ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. AMANDA ROSE SHEAN κ.α., Αγωγή αρ. 2090/2011, 23 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αγωγή αρ. 2090/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες - και - AMANDA ROSE SHEAN C & E REAL ESTATED AGENCY LIMITED, C 16275 Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 10.2.2012 για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2012. Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Εναγόμενους 2: κος Γρ. Σαββίδης. Για Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κα Καμάρη για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 2/Αιτητές επιζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set-aside) προηγούμενη εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση ημερ. 16.11.2011 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17,θ.10,Δ.48,θ.θ.1-6,9(h),Δ.26,θ.14, Δ.33, θ.5, Δ.57,θ.2 και Δ.64,θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο Άρθρο 30
(2)
(3)του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Αλεξάντρου διευθύντριας των Εναγομένων 2/Αιτητών στην οποία αναφέρονται, όπως μπορούμε να συνοψίσουμε, τα ακόλουθα: Στις 29.8.11 το κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής επιδόθηκε σε κάποια υπάλληλο της Εναγόμενης 2 εταιρείας. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση είχαν καταχωρήσει επίσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την αγωγή υπ' αρ. 2147/09 εναντίον, μεταξύ άλλων, και των Αιτητών η οποία είναι ορισμένη στις 4.4.12 για ακρόαση. Επισυνάπτεται δε ως Τεκμήριο Α αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή με αρ. 2147/
- Εκ παραδρομής και λάθους της υπαλλήλου της Εναγομένης 2 εταιρείας, η οποία πίστεψε ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η οποία της επιδόθηκε ήταν η ίδια με την αγωγή 2147/09 και φύλαξε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής στο αρχείο χωρίς να ενημερώσει οποιοδήποτε αξιωματούχο της εταιρείας, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να μην καταχωρήσουμε εγκαίρως σημείωμα εμφάνισης και οι Ενάγοντες να προχωρήσουν με μονομερή Αίτηση και στις 16.11.2011 να επιτύχουν απόφαση εναντίον των Εναγομένων. Επιπλέον, επισημαίνεται από την Ενόρκως Δηλούσα, ότι η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να επιδοθεί σε κάποιο αξιωματούχο των Αιτητών ή σε κάποιο εξουσιοδοτημένο άτομο για να παραλαμβάνει τέτοιας φύσης έγγραφα ή δικόγραφα και, ως εκ τούτου, δεν έγινε καλή επίδοση της παρούσας αγωγής. Η εταιρεία πληροφορήθηκε για το ότι κινήθηκε εναντίον της η παρούσα αγωγή τον Δεκέμβριο του 2011 όταν της επιδόθηκε η ως άνω αναφερόμενη απόφαση και αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για νέα αγωγή αφού για την προηγούμενη αγωγή εμφανίζονται δικηγόροι και δεν είχε εκδοθεί μέχρι τότε απόφαση εναντίον τους. Η μη καταχώρηση εμφάνισης από τους Εναγόμενους οφειλόταν σε κακή επίδοσης της αγωγής αλλά και σε κακή συνεννόηση και καλόπιστο λάθος της υπαλλήλου των Εναγόντων που της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή και καμία κακοπιστία και πρόθεση για αδιαφορία δεν υπήρξε αλλά ούτε και πρόθεση από τους Αιτητές για καταστρατήγηση και καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι Εναγόμενοι, όπως