← Κύπρος

Mascom Technologies Ltd. ν. Αντώνη Δημητρίου, Αρ. Αγωγής 2910/2009, 26 Aπριλίου, 2012.

Mascom Technologies Ltd. ν. Αντώνη Δημητρίου, Αρ. Αγωγής 2910/2009, 26 Aπριλίου,

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2910/2009 Μεταξύ: Mascom Technologies Ltd., από τη Λάρνακα, Εναγόντων -και- Αντώνη Δημητρίου, από τη Λευκωσία, Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 27.12.2011 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 26 Aπριλίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο-αιτητή: Η κα Καλλή, εκ μέρους του κ. Ε. Χειμώνα. Για τους ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση: Η κα Θωμά. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.10.2011, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους του εναγόμενου, ούτε και ο ίδιος με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να ορίσει την αγωγή για απόδειξη στις 18.11.2011 και κατόπιν στις 9.12.2011 στις 09:00, ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσής της καταχωρώντας σχετική γραπτή ένορκη δήλωση και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως η απαίτηση. Αποτέλεσμα αυτού είναι η καταχώριση από πλευράς εναγόμενου της παρούσας αίτησης δια κλήσεως ημερ. 27.12.2011 δια της οποίας ο εναγόμενος εξαιτείται την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει ή/και να παραμερίζει την εν λόγω δικαστική απόφαση ημερ. 9.12.
  3. Η αίτηση βασίζεται επί των περί Πολιτικής δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.33 θ.5, Δ.48 θ.1-3 και επί των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή Αντώνη Δημητρίου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αγωγή ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για μνεία στις 9.12.2011 ημερομηνία κατά την οποία δεν παρουσιάστηκε ούτε ο ίδιος ούτε και ο δικηγόρος του. Αναφέρει επίσης ότι η ενάγουσα εταιρεία έχει διαλυθεί αφού εναντίον της εκδόθηκε στις 3.06.2011 διάταγμα παραλαβής και η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να προχωρήσει την παρούσα αγωγή εκτός αν γινόταν τροποποίηση του τίτλου με την υποκατάσταση της ενάγουσας από τον Επίσημο Παραλήπτη, πράγμα που δεν έγινε. Είναι περαιτέρω η θέση του εναγόμενου ότι μετά τις 3.06.2011 που εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής ο δικηγόρος των εναγόντων δεν νομιμοποιείτο να εμφανιστεί και να εκπροσωπήσει την εταιρεία. Αναφέρει περαιτέρω ότι έχει καλή υπεράσπιση και ενόψει και της συμπεριφοράς του δικηγόρου των εναγόντων είναι ορθό και δίκαιο όπως η απόφαση ημερ. 9.12.2011 ακυρωθεί. Αναφέρει, τέλος, ότι ο διευθυντής των εναγόντων δεν θα μπορούσε να ορκιστεί και να εκπροσωπήσει την εταιρεία και να αποδείξει την υπόθεσή του. Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους:
  4. Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση του εναγομένου-αιτητή ημερ. 27.12.2011 είναι λανθασμένη, ελλιπής και δεν είναι επαρκής, σχετική και ικανή να στηρίξει την αίτηση παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9.12.
  5. Ο εναγόμενος-αιτητής δεν έχει καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης.
  6. Ο εναγόμενος-αιτητής δεν έδωσε κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί τη μη εμφάνιση τόσο του ιδίου όσο και του δικηγόρου του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις 9.12.2011 και/ή προγενέστερα.
  7. Ο εναγόμενος-αιτητής αναφέρει ψευδή και παραπλανητικά γεγονότα για να εξασφαλίσει το αιτούμενο διάταγμα.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος όπως καθορίζονται από τη νομολογία.
  9. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα της υπόθεσης ο εναγόμενος-αιτητής σε καμία θεραπεία ή διάταγμα δικαιούται καθώς δεν παρουσιάζει σοβαρούς ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό.
  10. Ο εναγόμενος-αιτητής επέδειξε καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ενάγουσας-καθ΄ ης η αίτηση.
  11. Η ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση ακολούθησε πάντοτε την ορθή και/ή την ενδεδειγμένη διαδικασία.
  12. Ο εναγόμενος-αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση.
  13. Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση, παραμποδιζοντάς την από το να εισπράξει το λαβείν της από την προς όφελός της νομότυπα εκδοθείσα απόφαση.
