← Κύπρος

Χρυστάλλας Κ. Στυλιανού ν. Αλεξίας Σωκράτους Χριστούδια κ.α., Αγωγή αρ.: 1776/07, 27.4.2012

Χρυστάλλας Κ. Στυλιανού ν. Αλεξίας Σωκράτους Χριστούδια κ.α., Αγωγή αρ.: 1776/07, 27.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1776/07 Μεταξύ: Χρυστάλλας Κ. Στυλιανού Ενάγουσας -και- 1. Αλεξίας Σωκράτους Χριστούδια 2. Γιάννη Χριστούδια Εναγομένων ----- Ημερομηνία: 27.4.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: Ο κ. Αντώνης Παπαλλής. Για εναγομένους 1 και 2: Ο κ. Αχιλλέας Δημητριάδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια τριών ακινήτων ως εξής (που παρακάτω θα αναφέρονται ως «τα ακίνητα») στο χωριό Κάτω Δρυς:
  2. i)ακίνητο με Αρ. εγγραφής 17011, μέσα στο χωριό, σπίτι και αυλή, Φ/Σχ XLIX/28, τεμ. 358, μερίδιο το όλο.
  3. ii)ακίνητο με Αρ. εγγραφής 15974, μέσα στο χωριό, οικόπεδο, Φ/Σχ. XLIX/28, τεμ. 359, μερίδιο το όλο. iii) ακίνητο με Αρ. εγγραφής 17329, μέσα στο χωριό, οικία και αυλή, Φ/Σχ. XLIX/28, τεμ. 362, μερίδιο το όλο. Τα ακίνητα ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και είναι επιβαρυμένα με υποθήκες και memo. Είναι η δικογραφική θέση της ενάγουσας ότι τις 24.11.2006 υπέγραψε, ως αποτέλεσμα δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή συνομωσίας από τους εναγόμενους 1 και 2, πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 1) δια του οποίου παρουσιάζεται να πωλεί τα ακίνητα στην εναγόμενη 1 με αντάλλαγμα το ποσό των ΛΚ30.000 καταβλητέο δια προκαταβολής εκ ΛΚ5.000 και το υπόλοιπο κατά τη μεταβίβαση. Ως «δόλος κ.τ.λ.» προσδιορίζεται βασικά η κατ΄ ισχυρισμό πίεση εκ μέρους του εναγόμενου προς την ενάγουσα να του πωλήσει τα κτήματα, ενώ η ενάγουσα τελούσε σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση λόγω των οικονομικών προβλημάτων και χρεών που αντιμετώπιζε, κάτι που γνώριζε ο εναγόμενος 2. Η ενάγουσα δέχθηκε να πωλήσει στον εναγόμενο 2 τα ακίνητα για το ποσό των ΛΚ200.000. ΄Ομως, πάντα κατά την έκθεση απαίτησης ο εναγόμενος επέμενε και κατάφερε με «ψευδείς παραστάσεις» όπως η ενάγουσα υπογράψει πωλητήριο έγγραφο με εικονικό τίμημα ΛΚ30.000 για να αποφύγει τις φορολογικές του υποχρεώσεις και/ή κεφαλαιουχικό φόρο. Περιπλέον, ο εναγόμενος δεν ανέφερε στην ενάγουσα ότι αγοράστρια θα ήταν η σύζυγός του, εναγόμενη 1 και δεν παρέδωσε στην ενάγουσα αντίγραφο του εγγράφου, προφανώς εφόσον είχε συνωμοτήσει με τη σύζυγό του ότι ο αγοραστής στο εν λόγω πωλητήριο δεν θα ήταν ο ίδιος, όπως συμφωνήθηκε και/ή όπως γνώριζε η ενάγουσα, αλλά η σύζυγος, με την οποία η ενάγουσα ουδέποτε διαπραγματεύτηκε για την εν λόγω πώληση. Ως λεπτομέρεια δόλου καταγράφεται και ο ισχυρισμός ότι ενώ στο πωλητήριο καταγράφηκε ως προκαταβολή το ποσό των ΛΚ5.000, στην πραγματικότητα ουδένα ποσό καταβλήθηκε στην ενάγουσα. Είναι, περαιτέρω, η θέση της ενάγουσας ότι δύο μήνες αργότερα, όταν άρχισε να ζητά υλοποίηση της συμφωνίας με την καταβολή του ποσού των ΛΚ200.000 και τη μεταβίβαση των ακινήτων, ο ενάγοντας, ο οποίος στο μεταξύ έλαβε κατοχή των ακινήτων, τελικά αρνήθηκε και της απάντησε ότι «την πάτησε», εφόσον υπέγραψε συμφωνία για ΛΚ30.000. Η ενάγουσα ζητά από το δικαστήριο να ακυρώσει το πωλητήριο έγγραφο ως προϊόν δόλου κ.τ.λ. και αποζημιώσεις. Παράλληλα, ζητά ακύρωση της συμφωνίας ως παράνομης, όπως και ακύρωση της κατάθεσής της στο Κτηματολόγιο και διατάγματα όπως οι εναγόμενοι μη επεμβαίνουν παράνομα στα επίδικα ακίνητα και όπως της παραδώσουν ελεύθερη κατοχή. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24.11.2006 υπεγράφη με τη βούληση των δύο μερών, ήτοι της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 και είναι καθόλα έγκυρο και δεσμευτικό. Δέχονται ότι η πραγματική τιμή δεν ήταν η αναγραφείσα στο συμβόλαιο, αλλά λέγουν ότι η συμφωνηθείσα τιμή ήταν ΛΚ120.000 και όχι ΛΚ200.000 όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αποδίδουν δε, το ζήτημα αυτό στην ενάγουσα, η οποία δεν ήθελε να παρουσιαστεί η τιμή στο πωλητήριο έγγραφο για να αποφύγει την πληρωμή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Συμφωνήθηκε, ως εκ τούτου, όπως υπογραφεί έγγραφο για το ποσό των ΛΚ30.000 και περαιτέρω οι εναγόμενοι θα αναλάμβαναν να πληρώσουν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, ήτοι ΛΚ90.000 απευθείας στους πιστωτές της ενάγουσας. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι πλήρωσαν έναντι της επίδικης συναλλαγής για λογαριασμό της ενάγουσας κατά διάφορα διαστήματα το συνολικό ποσό των ΛΚ7.493,70. Ανταπαιτούν ειδική εκτέλεση και αποζημιώσεις. Ως εκ των άνω, ήδη από τα δικόγραφα προκύπτει ως κοινός τόπος ότι άλλο τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε και άλλο καταγράφτηκε στη σύμβαση, η οποία και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η διαφορά ως προς το ζήτημα αυτό έγκειται στο ποσό που η κάθε πλευρά ισχυρίζεται ότι είναι το πραγματικό και στο ότι ο καθένας αποδίδει στον άλλο τη σκοπιμότητα καταδολίευσης του Φόρου. Μια άλλη διαφορά έγκειται στη θέση της ενάγουσας ότι το ποσό Λ.Κ. 7.493,70 καταβλήθηκε για μια άλλη προηγούμενη πώληση, άλλου κτήματος, από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 2. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία εκατέρωθεν. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος 2 της ζήτησε να θέσουν το εικονικό τίμημα διότι, ως υπάλληλος του Φόρου ήθελε να αποφύγει πιθανά φορολογικά προβλήματα. Ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι είναι η ενάγουσα που τον πίεζε για να θέσουν εικονικό τίμημα ώστε εκείνη να μην πληρώσει φόρους. Διαφορετικές εκδοχές παρουσίασαν και ως προς τις συνθήκες υπογραφής του εγγράφου. Τα σημεία, όμως, στα οποία οι διάδικοι διαφωνούν δεν έχουν, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, σημασία και δεν θα απασχολήσουν το δικαστήριο. Διαπιστώνεται, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, παρανομία καταλυτική για την επίδικη συναλλαγή. Έτσι, δεν έχουν σημασία οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί για τις επιμέρους πτυχές της συναλλαγής αυτής και είναι αχρείαστο να αποφασιστούν. Πέραν τούτου, όπως και πάλι θα εξηγηθεί κατωτέρω, οι διάδικοι κρίνονται αναξιόπιστοι μάρτυρες και έτσι δεν υπάρχει (αξιόπιστο) μαρτυρικό υλικό επί του οποίου θα μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να γίνουν ευρήματα για τις επιμέρους διαφωνίες. Όπως δεν έχουν τελικά σημασία, υπό τις περιστάσεις και άλλα θέματα για τα οποία προσφέρθηκε μαρτυρία και έγινε λόγος στις αγορεύσεις. Σημειώνεται ότι εκτός από την ενάγουσα έδωσε μαρτυρία για την πλευρά της ο εκτιμητής κ. Άγγελος Αγαθαγγέλου. Μαρτυρία έδωσε και η εναγόμενη 1. Εκείνο που έχει σημασία είναι η κοινή θέση περί μη αναγραφής του πραγματικού ανταλλάγματος, με σκοπό, είτε με τη μια, είτε με την άλλη εκδοχή, την τελική καταδολίευση του Φόρου. Τούτο αφορά όλους τους διαδίκους. Ειδικότερα, είτε η εναγόμενη 1 ήταν παρούσα ή όχι, είτε υπέγραψε εν γνώσει της ενάγουσας ή όχι, από τη δική της μαρτυρία, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, προκύπτει ότι στην πραγματικότητα οι τρεις διάδικοι συνωμότησαν προς καταδολίευση του Φόρου. Βέβαια, ο εναγόμενος 2 κατά τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι δεν είχε σκοπό να καταδολιεύσει το Φόρο, αλλά ότι η συμφωνία ήταν μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική, δηλαδή γραπτή για το ποσό των ΛΚ30.000 και προφορική για το υπόλοιπο που υποτίθεται ότι ανέλαβε να πληρώσει στις τράπεζες για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις συναλλαγές γίνονται διάφοροι συνδυασμοί, είπε. Για το γεγονός ότι κατέθεσε το έγγραφο με το τίμημα των ΛΚ30.000 στο Κτηματολόγιο, ανέφερε ότι δεν δήλωσε το «προφορικό μέρος» γιατί αυτό θα φαινόταν κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου, κατά την οποία ο φόρος πληρώνεται είτε επί της δηλωθείσας τιμής, είτε επί εκτίμησης του Κτηματολογίου. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι αυτά τα είχε εξηγήσει στην ενάγουσα όταν τον πίεζε αφόρητα και «κλαιγόταν» για το ότι θα πλήρωνε φόρους. Της είπε, ισχυρίζεται, ότι «δεν είναι μόνο το συμβόλαιο, θα πας και για εκτίμηση». Σε ερώτηση κατά πόσο υπήρχε κάτι που εμπόδιζε να περιλάβουν το κατ΄ ισχυρισμόν προφορικό μέρος της συμφωνίας στο έγγραφο, απάντησε αρνητικά. Σε ερώτηση γιατί μέρος της συμφωνίας να έγινε γραπτώς και μέρος προφορικά, απάντησε χαρακτηριστικά «δεν έχω κάτι να σας απαντήσω». Η σύζυγος του ενάγοντα ισχυρίστηκε ότι δεν είναι η ίδια που διαπραγματεύθηκε και όταν την κάλεσε ο σύζυγος της στο γραφείο του στο Φόρο Εισοδήματος για να υπογράψει, εκεί είναι που άκουσε για το αντάλλαγμα και τον τρόπο καταβολής του. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο σύζυγο της. Δεν θυμόταν αν δόθηκε προκαταβολή γιατί τα οικονομικά τα είχε αναλάβει ο σύζυγος της. Ήταν, όμως, σε θέση να ισχυριστεί ότι όταν θα πήγαιναν στο Κτηματολόγιο θα δήλωναν το πραγματικό ποσό. Από την άλλη, απαντώντας σε ερώτηση αν δεν είχαν δηλώσει την πραγματικότητα και αν απέκρυψαν κάτι, απάντησε «Μάλιστα, μάλιστα.». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι οι πελάτες του δεν είχαν πρόθεση να αποκρύψουν το συμφωνηθέν ποσό πώλησης. Είπε σχετικά: «Η όλη συμφωνία πώλησης είχε 2 μέρη. Μια γραπτή συμφωνία για Λ.Κ. 30.000 και μια προφορική διευθέτηση για την εξόφληση των εμπράγματων βαρών. Οι Εναγόμενοι δεν αρνήθηκαν ποτέ τα οφειλόμενα ποσά και ούτε είχαν πρόθεση να αποκρύψουν αυτά κατά τη διαδικασία μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο. Οι εναγόμενοι δεν είχαν ουσιαστικά τίποτε να κερδίσουν αφού επιβαρύνονταν μόνο με την καταβολή των μεταβιβαστικών τα οποία καθορίζονται από το Κτηματολόγιο, το οποίο κατά τον καθορισμό των μεταβιβαστικών δεν δεσμεύεται από το ποσό που καθορίζουν τα μέρη στη συμφωνία τους αλλά αποφασίζει βάσει της αξίας της γης.» Κρίνω, όμως, ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων στερούνται, κρινόμενοι ήδη από μόνοι τους, κάθε πειστικότητας. Αν όπως παρατηρήθηκε επί παρομοίων γεγονότων από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ιωάννου κ.ά. v. Μουσκάλλη κ.ά.

(1987)1 Α.Α.Δ. 1595 η συμφωνία ήταν νόμιμη και άμεμπτη, ποιος θα ήταν ο λόγος να μην περιληφθεί στο γραπτό κείμενο; Η απάντηση του εναγόμενου σ΄ αυτό το εύλογο ερώτημα, ήταν η παραπάνω τόσο χαρακτηριστική του δήλωση ότι «δεν έχει κάτι να απαντήσει». Έτσι, παρουσιάζεται ένας υπάλληλος του Φόρου Εισοδήματος, όπως είναι ο εναγόμενος από το 1998, να καταγράφει μέρος μόνο της συμφωνίας, που αφορά χιλιάδες λίρες, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί. Η σύζυγος δε, δέχεται ότι απέκρυψαν το τίμημα. Είναι φανερό ότι οι ισχυρισμοί πως θα δήλωναν τελικά το πραγματικό ποσό στο Κτηματολόγιο, είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Άλλωστε, σημειώνεται η δική του παραδοχή, του εναγόμενου, στην υπεράσπιση και τη μαρτυρία του, ότι ο σκοπός της μη αναγραφής ήταν για να αποφύγει η ενάγουσα, όπως αυτός παρουσιάζει τα πράγματα, την πληρωμή του Φόρου Κεφαλαιουχικών Κερδών. Πώς, λοιπόν, συνάδει η θέση του ότι οι ενέργειες του δεν είχαν σκοπό την καταδολίευση του Φόρου, αλλά επρόκειτο απλώς για μια συμφωνία εν μέρει προφορική και εν μέρει γραπτή; Πέραν τούτου, η μαρτυρία του εναγόμενου ελέγχεται και ως προς τούτο. Ήταν, ως άνω, η θέση του ότι το υπόλοιπο που ανέλαβε, κατά το «προφορικό μέρος» της συμφωνίας ήταν ΛΚ120.
  1. Με βάση τα στοιχεία που ο ίδιος παρουσίασε κατά την ακρόαση το ποσό που θα κατέβαλλε τελικά προς όφελος της ενάγουσας υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ120.