φαίνεται από τα γεγονότα της αγωγής αλλά και από το κλητήριο ένταλμα των Εναγόντων, έχουν καλή υπεράσπιση. Σε καμία παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων δεν φαίνεται οι Ενάγοντες να έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2 ή οι Εναγόμενοι 2 να έχουν οποιαδήποτε ευθύνη ή ανάμειξη ή σχέση στη διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων 1 ούτε και κανένα δικαίωμα επικαλούνται οι Ενάγοντες που να τους επιτρέπει να επιτύχουν στις θεραπείες που ζητούν εναντίον των Εναγομένων. Η αγωγή υπ' αρ. 2147/09 αφορούσε, μεταξύ άλλων, και ισχυρισμούς περί εκχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου του ακινήτου που είναι και το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη απόφαση για την οποία επιζητείται ο παραμερισμός της, με τον ισχυρισμό ότι συμφώνησαν και οι Αιτητές στην εν λόγω εκχώρηση. Οι Αιτητές στην παρούσα αγωγή και Εναγόμενοι 5 στην αγωγή 2147/09 στην υπεράσπιση που κατέθεσαν στην αγωγή 2147/09 μεταξύ άλλων αρνούνταν ότι συμφώνησαν με την εκχώρηση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β αντίγραφο της Υπεράσπισης των Αιτητών στην αγωγή 2147/
- Είναι ξεκάθαρο από τα ανωτέρω και από τα Τεκμήρια Α και Β ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή καταχρηστικά και/ή με πρόθεση να καταστρατηγήσουν τη δικαστική διαδικασία αφού ειδικά όσον αφορά τους Αιτητές αφορά κοινά και/ή τα ίδια γεγονότα και επίδικα θέματα και, ως εκ τούτου, οι αιτούμενες από τους Ενάγοντες αξιώσεις ή διατάγματα θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί αρχικώς στην αγωγή 2147/09 ή τουλάχιστον να προστεθούν αργότερα με τροποποίηση της εν λόγω αγωγής και όχι να ζητούνται με νέα αγωγή. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής έγινε με μόνο σκοπό να εξαπατηθούν οι Εναγόμενοι/Αιτητές και να επιβαρυνθούν αδίκως με περαιτέρω έξοδα. Οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο και δεν αναφέρουν πουθενά στην παρούσα αγωγή ότι η αγωγή με αρ. 2147/09 που αφορά κοινά νομικά ζητήματα με την παρούσα εκκρεμούσε κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης και συνεχίζει να εκκρεμεί μέχρι σήμερα αναφορικά με τους Εναγόμενους 2/Αιτητές. Στις 28.12.11 οι Αιτητές καταχώρησαν Αίτηση παραμερισμού της απόφασης στην οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί σημαντικά στοιχεία και περαιτέρω υπήρχαν και ορισμένα συντακτικά και άλλα λάθη ουσίας και, ως εκ τούτου, αντί να προχωρήσουν σε μέτρα διόρθωσης ή συμπλήρωσής της οι Αιτητές προτίμησαν να την αποσύρουν με δικαίωμα καταχώρησης νέας καθότι ήταν ο συντομότερος τρόπος επίλυσης των προβλημάτων. Μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί τίτλοι του ακινήτου που αφορά το επίδικο πωλητήριο αλλά ούτε και αναμένεται να εκδοθούν μέσα στο παρόν έτος και ως εκ τούτου, δεν επηρεάζονται οποιαδήποτε τυχόν δικαιώματα των Εναγόντων. Είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε στις 16.11.11 για να μπορέσουν να τεθούν τα επίδικα θέματα σωστά και δίκαια. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.17,θ.10,Δ.48,θ.θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Ταυτόσημη και/ή παρόμοια Αίτηση με την οποία αξιώνονταν ίδιες και/ή παρόμοιες θεραπείες καταχωρήθηκε στις 28.12.11 και αποσύρθηκε στις 9.2.
