A A PILOTTOS LTD ν. CYPRUS PETROLEUM REFINERY LTD, Αρ. Αγωγής: 2226/2008, 26 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2226/2008 Μεταξύ: A. A. PILOTTOS LTD Ενάγουσας -και- CYPRUS PETROLEUM REFINERY LTD Εναγομένης ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 02/02/2012 για τροποποίηση της Αγωγής Ημερομηνία: 26 Απριλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Λουκαίδης Για Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενη Εταιρεία: κα Οικονόμου & κα Ιακώβου για Χρ. Πολυβίου (για να ακούσει απόφαση: κα Αχιλλέως) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με την Αίτησή της ημερομηνίας 02/02/2012, ζητά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, έτσι ώστε η Εναγόμενη Εταιρεία να αναφέρεται ως «Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ». Επίσης, ζητά την προσθήκη νέας παραγράφου, της παραγράφου 3Α, μετά την παράγραφο 3, η οποία να αναφέρει τα ακόλουθα: «Οι Εναγόμενοι κατά ή περί την 24/04/2005 μετονομάσθηκαν ή άλλαξαν όνομα και από Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου Λίμιτεδ, κατά τον επίδικο της παρούσης αγωγής χρόνο, ονομάσθηκαν «ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ». Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.9 θ.1-13 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Κατερίνας Κονναρή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του Δρ Α. Ποιητή, δικηγόρου της Ενάγουσας Εταιρείας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, τόσο από το φάκελο της υπόθεσης, καθώς και από πληροφορίες που έχει λάβει από το δικηγόρο κ. Γεώργιο Λουκαΐδη, που χειρίζεται την υπόθεση. Λόγω του ότι κατά τη διαδικασία ακρόασης της αγωγής διαπιστώθηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία, με ειδικό ψήφισμα ημερομηνίας 24/02/2005, είχε μετονομαστεί από «ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΛΤΔ» σε «ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ», κατέστη αναγκαίο όπως τροποποιηθεί το Κλητήριο Ένταλμα για να ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Η Εναγόμενη Εταιρεία παραμένει η ίδια νομική οντότητα, πλην όμως η Ενάγουσα Εταιρεία μέχρι και την ακροαματική διαδικασία αγνοούσε την αλλαγή στο όνομα. Καταλήγει, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καλόπιστες και αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης. ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Καθ' ης η αίτηση-Εναγόμενη Εταιρεία καταχώρησε Ένσταση, η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.19, Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δώδεκα
(12)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου, ότι η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου, γεγονός που την καθιστά παράτυπη, ότι η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλης κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ότι υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης αφού τα γεγονότα θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην Ενάγουσα Εταιρεία από το Μάρτιο 2009, όταν καταχωρίστηκε η Έκθεση Υπεράσπισης, ότι υπάρχει υπέρμετρη και/ή πρωτοφανής και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης γιατί η μετονομασία της Εναγόμενης Εταιρείας, η οποία είχε γίνει στις 24/02/2005, ήταν γνωστή στους δικηγόρους της Ενάγουσας Εταιρείας, αφού επανειλημμένα τόσο προφορικά καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου, του είχε λεχθεί το γεγονός αυτό, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα, αλλά ότι αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στη συνέχιση της εκδίκασης της υπό κρίση αγωγής. Περαιτέρω ισχυρίζεται η Καθ' ης η αίτηση-Εναγόμενη Εταιρεία ότι δεν εξειδικεύεται κανένα νέο στοιχείο που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση και ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντινομική και δεν θα έπρεπε να επιτραπεί γιατί αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης της Ενάγουσας Εταιρείας. Μοναδικός σκοπός καταχώρησης της Αίτησης είναι η καθυστέρηση και/ή ο εκτροχιασμός και/ή επιβράδυνση της διαδικασίας. Δεν παρουσιάζεται εύλογη αιτία και/ή επαρκής λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο θα επιφέρει τέτοια βλάβη στην Εναγόμενη Εταιρεία που δεν θα είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Κυριακούλη Φινόπουλου, ο οποίος είναι ο Εκτελεστικός Διευθυντής και Διευθυντής Επιχειρήσεων της Καθ' ης η αίτηση-Εναγόμενης Εταιρείας. Ο ίδιος γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση και έχει στην κατοχή και φύλαξή του έγγραφα που αφορούν την αγωγή. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης, με τη μορφή και το περιεχόμενο που ζητείται, είναι παράτυπο, ανεπίτρεπτο και κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου, αφού η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Κατερίνας Κονναρή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο Ποιητή. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η Αιτήτρια-Ενάγουσα Εταιρεία επέδειξε πρωτοφανή, υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, αφού η μετονομασία της Καθ' ης η αίτηση-Εναγόμενης Εταιρείας ήταν γνωστή στην Ενάγουσα Εταιρεία και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστή από την καταχώρηση της αγωγής, στις 02/10/2008 και/ή από το Μάρτιο του 2009, που καταχωρίστηκε η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης Εταιρείας, στην οποία εγέρθηκε σχετική προδικαστική ένσταση, ενώ ο ίδιος ο Διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας είχε παραδεχθεί, κατά την αντεξέταση, ότι γνώριζε την αλλαγή του ονόματος της Εναγόμενης Εταιρείας. Είναι εισήγησή του ομνύοντα ότι η καταχωρηθείσα Αίτηση θα επηρεάσει δυσμενώς την Καθ' ης η αίτηση-Εναγόμενη Εταιρεία και θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα τη συνέχιση της εκδίκασης της υπό κρίση υπόθεσης. Καταλήγει, ότι η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης είναι καταχρηστική, ότι δεν εξειδικεύεται κανένα νέο στοιχείο που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι αντίθετη με τη διεξαγωγή δίκαιας δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, όπως ορίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και ότι αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και γι' αυτό ζητά την απόρριψη της Αίτησης. Οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις και παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη νομολογία που αφορά τέτοιου είδους αιτήσεις. Ήταν η θέση του κ. Λουκαίδη ότι τέτοιου είδους αιτήσεις επιτρέπονται και θα πρέπει η πλευρά των Εναγομένων να επιβαρυνθεί με τα έξοδα λόγω του ότι η Ένσταση είναι εντελώς αβάσιμη. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταχωρίσουν Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και παρέπεμψε στο Annual Practice 1960, στο O.12, r.1.. Η κα Αντωνίου στη γραπτή της αγόρευση έκανε εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος της τροποποίησης και επικεντρώθηκε στην ολιγωρία και αδικαιολόγητη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καθυστέρηση της καταχώρισης της Αίτησης , η οποία κατά τη δική της εισήγηση αγγίζει τα όρια της καταφρόνησης του Δικαστηρίου, είναι εκδικητική και ενέχει το στοιχείο της κακοπιστίας. Το Δικαστήριο έχει τις θέσεις της κάθε πλευράς κατά νου και θα κάνει αναφορά σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης, η οποία έχει ως κύρια βάση της τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ.22/02/2002 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44.) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. (Βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Πολ.Εφ. 294/2007 Ανδρέας Χατζηλαμπρή ν Μάριου Πετεινού ημερ. 12/07/2010).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. (Βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο. (Βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα». Πολύ πρόσφατα επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές στην απόφαση Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ.295/10, ημερ.11/07/
- ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Προτού εξεταστεί αυτή τούτη η νομική πτυχή της Αίτησης, θα πρέπει να γίνει αναφορά στην Αγγλική Πρακτική, Annual Practice, και συγκεκριμένα στο O.12, r.1, στο οποίο παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Λουκαίδης. Κάτω από τον υπότιτλο «Misnomer» διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Misnomer.- A defendant may by his appearance correct any mistake in the name by which he is sued, so long as it is clear that he is the defendant sued.........This correction does not relieve the plaintiff from the necessity of amending his writ, if the alteration of name is material.» Απλή ανάγνωση του πιο πάνω αποσπάσματος οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση να διορθώσει το όνομα με το οποίο ενάγεται και ότι ακόμα και αν το πράξει, ο Εναγόμενος, αυτό δεν απαλλάσσει τον Ενάγοντα από την υποχρέωσή του να τροποποιήσει το Κλητήριο Ένταλμα. Των πιο πάνω λεχθέντων θα εξεταστεί η ουσία της Ένστασης. Η Ένσταση των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση βασίζεται σε αριθμό λόγων, μεταξύ των οποίων, η υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, η κατάχρηση της διαδικασίας και η πρόκληση βλάβης, η οποία δεν θα ήταν δυνατό να αποκατασταθεί με την παροχή εξόδων μόνο. Είναι ο κυριότερος ισχυρισμός των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση καθώς επίσης και ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν επιδείξει ολιγωρία, αδιαφορία και υπέρμετρη καθυστέρηση, σε βαθμό που η καταχώρηση της Αίτησης να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι η καταχώριση της Αίτησης τροποποίησης είχε γίνει στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Μια αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 02/10/2008 και η Υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 24/03/
- Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν και ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση για πρώτη φορά στις 20/04/
- Έγινε και από τις δύο πλευρές αίτημα για αναβολή της ακρόασης στις 20/04/2010 για σκοπούς συμβιβασμού. Δεν βρέθηκε οποιαδήποτε συμβιβαστική λύση και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 12/10/