  2. Ρωτήθηκε κατά πόσον έκαμαν άλλη συμφωνία, απάντησε αρνητικά και είπε ότι θα «πηγαίναμε ΛΚ122.000 - ΛΚ123.000» Ρωτήθηκε αν αυτό θα γινόταν χαριστικά. Απάντησε «πέστε το χαριστικά γιατί είχαν προηγηθεί σχεδόν καυγάδες με τις τράπεζες για να αποδεχθούν αυτά τα ποσά». Και αυτά στερούνται κάθε πειστικότητας. Αναξιόπιστη ήταν και η ενάγουσα η οποία όχι μόνο παρουσίασε το εαυτό της να σύρεται στην υπογραφή της συμφωνίας, αλλά στη μαρτυρία της πρόσθεσε και τη θέση ότι υπέγραψε εν λευκώ. Στην αντεξέταση είπε ότι «είχε κάτι γράμματα», αλλά δεν ήθελε να ξέρει τίποτε. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο «έτσι συνηθίζει να κάνει» απάντησε ότι είναι τόσο βλάκας και είχε τόση εμπιστοσύνη στον εναγόμενο. Ανίδεη θέλησε να παρουσιαστεί και για το ζήτημα του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Δεν γνώριζε είπε από τέτοια πράγματα, είναι ο εναγόμενος 2 που εργαζόταν στο Φόρο που της έδωσε τις συμβουλές και ούτε καν στα παιδιά της το είπε. Βλέπουμε λοιπόν μία ενάγουσα η οποία ενώ συμμετέχει σε μια συναλλαγή στην οποία κυριαρχεί εν γνώσει της η προσπάθεια απόκρυψης του πραγματικού τιμήματος, κατά τ΄ άλλα να παρουσιάζεται ανίδεη και αμέτοχη σε βαθμό που τελικά να επικαλείται και εν λευκώ υπογραφή και βλακεία. Δεν είναι πιστευτή. Η πραγματικότητα, όπως αναδύεται μέσα από όσα ο ένας επιρρίπτει στον άλλο και παρά την προσπάθεια του καθενός να μειώσει ή να αποκρύψει το δικό του ρόλο, είναι ότι η ενάγουσα και οι εναγόμενοι κατήρτισαν την επίδικη συναλλαγή με εικονικό τίμημα με σκοπό να εξυπηρετήσουν ο καθένας ίδιο όφελος σε σχέση με το φόρο. Αλλά, έστω και αν ο σκοπός του καθενός ήταν να μην πληρώσει ο άλλος φόρο ή να μην έχει ο άλλος προβλήματα με το φόρο, ανάλογα και πάλι θα επρόκειτο για εξίσου συμμετοχή στην παράνομη συναλλαγή. Δεν παραβλέπω την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της ενάγουσας, ότι η τελευταία δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι βρίσκεται «in pari delicto». Οι λόγοι όμως που επικαλείται μεταξύ των οποίων η πίεση από τον εναγόμενο 2 και η εκμετάλλευση της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης της ενάγουσας, πέραν του προβλήματος της αξιοπιστίας, δεν στοιχειοθετούν τέτοια εισήγηση. Αντίθετα, από τη δική της μαρτυρία προκύπτει, ως άνω, η συμμετοχή της στην παρανομία «in pari delicto» με τους εναγόμενους. Ειδικότερα, ζήτημα δόλου κ.τ.λ. δεν υπάρχει. Οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι, εν πάση περιπτώσει, νομικώς ανυπόστατοι, δηλαδή, έστω και αποδεκτοί, δεν θα στοιχειοθετούσαν δόλο κ.τ.λ.. Η κατάληξη είναι ότι τα συμφωνηθέντα, είτε για Λ.Κ.120.000 ή για Λ.Κ.200.000, είτε αν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι ή όχι, μολύνθηκαν από την παρανομία. Διαχωρισμός κάποιου μέρους της συναλλαγής από την παρανομία, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αυτής, δεν χωρεί. Η αρχή της υπόθεσης Ιωάννου ν. Μουσκάλλη, ανωτέρω, βρίσκει πλήρη εφαρμογή. Στην υπόθεση εκείνη βάση της αγωγής ήταν η κατ΄ ισχυρισμόν παράβαση προφορικής συμφωνίας για πώληση κτήματος, παράλληλα με τα όσα συμφωνήθηκαν γραπτώς, με την οποία πληρώθηκε χρηματικό ποσό «κάτω από το τραπέζι». Κρίθηκε ότι η συμφωνία αποτελούσε στην πραγματικότητα συνομωσία των διαδίκων με προφανή σκοπό την καταδολίευση του δημοσίου και ως εκ τούτου ήταν παράνομη και άκυρη χωρίς δυνατότητα διαχωρισμού της παράνομης συμφωνίας από εκείνη στην οποία στηριζόταν η αγωγή. Η φανερή συμφωνία είχε μολυνθεί από τη μη αποκαλυφθείσα, παράνομη, διευθέτηση. Συμφωνία που έχει σκοπό την εξαπάτηση των φορολογικών αρχών προς αποφυγή καταβολής φόρου κρίθηκε ότι είναι αντίθετη και προς τη δημόσια πολιτική (Βλ. υπόθεση Napier v. National Business Agency Ltd
