριτικού έργου, κατά τρόπο ώστε να διαφαινόταν ότι ο Sergey ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι ο συνήγορος υπεράσπισης είχε ζητήσει από το μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του να παρουσιάσει όλα τα ως άνω έγγραφα. ΄Ομως, παρά το ότι είχε δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να τα παρουσιάσει κατά τη δεύτερη φορά που είχε έρθει στην Κύπρο από τη Ρωσία για να συνεχιστεί η αντεξέταση του, εντούτοις παρέλειψε να το πράξει. ΄Ολες οι δικαιολογίες που έδωσε στο δικαστήριο για τη μη παρουσίαση των εγγράφων αυτών δεν μπορούν να αντέξουν τη βάσανο της λογικής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι μία από τις δικαιολογίες που έδωσε ήταν ότι πρόκειται για χιλιάδες σελίδες εγγράφων ανακριτικού έργου που περιλαμβάνονται σε πολλούς τόμους. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι δεν του ζητήθηκε να παρουσιάσει ολόκληρο το ανακριτικό έργο, αλλά συγκεκριμένα έγγραφα που περιλαμβάνονταν σ' αυτό. Επίσης, ζήτησε από τον καθ' ου η αίτηση και το συνήγορο του να επισκεφθούν το γραφείο του στη Ρωσία για να μελετήσουν εκεί τον ανακριτικό φάκελο και να πάρουν όσα αντίγραφα εγγράφων επιθυμούν. Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι σχολιάζοντας τα έγγραφα αυτά θα πράξει λάθος, βάσει του ποινικού κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σε κατοπινό σημείο ανέφερε ότι θα σχολιάσει τα έγγραφα αυτά όταν η υπόθεση πάει ενώπιον του δικαστηρίου για την ποινική υπόθεση και όχι στην περίπτωση της έκδοσης. Είναι πιστεύω κατάλληλο το σημείο αυτό για να κάμω αναφορά στην απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση του, στην ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης σε τί αφορούσαν οι εξουσιοδοτήσεις που έδινε ο Πρόεδρος της "Yukos" Ε.Ρ. προς τον διαχειριστή της «Tomskneft» που όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο ήταν ο Sergey. Η απάντηση του επί λέξη ήταν η ακόλουθη: «Απ' ότι γνωρίζω εγώ η εξουσιοδότηση δινόταν στον αντιπρόεδρο διαχειριστή για να μπορεί να πραγματοποιεί ορισμένες, να κάνει ορισμένες διαδικασίες - εργασίες. Το τί αφορούσε αυτή η εξουσιοδότηση και τί δικαιώματα έδινε σε αυτό το πρόσωπο που είπαμε δεν μπορώ να σας απαντήσω τώρα ακριβώς, να κατονομάσω την δραστηριότητα γιατί πρέπει να κοιτάξω τις εξουσιοδοτήσεις να δω να σιγουρευτώ και να σας πω.» Η απάντηση του μάρτυρα, την οποία έχω παραθέσει αυτούσια αμέσως πιο πάνω, έχει προκαλέσει ακόμα περισσότερα ερωτηματικά στο δικαστήριο σε σχέση με τη γνησιότητα των προθέσεων του. Θα το θεωρούσα παράδοξο, ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας να μη γνώριζε το περιεχόμενο ενός τόσο σημαντικού εγγράφου. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει στο σημείο αυτό να κάμω ειδική αναφορά στο τεκμήριο 18, το οποίο στην ελληνική του μετάφραση περιγράφεται ως «εξουσιοδότηση» ημερομηνίας 25/8/
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, η εταιρεία «Tomskneft» εξουσιοδοτεί τον Sergey, όπως εξ' ονόματος και για λογαριασμό της συνάπτει συμβάσεις πώλησης και μεταφοράς πετρελαίου με την εταιρεία «Rekma». Το έγγραφο αυτό παρουσιάστηκε στο μάρτυρα από το συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του. Παρά το ότι ο μάρτυρας αρχικά το αναγνώρισε, καθώς και την υπογραφή που υπάρχει επ' αυτού, γι' αυτό και το δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του επέτρεψε την κατάθεση του, σε κατοπινό στάδιο αμφισβήτησε την αυθεντικότητα του, ισχυριζόμενος ότι παραπλανήθηκε κατά την πρώτη φορά που του παρουσιάστηκε. Δυστυχώς, απέφυγε επανειλημμένα να τοποθετηθεί επί του εγγράφου αυτού, ειδικά δε να δώσει μια σαφή απάντηση κατά πόσον το έγγραφο αυτό περιλαμβάνεται στον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης, της οποίας υπενθυμίζω ότι είναι ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας διερεύνησης της. Αντ' αυτού διερωτάτο με ποιο τρόπο βρέθηκε το έγγραφο αυτό στα χέρια της υπεράσπισης. Είναι φανερό ότι η τυχόν αποδοχή του εγγράφου αυτού θα ανάτρεπε τους ισχυρισμούς του ότι ο Sergey δεν είχε την εξουσία να συνάψει τις δύο συμφωνίες πώλησης πετρελαίου με την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση, οι οποίες περιγράφονται στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 16Α). θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι εκτός από το τεκμήριο 18 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί μίας σειράς εγγράφων, τα οποία του είχαν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση και ειδικά κατά πόσον τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονταν στα έγγραφα του ανακριτικού φακέλου, προβάλλοντας τον ευτελή κατά την άποψη μου ισχυρισμό ότι θα πρέπει πρώτα να τα συγκρίνει με τα έγγραφα που βρίσκονται στον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης. Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι ο ισχυρισμός του ότι ο Sergey δεν είχε την εξουσία να πωλεί πετρέλαιο στην εταιρεία του καθ' ου η αίτηση δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην επιστολή του Προέδρου της εταιρείας «Yukos», S.V. Trequb, ημερομηνίας 4/9/2006 (βλέπε την μετάφραση της στα Αγγλικά - τεκμήριο 24Β). Στην υπό αναφορά επιστολή, η οποία απευθύνεται προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, περιγράφεται η επιλήψιμη δραστηριότητα του Sergey σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας «Tomskneft» και ζητείται από το Γενικό Εισαγγελέα να διώξει ποινικά όλα τα ενεχόμενα στην ως άνω δραστηριότητα πρόσωπα. Του ζητείται επίσης να ερευνήσει τις συνθήκες που σχετίζονται με την μηνιαία πώληση των 100.000 τόνων πετρελαίου της «Tomskneft» κατά το 2005 και το πρώτο μισό του 2006 προς την εταιρεία «Rekma» καθότι, όπως αναφέρεται, η ως άνω ποσότητα πετρελαίου πωλείτο στην εταιρεία αυτή σε χαμηλές τιμές (underestimated prices). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπό αναφορά επιστολής, η πώληση του πετρελαίου προς την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση σε χαμηλές τιμές, αποτελεί τον μοναδικό λόγο για τον οποίο ζητείται η ποινική διερεύνηση των συνθηκών πώλησης του ως άνω πετρελαίου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε καταγγελία στην επιστολή αυτή ότι ο Sergey δεν είχε την εξουσία να πωλήσει οποιαδήποτε ποσότητα πετρελαίου προς την εταιρεία «Rekma». Στο σημείο αυτό παρενθετικά θα ήθελα να επισημάνω ότι ούτε και στο έγγραφο που υπάρχει στη δέσμη εγγράφων του τεκμηρίου 2 με τον τίτλο «Decision on the attraction as the defendant in a criminal prosecution», το οποίο οι μάρτυρες αποκάλεσαν ως κατηγορητήριο, γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην εξουσία που δόθηκε στο Sergey να πωλεί 100.000 τόνους πετρελαίου στην ελεύθερη αγορά. Ως μή αποδεκτή κρίνεται και η θέση του ότι μία από τις εξουσιοδοτήσεις που είχε παραχωρηθεί προς τον Sergey από την «Tomskneft», συγκεκριμένα η εξουσιοδότηση υπ' αρ. 876/04 ημερομηνίας 14.12.2004 είχε ανακληθεί από τον Ιούλιο του 2005, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε ενέργειες του Sergey σε σχέση με την περιουσία της «Tomskneft» να είναι παράνομες από τον ως άνω χρόνο. Ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 1/2/2006 η οποία περιλαμβάνεται στη δέσμη εγγράφων του τεκμηρίου 3Α. Επισημαίνω ότι με την επιστολή αυτή ανακαλούνται όλες οι εξουσιοδοτήσεις που είχαν δοθεί προς τον Sergey περιλαμβανομένης και της υπό τον ως άνω αριθμό και ημερομηνία εξουσιοδότησης. Εάν πράγματι υπήρχε το έγγραφο ανάκλησης της ως άνω εξουσιοδότησης, Ιουλίου του 2005 διερωτώμαι για ποιο λόγο δεν περιλήφθηκε και αυτό στα έγγραφα που στάληκαν από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως η επιστολή ανάκλησης ημερομηνίας 1/2/
- Ως μη αποδεκτός κρίνεται και ο ισχυρισμός του ότι τα συμβόλαια που υπεγράφησαν μεταξύ της «Tomskneft» και της «Rekma» ήταν «εικονικά», άλλως «πλασματικά» όπως άφησε να νοηθεί. Σε κάποιο δε σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι στα έγγραφα αυτά κανένας δεν φαινόταν πουθενά, πόσο πετρέλαιο αγοράστηκε, πόσο πωλήθηκε. Το πετρέλαιο, όπως ισχυρίστηκε ήταν απλά κλοπιμαίο και πήγαινε στη «Rekma» για να μή φανεί πουθενά. Όπως έχει ήδη αναφερθεί τα υπό αναφορά αγοραπωλητήρια συμβόλαια δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα των ως άνω ισχυρισμών του. Ειδικά δε, όσον αφορά τον ισχυρισμό του για «εικονικότητα» των υπό αναφορά συμβολαίων, θα ήθελα να αναφέρω ότι καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των εντολών πληρωμής που περιλαμβάνονται στη δεύτερη δέσμη εγγράφων (τεκμήρια 3 και 3Α). Μεταξύ των ως άνω εγγράφων περιλαμβάνονται και δύο εντολές πληρωμής (payment order) με αριθμούς 1172 και 1183 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τους αφορούν εντολές της «Rekma» προς την τράπεζα της για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών προς την εταιρεία «Tomskneft» με βάση, όπως αναφέρεται τα συμβόλαια 17-03/05 ημερ. 17/3/05 και 20/42-1970 ημερ. 23/12/
- Από την περιγραφή τους προκύπτει ότι πρόκειται για τα υπό αναφορά συμβόλαια. Ας σημειωθεί ότι οι λεπτομέρειες της εντολής πληρωμής υπ' αρ. 1183 κάμνουν αναφορά σε προπληρωμή (advance payment) για τον Ιανουάριο του
- Η μαρτυρία του ΜΑ7 Ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα σε θέματα ποινικού δικαίου. Τα ζητήματα, τα οποία του ζητήθηκε να σχολιάσει και να εκφέρει την άποψη του θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε δύο ενότητες. Η πρώτη αφορούσε το παράνομο των ενεργειών του Sergey σε σχέση με την πώληση πετρελαίου προς την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση και η δεύτερη τις απόψεις του καθηγητή Sakwa σε σχέση με τη φύση της δίωξης του καθ' ου η αίτηση. Στο στάδιο αυτό θεωρώ ορθό να εξετάσω το μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με τα θέματα της πρώτης ενότητας. Η δεύτερη ενότητα θα εξεταστεί σε κατοπινό στάδιο, όταν θα εξετάζονται οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση για την ύπαρξη πολιτικών κινήτρων στη δίωξη του. Όπως είναι νομολογημένο, η αποστολή των εμπειρογνωμόνων είναι να εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, ώστε να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων τους, προκειμένου να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, εφαρμόζοντας τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143 κ.ά.). ΄Οπως είναι, εξάλλου, γνωστό, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων εδράζεται στις ίδιες αρχές, με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (βλ. Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, κ.ά.). Κατ' αρχήν αποδέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός έχει τόσο τα προσόντα, όσο και την εμπειρία, τα οποία τον καθιστούν ειδικό επί των θεμάτων για τα οποία κλήθηκε να εκφέρει την γνώμη του. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είναι απόφοιτος νομικής σχολής, είναι καθηγητής της έδρας του Ποινικού Δικαίου και ετοιμάζει εκθέσεις εμπειρογνωμοσύνης σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις. Όμως, στην υπό εξέταση υπόθεση δεν κατάφερε να εκπληρώσει το καθήκον του ως ειδικός επί θεμάτων ποινικού δικαίου. Δεν παρουσίασε σαφή γεγονότα και στοιχεία με βάση τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να ελέγξει την ορθότητα του συμπεράσματος του ότι οι πωλήσεις πετρελαίου από την «Tomskneft» προς την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση δεν ήταν νόμιμες. Σε κάποια δε ουσιώδη σημεία η μαρτυρία του παρουσιάζεται αλληλοσυγκρουόμενη. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από αυτόν ήταν ότι δεν επρόκειτο για ανεξάρτητο μάρτυρα, ούτε ότι ο σκοπός της παρουσίας του ήταν να βοηθήσει το δικαστήριο με τις ειδικές γνώσεις του. (α) Ενώ από την έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήρια 23Α και 23Β) προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Sergey είχε την εξουσία να πωλεί στην ελεύθερη αγορά 100.000 τόνους πετρελαίου μηνιαίως και προς τούτο του είχε δοθεί σχετική εξουσιοδότηση, γεγονός το οποίο επανέλαβε στην κύρια εξέταση του, χωρίς να αναφέρει ότι η εταιρεία του καθ' ου η αίτηση δεν περιλαμβανόταν στις εταιρείες με τις οποίες είχε δικαίωμα να συμβάλλεται, κατά την αντεξέταση του προέβαλε τη θέση ότι η «Rekma» δεν φαινόταν καθόλου στις εξουσιοδοτήσεις που είχαν παραχωρηθεί στον Sergey για να πωλεί πετρέλαιο. Όταν δε του υπεδείχθη από τη συνήγορο υπεράσπισης το έγγραφο - εξουσιοδότηση ημερ. 25/8/2005 (Τεκμήριο 18), το οποίο εξουσιοδοτούσε την πώληση πετρελαίου προς την «Rekma», δεν αμφισβήτησε ότι είχε παραχωρηθεί η υπό αναφορά εξουσιοδότηση. Προέβαλε όμως τη θέση ότι αυτή παραχωρήθηκε μετά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας με τη «Rekma», που ήταν η 17η/3/
- Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι σύμφωνα με το υλικό που υπάρχει ενώπιον μου υπεγράφησαν δύο συμφωνίες πώλησης πετρελαίου μεταξύ «Tomskneft» και «Rekma». Η δεύτερη συμφωνία υπεγράφη στις 23/12/2005, σε ημερομηνία δηλαδή πολύ μεταγενέστερη της ημερομηνίας που φέρει η υπό αναφορά εξουσιοδότηση. (β) Όπως αναφέρει στην γραπτή του έκθεση, η εξουσιοδότηση που είχε δοθεί στον Sergey από τη «Tomskneft» για την πώληση των 100 000 τόνων πετρελαίου μηνιαίως, τον δέσμευε να ασκεί τα καθήκοντα του σε σχέση με την διαχείριση της εταιρείας «Tomskneft» με καλή πίστη και ως πρόσωπο το οποίο βρίσκεται σε σχέση ειδικού εμπιστεύματος (special trust) με την περιουσία της εταιρείας αυτής, σχέση την οποία παραβίασε ο Sergey, πωλώντας στην εταιρεία του καθ' ου η αίτηση πετρέλαιο σε αδικαιολόγητα χαμηλές τιμές. Όμως, η υπό αναφορά εξουσιοδότηση, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα του συμπεράσματος του ότι ο Sergey ενήργησε παράνομα και καθ' υπέρβαση της εξουσίας του. Πέραν του ότι δεν παρουσίασε το έγγραφο αυτό στο Δικαστήριο, δεν διευκρίνισε αν αυτό περιήλθε καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του και, το σημαντικότερο, κατά πόσον είχε μελετήσει τις πρόνοιες του εγγράφου αυτού. Ούτε και η θέση του ότι ο Sergey δεν συμμορφωνόταν με τους όρους των συμφωνιών που είχε υπογράψει με την «Rekma» και εξ αρχής τους παραβίαζε θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Επισημαίνω ότι οι υπό αναφορά συμφωνίες δεν έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα του ισχυρισμού του για παραβίαση των όρων τους. (γ) Στην έκθεση του (Τεκμήριο 23Β) αναφέρει μεταξύ άλλων ότι κατά την άποψη του η πώληση πετρελαίου από τον Sergey στην εταιρεία του καθ' ου η αίτηση ήταν παράνομη ενόψει της καθαρά χαμηλής τιμής, η οποία τέθηκε από τον Sergey, χωρίς η τιμή αυτή να ανταποκρίνεται στην τιμή που επικρατούσε στην αγορά (was not equivalent to its market price). Όταν κατά την αντεξέταση του, τού ζητήθηκε να καθορίσει ποιες ήταν οι τιμές της αγοράς απάντησε ότι αυτές δεν ήταν σταθερές και αποφασίζονταν από την μή κρατική εταιρεία Kortes καθώς και το συμβούλιο της εταιρείας «Yukos». Παρέπεμψε δε στο έγγραφο που ο ίδιος είχε καταθέσει στο Δικαστήριο - Τεκμήριο 25Β - τονίζοντας ότι θα πρέπει να δοθεί σημασία στην τιμή με την οποία η «Tomskneft» πωλούσε πετρέλαιο στον εμπορικό οίκο «Yukos Μ». Το έγγραφο - Τεκμήριο 25Β - περιλαμβάνει έκθεση, περιγραφόμενη ως οικονομικοτεχνική εξέταση. Η έκθεση αυτή ετοιμάστηκε από δύο ειδικούς (experts), όπως περιγράφονται, μετά από αίτημα του ανώτερου ανακριτή του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρώσικης Ομοσπονδίας R. A. Khatypov, στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης εναντίον της N. A. Konovalova για τα ίδια αδικήματα, τα οποία αντιμετωπίζει και ο καθ' ου η αίτηση. Αυτό το οποίο ζητείται από τους ως άνω ειδικούς, είναι να απαντήσουν σε πέντε ζητήματα - ερωτήματα τα οποία θέτει προς αυτούς ο ανακριτής Khatypov. Ένα από τα ερωτήματα, τα οποία καλείτο να απαντήσει η ομάδα των ειδικών (ερώτημα αρ. 4) ήταν για το ποιο θα ήταν το επιπρόσθετο κέρδος της «Τomskneft» από το πετρέλαιο, το οποίο είχε πωλήσει στην εταιρεία του καθ' ου η αίτηση, εάν αυτό πωλείτο στις τιμές που επικρατούσαν στην αγορά, σε τιμές που αντιστοιχούσαν στις τιμές πώλησης πετρελαίου προς τον εμπορικό οίκο «Yukos-M. Trading House L.L.C.». Στην απάντηση που δίνεται στην ερώτηση αυτή αναφέρεται το κέρδος που θα είχε η «Tomskneft», εφόσον πωλούσε το πετρέλαιο το οποίο είχε πωλήσει στην «Rekma», σε τιμές, οι οποίες αντιστοιχούσαν στις τιμές που η «Tomskneft» πωλούσε πετρέλαιο στον εμπορικό οίκο «Yukos-M». Το ερώτημα αυτό απαντάται χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά η συσχετισμός με τις τιμές, οι οποίες επικρατούσαν στην αγορά κατά την περίοδο που αφορά η παρούσα υπόθεση. Απλά περιγράφονται κατά γενικό τρόπο κάποια ποσά τα οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απάντηση θα ήταν το επιπρόσθετο κέρδος της «Tomskneft» εφόσον πωλούσε το πετρέλαιο στις ίδιες τιμές στις οποίες πωλούσε το πετρέλαιο στον εμπορικό οίκο «Yukos M». Δεν διευκρινίζεται στην έκθεση των ειδικών αν οι τιμές στις οποίες πωλείτο το πετρέλαιο στον εμπορικό οίκο «Yukos Μ» ήταν αυτές που επικρατούσαν στην αγορά κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω, θα πρέπει να επισημάνω ότι σε καμμιά από τις απαντήσεις της ομάδας των ειδικών γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα στοιχεία ή γεγονότα, στα οποία βασίστηκαν ή έλαβαν υπόψη για να απαντήσουν στα ερωτήματα που τους είχαν τεθεί από τον ανακριτή Khatypov. Ενόψει του ότι το υπόβαθρο των ευρημάτων της ομάδας των ειδικών δεν αποκαλύπτεται στην έκθεση τους, οι απαντήσεις τους στα ερωτήματα του ως άνω ανακριτή δεν θα μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα. Η υπό αναφορά έκθεση, κάθε άλλο παρά έκθεση ειδικών (experts) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι από τη γραμμή της αντεξέτασης του μάρτυρα διαφάνηκε ότι η υπεράσπιση αποδέχεται μεν ότι ο Sergey πωλούσε πετρέλαιο στην εταιρεία του καθ' ου η αίτηση σε τιμές χαμηλότερες από την τιμή στην οποία πωλούσε πετρέλαιο στον εμπορικό οίκο «Yukos M», όχι όμως κατά ποσοστό 20% όπως ήταν η θέση του μάρτυρα, αλλά σε πολύ μικρότερο ποσοστό. Αυτό το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του και το οποίο γίνεται αποδεκτό από το δικαστήριο, είναι ότι η πώληση πετρελαίου σε τιμή κατώτερη από αυτήν που επικρατεί στην αγορά, όπως αυτή καθορίζεται κατά διαστήματα από διάφορους συμβουλευτικούς οργανισμούς, π.χ. τη μη κρατική εταιρεία «Kortes» στην οποία έκαμε ειδική αναφορά ο μάρτυρας, δεν είναι πράξη ποινικά κολάσιμη με βάση τις διατάξεις του κοινού ποινικού κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αναφορικά με την «Kortes» επισημαίνω ότι στην έκθεση του (τεκμήριο 23Β) αναφέρει ότι οι τιμές, τις οποίες καθορίζει η εταιρεία αυτή για την πώληση πετρελαίου λαμβάνονται υπόψη από τις φορολογικές αρχές ως βάση κατά τον έλεγχο των δραστηριοτήτων των πετρελαιοπαραγωγών εταιρειών. Δυνατόν δε να διαπράττεται αδίκημα, με βάση το άρθρο 40 του φορολογικού κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εφόσον δεν πληρωθεί φορολογία επί της τιμής του πετρελαίου που επικρατούσε στην αγορά κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, παρά το ότι η τιμή πώλησης του πετρελαίου ήταν κατώτερη από την αγοραία τιμή του. ΄Οπως επεξήγησε, σε περίπτωση που κάποια εταιρεία πωλήσει πετρέλαιο σε τιμή κατώτερη του 20% της τιμής που επικρατεί στην αγορά κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, οι φορολογικές αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλουν φορολογία με βάση την τιμή που επικρατούσε στην αγορά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Όπως όμως παραδέχθηκε, ο Sergey δεν αντιμετωπίζει κατηγορίες για φορολογικά αδικήματα, με βάση το άρθρο 40 του φορολογικού κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, η άποψη του μάρτυρα ότι η πώληση πετρελαίου από τον Sergey στην εταιρεία του καθ' ου η αίτηση, ήταν παράνομη ενέργεια, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. δ) Ως γενική και αόριστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και η άποψη του σε σχέση με τον τρόπο που νομιμοποιούνταν (legalised) τα χρήματα, τα οποία κέρδιζε η εταιρεία του καθ' ου η αίτηση από την πώληση του πετρελαίου, το οποίο αγόραζε από την «Tomskneft». Επισημαίνω ότι δεν ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο είχαν νομιμοποιηθεί τα χρήματα αυτά, προβάλλοντας ως δικαιολογία το ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τα χρήματα αυτά κατέληξαν στις τσέπες του παραβάτη για να συντελεστεί το αδίκημα. Από τους μάρτυρες της Ρωσικής Ομοσπονδίας έχει παραμείνει προς εξέταση η μαρτυρία του καθηγητή Khaliulin (ΜΑ6). Ενόψει της φύσης της, θεωρώ ορθότερο όπως εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, κατ' αντιπαραβολή με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων της υπεράσπισης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Όπως προκύπτει από την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (Τεκμήριο 1) και από το προσωρινό ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση (Τεκμήρια 9 και 9Α), η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στους περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμους αρ. 95/70 και 97/70 όπως ο τελευταίος έχει τροποποιηθει με το νόμο 97/
- Η σχέση μεταξύ των δύο νομοθετημάτων έχει επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων In Re El - Bustani
(1991)1 AAΔ 736). ΄Οπως έχει νομολογηθεί, ο νόμος 95/70 καθορίζει με την κύρωση της συνθήκης τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσεχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγοδίκων (βλέπε άρθρο 12 του Νόμου). Ο νόμος 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων. Το άρθρο 9
(5)(γ) του νόμου 97/70 βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες όπου ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση. Όπως επίσης προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του πιστοποιητικού (τεκμήριο 4) το οποίο υπογράφεται από τον Υπουργό Εξωτερικών, η Ρώσικη Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση ΄Εκδοσης Φυγοδίκων που έχει συναφθεί στο Παρίσι στις 13/12/1957, στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της εν λόγω Σύμβασης που έχει συναφθεί στο Στρασβούργο στις 15/10/1975, καθώς επίσης και στο Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ίδιας Σύμβασης που έχει συναφθεί στο Στρασβούργο στις 17/3/
- Η προαναφερόμενη σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της ισχύουν καθ' όσον αφορά τη Ρωσική Ομοσπονδία από τις 9/3/
- Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΑ4 στην γραπτή του δήλωση (τεκμήρια 11Α και 11Β) κάμνει αναφορά, εκτός από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση έκδοσης φυγοδίκων, και στην διμερή σύμβαση μεταξύ της ΄Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και Κυπριακής Δημοκρατίας για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία έχει κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία με το νόμο 172/
- Η αναφορά όμως του μάρτυρα στην ως άνω διμερή σύμβαση δεν υποκαθιστά, ούτε και προσδίδει κατά την άποψη μου στην παρούσα αίτηση άλλο νομικό υπόβαθρο, εκτός της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ΄Εκδοσης Φυγοδίκων. ΄Οπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση «Αναφορικά με την αίτηση του Grishanenko Igor Nikolay, Πολ. Αίτηση Αρ. 145/2011 ημερ. 21/12/11» οι διμερείς συμβάσεις για έκδοση φυγοδίκων που είχαν συνομολογηθεί μεταξύ δύο συμβαλλομένων στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση μερών έχουν μόνο συμπληρωματικό και επικουρικό χαρακτήρα προς τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι οι πρόνοιες των διμερών συμφωνιών τότε μόνο υπερισχύουν έναντι των προνοιών της Σύμβασης όταν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. ΄Οπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, τόσο η Κύπρος όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία έχουν προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Κατ' επέκταση η μόνη σημασία που έχει η προϋπάρχουσα συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΄Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών είναι αυτή που έχει ήδη αναφερθεί, δηλαδή ότι έχει μόνο συμπληρωματικό και επικουρικό χαρακτήρα προς τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Διαδικαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν. Με βάση τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στο πιστοποιητικό του Υπουργού Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας (τεκμήριο 4) η αρμόδια αρχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την υποβολή αιτήσεων έκδοσης φυγοδίκων είναι το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η Ρωσική Ομοσπονδία καταχώρησε επιφύλαξη αναφορικά με την εφαρμογή του Κεφ. V του άρθρου 5 του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, όπου αναφέρεται ότι η αίτηση απευθύνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του αιτούντος μέρους προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης του μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση (βλέπε την υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Alexandra Atapina
(2003)1 Α.Α.Δ. 1509). Στα πρώτα έγγραφα τα οποία έχουν σταλεί από την Ρωσική Ομοσπονδία (τεκμήριο 2) περιλαμβάνεται μία επιστολή του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερ. 28/4/2009 απευθυνόμενη προς τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας Κύπρο Χρυσοστομίδη, με την οποία η Ρωσική Ομοσπονδία, ως αιτούσα χώρα ζητά από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας την έκδοση του καθ' ου η αίτηση για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην επιστολή. Η υπό αναφορά επιστολή υπογράφεται από τον αναπληρωτή Γενικό Εισαγγελέα (Deputy Prosecutor General) της Ρωσικής Ομοσπονδίας A. G. Zvyagintsev. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΑ4, ο Zvyaginstev είναι το πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από το Γενικό Εισαγγελέα τα θέματα διεθνών σχέσεων. Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω προκύπτει χωρίς καμμιά αμφιβολία ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται από την αρμόδια προς τούτο αρχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στο άρθρο 12.
- του Νόμου 95/70 καθορίζονται τα έγγραφα τα οποία θα πρέπει να υποβληθούν από το αιτών μέρος. Ειδικότερα το άρθρο αυτό προνοεί τα ακόλουθα: «
- Προς υποστήριξην της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τίνος πράξεως, έχουσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδομένης κατά τους τύπους τους καθοριζομένους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους˙ (β) έκθεσις των πράξεων δια ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις τα νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον˙ (γ) αντίγραφον των κατ΄ εφαρμογήν διατάξεων ή εφ΄ όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητουμένου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναμένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» (αα) Στην πρώτη δέσμη με τα έγγραφα που στάληκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία (τεκμήριο 2) περιλαμβάνεται ένα έγγραφο με ημερομηνία 17/10/2008 το οποίο με βάση την Αγγλική του μετάφραση περιγράφεται ως «Decision on choosing a measure of restraint as imprisonment». Ας σημειωθεί ότι στην ίδια δέσμη υπάρχει και το Ρωσικό κείμενο του εγγράφου αυτού, από το οποίο έγινε η μετάφραση στα Αγγλικά. ΄Οπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, αυτό εκδόθηκε από τον κατονομαζόμενο σ' αυτό δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Basmanny της Μόσχας (Basmanny District Court of Moscow), ο οποίος επέλεξε ως μέτρο περιορισμού τη φυλάκιση του καθ' ου η αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της κας Αναστασιάδου (ΜΑ1) το έγγραφο αυτό αποτελεί το ένταλμα συλλήψεως που εξεδόθη εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Επίσης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του κου Yalovitsky (ΜΑ4) πρόκειται για την απόφαση για επιλογή του μέτρου της φυλάκισης του καθ' ου η αίτηση, η οποία με βάση τον κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας μπορεί να εκδοθεί μόνο από Δικαστήριο. ΄Εχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί το ένταλμα σύλληψης, το οποίο εξεδόθη από την αρμόδια αρχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το εδάφιο (α) του άρθρου 12.
- απαιτεί επιπλέον όπως παρουσιάζεται επίσημο αντίγραφο του εντάλματος συλλήψεως. Το υπό αναφορά ένταλμα συλλήψεως, τόσο το Ρωσικό κείμενο όσο και η μετάφραση του στα Αγγλικά περιλαμβάνεται και στη δεύτερη δέσμη εγγράφων τα οποία στάληκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία (τεκμήρια 3 και 3Α). Η μόνη διαφορά μεταξύ του Αγγλικού κειμένου που περιλαμβάνεται στην πρώτη δέσμη, με το Αγγλικό κείμενο της δεύτερης δέσμης, είναι ότι στον τίτλο του Αγγλικού κειμένου της δεύτερης δέσμης έχει προστεθεί η φράση «ARREST WARRANT». ΄Οπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η δεύτερη δέσμη στάληκε από τη Ρωσική Ομοσπονδία, σε χρόνο μεταγενέστερο από την αποστολή της πρώτης δέσμης, κατόπιν παράκλησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην τελευταία σελίδα του Ρωσικού κειμένου του υπό αναφορά εντάλματος σύλληψης της δεύτερης δέσμης εγγράφων (τεκμήριο 3Α) υπάρχουν δύο πρωτότυπες σφραγίδες, μια στρογγυλή και μια ορθογώνια. ΄Οπως ο ΜΑ4 διευκρίνισε κατά το στάδιο της επανεξέτασης του, πρόκειται για σφραγίδες του Δικαστηρίου Basmanny της Μόσχας, το οποίο εξέδωσε το υπό αναφορά ένταλμα συλλήψεως. ΄Οσον αφορά τις υπογραφές που υπάρχουν στην ορθογώνια σφραγίδα, όπως ο μάρτυρας επεξήγησε, η πρώτη είναι του δικαστή και η δεύτερη του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε το ένταλμα. Επεξήγησε επίσης ότι πρόκειται για πιστό αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι οι ίδιες σφραγίδες με τις υπογραφές υπάρχουν και στο Ρωσικό κείμενο του εντάλματος σύλληψης που περιλαμβάνεται στην πρώτη δέσμη εγγράφων (τεκμήριο 2) όχι όμως στην πρωτότυπη τους μορφή αλλά ως φωτοαντίγραφο. ΄Οπως ο ΜΑ4 επεξήγησε, απέστειλαν εκ νέου με τη δεύτερη δέσμη εγγράφων το επίσημο αντίγραφο του εντάλματος συλλήψεως με τις πρωτότυπες σφραγίδες και υπογραφές, κατόπιν απαίτησης των Κυπριακών αρχών, προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων που θέτει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι το Ρωσικό κείμενο του εντάλματος σύλληψης που περιλαμβάνεται στη δεύτερη δέσμη εγγράφων (τεκμήριο 3) αποτελεί επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 17/10/2008 το οποίο εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Basmanny της Μόσχας. Είναι λοιπόν φανερό ότι το υπό αναφορά ένταλμα εξεδόθη σύμφωνα με τους νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Τα όσα αναφέρω πιο πάνω ικανοποιούν πλήρως κατά την άποψη μου την νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι το ένταλμα συλλήψεως θα πρέπει να εκδίδεται σύμφωνα με τους νόμους της αιτήτριας χώρας (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση του Dmitry Kotlyarenko Πολ. Έφεση αρ. 280/2010 ημερ. 17/3/2011). (ββ) Το πρώτο κατά σειρά έγγραφο της πρώτης δέσμης εγγράφων (τεκμήριο 2), αμέσως μετά την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς την Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, περιγράφεται στην Αγγλική του μετάφραση ως «πιστοποιητικό». Ακολουθεί το έγγραφο ημερομηνίας 19/9/2008 με τον τίτλο «Decision on the attraction as the defendant in a criminal presecution.» Πρόκειται για την απόφαση του επικεφαλής του πρώτου τμήματος της διοίκησης Νο. 2 για τη διερεύνηση ιδιαίτερα σοβαρών υποθέσεων της ανακριτικής επιτροπής στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, V. N. Alishev, με την οποία αποφασίζεται όπως ο καθ' ου η αίτηση κληθεί ως κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 18/377477-06 για τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία προνοούνται στα άρθρα 160.4 και 174.1.4 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στο έγγραφο αυτό, το οποίο αποτελείται από 22 σελίδες περιγράφονται λεπτομερώς οι πράξεις οι οποίες κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση καθώς και τα άλλα μέλη της οργανωμένης ομάδας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΑ1 το έγγραφο αυτό είναι το κατηγορητήριο. Το αμέσως επόμενο, είναι ένα μονοσέλιδο έγγραφο, για το οποίο δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο του. Επισημαίνω ότι ο ΜΑ4 δεν γνώριζε τί ήταν το έγγραφο αυτό και κατά την άποψη του μπήκε τυχαία στη δέσμη των εγγράφων που στάληκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ας σημειωθεί ότι είναι το μόνο έγγραφο για το οποίο δεν υπάρχει μετάφραση στα Αγγλικά. Ακολουθεί το ένταλμα συλλήψεως που εξεδόθη εναντίον του καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 17/10/2008, στο οποίο έχω ήδη κάμει αναφορά σε προηγούμενο σημείο της απόφασης μου. Το αμέσως επόμενο έγγραφο περιγράφεται στον τίτλο του ως «Decision on retrieval of an accused» και φέρει ημερομηνία 2/10/