- Ορίστηκε σε άλλες δύο ημερομηνίες για ακρόαση η αγωγή και στις 24/01/2011 η συνήγορος της Εναγομένης Εταιρείας-Καθ' ης η Αίτηση είχε θέσει προς το συνήγορο της πλευράς της Ενάγουσας Εταιρείας το θέμα της ονομασίας των Εναγομένων και ο κ. Λουκαίδης είχε αναφέρει ότι θα διερευνούσε το θέμα και θα καταχωρούσε την οποιαδήποτε απαραίτητη αίτηση και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 17/03/
- Στις 17/03/2011 η αγωγή απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος για προώθησή της, αφού ο δικηγόρος της Ενάγουσας Εταιρείας δεν είχε εμφανιστεί για να προχωρήσει η ακρόαση της αγωγής. Ακολούθησε Αίτηση για επαναφορά της αγωγής, στις 18/03/2011, η οποία Αίτηση είχε γίνει αποδεκτή από την πλευρά της Εναγομένης Εταιρείας στις 31/10/2011, μετά που είχε οριστεί η υπόθεση σε δύο ενδιάμεσες ημερομηνίες για σκοπούς συμβιβασμού χωρίς αποτέλεσμα. Την ίδια μέρα ορίστηκε για ακρόαση στις 20/12/2011, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης, η οποία ολοκληρώθηκε στις 27/01/
- Στις 02/02/2012 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι είχε προκύψει και κατά την αντεξέταση του μάρτυρα της Ενάγουσας, κ. Ανδρέου, άλλως Πιλότου, στις 20/01/2012, ότι ο ίδιος γνώριζε για την αλλαγή του ονόματος της Εναγομένης Εταιρείας πριν από τέσσερα χρόνια. Παρά το γεγονός ότι ο Διευθυντής της Ενάγουσας γνώριζε για την αλλαγή του ονόματος από την καταχώριση προφανώς της αγωγής, δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο για να λυθεί το πρόβλημα του ονόματος. Χρειάστηκε ένα χρόνο η πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας για να καταχωρήσει τη συγκεκριμένη Αίτηση. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης δεν δικαιολογείται και δεν επεξηγείται το χρονικό σημείο στο οποίο έγινε, η Αίτηση, στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας-Ενάγουσας. Αναφέρει, η κα Κονναρή, ότι κατατέθηκε κατά τη διαδικασία ειδικό ψήφισμα για τη μετονομασία της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση, πλην όμως το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στο δικηγόρο της Αιτήτριας-Ενάγουσας από τις 24/01/2011, όπως προκύπτει και από το πρακτικό του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η μεγάλη καθυστέρηση συναρτάται με τους λόγους που την προκάλεσαν, η δε έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτό που έχει σημασία είναι η ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη παρέλευση του χρόνου που διέρρευσε, από τη στιγμή που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση ή που προέκυψαν τα στοιχεία στα οποία αυτή αναφέρεται. Στην πρόσφατη απόφαση Ανδρέας Χατζηλαμπρή ν. Μάριου Πετεινού (ανωτέρω) καταγράφηκε ότι : «Κατά την άποψή μας, η καθυστέρηση των 2½ χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4½ χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντιδίκου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, κατά την άποψή μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.» Εξετάζοντας το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης, δεν προβάλλεται οτιδήποτε ουσιαστικό από την Ενάγουσα-Αιτήτρια που να δικαιολογεί την αδράνειά της, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι ο Διευθυντής της Ενάγουσας γνώριζε πριν την καταχώριση της αγωγής, δηλαδή από την αρχή, για την αλλαγή του ονόματος. Ούτε και προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος γιατί αφού το συγκεκριμένο γεγονός ήταν γνωστό στους συνηγόρους της Ενάγουσας Εταιρείας, είχαν χρειαστεί ένα χρόνο για να καταχωρίσουν την Αίτηση τροποποίησης. Η Ενάγουσα Εταιρεία όφειλε να δικαιολογήσει την παράληψή της να αποταθεί στο Δικαστήριο ενωρίτερα, από τη στιγμή που ο Διευθυντής της ήταν γνώστης του συγκεκριμένου γεγονότος πριν την καταχώριση της αγωγής, ενώ ο δικηγόρος της το είχε πληροφορηθεί, από την πλευρά των Εναγομένων, ένα χρόνο πριν. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η νομολογία σύμφωνα με την οποία εγκρίνονται και αιτήσεις οι οποίες έχουν υποβληθεί με πολύ μεγαλύτερη καθυστέρηση ή και σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, όμως η καθυστέρηση συναρτάται πάντα με το χρόνο κατά τον οποίο ο Αιτών κατέστη γνώστης των γεγονότων, τα οποία τώρα θέλει να εισάγει. Γι' αυτό και έχει νομολογηθεί ότι, παρά την καθυστέρηση, εντούτοις εφόσον ένας Αιτητής πρόσφατα ήταν που έλαβε γνώση ή πρόσφατα είχε εντοπίσει την παράλειψη, παρά την παράλειψή του να προβεί σε διορθωτικά μέτρα ενωρίτερα, πολλές φορές τα αιτήματα αυτά εγκρίνονται. Ένα άλλο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η Αίτηση τροποποίησης, στην περίπτωση που αυτή εγκριθεί, θα εκτροχιάσει την πορεία της δίκης. Θεωρώ, έχοντας υπόψη τα περιβάλλοντα γεγονότα, ότι η έγκριση του αιτήματος θα έπληττε καίρια τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, αφού θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης και καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της υπόθεσης, η οποία βρίσκεται στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Συνεπακόλουθα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας Εταιρείας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου -Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο