← Κύπρος

ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΣΤΑΣΗ κ.α. ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO LTD, Αρ. Αγωγής 3563/2009, 25/5/2012

ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΣΤΑΣΗ κ.α. ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO LTD, Αρ. Αγωγής 3563/2009, 25/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3563/2009 Μεταξύ:

  1. ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΣΤΑΣΗ, από την Αραδίππου,
  2. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΑΣΗ, από την Αραδίππου,
  3. ΣΠΥΡΟΥΛΛΛΑΣ ΧΑΤΖΗΣΤΑΣΗ, από την Αραδίππου, υπό την ιδιότητά των ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Χατζηστασή, τέως από την Αραδίππου, ως η διαχείριση 349/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Εναγόντων -και- UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO. LTD., από τη Λευκωσία, Εναγομένων Ημερομηνία: 25 Μαϊου
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Α. Δημητρίου. Για τους εναγόμενους: Η κα Ι. Λοϊζίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Χατζηστασή, αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €34.172 και/ή την κατάθεση του εν λόγω ποσού στον λογαριασμό δανείου του αποβιώσαντος στη Σ.Π.Ε. Αθηαίνου και/ή την πληρωμή του στους διαχειριστές της περιουσίας του. Διαζευκτικά αξιώνουν το ως άνω ποσό ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο αποβιώσας Ανδρέας Χατζηστασής στις 6.08.2003 υπέβαλε προς την εναγόμενη εταιρεία αίτηση για ομαδική ασφάλεια ζωής και η οποία αίτηση έγινε δυνάμει ομαδικού συμβολαίου ασφάλισης στη Σ.Π.Ε. Αθηαίνου με ημερομηνία 1.05.2003 και αριθμό GP
  5. Το ασφαλιζόμενο ποσό ήταν Λ.Κ.20.000 (€34.172) και το οποίο θα καταβαλλόταν στη Σ.Π.Ε. Αθηαίνου για να πληρωθεί δάνειο του Ανδρέα Χατζηστασή. Το ετήσιο ασφάλιστρο ήταν Λ.Κ.60 (€102,50) και η ημερομηνία ένταξης του εν λόγω προσώπου στην ομαδική ασφάλεια ζωής ήταν η 1.05.
  6. Ο Ανδρέας Χατζηστασής απεβίωσε την 7.10.2006 και παρά το γεγονός, σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης, ότι παρουσιάστηκαν στην ασφαλιστική εταιρεία όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον θάνατο του αποβιώσαντα η εναγόμενη αρνείται να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.20.000 (€34.172). Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους εγείρουν προδικαστική ένσταση λέγοντας ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον τους καθότι δεν υπάρχει συμβατική σχέση (privity of contract) μεταξύ των εναγόντων και των ιδίων αφού οι ενάγοντες ουδέποτε συνεβλήθηκαν με τους εναγόμενους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η συμμετοχή του αποβιώσαντος στο ασφαλιστήριο έγινε στη βάση αιτήσεώς του για ασφάλεια της ζωής του και ή της δήλωσης που υπέγραψε και η οποία αίτηση ή δήλωση θα αποτελούσαν τη βάση για τη συμμετοχή του αποβιώσαντα στο πιο πάνω ασφαλιστήριο. Είναι η θέση των εναγόμενων ότι ήταν όρος της δήλωσης ή και της αίτησης ότι αν η αίτηση με βάση την οποία ο αποβιώσας συμπεριλήφθηκε στο ασφαλιστήριο περιείχαν αναληθείς απαντήσεις ή και αν ο αποβιώσας είχε αποκρύψει οιεσδήποτε ουσιώδεις πληροφορίες τότε η συμμετοχή του στο ασφαλιστήριο θα ήταν άκυρη εξ υπαρχής. Αναφέρουν οι εναγόμενοι ότι η αίτηση και δήλωση για ομαδική ασφάλεια η οποία απαντήθηκε και υπογράφηκε από τον αποβιώσαντα τον Αύγουστο του 2003 και βάση της οποίας οι εναγόμενοι ασφάλισαν τον αποβιώσαντα με το επίδικο συμβόλαιο, περιείχε αναληθείς απαντήσεις. Είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αν γνώριζαν τα πραγματικά γεγονότα σχετικά με την κατάσταση της υγείας του θα επηρέαζαν την απόφασή τους αν θα αποδέχοντο την αίτηση για τη συμπερίληψη του αποβιώσαντα στο ομαδικό ασφαλιστήριο. Είναι, τέλος, ο ισχυρισμός τους ότι ορθώς αρνούνται την καταβολή οιουδήποτε ποσού και αιτούνται απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγομένων και αξιώνουν την έκδοση απόφασης ως η απαίτησή τους. Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατάθεσε μια μάρτυρας και από πλευράς υπεράσπισης δύο μάρτυρες. Κατατέθηκαν δε και 16 συνολικά τεκμήρια. Μοναδική μάρτυρας για τους ενάγοντες ήταν η Σπυρούλλα Χατζηστασή (Μ.Ε.) και μια εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Χατζηστασή. Η εν λόγω μάρτυρας η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση τεκ.1 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. ΄Ηταν άμεση στις απαντήσεις της και ειλικρινής και η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε. Ενόψει και των θεμάτων τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία της περιστράφηκε σε αρκετά αδιαμφισβήτητα γεγονότα και στην κατάθεση των τεκμηρίων 2-10 στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου καταστεί ανάγκη. Για την υπεράσπιση πρώτος μάρτυρας ήταν ο Δημήτρης Πεχλιβάνης (Μ.Υ.1) ο οποίος είναι στην υπηρεσία των εναγομένων και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής του Κλάδου Ζωής και υπεύθυνος για τις ομαδικές ασφάλειες. Θεωρώ ότι ο Μ.Υ.1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας και δεν υπέπεσε σε οιεσδήποτε αντιφάσεις οι οποίες θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του. Κατάθεσε τη γραπτή δήλωσή του τεκ.11 ως επίσης και τα τεκμήρια 12 -
  7. Εκείνο που θα πρέπει να σημειωθεί από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 είναι οι αναφορές του ότι το ποσό των ασφαλίστρων το κατέβαλε η Σ.Π.Ε. Αθηαίνου, ο ίδιος δεν επικοινώνησε με τον γιατρό Μηλιώτη και βασίστηκε στις δηλώσεις που περιέχοντο στην αίτηση την οποία υπέγραψε ο αποβιώσας. Θετική εντύπωση δημιούργησε και ο Μ.Υ.2, Δρ. Γ. Μηλιώτης, ο οποίος είναι γενικός καρδιολόγος και παθολόγος και ιδιωτεύει στη Λάρνακα. ΄Ηταν άμεσος στις απαντήσεις του, σαφής και ειλικρινής. Αναγνώρισε την ιατρική έκθεση που ο ίδιος ετοίμασε και αφορούσε την κατάσταση της υγείας του Ανδρέα Χατζηστασή και την οποία κατάθεσε ως τεκ.
  8. Από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 προκύπτει ότι ο αποβιώσας ήταν άτομο αγχώδες και καπνιστής. Επισκέφθηκε τον Μ.Υ.2 την 1.09.2000 όπου μετά από αιματολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε υπερλιπιδαιμία, χοληστερίνη και τριγλυκερίδια. Του χορηγήθηκε Lipidor 10 mg ημερησίως. Από την κλινική εξέταση της 1.09.2000 και δοκιμασία κοπώσεως την 5.09.2000 δεν αποδείχθηκαν παθολογικά ευρήματα. Ο Μ.Υ.2 συνέστησε στον αποβιώσαντα τους κινδύνους για στεφανιαία νόσο, έμφραγμα, αιφνίδιο θάνατο και οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου και ότι η υπερλιπιδαιμία και το κάπνισμα συμπεριλαμβάνονται στους πρωτεύοντες παράγοντες κινδύνου. Ανέφερε ο Μ.Υ.2 ότι ο αποβιώσας άκουσε τις συστάσεις του και στις επόμενες εξετάσεις δύο μήνες μετά η χοληστερίνη του και τα τριγλυκερίδια είχαν επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα. Την 12.07.2001 ο αποβιώσας υπεβλήθη σε νέες εξετάσεις αίματος και ανέφερε στον Μ.Υ.2 ότι είχε διακόψει τη λήψη του Lipidor. Τότε ο Μ.Υ.2 του συνέστησε τους κινδύνους και του επέβαλε άμεση έναρξη αγωγής με Lipidor Στις 12.09.2001 επισκέφθηκε τον Μ.Υ.2 αναφέροντάς του αύξηση της αρτηριακής πίεσης μετά από άγχος. Λόγω του άγχους του συστήθηκε από τον Μ.Υ.2 η λήψη Zolarem. Στις 21.12.2001 μετά από κλινική εξέταση δεν διαπιστώθηκε κάτι το παθολογικό και έκτοτε δεν υποβλήθηκε σε άλλη κλινική ή καρδιολογική εξέταση παρά τις συστάσεις του Μ.Υ.
  9. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να ξέρει αν το 2003 ο αποβιώσας έκανε θεραπεία ούτε και αν είχε χοληστερίνη και τριγλυκερίδια. Είπε επίσης ότι την τελευταία φορά που τον είδε ήταν υγιέστατος. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα κατατεθειμένα τεκμήρια καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι ενάγοντες είναι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Χατζηστασή δυνάμει διατάγματος ημερ. 19.12.2006 στην αίτηση 349/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο Ανδρέας Χατζηστασή ο οποίος απεβίωσε στις 7.10.2006 υπέβαλε στις 6.08.2003 αίτηση προς την εναγόμενη εταιρεία για ομαδική ασφάλεια ζωής δυνάμει ομαδικού συμβολαίου ασφάλισης της Σ.Π.Ε. Αθηαίνου με αριθμό GP
  10. Το ασφαλιζόμενο ποσό ήταν Λ.Κ.20.000 (€34.172). Το ετήσιο ασφάλιστρο ήταν Λ.Κ.60 (€102,50 το οποίο καταβάλλετο κανονικά μέχρι και την 7.10.2006, ημερομηνία θανάτου του Ανδρέα Χατζηστασή. Ο Ανδρέας Χατζηστασής ήταν άτομο αγχώδες και καπνιστής. Την 1.09.2000 επισκέφθηκε τον προσωπικό γιατρό του Δρ. Γ. Μηλιώτη ο οποίος τον υπέβαλε σε αιματολογικό έλεγχο και διαπιστώθηκε υπερλιπιδαιμία, χοληστερίνη και τριγλυκερίδια. Του χορηγήθηκε Lipidor 10 mg ημερησίως και στις 5.09.2000 υποβλήθηκε σε δοκιμασία κόπωσης όπου δεν αποδείχθηκαν παθολογικά ευρήματα. Στις 12/7/01 o αποβιώσας υποβλήθηκε σε νέες αιματολογικές εξετάσεις αναφέροντας στον Μ.Υ.2 ότι σταμάτησε τη λήψη του φαρμάκου Lipidor και o M.Y.2 του επέβαλε την άμεση έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής με Lipidor. Στις 12.09.2001 επισκέφθηκε εκ νέου τον Δρ. Μηλιώτη αναφέροντας αύξηση της αρτηριακής πίεσης μετά από άγχος οπόταν και του συνεστήθη η λήψη Zolarem. Την 21.12.2001 μετά από κλινική εξέταση ουδέν το παθολογικό διαπιστώθηκε. Ο Ανδρέας Χατζηστασής απεβίωσε στις 7.10.2006 μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους απαίτησαν την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.20.000, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να καταβάλουν. Εχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους έτσι ώστε να δικαιούνται Δικαστικής απόφασης. Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία δύο είναι τα θέματα τα οποία χρήζουν εξέτασης. Το πρώτο είναι η προδικαστική ένσταση η οποία εγείρεται από πλευράς εναγομένων οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή δεν μπορεί να εγερθεί ούτε και να προχωρήσει εναντίον τους καθότι δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των εναγόντων και των ιδίων, αφού οι ενάγοντες ουδέποτε συμβλήθηκαν με τους εναγόμενους. Το δεύτερο εγειρόμενο ζήτημα, που είναι και ουσίας, είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ.20.000 (€34172) που προνοείται στο ασφαλιστικό συμβόλαιο τη στιγμή που ο αποβιώσας απέκρυψε ουσιώδεις πληροφορίες τις οποίες όφειλε να αποκαλύψει με βάση τη δήλωσή του στην αίτηση για ομαδική ασφάλεια ζωής. Εξετάζοντας την προδικαστική ένσταση που έχει τεθεί από πλευράς εναγομένων είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πριν όμως ασχοληθώ με τους λόγους για τους οποίους η θέση των εναγομένων δεν γίνεται αποδεκτή θα πρέπει να σχολιάσω τη θέση των εναγόντων ότι το ζήτημα της προδικαστικής ένστασης θα έπρεπε να εξεταστεί στα πλαίσια αίτησης δυνάμει της Δ.
  11. Είναι γεγονός ότι νομικά ζητήματα μπορούν να εκδικαστούν πριν την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής εφόσον όμως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο για να δύναται το Δικαστήριο να το εξετάσει. Η μη καταχώριση αίτησης για τον σκοπό αυτό όμως δεν αποκλείει την εξέταση της οιασδήποτε προδικαστικής ένστασης κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής τη στιγμή μάλιστα που θα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δεδομένα. Επανερχόμενος τώρα στην εν λόγω προδικαστική ένσταση καταρχάς δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο αποβιώσας ήταν μέλος της Σ.Π.Ε. Αθηαίνου και ως τέτοιο εντάχθηκε στο ομαδικό σχέδιο ασφάλισης των μελών της υποβάλλοντας σχετική αίτηση ημερ. 6.08.
  12. Σύμφωνα πάλι με τη βεβαίωση πληρωμής ασφαλίστρων τεκ.6, ασφαλιζόμενο πρόσωπο ήταν ο αποβιώσας. Επίσης η δήλωση για αποζημίωση λόγω θανάτου τεκ.9 είναι έντυπο της εναγόμενης εταιρείας το οποίο αναγράφει ως ασφαλιζόμενο τον Ανδρέα Χατζηστασή και υπογράφεται από τους διαχειριστές της περιουσίας του. Το ότι το ομαδικό σχέδιο ασφάλισης είχε συνάψει η Σ.Π.Ε. Αθηαίνου με τους εναγόμενους για λογαριασμό των μελών της, που ως έχει προαναφερθεί ήταν και ο αποβιώσας, δεν σημαίνει, χωρίς να αναφερθεί οτιδήποτε που να οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα αυτό, ότι δικαιούχος και συνακόλουθα δικαίωμα να αξιώσει το ποσό της ασφάλειας θα έπρεπε να ήταν η Σ.Π.Ε. Αθηαίνου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω και τη θέση της υπεράσπισης ότι υπήρξε από πλευράς αποβιώσαντος απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων όταν ο αποβιώσας υπέβαλλε την αίτηση, που αν οι εναγόμενοι γνώριζαν θα απέρριπταν την αίτηση ή θα επέβαλλαν όρους. Γεγονός είναι, το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο Αντρέας Χατζηστασής ήταν άτομο αγχώδες και καπνιστής. Είναι επίσης γεγονός ότι προ της υποβολής της αίτησης για συμπερίληψή του στο ομαδικό σχέδιο ασφάλισης και συγκεκριμένα την 1.09.20000, μετά από αιματολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε υπερλιπιδαιμία, χοληστερίνη και τριγλυκερίδια, ενώ μετά από δοκιμασία κοπώσεως στις 5.09.2000 δεν διαπιστώθηκαν παθολογικά ευρήματα. Είναι επίσης δεδομένο ότι μετά τα αποτελέσματα του αιματολογικού ελέγχου ο αποβιώσας λάμβανε το φάρμακο Lipidor άγνωστο όμως μέχρι πότε αφού στις 12.07.2001 μετά από νέες εξετάσεις αίματος ανέφερε στον γιατρό του Δρ. Μηλιώτη ότι διέκοψε τη λήψη του εν λόγω φαρμάκου και ο τελευταίος του επέβαλε την άμεση έναρξη λήψης του. Περαιτέρω, στις 12.09.2001 υπήρξε αύξηση της αρτηριακής πίεσης μετά από άγχος οπόταν και του συνεστήθη η λήψη του φαρμάκου Zolarem. Στην αίτησή ο αποβιώσας σε ερώτηση στην αίτηση τεκ.3 υπό "Ιατρικό Ιστορικό" αν έχει ποτέ κάμει ανάλυση αίματος ή οποιεσδήποτε άλλες εξετάσεις δίδει θετική απάντηση σημειώνοντας το checkup ΟΚ. Περαιτέρω σε ερώτηση αν ακολουθεί οποιαδήποτε θεραπεία ή παίρνει φάρμακα δίδει αρνητική απάντηση ενώ στην ερώτηση αν είναι εντελώς υγιής και απαλλαγμένος από οποιαδήποτε προβλήματα υγείας απαντά θετικά. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η αναφορά του αποβιώσαντος ότι προέβηκε σε ανάλυση αίματος και ότι ήταν εντάξει τη στιγμή που τον χρόνο των αναλύσεων αρχές Σεπτεμβρίου του 2000 διαπιστώθηκε υπερλιπιδαιμία, χοληστερίνη και τριγλυκερίδια, επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το έγκυρο του συμβολαίου. Σε σχέση με το ερώτημα αν ακολουθεί οιανδήποτε θεραπεία ή αν λαμβάνει οιαδήποτε φάρμακα, θεωρώ ότι αναφερόταν στον χρόνο υποβολής της αίτησης, ήτοι στις 6.08.2003, και όχι σε οιονδήποτε προγενέστερο χρόνο, ερώτημα για το οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία που να οδηγεί το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι στις 6.08.2003 ο αποβιώσας λάμβανε οιανδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του ότι ήταν απόλυτα υγιής και απαλλαγμένος από οποιαδήποτε συμπτώματα ασθένειας. Τελευταία κλινική εξέταση έγινε την 21.12.2001 όπου ουδέν το παθολογικό διαπιστώθηκε. Συνεπώς αυτό που παραμένει για εξέταση είναι αν η αναφορά του αποβιώσαντα στην αίτηση τεκ.3 ότι κατόπιν αιματολογικής εξέτασης τα αποτελέσματα ήταν εντάξει (check up OK) μπορεί να θεωρηθεί απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία αν ήταν γνωστά στους εναγόμενους θα διαφοροποιούσε τη θέση τους ως προς την κατάρτιση του συμβολαίου, ως είναι και η θέση τους. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι κατά τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης ο οιοσδήποτε ασφαλισμένος θα πρέπει να προβαίνει στην αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ενόψει του γεγονότος ότι α ασφαλιστικά συμβόλαια είναι ύψιστης πίστης (uberrimae fidei). Στο σύγγραμμα General Principles of Insurance Law, Ivamy, Fourth Edition σ.132 - 133 αναφέρονται τα ακόλουθα: «It is the duty of the proposed assured to disclose to the insurers all material facts within his actual knowledge. The special facts distinguishing the proposed insurance are, as a general rule, unknown to the insurers who are not in a position to ascertain them. They lie, for the most part, solely within the knowledge of the proposed assured.» «Further, in another case, FLETCHER MOULTON, L.J., remarked.. "Insurers are thus in the highly favourable position that they are entitled not only to bona fides on the part of the applicant, but also to full disclosure of all knowledge possessed by the applicant that is material to the risk."» Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει στην αίτηση τεκ.3 δήλωση του αποβιώσαντος - αιτητή την οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω: «ΔΗΛΩΣΗ Δηλώνω ότι, απ΄ ό,τι γνωρίζω και πιστεύω, οι απαντήσεις που δόθηκαν σ΄ αυτήν την Αίτηση είναι ορθές και ότι δεν παρέλειψα να αναφέρω οποιεσδήποτε ουσιώδεις πληροφορίες ή γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την αποδοχή της Αίτησης αυτής από την Universal Life και συμφωνώ ότι η Αίτηση αυτή θα αποτελέσει τη βάση του Ασφαλιστηρίου. Εξουσιοδοτώ την Εταιρεία όπως αποταθεί για ιατρικές πληροφορίες, σε οποιοδήποτε γιατρό που καθ΄ οιονδήποτε χρόνο με παρακολούθησε, που αφορούν τη φυσική ή πνευματική μου κατάσταση και όπως συλλέξει πληροφορίες από οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία που αποτάθηκα για ασφάλεια ζωής, εξουσιοδοτώ δε τους πιο πάνω όπως δώσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες τους ζητηθούν και συμφωνώ ότι αυτές οι πληροφορίες (μαζί με τις πληροφορίες που θα δοθούν από μένα στη Universal Life γραπτώς) θα αποτελέσουν μέρος της Αίτησης αυτής.» Αυτό που προκύπτει στην πιο πάνω δήλωση είναι ότι οι δηλώσεις του αιτητή στην αίτηση για ομαδική ασφάλιση ζωής αποτελούσαν τη βάση της σύμβασης οι οποίες καθιστούν την πλήρη αποκάλυψη ρητό όρο και συμβατική υποχρέωση του ασφαλιζόμενου προσώπου με αποτέλεσμα η προκείμενη περίπτωση να εντάσσεται σε εκείνες όπου η μη αποκάλυψη να είναι δυνατό να καταστήσει τη σύμβαση ακυρώσιμη χωρίς να χρειάζεται να καταδειχθεί ότι το στοιχείο που δεν αποκαλύφθηκε είναι ουσιώδες ή όχι. Στο σύγγραμμα MacGillivray & Parkington on Insurance Law, Sixth Edition, σ.830 παρ.829 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  13. Materiality: general rule. With small exceptions, a warranty is independent of all questions of materiality. If a warranty is not fulfilled, the insurers' liability ceases, whether or not the fact warranted affected the risk or in any way influenced the insurer when he took it.» Στην παρούσα περίπτωση, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, ο αποβιώσας προέβηκε σε εξετάσεις αίματος πριν την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου ασφάλισης. Αποτέλεσμα των εξετάσεων αυτών ήταν η διαπίστωση υπερλιπιδαιμίας, χοληστερίνης και τριγλυκεριδίων που οδήγησαν τον αποβιώσαντα στη λήψη φαρμάκου. Ο αποβιώσας αν και δηλώνει τη διενέργεια της ανάλυσης αίματος, εντούτοις δηλώνει "Check up OK", χωρίς να αναφέρει τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών και των σχετικών διαπιστώσεων. Ο αιτητής απεβίωσε το 2006 μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ως ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι η υπερλιπιδαιμία και το κάπνισμα συμπεριλαμβάνονται στους πρωτεύοντες παράγοντες κινδύνους για στεφανιαία νόσο, έμφραγμα, αιφνίδιο θάνατο και οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο αποβιώσας όχι μόνο δεν δήλωσε τις διαπιστώσεις των αναλύσεων αίματος αλλά δήλωσε ότι ήταν και φυσιολογικές τη στιγμή που τα αποτελέσματα των εξετάσεων εκείνων επέβαλαν στον αποβιώσαντα την λήψη φαρμακευτικής αγωγής για αντιμετώπιση τους. Θεωρώ ότι η παράλειψη αναφοράς των δεδομένων αυτών στους εναγόμενους, ανεξαρτήτως του κατά πόσο είναι ουσιώδη ή όχι, κατέστησε τη σύμβαση ακυρώσιμη με αποτέλεσμα η αγωγή να μη μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την αποτυχία, αφού η ευθύνη του ασφαλιστή για καταβολή αποζημιώσεων σταμάτησε να υφίσταται. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.