  14. Το αιτούμενο διάταγμα θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε κατάθεση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεών τους χωρίς οιοσδήποτε εξ αυτών να αντεξετάσει οιονδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Η Δ.33 θ.5 επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προβλέπει τα ακόλουθα: «Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα πρέπει να παρατηρήσω το ανακριβές ενός σημείου της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 9.12.2011, ημερομηνία κατά την οποία ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο δικηγόρος του εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ήταν ορισμένη για μνεία. Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 20.10.2011 στις 10:
  15. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία και ώρα δεν εμφανίστηκε ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος ούτε ο δικηγόρος του με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για απόδειξη στις 18.11.2011 στις 9:00 και μετά στις 9.12.2011 και πάλι για απόδειξη στις 9:00, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση. Σε καμία από τις τρεις ημερομηνίες εμφανίστηκε είτε ο εναγόμενος είτε ο δικηγόρος του. Επανερχόμενος τώρα στην εξέταση της αίτησης, σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646, και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securies plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: "If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated". Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση ουδείς λόγος προβάλλεται από πλευράς εναγομένου-αιτητή για την παράλειψη του να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση. ΄Εχω διεξέλθει με προσοχή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ουδέν αναφέρεται που να δικαιολογεί την παράλειψη αυτή. Το κατά πόσο ο δικηγόρος του ενάγοντα θα έπρεπε να προχωρήσει σε τροποποίηση της αγωγής του δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου του εναγόμενου ή του δικηγόρου του από το να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Το ίδιο ισχύει και για το θέμα της αποκάλυψης συζητήσιμης υπεράσπισης. Πέραν της αναφοράς του ενόρκως δηλούντα, ότι απ΄ όσα ο ίδιος γνωρίζει και πληροφορείται από τον δικηγόρο του έχει καλή υπεράσπιση, κανένα άλλο στοιχείο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αποτέλεσμα αυτού είναι ο αιτητής να μην έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που τον βαρύνει. Εκτός των πιο πάνω όμως και για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω και τη θέση της πλευράς του αιτητή ότι ο δικηγόρος του ενάγοντα ακολούθησε παράτυπη πορεία αφού θα έπρεπε πρώτα να προχωρήσει με τροποποίηση του τίτλου και να υποκαταστήσει την ενάγουσα με τον επίσημο Παραλήπτη, ενόψει του διορισμού του τελευταίου ως προσωρινού εκκαθαριστή της ενάγουσας εταιρείας και κατόπιν τούτου να προχωρήσει με απόδειξη της υπόθεσής του. Είναι δεδομένο καταρχάς ότι στις 18.11.2011, που είχε οριστεί η υπόθεση για απόδειξη εμφανίστηκε συνήγορος από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου παραλήπτη ο οποίος και δήλωσε ότι θα παραχωρείτο τύπος διορισμού δικηγόρου στον συνήγορο της ενάγουσας και δεν είχε ένσταση να προχωρήσει η διαδικασία σε απόδειξη. Ενόψει των πιο πάνω η υπόθεση επαναορίστηκε για απόδειξη στις 9.12.2011 ημερομηνία κατά την οποία είχε παραχωρηθεί τύπος διορισμού δικηγόρου από τον Επίσημο Παραλήπτη προς το δικηγορικό γραφείο Θέμης Θωμά και συνεργάτες οπόταν και η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη. Πέραν των ανωτέρω όμως η θέση ότι θα έπρεπε να γίνει τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο διορισμός και μόνο προσωρινού εκκαθαριστή δεν συνεπάγεται και την αναγκαιότητα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Στο Annual Practice 1979 στον σχολιασμό του Ο.6 r.3, που είναι το αντίστοιχο της Δ.2 θ.4 των δικών μας διαδικαστικών θεσμών αναφέρεται στη σελίδα 49 ότι ένας εκκαθαριστής ο οποίος εγείρει αγωγή για μια εταιρεία που βρίσκεται υπό διάλυση πρέπει να εναγάγει στο όνομα της εταιρείας χωρίς την προσθήκη του δικού του ονόματος. Σχετική αναφορά γίνεται και στη σελίδα 179 κάτω από τον τίτλο «winding-up of company» όπου αναφέρεται ότι η έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης δεν καθιστά αναγκαία την αλλαγή στα μέρη στην αγωγή. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα παρατυπίας στη διαδικασία που ακολουθήθηκε και ούτε ήταν αναγκαία η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής πριν προχωρήσει η ενάγουσα στην απόδειξη της υπόθεσής της. Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την αποτυχία. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.