- Η καταχώρηση Αίτησης με ταυτόσημες θεραπείες προσκρούει σε δεδικασμένο και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος παραμερισμού δικαστικής απόφασης. Η απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2 εκδόθηκε κανονικά και/ή νομότυπα. Η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν είναι αβάσιμα. Οι Εναγόμενοι 2 δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 2 σε σχέση με την προτεινόμενη υπεράσπιση τους παραμένουν γενικοί και/ή αόριστοι. Δεν προβάλλεται οποιαδήποτε και/ή ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη των Εναγομένων 2 να εμφανιστούν στο Δικαστήριο. Η Αίτηση γίνεται για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης και/ή κακόπιστα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου των Εναγόντων. Σε αυτήν αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Σε σχέση με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι εξ όσων πληροφορείται από την ιδιώτη επιδότη που προέβη στη σχετική επίδοση η επίδοση του κλητηρίου προς την Εναγομένη εταιρεία αρ. 2 έγινε νομότυπα και, προς επιβεβαίωση αυτού, παραπέμπει στην ένορκη δήλωση επίδοσης ως επίσης και στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης για έκδοση απόφασης οι οποίες βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και επιβεβαιώνουν το νομότυπο της επίδοσης. Η δε δικαιολογία που προβάλλεται, ακόμα και αν είναι αληθής, δεν είναι ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη των Εναγομένων να εμφανιστούν στο Δικαστήριο εντός των προθεσμιών. Οι ισχυρισμοί σε σχέση με την προτεινόμενη υπεράσπιση είναι γενικοί και αόριστοι και οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ήταν νομότυπη, εύλογη και δίκαιη, η δε Αίτηση των Εναγομένων 2 έχει ως αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση των δικαιωμάτων των Εναγομένων και δεν θα πρέπει να επιτραπεί στους Εναγόμενους να προωθούν τις δικές τους παραλείψεις με σκοπό να πλήξουν το δικαίωμα των Εναγόντων που έχει αποκρυσταλλωθεί από την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17, θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26, θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33, θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης . Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[5]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[6]. Ο Αιτητής οφείλει εδώ να παραθέσει τα γεγονότα που, κατά τη θέση του, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του Αιτητή[7]. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 εκείνο που αναμένεται να πράξει είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση-Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στον Αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Όπως έχει τονισθεί από τον Έντιμο Δικαστή και νυν Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Αρτέμη στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον τους απόφαση, ως και το ότι επεδίωξαν το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Προχωρώ τώρα να εξετάσω τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που έχω σκιαγραφήσει ανωτέρω. Στην παρούσα υπόθεση εγείρονται προς εξέταση τρία ερωτήματα: (Ι) Κατά πόσο η Εναγομένη 2 έχει δώσει εύλογο και καλό λόγο για την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (ΙΙ) Κατά πόσο η Εναγομένη 2 προχώρησε άμεσα με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβε γνώση αυτής και (ΙΙΙ) Κατά πόσο η Εναγομένη έχει αποκαλύψει στοιχεία και λεπτομέρειες συζητήσιμης Υπεράσπισης. Ιστορικό με βάση το φάκελο του Δικαστηρίου Εν πρώτοις θα πρέπει να αναφερθώ στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.7.11 και επιδόθηκε στην Εναγομένη 2 εταιρεία στις 29.8.11. Στις 26.9.11 καταχωρήθηκε μονομερής Αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης η οποία ορίστηκε στις 18.10.11 ημερομηνία κατά την οποία οι Ενάγοντες ζήτησαν να δοθεί νέα ημερομηνία για σκοπούς καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τελικώς στις 2.11.11 κατατέθη εκ μέρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση προς το σκοπό απόδειξης της υπόθεσης τους και, αφού στις 16.11.11 περιόρισαν την απαίτηση τους δηλώνοντας ότι δεν θα επέμεναν στις θεραπείες υπό στοιχεία 8(Δ) και 8(Ε) της Έκθεσης Απαίτησης, το Δικαστήριο προχώρησε στις 16.11.11 και εξέδωσε απόφαση εναντίον της Εναγομένης εταιρείας αρ.2 ως οι παρά.8(Α), 8(Β) και 8(Γ) της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά πόσο η επίδοση του κλητηρίου ήταν καλή και/ή νομότυπη Προχωρώ να εξετάσω εν πρώτοις το κατά πόσο η επίδοση που πραγματοποιήθηκε ήταν καλή ενόψει της θέσης των Αιτητών/Εναγομένων 2 ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε σε κάποιο αξιωματούχο των Αιτητών ή σε κάποιο εξουσιοδοτημένο άτομο για να παραλαμβάνει τέτοιας φύσης έγγραφα. Για να κριθεί νομότυπη η επίδοση σε νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.5,θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.» Το μέρος της Δ.5,θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προνοεί τα ακόλουθα: «In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service...........» Και σε μετάφραση: «Στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας, η οποία να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικής κλήσης σε νομικό πρόσωπο, η επίδοση επίσημου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος ή άλλης δικαστικής κλήσης στον πρόεδρο ή σε άλλο ανώτερο αξιωματούχο, ή στον ταμία ή τον γραμματέα του νομικού προσώπου ή παράδοση τέτοιου αντιγράφου στα γραφεία του νομικού προσώπου, θα θεωρείται καλή επίδοση.» Ως εκ των ανωτέρω, εξετάζοντας το θέμα της επίδοσης δικαστικών εγγράφων σε εταιρεία επισημαίνεται ότι το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να επιδίδεται στον πρόεδρό της ή σε ανώτερο αξιωματούχο ή ταμία ή γραμματέα της εταιρείας, ή να παραδίδεται («delivery») στα γραφεία της εταιρείας. Στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 επισημάνθηκε ότι η λέξη «delivery» (παράδοση) έχει πολύ διαφορετικό νόημα από την απλή «άφεση» ενός εγγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας. Θεωρήθηκε, δηλαδή, ότι η άφεση εγγράφων στο γραφείο μιας εταιρείας, χωρίς να τα έχει παραλάβει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, δεν αποτελεί καλή επίδοση εντός της έννοιας της Δ.5,θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι με τον τρόπο αυτό δεν διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου με βάση το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος να πληροφορηθεί για την εναντίον του διαδικασία, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί. Η καλή επίδοση, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφέρομενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τούτο δε έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Επί τη βάσει των όσων αναφέρονται στην απόφαση J.Z.Classic Music Pro Ltd ν. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 (B) Α.Α.Δ 1151, 1155, η επίδοση κλητηρίου εντάλματος σε εταιρεία θεωρείται καλή εάν το επίσημο αντίγραφό του αφήνεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και εάν επί του αντιγράφου του κλητηρίου, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, υπάρχει η υπογραφή συγκεκριμένου παραλήπτη. Τέτοιος παραλήπτης μπορεί να είναι, εκτός από τον αξιωματούχο της εταιρείας, και άλλο φυσικό πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση την ένορκη δήλωση της ιδιώτου επιδότου Κούλας Κωνσταντίνου αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης εταιρείας αρ. 2 έναντι της υπογραφής της Λίζας Βοσκού η οποία, ως αναφέρεται, ήτο εξουσιοδοτημένη να λαμβάνει δικαστικά έγγραφα στο γραφείο της Εναγομένης εταιρείας. Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και, κυρίως, τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση J.Z.Classic Music Pro Ltd ν. Alkadia Music Land Ltd (ανωτέρω) η επίδοση στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι ήταν νομότυπη και ορθή και, επομένως, η θέση των Αιτητών επί του ζητήματος αυτού απορρίπτεται ως ανεδαφική. Κατά πόσο η Εναγόμενη έχει δείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή της να εμφανιστεί Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης μετά που τους επεδόθη το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Με βάση τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας στην υπό εξέταση Αίτηση προκύπτει ότι εκ παραδρομής και λάθους της υπαλλήλου της Εναγομένης εταιρείας αρ. 2 η οποία θεώρησε ότι η παρούσα αγωγή η οποία της επιδόθηκε ήταν η ίδια με την αγωγή 2147/09 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, την οποία, επίσης, είχαν καταχωρήσει οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση εναντίον, μεταξύ άλλων, και της Εναγομένης εταιρείας αρ.2, αυτή φύλαξε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής στο αρχείο χωρίς να ενημερώσει οποιονδήποτε αξιωματούχο της εταιρείας με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να μην καταχωρήσουν εγκαίρως σημείωμα εμφάνισης και οι Ενάγοντες να προχωρήσουν με μονομερή Αίτηση στην εξασφάλιση απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη εταιρεία αρ.2 πληροφορήθηκε για το ότι κινήθηκε εναντίον της η παρούσα αγωγή τον Δεκέμβριο του 2011 όταν της επιδόθηκε η ως άνω απόφαση και αντελήφθηκε ότι επρόκειτο για νέα αγωγή αφού για την προηγούμενη αγωγή εμφανίζονταν δικηγόροι και δεν είχε εκδοθεί μέχρι τότε απόφαση εναντίον τους. Είναι η κρίση μου ότι ο λόγος που προβάλλεται από τους Αιτητές για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα υπόθεση συνιστά ικανοποιητική και εύλογη δικαιολογία. Επισημαίνεται δε ότι ο πιο πάνω λόγος δεν έτυχε αμφισβήτησης, όπως θα μπορούσε να γίνει από την αντίδικη πλευρά μέσω αντεξέτασης της Ενόρκως Δηλούσας στην Αίτηση. Δεν βρίσκω, επομένως, κανένα λόγο να μην αποδεχτώ τη βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω ζήτημα. Κατά πόσο η Εναγόμενη προχώρησε άμεσα με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης Το επόμενο ζήτημα που χρήζει απόφασης είναι το κατά πόσο η Εναγόμενη προχώρησε άμεσα με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη εταιρεία αρ.2 πληροφορήθηκε για το ότι κινήθηκε εναντίον της η παρούσα αγωγή τον Δεκέμβριο του 2011 όταν της επιδόθηκε η αναφερόμενη απόφαση και στις 28.12.11 κατεχωρήθη Αίτηση παραμερισμού η οποία απεσύρθη άνευ βλάβης στις 9.2.12 λόγω του ότι κρίθηκε ότι σ' αυτή την Αίτηση δεν είχαν περιληφθεί σημαντικά στοιχεία που υποστήριζαν τη θέση των Αιτητών και ένεκα της ύπαρξης σε αυτή ορισμένων συντακτικών και άλλων λαθών. Η συνέχεια ήταν να καταχωρηθεί η υπό κρίση Αίτηση. Από τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι οι Αιτητές προχώρησαν άμεσα στη λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας σε βάρος τους απόφασης μετά που αυτή περιήλθε στη γνώση τους ασχέτως του ότι η πρώτη Αίτηση παραμερισμού είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης και ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η καταχώρηση της πρώτης Αίτησης παραμερισμού έγινε άμεσα, ενώ ο λόγος της απόσυρσης της και της καταχώρησης νέας Αίτησης έχει δικαιολογηθεί με επάρκεια χωρίς να αμφισβητούνται τα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς Εναγομένων/Αιτητών για το θέμα αυτό από την αντίδικη πλευρά. Κατά πόσο η Εναγόμενη έχει αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από τους Αιτητές ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές/Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει καλή και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. Τι επικαλούνται λοιπόν οι Αιτητές στην υπό εξέταση Αίτηση σε ό,τι αφορά «εκ πρώτης όψεως καλή Υπεράσπιση»; Οι Εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση επικαλούμενοι τα γεγονότα της αγωγής και το κλητήριο ένταλμα των Εναγόντων χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση ή διευκρίνιση.Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι από την Έκθεση Απαίτησης δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2 και/ή ότι οι Εναγόμενοι 2 δεν έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη ή σχέση στη διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 ούτε και κανένα δικαίωμα επικαλούνται οι Ενάγοντες ώστε να τους επιτρέπει να επιτύχουν στις αιτούμενες θεραπείες εναντίον των Εναγομένων. Δεν θα συμφωνήσω με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Είναι ξεκάθαρη, πιστεύω, η σχέση και η ιδιότητα υπό την οποίαν ενάγονται οι Εναγόμενοι 2 εφόσον στην Έκθεση Απαίτησης σαφώς καταγράφεται ότι η Εναγόμενη 1 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων το σύνολο των δικαιωμάτων της ως αυτά απέρρεαν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.5.06 σύμφωνα με το οποίο η Εναγόμενη 2 πωλούσε και η Εναγόμενη 1 αγόραζε το διαμέρισμα που περιγράφεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Με άλλα λόγια οι Εναγόμενοι 2 είναι το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.5.06 και σε σχέση με το οποίο το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ο αγοραστής, δηλαδή η Εναγόμενη 1 έχει εκχωρήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή τη συμφωνία προς όφελος των Εναγόντων. Με την παρούσα αγωγή επιζητούνται καθόσον αφορά τους Εναγομένους 2, επομένως, δηλωτικές αποφάσεις που βασίζονται στη συμφωνία εκχώρησης των εν λόγω δικαιωμάτων που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο η οποία έχει συντελεστεί μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 1. Ο άλλος ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση της υπό κρίσης Αίτησης είναι ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά και ότι οι αιτούμενες στην παρούσα αγωγή θεραπείες θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στην αγωγή υπ' αρ.2147/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν το γεγονός ότι η αγωγή υπ' αρ.2147/09 εκκρεμούσε και συνεχίζει να εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Ούτε για τον πιο πάνω ισχυρισμό διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε το βάσιμο. Στην παρούσα αγωγή με βάση την παράγραφο
(7)της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ρητά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την αγωγή 2147/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία αξιώνουν οφειλόμενα ποσά που προέκυψαν από παραχωρηθέν δάνειο προς την Εναγόμενη 1 πλέον τόκους και ταυτόχρονα στην αγωγή εκείνη καταγράφεται ρητά με βάση την παράγραφο
(6)αυτής ότι οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν πλήρως τα δικαιώματα τους που απορρέουν από τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων εναντίον της Εναγόμενης 2 αναφορικά με τα δικαιώματα που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.5.06 αντικείμενο της αναφερόμενης συμφωνίας εκχώρησης. Πέραν όλων των πιο πάνω, τα οποία προκύπτουν ξεκάθαρα από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής και το περιεχόμενο του, οι Εναγόμενοι 2 σε κανένα σημείο της ένορκης τους δήλωσης δεν έχουν εξειδικεύσει σε τι συνίσταται η καλή Υπεράσπιση που ισχυρίζονται ότι έχουν στην παρούσα υπόθεση. Οι αναφορές τους επί του ζητήματος αυτού υπήρξαν γενικόλογες και αόριστες, η δε παραπομπή που κάνουν στην αγωγή υπ' αρ.2147/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δεν διαφωτίζει περαιτέρω σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα. Οι Αιτητές όφειλαν εδώ να παραθέσουν τα γεγονότα που, κατά τη θέση τους, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσουν για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλούνται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Αιτητών[8]. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ΄ταν εύκολο, αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα γενικά και αόριστα επικαλούνται οι Αιτητές δεν έχουν τεκμηριωθεί και ούτε υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε υποστηρικτικό υλικό ή αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων βασίζεται η καλή Υπεράσπιση την οποία ισχυρίζονται ότι έχουν στην παρούσα υπόθεση. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζει παντελώς η αναγκαία θεμελίωση για σκοπούς αποκάλυψης μιας καλής και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η θέση μου ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα ικανά και επαρκή ώστε να εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση πρέπει να αποτύχει και, συνεπώς, απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Αιτητών/Εναγομένων 2 και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4] Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.ΑΔ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893. [5] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [6] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528. [7] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε επίσης Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106 [8] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε, επίσης, Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο