← Κύπρος

Μάριου Πιερή ν. Χριστίνας Negus, Αρ. Αγωγής: 1304/2012, 18/9/2012

Μάριου Πιερή ν. Χριστίνας Negus, Αρ. Αγωγής: 1304/2012, 18/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1304/2012 Μεταξύ: Μάριου Πιερή Ενάγοντα και Χριστίνας Negus Εναγομένης Αίτηση ημερ. 24.4.12 Ημερομηνία: 18.9.

  1. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κα Ζίκκου. Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση η κα Σ. Γεωργίου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απόπειρα επαγγελματικής συνεργασίας στον τομέα των φωτογραφικών εργασιών μεταξύ των διαδίκων, παρά το γεγονός ότι σφραγίστηκε και με έγγραφη συμφωνία μεταξύ τους, τελικά δεν ευοδώθηκε. Μετά την έναρξη της συνεργασίας τους διάφορα προβλήματα φαίνεται ότι ανεφύησαν με αποτέλεσμα ο ενάγοντας τελικά να αποκλειστεί και να απομακρυνθεί από το κατάστημα όπου οι διάδικοι ασκούσαν από κοινού τις φωτογραφικές εργασίες, χωρίς να έχει πλέον τη δυνατότητα χρήσης διαφόρων αντικειμένων, μηχανημάτων και εξοπλισμού που διατείνεται ότι ο ίδιος συνεισέφερε στην επιχείρηση και χρησιμοποιούσαν κατά την άσκηση της κοινής επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, η οποία κατέρρευσε. Τα πιο πάνω αποτέλεσαν το έναυσμα για την προώθηση από την πλευρά του της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στη βάση της οποίας αξιώνει επιστροφή διαφόρων ποσών χρημάτων, αποζημιώσεις και διατάγματα παράδοσης αντικειμένων, μηχανημάτων και εξοπλισμού. Ταυτόχρονα προώθησε την υπό συζήτηση αίτηση με την οποία επιδιώκει διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην εναγομένη να έχει κλειδωμένα διάφορα αντικείμενα που προσδιορίζονται στην αίτηση ή και να παρεμποδίζει τον ίδιο να λάβει την κατοχή τους μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Παρά το γεγονός ότι η αίτηση προωθήθηκε μονομερώς, με την άδεια και τις οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην άλλη πλευρά, η οποία καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Πληθώρα λόγων ένστασης προτάσσονται στο σώμα της. Συνολικά είκοσι-πέντε. Παρέλκει η αναγκαιότητα αυτούσιας μεταφοράς τους στα πλαίσια της παρούσας. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι αυτοί καλύπτουν το σύνολο σχεδόν του φάσματος των λόγων ένστασης που δυνατό να προβληθούν σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, και ανάλογα έχουν απασχολήσει το Δικαστήριο. Στην μακροσκελή ένορκη δήλωση της ημερ. 17.5.12 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, η εναγόμενη, παραπέμποντας σε συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο ενάγοντας παρέλειψε να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα καταβάλλοντας της ως όφειλε, ποσό €34.000, κατά τον τρόπο και στο χρόνο που προβλεπόταν στην εν λόγω συμφωνία. Σκοπός της συμφωνίας των δύο πλευρών, υποδεικνύει η ομνύουσα, ήταν να αποχωρήσει η ίδια από το χώρο της φωτογραφίας μετά από υπηρεσία 30 ετών. Η ίδια θα αποχωρούσε εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την επιχείρηση, με αποτέλεσμα αυτή να περιέλθει στον πλήρη έλεγχο του ενάγοντα. Χαρακτήρισε «βίαιη και ανεκδιήγητη» τη συμπεριφορά του ενάγοντα τόσο απέναντι στην ίδια όσο και σε πελάτες της επιχείρησης, υποδεικνύοντας ότι η ίδια κατέβαλλε συνεχείς προσπάθειες για την προώθηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, παρά τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν εξαιτίας της συμπεριφοράς του ενάγοντα. Αποτέλεσε θέση της ότι τα αντικείμενα που περιγράφονται στην αίτηση ανήκουν στην επιχείρηση και ότι ο ενάγοντας θα τα δικαιούται όταν υλοποιηθεί η μεταξύ τους συμφωνία και ειδικότερα όταν της καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος εξαγοράς της επιχείρησης, ήτοι €34.
  2. Σε κάθε περίπτωση υποστηρίζει ότι ο ενάγοντας δεν είχε αποκλειστική συνεισφορά στα ποσά που περιγράφονται στην αίτηση του ούτε και στα αντικείμενα της επιχείρησης που προσδιορίζονται σε αυτήν και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να τα επιζητά. Εξαιτίας της γενικότερης συμπεριφοράς του σε σχέση με εργασίες της επιχείρησης, αναγκάστηκε να αλλάξει κλειδαριές του καταστήματος, γεγονός που οδήγησε τον ενάγοντα να προχωρήσει και ο ίδιος σε αλλαγή κλειδαριών χωρίς να της δίνει τα κλειδιά. Η ίδια προχώρησε εκ νέου σε αλλαγή των κλειδαριών, ενώ όπως διαπίστωσε ο ενάγοντας κατακρατεί τον δίσκο ή κάρτα δεδομένων του κεντρικού υπολογιστή της επιχείρησης δημιουργώντας τεράστιο πρόβλημα και παράπονα εκ μέρους των πελατών της επιχείρησης. Ο ενάγοντας παραβίασε και εξακολουθεί να παραβιάζει την μεταξύ τους συμφωνία αρνούμενος να της καταβάλει το ποσό των €34.000 κατά το στάδιο που εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει, ως προβλεπόταν στη μεταξύ τους συμφωνία. Αναγκαστικά πλέον η ίδια συνεχίζει να εργάζεται, ενώ υποδεικνύει ότι τα αντικείμενα τα οποία ο ενάγοντας ζητά είναι απαραίτητα στην ίδια για να συνεχίσει να εργάζεται σαν φωτογράφος. Στην περίπτωση που το αίτημα του ενάγοντα ικανοποιηθεί, προβάλλει, η ίδια δεν θα μπορεί να εργάζεται ενώ θα δημιουργηθεί σε αυτήν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού πέραν του ότι θα χάσει το εισόδημα και την πελατεία της, πιθανόν να βρεθεί αντιμέτωπη με τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της από πελάτες που της ανέθεσαν να διεκπεραιώσει συγκεκριμένες εργασίες. Σε κάθε περίπτωση υποδεικνύει, έχει στη διάθεση της κινητή περιουσία και είναι σε θέση να αποζημιώσει και να καλύψει πλήρως τον ενάγοντα στην περίπτωση που αυτός επιτύχει στην παρούσα αγωγή ή υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την απόρριψη της αίτησης. Κατά την πρόοδο της διαδικασίας γνωστοποιήθηκε στο Δικαστήριο από τη συνήγορο του ενάγοντα ότι παραδόθηκαν στην εναγόμενη κασέτες από «βίντεο» πελατών, καθώς και ένας σκληρός δίσκος με εργασίες της επιχείρησης ο οποίος βρισκόταν στην κατοχή του ενάγοντα, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο συνήγορος της εναγομένης, υποδεικνύοντας όμως ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αν αυτά αποτελούσαν το σύνολο των εργασιών που εκκρεμούσαν προς παράδοση στους πελάτες και τα οποία ήταν στην κατοχή του ενάγοντα. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτησης αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Μετά την επιφύλαξη της απόφασης η πλευρά του ενάγοντα-αιτητή υπέβαλε αίτηση για έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει τη λήψη μαρτυρίας που προέκυψε εκ των υστέρων και για διάταγμα που να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το αίτημα, για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 10.9.2012 απορρίφτηκε, πλην όμως το Δικαστήριο για τους λόγους που εξήγησε, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία προχώρησε εξ ιδίων του στο επανάνοιγμα της υπόθεσης, κρίνοντας ότι τέτοια εξέλιξη επέβαλλε το συμφέρον της δικαιοσύνης λόγω γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης. Κατά το επανάνοιγμα της υπόθεσης οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου ως πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων, ότι όσα από τα αντικείμενα που περιγράφονται στην υπό συζήτηση αίτηση, τα οποία παρέμειναν στο κατάστημα από το οποίο αποχώρησε η εναγόμενη μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της παρούσας αίτησης, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αίτηση ημερ. 31.5.12, παρελήφθησαν τελικά από τον ενάγοντα. Επιβεβαιώθηκε επίσης από τους συνηγόρους των δύο πλευρών ότι μετά την επιφύλαξη της απόφασης, η πλευρά της εναγομένης αποχώρησε από το υποστατικό που χρησιμοποιείτο για την άσκηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους, μεταφέροντας και φυλάσσοντας όσα από τα αντικείμενα περιγράφονται στην παρούσα αίτηση και τα οποία δεν παρέμειναν στο κατάστημα, στην οικία της. Τέθηκε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου ότι η πλευρά του ενάγοντα προσπαθεί να ανταποκριθεί στο επάγγελμα του φωτογράφου το οποίο εξακολουθεί να ασκεί, ενόψει του γεγονότος ότι ο εξοπλισμός βρίσκεται στην κατοχή της εναγομένης ενώ και η πλευρά της εναγομένης, παρά το γεγονός ότι σκοπός της ήταν να αφυπηρετήσει, με δεδομένο ότι δεν τηρήθηκε η συμφωνία αναγκάζεται επίσης να εργάζεται ως φωτογράφος. Στην υπόθεση ABP Holdings κ.α. v. Κιτταλίδη κ.α. (Αρ. 2)

(1994)1 ΑΑΔ 694, τονίστηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστατευτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Νομικό υπόβαθρο της υπό συζήτηση Αίτησης, αποτελούν επίσης τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Ως το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ.6 προβλέπει, το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής. (βλ. Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημιώσεις. Διατάγματα δυνάμει του άρθρου 5 δεν εκδίδονται εκτός αν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα αν φανεί στο Δικαστήριο ότι: (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Είναι φανερό, έχοντας υπόψη την αξίωση του ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής σε συνδυασμό με το αντικείμενο της υπό συζήτηση αίτησης, ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Καλά αναγνωρισμένη είναι από τη νομολογία μας η διασύνδεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που τίθενται τόσο στο άρθρο 4 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Τα ως άνω άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, παρά την ειδική ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν, δεν αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζουν το γενικότερο πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση των παρεμπίπτων διαταγμάτων. [βλ. ABP Holdings κ.α. (ανωτέρω)]. Γενικές προϋποθέσεις που τίθενται με το γενικότερο άρθρο 32 του Ν.14/60, εξακολουθούν να ισχύουν σε συνδυασμό με τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.
  3. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides v. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, M & M Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου Πολιτική Έφεση 8986 ημερ. 30/5/94, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου Πολιτική Έφεση 8181 ημερ. 23/3/95). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης ευθύς εξαρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι με το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης και τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών όπως αυτές είναι ήδη καταχωρημένες στο φάκελο της διαδικασίας, θεωρώ ότι ο ενάγοντας αιτητής έχει αποκαλύψει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, με ορατή μάλιστα την προοπτική επιτυχίας του στις αιτούμενες θεραπείες. Με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ο ενάγοντας έχει θέσει εκείνο το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων κατά τρόπο που φαίνεται να ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ούτε και πρέπει να προβεί σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα σε σχέση με τα ζητήματα που τελούν υπό αμφισβήτηση με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1B Α.Α.Δ. 788). Είναι σαφές ότι η ως άνω διαπίστωση του Δικαστηρίου γίνεται εκ πρώτης όψεως, χωρίς την ουσιαστική ενασχόληση με τους ισχυρισμούς και κατάληξη σε συμπεράσματα και τελική διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, τα οποία θα απασχολήσουν στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Σύμφωνα με την El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255: «... το Δικαστήριο δεν εμπλέκεται σε εξέταση εκείνων που συνιστούν την ουσία της αγωγής και δεν επιλύει αμφισβητήσεις σε σχέση με γεγονότα στα οποία θα στηριχθούν οι διάδικοι κατά την ακρόαση. Αντικείμενο της εξέτασης σ' αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο υπάρχει ζήτημα για εκδίκαση κατά την ακρόαση της αγωγής. (βλ The Ship 'Gloriana' and Another v. Breidi
(1982)1 C.L.R 409).» Σοβαρά έχει απασχολήσει το Δικαστήριο το ζήτημα της ικανοποίησης ή μη της τρίτης προϋπόθεσης που τίθεται με το άρθρο 32 του Ν.14/60. Κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Είναι γεγονός ότι η πιθανότητα αποξένωσης των αντικειμένων που περιγράφονται στην υπό συζήτηση αίτηση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, δεν προκρίθηκε καν ως ενδεχόμενο από την πλευρά του αιτητή. Τέτοιο ζήτημα άλλωστε, με δεδομένο ως προκύπτει από τη νομολογία, ότι δηλαδή το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ενός περιουσιακού στοιχείου μπορεί να κριθεί υπαρκτός ή όχι συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν φαίνεται αντικειμενικά να προκύπτει στην υπό εξέταση περίπτωση. Σε σχέση με τη δυνατότητα αποζημίωσης του ενάγοντα - αιτητή εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση σε μεταγενέστερο στάδιο, η τελευταία πρόταξε ότι έχει στη διάθεση της κινητή περιουσία και είναι σε θέση να καλύψει και να αποζημιώσει πλήρως τον ενάγοντα - αιτητή σε περίπτωση που υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την απόρριψη της υπό συζήτηση αίτησης. Σπεύδω εξαρχής να σημειώσω ότι κατά την αντίληψη μου, το γεγονός ότι ένας διάδικος δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία παρά μόνο κινητή, από μόνο του και απογυμνωμένο από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει άνευ άλλου τινός την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κίνδυνος εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού ή κινητών αντικειμένων είναι ευκολότερο να αποδειχθεί από τον κίνδυνο διάθεσης π.χ. ακινήτων, το ζήτημα όμως παραμένει πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Αν διαφορετική ήταν η προσέγγιση, θα απέληγε κάποιος στο αξίωμα (λανθασμένο και επικίνδυνο κατά την αντίληψη μου) πως όποιος διάδικος σε βάρος του οποίου διεκδικούνται δικαστικά διάφορες αξιώσεις διαθέτει περιουσία άλλη από ακίνητη, τότε σε βάρος του πέραν και ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, θα δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις δυνατόν τρίτος παρατηρητής θα μπορούσε να εγείρει για την οικονομική δυνατότητα της εναγομένης, έχοντας υπόψη τον γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου ή λεπτομέρειας σε σχέση με την προβαλλόμενη θέση για κατοχή εκ μέρους της κινητής περιουσίας δυνάμενης να αποζημιώσει τον ενάγοντα - αιτητή, με δεδομένο ότι η ως άνω θέση της πλευράς της τελευταίας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά δεν απασχόλησε καν τον ενάγοντα-αιτητή, αισθάνομαι ότι τούτο αποτελεί πραγματικότητα που ουσιαστικά εμποδίζει το Δικαστήριο για περαιτέρω, σοβαρή συζήτηση του ζητήματος. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα, μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231). Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγοντας για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα στη συγκεκριμένη περίπτωση του BBC να μεταδώσει πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Ομοίως, στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. ν. Κίζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245, υποδείχτηκε ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του ως άνω τρίτου κριτηρίου που τέθηκε από τη νομολογία για έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση πάντα όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι δεδομένο ότι ο ενάγοντας εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμα του φωτογράφου. Το ίδιο και η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση παρά το γεγονός, ως η ίδια δηλώνει, ότι ο προγραμματισμός και η βούληση της ήταν αυτήν την περίοδο να βρίσκεται στην «έξοδο» από το χώρο. «Αναγκάζεται» όπως έχει υποδειχθεί να συνεχίσει να εργάζεται αυτήν την περίοδο λόγω της τροπής που πήρε η επαγγελματική της σχέση με τον προηγούμενο συνεργάτη της. Η εναγομένη ουσιαστικά δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι έχει στην κατοχή της τα αντικείμενα που απαριθμούνται και περιγράφονται στην αίτηση. Ούτε ότι αυτά αποτελούσαν μέρος του εξοπλισμού της κοινής τους δραστηριοποίησης στο χώρο της φωτογραφίας. Ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, μετά το επανάνοιγμα της υπόθεσης, μέρος των αντικειμένων αυτών έχει παραλάβει τελικά ο ενάγοντας, μετά την εγκατάλειψη του καταστήματος στο οποίο προηγουμένως ασκούσαν από κοινού το επάγγελμα του φωτογράφου από την καθ' ης η αίτηση, ενώ τα υπόλοιπα η τελευταία τα έχει μεταφέρει από τον ως άνω χώρο στο σπίτι της. Ανάμεσα σε αυτά γίνεται αναφορά και σε μηχανή (Frontier 330) αξίας €38.000, την οποία προφανώς και οι δύο χρησιμοποιούσαν στα πλαίσια των επαγγελματιών τους δραστηριοτήτων ως φωτογράφοι. Στην M. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 605, αφού γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση, υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στη σελ. 609 ότι: «When the above requirements are satisfied, the Court must proceed to examine whether the balance of convenience favours the grant or refusal of the interlocutory relief sough. In balancing matters relevant to convenience an important consideration centres round the need to preserve the status quo. By the expression "preservation of the status quo" we mean the position prevailing when the defendant embarked on the activity sough to be restrained. (The Cyanamid case; Smith and Others v. Inner London Education Authority, [1978] 1 All E.R.411; Bryanston Finance Ltd. v. de Vries (No.2), [1976] 1 All E.R. 25).» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Φρίξος Μιχαήλ ν. Πρεβίνος Λτδ
(1969)1 CLR σελ. 578: «The object of an order under the section is as a rule to preserve the position under which the dispute arose and to preserve the property involved pending the hearing and determination of the action or until further order.» Στην υπόθεση Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR, 970 υπεδείχθησαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματά του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφασή του ήταν ΄εσφαλμένη΄ με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στη βάση όλων όσων περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, φαίνεται πραγματικά ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση ο χρηματικός παράγοντας της όποιας αποζημίωσης δυνατό στο τέλος της ημέρας να διεκδικήσει ο ενάγοντας, δεν είναι ο μόνος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ο ενάγοντας-αιτητής εξακολουθεί να είναι όπως και η ίδια η εναγομένη, έστω και εξ ανάγκης η τελευταία ως εξηγήθηκε από την πλευρά της στο Δικαστήριο, επαγγελματίας φωτογράφος. Η στέρηση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση από τον αιτητή των συγκεκριμένων αντικειμένων και εξοπλισμού που φαίνεται ότι και οι δύο χρησιμοποιούσαν στα πλαίσια της άσκησης του επαγγέλματος τους είναι φανερό ότι μπορεί να προκαλέσει στον αιτητή ζημίες οι οποίες στο τέλος της μέρας δεν θα μπορούν με άνεση να υπολογιστούν σε χρήμα. Αποστερούμενος των ως άνω αντικειμένων και εξοπλισμού δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επηρεαστεί στο τέλος της ημέρας η δυνατότητα του αιτητή να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που ανέλαβε ήδη ως φωτογράφος, το είδος και το επίπεδο της εργασίας που ανέλαβε να διεκπεραιώσει έχοντας σαν δεδομένο ότι θα είχε στη διάθεση του τα συγκεκριμένα αντικείμενα και εξοπλισμό, πλήττοντας έτσι αυτή η εξέλιξη την επαγγελματική του επάρκεια, την ποιότητα της εργασίας του, την φήμη και την πελατεία του. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η πλευρά της εναγομένης- καθ' ης η αίτηση προτάσσει ως επιχείρημα για την υποστήριξη της θέσης της ότι δεν πρέπει να αποστερηθεί των συγκεκριμένων αντικειμένων γιατί αυτά: «τα χρειάζομαι για να συνεχίσω να εργάζομαι αφού αυτά μου είναι απαραίτητα. Εάν ικανοποιηθούν τα αιτήματα του Ενάγοντα τότε εγώ θα είμαι σε θέση που δεν θα μου επιτρέπει να εργάζομαι και θα μου δημιουργηθεί ανεπανόρθωτη πραγματικά ζημιά αφού θα χάσω το εισόδημα μου αλλά και την πελατεία μου και πιθανόν να έχω να αντιμετωπίσω και τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον μου από διάφορους πελάτες μου που μου έχουν αναθέσει τις εργασίες τους για να τις διεκπεραιώσω». Δεν βλέπω πραγματικά τον λόγο, στο πλαίσιο της συζήτησης και της προβληματικής του Δικαστηρίου για το ισοζύγιο της ευχέρειας, γιατί το συγκεκριμένο επιχείρημα να μην μπορεί κατά ανάλογο τρόπο να λειτουργεί και προς υποστήριξη των θέσεων του ενάγοντα -αιτητή. Ούτε η μεταγενέστερη επιλογή της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση, μετά τον αποκλεισμό του ενάγοντα-αιτητή από το κατάστημα που στεγαζόταν η κοινή επιχείρηση, να εγκαταλείψει και η ίδια το κατάστημα και να μεταφέρει μεγάλο μέρος των αντικειμένων και του εξοπλισμού στην οικία της, μπορεί να λειτουργήσει, από μόνο του σαν γεγονός, ως ανάχωμα ικανό για την απόρριψη του αιτήματος. Με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, επιδιώκεται κατά κάποιο τρόπο, όσον αφορά τουλάχιστο την δυνατότητα εκτέλεσης από τους διαδίκους των εργασιών του φωτογράφου, η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων όπως αυτή ίσχυε πριν από την έναρξη της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, όταν και οι δύο διάδικοι είχαν την δυνατότητα να χρησιμοποιούν και να αξιοποιούν τα αντικείμενα και τον εξοπλισμό της κοινής τους επιχείρησης. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα το ισοζύγιο της ευχέρειας αισθάνομαι ότι στα όλως ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, συντρέχουν κατά τον τρόπο που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος και επιβάλλεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου. Άλλωστε, με την παρέμβαση του Δικαστηρίου, τυχόν ίχνος υποψίας, που δυνατό κάποιος έστω και κακόπιστα, θα επιχειρούσε να υπονοήσει (στη βάση της αναφοράς της καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση ότι τα αντικείμενα «...ανήκουν στην επιχείρηση και ο Ενάγοντας θα τα δικαιούται, όπως με πληροφορεί και ο δικηγόρος μου αλλά και όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, όταν υλοποιηθεί η συμφωνία - Τεκμήριο 1 και όταν μου καταβάλει, ως υποχρεούται, το υπόλοιπο του τιμήματος εξαγοράς της επιχείρησης μου ήτοι €34.000»), ότι δηλαδή δυνατόν η εναγομένη εκβιαστικά να στερεί από τον ενάγοντα πρώην συνάδελφο της τα αντικείμενα και εξοπλισμό, προκειμένου ο τελευταίος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του όπως η ίδια θεωρεί ότι αυτές απορρέουν από την μεταξύ τους συμφωνία, με την παρέμβαση του Δικαστηρίου εκ των πραγμάτων διαλύονται. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο η καθ' ης η αίτηση διατάσσεται όπως θέτει στη διάθεση του ενάγοντα τα αντικείμενα και εξοπλισμό που περιγράφονται στην αίτηση και τα οποία εξακολουθούν να παραμένουν στην κατοχή και φύλαξη της, καθημερινά τις πέντε εργάσιμες μέρες της εβδομάδας, ήτοι από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή περιλαμβανομένων, πλην των Δημοσίων Αργιών, μεταξύ των ωρών 08:00 και 13:00. Νοείται ότι το ως άνω εκδοθέν διάταγμα θα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτητής θα υπογράψει εγγύηση ύψους €50.000 η οποία θα καλύψει οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστεί η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση, συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος. Το Διάταγμα θα ισχύει μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412,παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAD 12) τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-αιτητή και εναντίον της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.