- Από τα όσα αναφέρονται σ' αυτό, προκύπτει ότι πρόκειται για την απόφαση του Ανώτερου Ανακριτή R. K. Ibiev με βάση την οποία το όνομα του καθ' ου η αίτηση τίθεται στον κατάλογο των διεθνώς καταζητουμένων προσώπων. Τα δύο τελευταία κατά σειρά έγγραφα είναι ένα δισέλιδο έγγραφο με τα στοιχεία του διαβατηρίου του καθ' ου η αίτηση και τέλος ένα ακόμα δισέλιδο έγγραφο με απόσπασμα από τον ποινικό κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. (γγ) ΄Οσον αφορά την απαιτούμενη από το άρθρο 12.2.(β) της Σύμβασης έκθεση πράξεων, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ivan Kolesnikov
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 594, «η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μή προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασης του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης.» ΄Οπως έχω ήδη αναφέρει, στην δέσμη εγγράφων του τεκμηρίου 2 περιλαμβάνεται ένα δισέλιδο έγγραφο, το οποίο στην Αγγλική του μετάφραση περιγράφεται στον τίτλο του ως «certificate» (πιστοποιητικό). Στο έγγραφο αυτό περιγράφονται λεπτομερώς οι ενέργειες στις οποίες φέρεται να προέβησαν τα μέλη της οργανωμένης ομάδας, περιλαμβανομένου του καθ' ου η αίτηση. Αφού μελέτησα το έγγραφο αυτό κατέληξα ότι αποτελεί την έκθεση των πράξεων, την οποία απαιτεί το άρθρο 12.2(β) του σχετικού νόμου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι στο ίδιο έγγραφο γίνεται παραπομπή στα άρθρα 160.4 και 174.1.4 του ποινικού κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας τα οποία καθορίζουν αντίστοιχα τα αδικήματα της υπεξαίρεσης περιουσίας (appropriation of property) σε μεγάλη κλίμακα από οργανωμένη ομάδα και της νομιμοποίησης (legalization) περιουσίας, η οποία αποκτήθηκε κατόπιν διάπραξης ποινικού αδικήματος, αδικήματα τα οποία κατ' ισχυρισμόν διαπράχθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση και τα άλλα μέλη της οργανωμένης ομάδας. Είναι λοιπόν φανερό ότι υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 12.2(β) το οποίο απαιτεί όπως στην έκθεση των πράξεων αναφέρεται ο κατά νόμον χαρακτηρισμός καθώς οι νομοθετικές διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής. Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι στην δεύτερη δέσμη εγγράφων (τεκμήριο 3Α) περιλαμβάνεται ένα μονοσέλιδο έγγραφο με τον τίτλο «statement of facts», όπως έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά. Αφού το μελέτησα προσεκτικά, κατέληξα ότι αυτό δεν περιέχει οποιαδήποτε γεγονότα πέραν αυτών που περιγράφονται στο «certificate» της πρώτης δέσμης εγγράφων (τεκμήριο 2). Στις δύο πρώτες παραγράφους του εγγράφου αυτού αναφέρονται επιγραμματικά τα αδικήματα τα οποία αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση και στα άλλα μέλη της οργανωμένης ομάδας. Στη συνέχεια δίνεται η απάντηση των Ρωσικών αρχών σε δύο ζητήματα τα οποία έχει θέσει η υπεράσπιση, συγκεκριμένα ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε απαχθεί στην Κύπρο από μέλη των Ρωσικών μυστικών υπηρεσιών (KGB) και ότι ο εξάδελφος του καθ' ου η αίτηση, S. V. Shimkevich είχε συλληφθεί στη Ρωσία για πολιτικούς λόγους. Είναι λοιπόν φανερό ότι το υπό αναφορά έγγραφο «statement of facts» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η έκθεση πράξεων, η οποία προνοείται στο άρθρο 12.2(β) του νόμου. ΄Οπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Kolesnikov (ανωτέρω) η έκθεση των πράξεων ερμηνεύεται ότι σημαίνει τη σαφή περιγραφή των γεγονότων που αν αποδειχθούν θα συνιστούν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αντιστοιχούν στον «κατά νόμο χαρακτηρισμό» (των πράξεων), στοιχείο το οποίο συνιστά χωριστή και αυτοτελή προϋπόθεση του άρθρου 12.2(β) της Σύμβασης. Η γενικόλογη αναφορά σε γεγονότα και σε χαρακτηρισμούς των πράξεων δεν είναι αρκετή και δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη από το νόμο προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι το έγγραφο το οποίο περιγράφεται στον τίτλο του ως «certificate» της πρώτης δέσμης εγγράφων (τεκμήριο 2) αποτελεί την έκθεση των πράξεων την οποία απαιτεί το άρθρο 12.2(β) της Σύμβασης. Είναι αδιάφορο κατά την άποψη μου το γεγονός ότι στον τίτλο του περιγράφεται ως «πιστοποιητικό» (certificate) και όχι ως «έκθεση πράξεων». Επισημαίνω ακόμα ότι υπάρχει και το έγγραφο ημερομηνίας 19/9/2008 το οποίο περιγράφεται ως «Decision on the attraction as the defendant in a criminal prosecution», το κατηγορητήριο δηλαδή, το οποίο επίσης περιγράφει λεπτομερώς τις πράξεις που αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση του Valery Mechanov (αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1228). (δδ) ΄Οσον αφορά την απαιτούμενη από το άρθρο 12.2(γ) της Σύμβασης παρουσίαση αντιγράφων των κατ' εφαρμογή διατάξεων θα πρέπει να αναφέρω ότι το τελευταίο κατά σειρά έγγραφο της πρώτης δέσμης εγγράφων (τεκμήριο 2) είναι ένα δισέλιδο έγγραφο με απόσπασμα του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, συγκεκριμένα του αδικήματος του άρθρου 160 που στον τίτλο του περιγράφεται στην Αγγλική μετάφραση ως «appropriation or Embezzlement» και του άρθρου 174.1 που περιγράφεται ως «Legalization (Laundering) of cash assets or other property acquired by a person as a result of an offence committed by him/her». ΄Οπως καθορίζει η νομολογία μας, καθοριστικό για την έκδοση φυγοδίκου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοση του (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση του Hussein Jamil Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 723). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σχολιάσω τη θέση της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση, η οποία περιλαμβάνεται στη γραπτή της αγόρευση ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από πλευράς αιτητών ότι τα ως άνω άρθρα ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Η θέση αυτή δε με βρίσκει σύμφωνο. Κατά πρώτον, σε καμμιά περίπτωση είχε εγερθεί από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της πλευράς των αιτητών, ειδικά αυτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας ζήτημα μή ισχύος των άρθρων αυτών, όπως περιγράφονται στο τεκμήριο 2, κατά το χρόνο διάπραξης των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Είναι λοιπόν φανερό ότι η υπεράσπιση είχε εκλάβει ως δεδομένο ότι τα ως άνω άρθρα βρίσκονταν σε ισχύ κατά τον φερόμενο ως χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Κατά δεύτερον, θα πρέπει να επισημάνω ότι ο δικηγόρος Danilchenco (ΜΥ2), τον οποίο κάλεσε η ίδια η υπεράσπιση, συμφώνησε με την υποβολή της συνηγόρου των αιτητών ότι το άρθρο 160 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν είχε τροποποιηθεί τα τελευταία 10 χρόνια, ενώ σε σχέση με το άρθρο 174.1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε τροποποίηση. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι ικανοποιείται και η συνδρομή της τρίτης διαδικαστικής προϋπόθεσης του άρθρου 12.2 της Σύμβασης. Ο κανόνας της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας. Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας της αίτησης είναι η ικανοποίηση του κανόνα της διπλής, άλλως αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 2.1 του Νόμου 95/70 η έκδοση ενεργείται για πράξεις κολάσιμες κατά τους νόμους του αιτούντος μέρους και του μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση, οι οποίες τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός χρόνου. ΄Οπως αναφέρθηκε στην υπόθεση In re Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 723 η μαρτυρία για την έκδοση φυγοδίκου εξετάζεται με αναφορά στα αδικήματα που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης. Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγοδίκου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση (βλέπε επίσης αναφορικά με την αίτηση του Andrei Golov
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1109). ΄Οπως προκύπτει από το ένταλμα σύλληψης ημερ. 17/10/2008 το οποίο περιλαμβάνεται στα έγγραφα που στάληκαν από την Ρωσική Ομοσπονδία, η έκδοση του καθ' ου η αίτηση ζητείται για τη διάπραξη του αδικήματος της υπεξαίρεσης περιουσίας σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα, το οποίο προνοείται στο άρθρο 160.4 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του αδικήματος της νομιμοποίησης παρανόμως ληφθείσας περιουσίας από οργανωμένη ομάδα, το οποίο προνοείται στο άρθρο 174.1.4 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σύμφωνα με το απόσπασμα του Ποινικού Κώδικα που περιλαμβάνεται στην πρώτη δέσμη με τα έγγραφα που στάληκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία (τεκμήριο 2) το αδίκημα του άρθρου 160.4 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από 5 μέχρι 10 χρόνια, ενώ το αδίκημα του άρθρου 174.1.4 με ποινή φυλάκισης από 10 μέχρι 15 χρόνια. Σύμφωνα με τα γεγονότα του «πιστοποιητικού», το οποίο περιλαμβάνεται στην πρώτη δέσμη εγγράφων (τεκμήριο 2), ο καθ' ου η αίτηση, ως ο ιδιοκτήτης και συγχρόνως αναπληρωτής γενικός διευθυντής της εταιρείας LLC Rekma V.G., συμμετείχε στην οργανωμένη ομάδα, την οποία είχε δημιουργήσει ο επικεφαλής της πετρελαιοπαραγωγικής εταιρείας JSC Tomskneft EOC, S.V. Shimkevich (ο Sergey). Η ομάδα αυτή είχε δημιουργηθεί με σκοπό τη διάπραξη υπεξαίρεσης (appropriation) της περιουσίας της ως άνω εταιρείας καθώς και της θυγατρικής της εταιρείας «LLC Tomskneft-Service», σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα. Συγκεκριμένα, στις 17/3/2005 και 23/12/2005 ο Sergey, εκ μέρους της εταιρείας «Tomskneft» και η V.A. Konovalova εκ μέρους της εταιρείας «Rekma» της οποίας ήταν γενικός διευθυντής, υπέγραψαν δύο συμβόλαια πώλησης πετρελαίου προς τη «Rekma». Τα συμβόλαια αυτά προνοούσαν ότι ο καθορισμός της ποσότητας και της τιμής του πετρελαίου που θα πωλείτο, θα γινόταν με την υπογραφή συμπληρωματικών συμφωνιών σε μηνιαία βάση. Την ίδια στιγμή τα μέλη της οργανωμένης ομάδας γνώριζαν ότι ο μοναδικός σκοπός της υπογραφής των ως άνω συμβολαίων ήταν να υποχρεώσουν την εταιρεία «Tomskneft» να μεταβιβάσει πετρέλαιο στην ιδιοκτησία της «Rekma». Κατά την περίοδο Απριλίου 2005-Ιανουαρίου 2006 συνολικά 1.003.220 τόνοι πετρελαίου μεταβιβάστηκαν στην «Rekma» σε υποτιμημένες (underestimated) τιμές. Συγχρόνως η εταιρεία «Tomskneft» πωλούσε πετρέλαιο στον εμπορικό οίκο «Yukos-M», που ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών, σε τιμή όχι χαμηλότερη των 6.000 ρουβλιών τον τόνο, ενώ η μέση τιμή πώλησης πετρελαίου στην εταιρεία «Rekma» είχε καθοριστεί από τον Sergey χωρίς κανένα οικονομικό λόγο στο ποσό των 4.943.08 ρουβλιών τον τόνο. Κατ' αυτό τον τρόπο η «Rekma» πλήρωσε μόνο 4.556.392.153,44 ρούβλια για τους 1.003.220 τόνους πετρελαίου που της είχαν μεταβιβαστεί. Ως αποτέλεσμα της παράνομης μεταβίβασης από τον Sergey της ως άνω ποσότητας πετρελαίου, η αγοραία αξία της οποίας (market value) ήταν 6.127.400.000 ρούβλια, στη Rekma σε υποτιμημένη τιμή, η εταιρεία «Tomskneft» υπέστη ζημιά η οποία έχει υπολογιστεί στο ποσό των 1.571.007.847,56 ρουβλιών. Στη συνέχεια, ο καθ' ου η αίτηση, κάποιος Klyucherev και άλλα μέλη της οργανωμένης ομάδας προέβησαν σε οικονομικές συναλλαγές με την ως άνω περιουσία. Στις 12/4/2005 στην πόλη Strezhevoy, ο S.V. Shimkevich, ο καθ' ου η αίτηση και η N. A. Konovalova εκ μέρους της JSC Tomskneft EOC και της LLC Rekma V.G. υπογράφοντας ψευδή έγγραφα (fictitious documents) συνέστησαν την εταιρεία LLC Tomskneft - Service (πόλη Strezhevoy) με βάση τα οποία ένας από τους ιδρυτές, εκτός της JSC Tomskneft EOC ήταν η εταιρεία LLC Rekma V.G. Συγχρόνως, ο Sergey, η N.A. Konovalova, o καθ' ου η αίτηση και άλλα πρόσωπα που μετείχαν στην οργανωμένη ομάδα γνώριζαν πολύ καλά ότι σημαντικής αξίας περιουσιακά στοιχεία είχαν μεταβιβαστεί στην συσταθείσα εταιρεία από τις θυγατρικές εταιρείες LLC Yukos - Servis και LLC Yukos - Sklad και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο όλες οι αποφάσεις αναφορικά με τη δραστηριότητα της εταιρείας, στην πραγματικότητα θα λαμβάνονταν από τον Sergey παρά το ότι η συμμετοχή της εταιρείας LLC Rekma V.G. θα ήταν καθαρά ονομαστική και θα περιοριζόταν στο ποσό της συνεισφοράς της που ήταν 5000 ρούβλια για το 50% των μετοχών στο κεφάλαιο της εταιρείας LLC Tomskneft-Servis. Στις 29/3/2006 σε γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας LLC Tomskneft-Servis, ο S.V. Shimkevich και η N.A. Konovalova προνόησαν για τη λήψη μιας παράνομης απόφασης για τη διάθεση του καθαρού κέρδους της εταιρείας, το οποίο με βάση τα αποτελέσματα του έτους 2005 ανερχόταν στο ποσό των 72.500.000 ρουβλιών, στους μετόχους της εταιρείας κατ' ίσον μερίδιο. Με βάση την ως άνω απόφαση, στις 4/4/2006 36 279 000 ρούβλια μεταφέρθηκαν και λήφθηκαν κατά την ίδια μέρα από το λογαριασμό της LLC Tomskneft-Servis στο κατάστημα της «JSC NB Trust» της πόλης Strechevoy στο λογαριασμό της LLC Rekma V.G. στην τράπεζα «Prioritet» της πόλης Samara. Επιπλέον η κα Konovalova, σύμφωνα με το ρόλο που της ανατέθηκε στην οργανωμένη ομάδα διεξήγαγε οικονομικές συναλλαγές με τα κλαπέντα μετρητά χρήματα, μεταφέροντας από τον ως άνω περιγραφόμενο λογαριασμό της LLC Rekma V.G. στον προσωπικό της λογαριασμό καθώς και στο λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση ποσό 13.050.000 ρουβλιών στον κάθε λογαριασμό, καθώς επίσης ποσό 2.622.084 ρουβλιών στο λογαριασμό του γενικού λογιστή της εταιρείας. Από τα όσα αναφέρονται στο υπό αναφορά «πιστοποιητικό», η κατ' ισχυρισμό εγκληματική συμπεριφορά της οργανωμένης ομάδας, στην οποία φέρεται να συμμετείχε και ο καθ' ου η αίτηση στρέφεται εναντίον δύο εταιρειών. Η πρώτη είναι η εταιρεία JSC Tomskneft EOC από την οποία υπεξαίρεσαν, κατά τους ισχυρισμούς των Ρωσικών αρχών ποσότητα 1 003 220 τόνων πετρελαίου, ενώ η δεύτερη είναι η θυγατρική εταιρεία LLC Tomskneft-Service από την οποία υπεξαίρεσαν ποσό 72.500.000 ρουβλιών. Στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (τεκμήριο 1) περιγράφεται η κατ' ισχυρισμό εγκληματική συμπεριφορά της οργανωμένης ομάδας που σχετίζεται μόνο με την υπεξαίρεση από την εταιρεία «Tomskneft EOC». Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην κατ' ισχυρισμό υπεξαίρεση από τη θυγατρική εταιρεία «LLC Tomskneft-Service». Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό αναφορά εξουσιοδότηση οι κατ' ισχυρισμόν εγκληματικές ενέργειες της οργανωμένης ομάδας συνιστούν και παράβαση της Κυπριακής Νομοθεσίας και συγκεκριμένα των άρθρων 331, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα που καθορίζουν τα αδικήματα της πλαστογραφία και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, του άρθρου 371 που καθορίζει το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, των άρθρων 255, 269 και 270 του Ποινικού Κώδικα που καθορίζουν τα αδικήματα της κλοπής, κλοπής από διευθυντές και κλοπής από αντιπροσώπους, καθώς και παραβάσεις των άρθρων 3, 4 και 5 του νόμου 188
(1)/2007 περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Εκ πρωϊμίου, θα πρέπει να αναφέρω ότι, όλα τα ως άνω αδικήματα τιμωρούνται κατά τις δικές μας νομοθετικές διατάξεις με ποινές φυλάκισης πέραν του ενός έτους. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση «Αναφορικά με την αίτηση του Valery Mechanov» (αρ. 2)
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1228 επιτρέπεται η έκδοση μόνο για τα αδικήματα που περιγράφονται στην εξουσιοδότηση. Νομιμοποιεί την έκδοση μόνο για τα αδικήματα στα οποία αυτή αναφέρεται. Τόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογιακή αρχή, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ικανοποιείται ο κανόνας της διπλής εγκληματικότητας σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία αναφέρονται στην εξουσιοδότηση του υπουργού (τεκμήριο 1) ανεξάρτητα με το κατά πόσο τα αδικήματα αυτά συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με τα αδικήματα του εντάλματος συλλήψεως, το οποίο στάληκε από τις Ρωσικές αρχές (βλέπε In re Hachem (ανωτέρω)). (α) Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Τα αδικήματα αυτά καθορίζονται στα άρθρα 331, 333 και 335-339 του ποινικού μας κώδικα. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι η πλαστογραφία ή η κυκλοφορία πλαστού εγγράφου συνιστούν αδικήματα και κατά το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Δεν έχει συμπεριληφθεί στα έγγραφα που σταληκαν από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας οποιοδήποτε απόσπασμα της Ρωσικής Νομοθεσίας το οποίο καθιστά αδίκημα τις ως άνω ενέργειες. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφέρω ότι ακόμα και στην περίπτωση που ικανοποιείτο η ως άνω προϋπόθεση, δεν θα μπορούσε να επιτύχει η έκδοση του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα. Τα γεγονότα τα οποία περιγράφονται στο «πιστοποιητικό» δεν κάμνουν αναφορά σε πλαστογραφημένα έγγραφα. Υπάρχει αναφορά σε «fictitious documents» που είναι όρος πολύ διαφορετικός από τα πλαστογραφημένα έγγραφα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των ΜΑ4 και ΜΑ5 ότι τα μέλη της οργανωμένης ομάδας κατασκεύαζαν πλαστά έγγραφα, θα πρέπει να αναφέρω ότι υπήρξε γενικός και αόριστος χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα και χωρίς να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους τα έγγραφα αυτά ήταν πλαστά. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνω ότι η συνήγορος της πλευράς των αιτητών κατά την αγόρευση της ενώπιον του δικαστηρίου παραδέχθηκε ότι τα ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα δεν συνιστούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση των αδικημάτων της κλοπής, κλοπής από διευθυντές και κλοπής από αντιπροσώπους. ΄Οπως έχει ήδη αναφερθεί, η εισήγηση της πλευράς των αιτητών είναι ότι ο καθ' ου η αίτηση, ως μέλος της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας συμμετείχε στην κλοπή από την εταιρεία Tomskneft ποσότητας 1 003 220 τόνων πετρελαίου και από την θυγατρική εταιρεία Tomskneft-Service ποσού 36.279.000 ρουβλιών, από το οποίο 13.050.000 ρούβλια κατατέθηκαν σε προσωπικό του λογαριασμό. Η κατ' ισχυρισμόν κλοπή από την εταιρεία Tomskneft. Η κοινή θέση των μαρτύρων της πλευράς των αιτητών ήταν ότι το αντικείμενο της κλοπής της οργανωμένης ομάδας από την εταιρεία Tomskneft ήταν η ποσότητα των 1.003.220 τόνων πετρελαίου, ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρείας. Σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου, η ως άνω ποσότητα πετρελαίου είχε πωληθεί από την «Tomskneft» στην εταιρεία «Rekma» στη βάση δύο αγοραπωλητηρίων συμβολαίων ημερομηνίας 17/3/2005 και 23/12/2005, τα οποία προέβλεπαν ότι τόσο η ποσότητα, όσο και η τιμή του πωλούμενου πετρελαίου θα καθορίζονταν βάση μηνιαίων συμπληρωματικών συμφωνιών οι οποίες θα υπογράφονταν από τα μέρη. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ολόκληρη η περιουσία της θυγατρικής εταιρείας «Tomskneft», περιλαμβανομένου και του πετρελαίου που παρήγαγε η εταιρεία ήταν υπό τον έλεγχο και τη διαχείριση (management) του Sergey, ο οποίος ήταν υπάλληλος και συγχρόνως ο αντιπρόεδρος της μητρικής εταιρείας «CJSC Yukos EP». Οι εξουσίες του Sergey επί της περιουσίας της «Tomskneft» είχαν καθοριστεί με βάση έγγραφες εξουσιοδοτήσεις που του είχαν παραχωρηθεί από την εταιρεία «Tomskneft». Στο απόσπασμα του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα της δέσμης εγγράφων του τεκμηρίου 2, όπως αυτό έχει μεταφραστεί στα αγγλικά αναφέρεται επί λέξη: «1. Appropriation or embezzlement that is, the stealing of other people's property entrusted to the convicted person, shall be punishable .........................». Στην υπόθεση Ζησιμίδης v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 382 αλλά και στην πρόσφατη υπόθεση Ιώαννη Ανδρονίκου και άλλοι v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, 514, καθορίζονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής όπως αυτό περιγράφεται στο άρθρο 255 του δικού μας Ποινικού Κώδικα. Τα στοιχεία αυτά είναι τα ακόλουθα: (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (β) η λήψη γίνεται με δόλιο τρόπο, "fraudulently" (γ) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης (δ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το δικαστήριο, για τους λόγους που επεξήγησε λεπτομερώς σε προγενέστερο σημείο της απόφασης του, απέρριψε τη θέση ότι τα υπό αναφορά αγοραπωλητήρια συμβόλαια που υπεγράφησαν μεταξύ της «Tomskneft» και της «Rekma» ήταν πλαστά.