(1951)2 All ER 264). Αμφότεροι οι δικηγόροι κάλυψαν με τις αγορεύσεις τους και το ενδεχόμενο το δικαστήριο να κατέληγε, σε διαπίστωση περί παράνομης συναλλαγής. Ο κ. Δημητριάδης εισηγήθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή και την ανταπαίτηση με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να χάσουν οποιοδήποτε ποσό είχαν πληρώσει, αλλά να παραμείνουν στην κατοχή τους τα επίδικα υποστατικά. Ο κ. Παπαλλής απάντησε ότι η αξίωση της ενάγουσας για επανάκτηση των υποστατικών της δεν βασίζεται στην παράνομη συμφωνία αλλά στο νόμιμο ιδιοκτησιακό της δικαίωμα και στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι παράνομα επεμβαίνουν και κατακρατούν την περιουσία της. Σημείωσε ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων δεν πέρασε στους εναγόμενους και άρα η ενάγουσα παραμένει δικαιούχος στην κατοχή και απόλαυση της περιουσίας της τόσο με βάση το νόμο, όσο, ακόμη και με βάση το Σύνταγμα. Επί μέρους εκδήλωση της αρχής ότι από παράνομη συναλλαγή δεν μπορούν να πηγάσουν αγώγιμα δικαιώματα (ex turpi causa non oritur actio) είναι και ο κανόνας της μη ανάκτησης περιουσίας η οποία μεταβιβάστηκε στα πλαίσια παράνομης συναλλαγής (non- recovery rule: in pari delicto potior est conditio defendentis). (Parkinson v. College of Ambulance Ltd [1925] 2 KB 1). Όπως επιγραμματικά το έθεσε ο Lord Eldon L.C. στην υπόθεση Muckleston v. Brown [1775-1802] All ER Rep 501 (βλ. Sajan Singh v. Sardara Ali [1960] 1 All ER 269): «Let the estate lie where it falls». Υπήρξε προσπάθεια από το Court of Appeal για να υιοθετηθεί μια πιο ελαστική ή πραγματιστική προσέγγιση. Είχε αναγνωριστεί από το Εφετείο ευχέρεια στα δικαστήρια να αποδίδουν, υπό προϋποθέσεις, θεραπεία σε περιπτώσεις όπου η αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί μη ανάκτησης οδηγούσε σε άδικα αποτελέσματα. Ήταν μια προσπάθεια εξισορρόπησης της ανάγκης, αφενός, να αποτρέπονται οι άνθρωποι από του να συνομολογούν παράνομες συμβάσεις και της επιδίωξης, αφετέρου, να εμποδίζεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ως κριτήριο τέθηκε το κοινό περί δικαίου αίσθημα (public conscience test). (Βλ. μεταξύ άλλων, Euro-Diam Ltd v. Bathurst [1990] 1 Q.B. 1, Saunders and another v. Edwards and another [1987] 2 All ER 651, Tinsley v. Milligan [1992] 2 All ER 391). Η γραμμή αυτή της νομολογίας του Εφετείου ανεκόπη με την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Tinsley v. Milligan [1993] 3 All ER 65. Δεν απαιτείται να επεκταθούμε, εφόσον η περαιτέρω συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση μόνο θεωρητική σημασία έχει υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Τούτο δε, διότι στον κανόνα περί μη ανάκτησης, υφίσταται, ούτως ή άλλως, μια καλά αναγνωρισμένη εξαίρεση. Ο κανόνας ισχύει στις περιπτώσεις που η συμφωνία εκτελέστηκε. Όταν, όμως, η παράνομη συμφωνία δεν έχει εκτελεστεί, υπάρχει «πεδίο μετάνοιας» και υπαναχώρησης (locus poenitentiae). Σε τέτοια περίπτωση ο παράνομος σκοπός δεν υλοποιείται. (Βλ. Tinsley απόφαση Lord Goff, σελ. 73-74, απόφαση Lord Jauncey, σελ. 82-83, απόφαση Lord Browne-Wilkinson, σελ. 89 και Μελά v. Ευθυμίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2045). Όπως ελέχθη στην Tribe v. Tribe and another [1995] 4 All ER 236, 246 (C.A.): «In a property transfer case the exception applies if the illegal purpose has not been carried into effect in any way.» Στην υπόθεση Μελά, όπως ακριβώς και εν προκειμένω, δεν προωθήθηκε η παράνομη σύμβαση για μεταβίβαση του κτήματος ώστε να επέλθει, με ανάλογη δήλωση, η καταδολίευση του δημοσίου. Είπε τα ακόλουθα ο Νικολάου, Δ.: «Η αποκήρυξη της σύμβασης - οποιοσδήποτε και αν ήταν ο λόγος - έθεσε τέρμα σε αυτό το ενδεχόμενο. Η αποκήρυξη σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί θετική εξέλιξη και δεν είναι άτοπη η ενθάρρυνση ώστε να αποφεύγεται η εκτέλεση παρανομίας.» Η ενάγουσα παράλληλα με τους ισχυρισμούς της για «δόλο» σε βάρος της, έθεσε το ζήτημα της παρανομίας τόσο ενώπιον του δικαστηρίου, όσο και με καταγγελία μέσω του δικηγόρου της προς τον Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (τεκμήριο 5). Πρόκειται για συνθήκες που στοιχειοθετούν αποκήρυξη εκ μέρους της, της παράνομης συναλλαγής έτσι ώστε να νομιμοποιείται σε ανάκτηση της περιουσίας της. Εν πάση περιπτώσει, ένας ενάγοντας μπορεί να ανακτήσει την κατοχή περιουσίας που έδωσε στα πλαίσια παράνομης σύμβασης, εάν είναι σε θέση να βασίσει την απαίτηση του επί άλλης, ανεξάρτητης, αιτίας αγωγής. Ως προς τη δυνατότητα να δοθεί θεραπεία επί ανεξάρτητης βάσης αγωγής και ειδικότερα σε σχέση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας του ενάγοντα, παραπέμπω και στην υπόθεση Jajbhay v. Cassim [1939] App. D.
  1. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να έχουμε υπόψη την εν λόγω απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Tinsley, στην οποία επιβεβαιώθηκε η ίδια αρχή. Παραθέτω ως χαρακτηριστικό το καταληκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Lord Browne - Wilkinson στη σελ. 92: «In a case where the plaintiff is not seeking to enforce an unlawful contract but founds his case on collateral rights acquired under the contract (such as a right of property) the court is neither bound nor entitled to reject the claim unless the illegality of necessity forms part of the plaintiff's case.» Εν προκειμένω, η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν παρανομία. Στο παρακλητικό της αγωγής, η απαίτησή της στηρίχθηκε και στη βάση της παράνομης επέμβασης εκ μέρους των εναγομένων. Τέτοια θεραπεία δεν προϋποθέτει την υλοποίηση της παράνομης συμφωνίας. Δεν στηρίζεται στην παράνομη συμφωνία, αλλά στο εντελώς ανεξάρτητο δικαίωμα ιδιοκτησίας. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι βρίσκουν εφαρμογή τα ακόλουθα που λέχθηκαν από τον Lindley LJ στην υπόθεση Scott v. Brown, Doering, McNab & Co [1892] 2 Q.B. 724, 729 [1891-4] All ER Rep 654, 657: «Any rights which he may have irrespective of his illegal interest will, of course, be recognized and enforced». Αντίθετα, η μόνη αιτία δυνάμει της οποίας κατέχουν την περιουσία οι εναγόμενοι, είναι ακριβώς, η παράνομη συναλλαγή. Συνεπώς, κατέχουν την περιουσία χωρίς νόμιμη αιτία, χωρίς τη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας και υπό περιστάσεις τέτοιες ώστε να μην έχουν αποκτήσει οποιοδήποτε δικαίωμα σε σχέση με την περιουσία. Η ενάγουσα έχει ζητήσει την επιστροφή της ιδιοκτησίας της χωρίς ανταπόκριση. Αυτά στοιχειοθετούν το δικαίωμα της να αξιώνει αποκατάσταση. Όμως, οι εναγόμενοι έχουν εγείρει για πρώτη φορά με την αγόρευση του δικηγόρου τους δύο ζητήματα που χαρακτηρίζονται ως «προδικαστικά». Πρόκειται για ζητήματα που δεν τέθηκαν στην υπεράσπιση, ούτε ζητήθηκε βέβαια η «προδικαστική» εκδίκασή τους. Εν πάση περιπτώσει, χάριν πληρότητας θα τα εξετάσω. Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται είναι ότι ενώ με την αγωγή ζητείται ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, στη (γενική) οπισθογράφηση δεν παρατέθηκε η αξία της περιουσίας όπως προνοείται στη Δ.10 κ.
  2. Όμως, ακόμα και πριν την ελαστικοποίηση με τη «νέα Δ.64», τέτοια παράλειψη δεν προκαλούσε ακυρότητα. Το ελάττωμα θεωρείται πως θεραπεύεται με την παράδοση της έκθεσης απαίτησης (βλ. White Book 1958, σελ. 21) όπου εν προκειμένω, καταγράφεται η αξία της γης. Αυτή ήταν και η εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της ενάγουσας. Έτσι, αν είναι ανάγκη, εκδίδεται διάταγμα ότι η παράλειψη θεραπεύθηκε με την παράδοση της έκθεσης απαίτησης. Το δεύτερο ζήτημα ήταν ότι οι θεραπείες για ακύρωση της συμφωνίας και της κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο λόγω παρανομίας και για ανάκτηση της κατοχής προς αποκλεισμό των εναγομένων δεν περιλήφθηκαν στην οπισθογράφηση, αλλά προστέθηκαν στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα, όμως, με τη Δ.20 κ. 1 (Α) ο ενάγοντας μπορεί να τροποποιήσει ή να επεκτείνει την απαίτησή του με την έκθεση απαίτησης χωρίς να είναι αναγκαία η τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου. Η ανταπαίτηση στηρίζεται αποκλειστικά στην παράνομη συμφωνία και γι΄ αυτό δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Ως εκ των άνω: (α) Το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24.11.2006 (τεκμήριο 1) αναγνωρίζεται και κηρύσσεται ως άκυρο λόγω παρανομίας. Συνεπακόλουθα, διατάσσεται και δίδονται οδηγίες προς τον αρμόδιο επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό για ακύρωση της κατάθεσης του εν λόγω εγγράφου και διαγραφή της από τα βιβλία του Κτηματολογίου. (β) Δίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους να επεμβαίνουν στα εν λόγω επίδικα ακίνητα και ειδικότερα να τα κατέχουν, να τα χρησιμοποιούν, να τα αξιοποιούν ή να τα εκμεταλλεύονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι εκκενώσουν και παραδώσουν στην ενάγουσα ελεύθερη την κατοχή των εν λόγω επιδίκων ακινήτων, ήτοι: i) ακίνητο με Αρ. εγγραφής 17011, μέσα στο χωριό Κάτω Δρυς, σπίτι και αυλή, Φ/Σχ XLIX/28, τεμ. 358, μερίδιο το όλο. ii) ακίνητο με Αρ. εγγραφής 15974, μέσα στο χωριό Κάτω Δρυς, οικόπεδο, Φ/Σχ. XLIX/28, τεμ. 359, μερίδιο το όλο. iii) ακίνητο με Αρ. εγγραφής 17329, μέσα στο χωριό Κάτω Δρυς, οικία και αυλή, Φ/Σχ. XLIX/28, τεμ. 362, μερίδιο το όλο. (γ) Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. (δ) Επί της αγωγής, έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για την ανταπαίτηση, υπό τις περιστάσεις, καμιά διαταγή για έξοδα. Ενόψει της διαπιστωθείσας παρανομίας και ενδεχομένων πειθαρχικών αδικημάτων σε σχέση με τον εναγόμενο 2, να κοινοποιηθεί στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η παρούσα απόφαση, τα δικόγραφα και η μαρτυρία των τριών διαδίκων για περαιτέρω ενέργειες κατά την κρίση του. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.