ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Κ.Σ.Λ. ΑΜΑΞΟΣΤΑΣΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 1663/12, 18/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1663/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ., από τη Λευκωσία Ενάγοντες - και -
(1)Κ.Σ.Λ. ΑΜΑΞΟΣΤΑΣΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λάρνακα
(2)ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ, από τη Λάρνακα
(3)ΜΑΡΙΝΑ ΣΙΗΜΙΛΛΑ ΖΕΝΙΟΥ, από το Αυγόρου
(4)ΓΙΟΥΛΙΚΑ ΜΑΝΕΝΤΖΟΥ, από τη Λάρνακα
(5)ΘΕΚΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από τη Λάρνακα
(6)ΜΑΡΙΑ ΛΕΥΚΑΡΙΤΗ ΤΙΤΤΟΝΗ, από τη Λάρνακα Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 24.5.2012 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία:18 Ιουλίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Μ. Καμάρη για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2/Καθ'ου η αίτηση κα Χ. Χριστοφή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους αλληλεγγύως και κεχωρισμένως ποσό €129.130,56 ως ποσό οφειλόμενων δυνάμει δανείου και/ή δανείου τακτής προθεσμίας και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή δυνάμει εγγυήσεως, πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω επιζητούν την έκδοση διατάγματος κατά της Εναγόμενης 3 με το οποίο να διατάσσεται η εκποίηση της υποθήκης Υ644/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και την πώληση του ενυπόθηκου κτήματός της έναντι και/ή προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς αυτήν. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στο οποίο επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες, οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσαν από το Δικαστήριο την εξασφάλιση προσωρινών Διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 5 που να απαγορεύει την αποξένωση από αυτούς συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας και σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 επιπροσθέτως τη μη αποξένωση χρημάτων που βρίσκονται κατατεθειμένα προς πίστην του σε λογαριασμό Συνεργατικού Ταμιευτηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζετο αρχικά από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού ημερομηνίας 24.5.12 και στη συνέχεια, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, από συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 29.5.
- Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης αυτής έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση των αιτουμένων Διάταγματων ως οι παραγράφοι (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της Αίτησης στην απουσία της άλλης πλευράς. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητών/Εναγόντων η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διάταγματων ενώ από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση/Εναγομένου 2 η ακύρωσή του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4,5,6 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48,θ.θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, υπαλλήλου των Εναγόντων στην οποίαν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: £ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσό ύψους €129.130,56 πλέον τόκους ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας με πρωτοφειλέτη τους Εναγόμενους 1 και εγγυητές τους Εναγομένους 2-
- £ Πέραν του πιο πάνω ποσού οι Εναγόμενοι 1 οφείλουν στους Ενάγοντες επιπρόσθετα ποσά που, μαζί με τους τόκους, υπερβαίνουν τις €70.000.- Ειδικότερα οφείλουν, μεταξύ άλλων: i. €32.758,74 πλέον τόκους ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει έτερου δανείου. Σημειωτέον ότι το ποσό αυτό έχει τύχει εγγύησης από τους Εναγόμενους 2,3,4,5 και 6, ii. €18.904,01 πλέον τόκους δυνάμει σύμβασης ενοικιαγοράς. Σημειωτέον ότι το ποσό αυτό έχει τύχει εγγύησης από τον Εναγόμενο 2, iii. ποσό €18.945,64 πλέον τόκους ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό. Σημειωτέον ότι το ποσό αυτό έχει τύχει εγγύησης από τους Εναγόμενους 2 και 3 ως επίσης και από έτερο πρόσωπο. Τα ποσά αυτά διεκδικούνται με ξεχωριστές αγωγές. £ Προς εξασφάλιση των πιο πάνω οφειλών και πέραν των εγγυήσεων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι Ενάγοντες έχουν προς όφελός τους:
(1)Υποθήκη Υ644/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου ημερομηνίας 26.3.08 για ποσό €34.000 πλέον τόκοι επί της ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγομένης 3 υπ. αρ. εγγραφής 0/3387, Φ./Σχ. 2-278-380, Τεμ. 222, Τμήμα 3 στη τοποθεσία Παλλούρες της Καυκαλιάς στο Αυγόρου της επαρχίας Αμμοχώστου εγγεγραμμένο μερίδιο στην Εναγομένη 3 το ½ και υποθηκευμένο μερίδιο το όλον του εγγεγραμμένου μεριδίου.
(2)Ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης για ποσό €17.086,01 £ Όπως προκύπτει οι εξασφαλίσεις των Εναγομένων προς όφελος των Εναγόντων σε καμιά περίπτωση δεν επαρκούν σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης για να εξασφαλίσουν τις υποχρεώσεις των Εναγομένων έναντι των Εναγόντων αφού το προϊόν εκ της πωλήσεως θα είναι κατά πολύ χαμηλότερο (περίπου 30%) του συνολικού ποσού των οφειλών των Εναγομένων με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να κινδυνεύσουν άμεσα να μην ικανοποιηθούν πλήρως οι τυχόν εκδοθεισόμενες υπέρ τους δικαστικές αποφάσεις. £ Με βάση έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας που έχουν διεξαγάγει οι Ενάγοντες σε σχέση με τους ως άνω Εναγόμενους έχει διαπιστωθεί ότι : I. Ο Εναγόμενος 2 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτου με αρ. εγγραφής 12/2799, Τεμ.2386, Μερίδιο 1/2 στην οδό Αμοργού 3 στην περιοχή Αγίου Νικολάου εντός του Δήμου Λάρνακας. II. Η Εναγόμενη 3 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης ακινήτων (
- i)με αριθμό εγγραφής 0/1657, Τεμ.504, Μερίδιο 1/4 στην Κοινότητα Αυγόρου εντός της επαρχίας Αμμοχώστου και (
- ii)με αρ. εγγραφής 0/5794, Τεμ.275 στην Κοινότητα Αυγόρου εντός της επαρχίας Αμμοχώστου. III. Η Εναγόμενη 5 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης ακινήτου με αρ. εγγραφής 5/1483, Τεμ.881 στην οδό Ζακύνθου στην περιοχή Χρυσοπολίτισσας εντός του Δήμου Λάρνακας. £ Με βάση πληροφόρησης που έχουν οι Ενάγοντες από το Τμήμα που είναι υπεύθυνο για την εκτίμηση ακινήτων οι αξίες των πιο πάνω ακινήτων αφού ληφθούν υπόψη τυχόν επιβαρύνσεις ή υποθήκες είναι τέτοιες που ικανοποιούν σε ένα μεγάλο βαθμό το ποσό το οποίο δεν καλύπτεται από οποιαδήποτε εξασφάλιση των Εναγόντων σε σχέση με τις οφειλές των Εναγομένων. £ Με βάση πληροφόρησης που έχουν οι Ενάγοντες από τους ίδιους τους Εναγόμενους, ο Εναγόμενος 2 διατηρεί χρήματα κατατεθειμένα προς πίστη του στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού. Το ακριβές ποσό των εν λόγω χρημάτων δεν μπορεί να διαπιστωθεί και ούτε οι Ενάγοντες έχουν τρόπο να το γνωρίζουν. £ Απ' ότι πληροφορείται ο ενόρκως δηλών από το διευθυντή της υπηρεσίας ανακτήσεων των Εναγόντων υπάρχει ουσιαστικός και πραγματικός κίνδυνος οι Εναγόμενοι 2,3 και 5 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την πιο πάνω περιουσία τους είτε με κατάθεση υποθηκών, είτε με σύναψη πωλητηρίων εγγράφων με τρίτους είτε με αποσύρσεις χρημάτων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει διαθέσιμη περιουσία για τους Ενάγοντες για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους ενώ κάτι τέτοιο θα καταστήσει πιθανές αποφάσεις υπέρ των Εναγόντων ως ατελέσφορες και άνευ αντικειμένου. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς Εναγόντων Οι Ενάγοντες μέσω του Μιχάλη Στυλιανού καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: £ Επιπροσθέτως των εξασφαλίσεων που είχαν δοθεί στους Ενάγοντες, είχαν δοθεί από το 2009 και 2010 επιπρόσθετες εξασφαλίσεις υπό μορφή εγγυητικών επιστολών που είχαν εκδοθεί από τραπεζικό ίδρυμα. Ειδικότερα ο δανεισμός των Εναγομένων εξασφαλιζόταν επιπρόσθετα με: (α) Εγγυητική επιστολή αρ.Ε108/2009 εκδόσεων Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ. για ποσό €41.000 λήξης 2.10.10 και (β) Εγγυητική επιστολή αρ.Ε275/2010 εκδόσεων Συνεργατικού Ταμιευτηρίου για ποσό €65.000 λήξης 26.3.11. £ Περί τον Σεπτέμβριο του 2010 και αφού είχαν παρατηρηθεί καθυστερήσεις στις οφειλές των Εναγομένων επισκέφθηκε τα γραφεία του τμήματος ανακτήσεων Λάρνακας των Εναγόντων ο Εναγόμενος 2, ένας εκ των εγγυητών των Εναγομένων 1 και Αιτητής για την έκδοση των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών οι οποίες εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 στους Ενάγοντες και υπέβαλε αίτημα στους Ενάγοντες όπως μη ζητηθεί η πληρωμή τους επικαλούμενος ότι δεν ήθελε να χάσει τις καταθέσεις που διέθετε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και όπως ζητηθεί η ανανέωση της πρώτης εγγυητικής επιστολής μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου 2011 για να του δοθεί χρόνος να προβεί σε ενέργειες για εξασφάλισης χρηματοδότησης από άλλη Τράπεζα με συνεισφορά και των υπολοίπων μετόχων της εταιρείας είτε υπό μορφή μετρητών, είτε εξασφαλίσεων. Στην εν λόγω συνάντηση είχε υποσχεθεί στους Ενάγοντες ότι εντός του 2011 θα λάμβανε ενέργειες για την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 στους Ενάγοντες. Υποσχέθηκε επίσης ότι θα προέβαινε σε σταδιακές καταθέσεις για μείωση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 στους Ενάγοντες. Το αίτημα εξετάστηκε και έγινε αποδεχτό και σε αυτή τη βάση ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο την παράταση της εγγυητικής επιστολής με αρ. Ε108/2009 μέχρι τις 2.12.11. Λόγω τεχνικών αδυναμιών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου σε σχέση με την παράταση εγγυητικών επιστολών εκδόθηκε νέα εγγυητική με αρ. Ε375/2010 για το ίδιο ποσό και με λήξη τις 2.12.11. £ Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2011 επισκέφθηκε ο Εναγόμενος 2 ξανά τα γραφεία του τμήματος ανακτήσεων Λάρνακας των Εναγόντων. Κατά την εν λόγω συνάντηση ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη τράπεζα λόγω ισχυριζόμενης αδυναμίας των άλλων μετόχων των Εναγομένων 1 να προσφέρουν πρόσθετες εξασφαλίσεις και υπέβαλε αίτημα όπως οι Ενάγοντες αποδεχθούν παράταση της λήξης της εγγυητικής με αριθμό Ε375/2010 μέχρι τις 26.3.11 ημερομηνία λήξης και της εγγυητικής επιστολής αρ. Ε275/2010 για να συνεχίσει τις προσπάθειες για εξασφάλισης χρηματοδότησης από άλλη τράπεζα. £ Στο μεσοδιάστημα θα συνέχιζε να προβαίνει σε αριθμό καταθέσεων έναντι των υποχρεώσεών του. Το αίτημα εγκρίθηκε εκ νέου και εφαρμόστηκε. £ Περί τα μέσα Μαρτίου 2011 ο Εναγόμενος επισκέφθηκε ξανά τα γραφεία του τμήματος ανακτήσεων Λάρνακας των Εναγόντων και αυτή τη φορά ζήτησε παράταση της λήξης και των δύο εγγυητικών επικαλούμενος ότι τυχόν μη έγκριση του αιτήματος του θα έπλήττε το κύρος του κατά τρόπο που θα αποδυνάμωνε την προσπάθεια του να κατέλθει ως υποψήφιος βουλευτής Λάρνακας στις τότε επικείμενες βουλευτικές εκλογές του Μαϊου 2011. Το αίτημα εγκρίθηκε εκ νέου και εφαρμόστηκε και οι εγγυητικές επιστολές ανανεώθηκαν μέχρι τις 27.6.11. £ Περί τον Ιούνιο του 2011 έγιναν τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Εναγόμενο 2 ο οποίος είχε αναφέρει στους Ενάγοντες ότι είχε εξεύρει σχετική χρηματοδότηση και ότι ήταν θέμα ημερών να πληρωθεί το σύνολο των υποχρεώσεων τους. Ισχυρίστηκε στους Ενάγοντες ότι δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω ανανέωσης των εγγυητικών διότι ακριβώς ήταν θέμα ημερών η πλήρης εξόφληση. Βασιζόμενοι στις πιο πάνω παραστάσεις του Εναγόμενου 2 οι Ενάγοντες δεν επέμεναν στην ανανέωση των εγγυητικών και δεν προχώρησαν στην εξαργύρωση τους. £ Μετά το πέρας της καλοκαιρινής περιόδου και ειδικότερα περί τον Σεπτέμβριο του 2011 ο διευθυντής του τμήματος ανακτήσεων των Εναγόντων επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 και ζήτησε να ενημερωθεί για το πότε θα γίνει η πληρωμή. Ο Εναγόμενος 2 απολογήθηκε στους Ενάγοντες και ανέφερε ότι υπήρξαν κάποιες τεχνικές δυσκολίες, όμως το θέμα θα ξεκαθάριζε με βεβαιότητα προ του τέλους του 2011. £ Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2012 και σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία του διευθυντή του τμήματος ανακτήσεων των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 2 ο Εναγόμενος 2 απολογήθηκε εκ νέου στους Ενάγοντες και ανέφερε ότι οι τεχνικές δυσκολίες δεν κατέστη δυνατό να ξεπεραστούν μέχρι τότε. Ανέφερε στους Ενάγοντες ότι εάν μέχρι το τέλος Απριλίου δεν ολοκληρωνόταν το θέμα δεσμευόταν ο ίδιος να επαναφέρει σε ισχύ τις εγγυητικές επιστολές οι οποίες δεν είχαν ανανεωθεί περί τα τέλη Ιουνίου 2011. Κατόπιν των ρητών παραστάσεων του Εναγομένου 2 ότι η πληρωμή των Εναγόντων ήταν θέμα χρόνου. £ Στις 2.5.2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία του διευθυντή του τμήματος ανακτήσεων των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 2 και αφού δεν πήρε επαρκείς εξηγήσεις από τον Εναγόμενο 2 αναφορικά με τους λόγους μη εξόφλησης των Εναγόντων, ο διευθυντής του τμήματος ανακτήσεων του ζήτησε να τιμήσει την υπόσχεσή του, δηλαδή να επαναφέρει σε ισχύ τις εγγυητικές επιστολές που δεν είχαν ανανεωθεί περί τα τέλη Ιουνίου 2011 κατόπιν παραστάσεων του Εναγομένου 2 ότι η πληρωμή των Εναγόντων ήταν θέμα χρόνου. Ο ίδιος έδειξε θετική στάση και ανέφερε ότι θα το διευθετούσε μέχρι 7.5.12. £ Στις 7.5.12 και σε τηλεφωνική επικοινωνία του διευθυντή του τμήματος ανακτήσεων των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 2 ο Εναγόμενος 2 ανέφερε στους Ενάγοντες για πρώτη φορά ότι δεν είχε σκοπό να επαναφέρει σε ισχύ τις εγγυητικές επιστολές και ζήτησε από το διευθυντή του τμήματος ανακτήσεων να μην τον ξαναενοχλήσει. £ Τα πιο πάνω γεγονότα δείχνουν ότι οι Ενάγοντες είχαν μεν σε ισχύ επαρκείς, κατά το δυνατό εξασφαλίσεις, που εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις των Εναγομένων, πλην όμως αυτές κατέστησαν ανεπαρκείς λόγω των μη εκπληρωθέντων υποσχέσεων και παραστάσεων του Εναγομένου 2 επί των οποίων οι Ενάγοντες βασίστηκαν και τον οποίον οι Ενάγοντες εμπιστεύθηκαν. Ουσιαστικά ο Εναγόμενος 2 καταχρώμενος την εμπιστοσύνη που οι Ενάγοντες επέδειξαν στο πρόσωπό του παραπλάνησε και ξεγέλασε τους Ενάγοντες αναιρώντας εξασφαλίσεις που είχαν τεθεί σε ισχύ προς εξασφάλιση του δανεισμού των Εναγομένων. £ Αν οι εγγυητικές επιστολές που ο Εναγόμενος 2 δεν ανανέωσε ήταν σήμερα σε ισχύ, οι αξίες των εξασφαλίσεων θα ήταν τέτοιες που θα ικανοποιούσαν σε ένα μεγάλο βαθμό το ποσό που οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες. Οι ψευδείς παραστάσεις του Εναγόμενου 2 και εν συνεχεία η άρνηση του, μόλις προ μερικών εβδομάδων, να συναινέσει στην ανανέωση των εγγυητικών επιστολών είναι αυτές που άφησαν τους Ενάγοντες εκτεθειμένους και κατέστησαν αναγκαία την προώθηση Αίτησης για συντηρητικό διάταγμα. £ Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τον ουσιαστικό και πραγματικό κίνδυνο οι Εναγόμενοι 2,3 και 5 να εκμεταλλευτούν την κατάσταση που δημιουργήθηκε και να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την περιουσία τους. Μια τέτοια ενέργεια θα έχει ως άμεσο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα να μην υπάρχει διαθέσιμη περιουσία για τους Ενάγοντες για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους ενώ κάτι τέτοιο θα καταστήσει πιθανές αποφάσεις υπέρ των Εναγόντων ως ατελέσφορες και άνευ αντικειμένου. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση ο Εναγόμενος 2/Καθ' ου η Αίτηση κατεχώρησε ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.39,θ.θ.1-6, Δ.48,θ.θ.1-11 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 4,5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, στο Άρθρο 32 του Ν.14/60 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Η Αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει το δύσκολο και/ή αδύνατο απονομής πλήρους δικαιοσύνης και/ή δημιουργίας ανεπανόρθωτης ζημιάς αν δεν ικανοποιηθεί η Αίτηση. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει το στοιχείο του κατεπείγοντος και δεν αποκαλύπτονται ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με αυτό. Οι Αιτητές δεν έχουν εισάγει επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει αφερεγγυότητα και/ή δεινή οικονομική κατάσταση εκ μέρους του Εναγόμενου 2 που να είναι τέτοια ώστε να καταδεικνύει κίνδυνο πώλησης, υποθήκευσης, μεταβίβασης και/ή αποξένωσης του ακινήτου. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την απουσία εναλλακτικής θεραπείας στην παρούσα Αίτηση. Οι Αιτητές δεν έχουν εισάγει επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει τη μη ύπαρξη άλλης περιουσίας και/ή αδυναμία του Εναγόμενου 2 να τους αποζημιώσει και/ή καλύψει σε περίπτωση που αυτή κερδίσουν την αγωγή τους. Οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν με σαφή και/ή με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα την αξία της ακινήτου ιδιοκτησίας του Εναγομένου 2 και/ή της κινητής περιουσίας του η οποία έχει δεσμευθεί από το διάταγμα. Δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε εκτίμηση και/ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία για το σκοπό αυτό. Η ακίνητη και/ή κινητή περιουσία που έχει δεσμευθεί και/ή σκοπείται να δεσμευθεί είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα ως αυτά προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης. Οι Αιτητές δεν έχουν προσφέρει μαρτυρία και/ή στοιχεία αναφορικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας του Εναγόμενου από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται οι Αιτητές να λάβουν υπέρ τους. Το διάταγμα παραβιάζει τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των Αιτητών. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως εκ μέρους των Αιτητών δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία και προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η Αίτηση. Σε αυτήν αναφέρονται, βασικά, τα εξής: Å Το γεγονός ότι εκκρεμούν άλλες αγωγές εναντίον του Ενόρκως Δηλούντα ως εγγυητή, όπως ισχυρίζονται οι Αιτητές, δεν είναι σχετικό με την παρούσα υπόθεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Å Η αξία του ακινήτου που αναφέρεται στην παρά.11(Α) των Εναγόντων το οποίο είναι εγγεγραμμένο κατά το 1/2 επ' ονόματι του ενόρκως δηλούντα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα η αξία του υπερβαίνει τις €200.000. Δυστυχώς λόγω πίεσης του χρόνου δεν μπορεί ο ενόρκως δηλών να προσφέρει σχετική εκτίμηση αλλά όπως πληροφορείται από το δικηγόρο του, είναι ευθύνη των Εναγόντων/Αιτητών να προσφέρουν μαρτυρία για τη φύση και την αξία του ακινήτου του οποίου ζητούν τη δέσμευση όπως επίσης και να δείξουν ότι η αξία του δεν είναι δυσανάλογη με την αξία της απαίτησης τους, κάτι που δεν έχουν κάνει. Περαιτέρω σε σχέση με τους υπόλοιπους Εναγομένους την περιουσία των οποίων έχουν δεσμεύσει οι Αιτητές, εφόσον η περιουσία του ενόρκως δηλούντα από μόνη της υπερκαλύπτει την παρούσα αξίωση των αιτητών, συνεπάγεται ότι η δέσμευση της περιουσίας του σε συνδυασμό με τη δέσμευση της περιουσίας των Εναγομένων 3 και 5 υπερκαλύπτει σχεδόν κατά το διπλάσιο την αξίωση των Αιτητών, κάτι που, κατόπιν νομικής συμβουλής που λαμβάνει, αποτελεί αδικία εις βάρος του. Å Το ακίνητο το οποίο έχουν δεσμεύσει οι Ενάγοντες δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον Εναγόμενο 2/Ενόρκως Δηλούντα, του ανήκει κατά το 1/2 και το υπόλοιπο στη σύζυγό του και μάλιστα το κατέχουν κατά εξ αδιαιρέτου μερίδια. Επίσης δεν πρόκεται για ένα ακίνητο αλλά για το σπίτι του το οποίο ούτε είχε και ούτε θα έχει ποτέ του πρόθεση είτε ν απουλήσει είτε καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο να αποξενώσει. Εξάλλου για να πράξει κάτι τέτοιο χρειάζεται και τη συγκατάθεση της συζύγου του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o Πρόεδρος Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα Άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το Άρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής.[6] Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το Άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60.[7] Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει όμως το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης[8]. Όπως έχει αναφερθεί από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του Άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ' όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το Άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[9]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο Άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[10]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το Άρθρο 5
(1)του ΚΕΦ.6 και επαναλαμβάνοντας ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα, διαπιστώνω ότι εγείρεται θέμα οφειλόμενου υπόλοιπου δυνάμει δανείου το οποίο συνήφθη τον Αύγουστο του 2008 μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης εταιρείας αρ.1 για ποσό €120.000 και το οποίο σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €129.130,56 πλέον τόκοι. Περαιτέρω προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 όπως και οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 στις 4/8/08 εγγυήθηκαν την πληρωμή των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες μέχρι ποσού €120.000 πλέον τόκους και έξοδα. Είναι δε η εκδοχή των εναγόντων ότι συμφώνως των όρων της επίδικης συμφωνίας και/ή λόγω του ότι η εναγόμενη 1 παρέλειπε να καταβάλλει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις και/ή να εξοφλήσει εμπρόθεσμα την πιο πάνω οφειλή οι ενάγοντες ζήτησαν την πληρωμή του πιο πάνω ποσού πολλές φορές από τους εναγόμενους αλλά ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε και ότι στη συνέχεια τερματίζοντας με την επιστολή τους ημερομηνίας 3/8/10 την λειτουργία του λογαριασμού του δανείου απαίτησαν συμφώνως των όρων της Συμφωνίας την πληρωμή των οφειλόμενων υπολοίπων άμεσα πλέον τόκους, πλην, όμως, οι εναγόμενοι εξακολουθούν να αμελούν και/ή αρνούνται την πληρωμή του ως άνω ποσού. Υπενθυμίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των εναγόντων. Είναι λοιπόν η κρίση μου ότι οι ενάγοντες με βάση όλα τα πιο πάνω, έχουν αποκαλύψει στο δικόγραφο τους σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έχουν περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Τα γεγονότα που αναφέρονται είναι όσα παραθέσαμε ανωτέρω εφόσον οι ενάγοντες μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους από τον Μιχάλη Στυλιανού («αρχική» ένορκη δήλωση), αφού υιοθετούν το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης τους αναφέρονται στην αξίωση τους που ανέρχεται στο ποσό των €129.130,56 πλέον τόκοι ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας με πρωτοφειλέτη την εναγόμενη 1 και εγγυητές τους εναγόμενους 2-6. Επισυνάπτουν δε προς επιβεβαίωση της οφειλής και σχετικά έγγραφα όπως την Επιστολή Έγκρισης διευκολύνσεων (Τεκμήριο 2) τη Συμφωνία Δανείου με εγγύηση από τον εναγόμενο 2 (Τεκμήριο 3) Εγγυητήριο για τους εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 (Τεκμήριο 4) και κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5). Στην ένορκη δήλωση που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της ένστασης του εναγόμενου 2 - Καθ'ου η Αίτηση υπάρχει, μεταξύ άλλων, άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων που αφορούν και αναφέρονται στην απαίτηση τους για το πιο πάνω ποσό ως οφειλόμενο δυνάμει δανείου χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε περαιτέρω τοποθέτηση ή να προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός είτε σε σχέση με την εν λόγω οφειλή, είτε σε σχέση με το ύψος της.[11] Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι με τα όσα η πλευρά της ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια να εξετάσουμε κατά πόσο η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του Αρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
- Δηλαδή κατά πόσο η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε κάποιο τρίτο είναι πιθανό η ενάγουσα να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ της. Περαιτέρω, η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[12]. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[13] Ο εναγόμενος 2 παραπονείται ότι η αξία του ακινήτου που αναφέρεται στην παρά.11 (α) της ένορκης δήλωσης των Εναγόντων το οποίο είναι εγγεγραμμένο κατά το 1/2 επ' ονόματι του εναγομένου 2 είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή και ότι υπερβαίνει τις €200.
- Περαιτέρω επισημαίνει ότι ενώ οι Ενάγοντες/Αιτητές είχαν την ευθύνη να δείξουν με μαρτυρία ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου δεν είναι δυσανάλογη με την αξία της απαίτησης τους δεν το έχουν κάνει. Είναι γεγονός ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει σαφής και επακριβής μαρτυρία για την αξία του ακίνητου που καλύπτεται από το διάταγμα όπως και δεν υπάρχει εν γένει μαρτυρία για την ευρύτερη οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου 2/Καθ΄ού η Αίτηση. Η αίτηση, όμως, δεν είναι, κατά την άποψη μου, εντελώς κενή όσον αφορά την πληροφόρηση αυτή. Στην παρά.10 της αρχικής ένορκης δήλωσης των εναγόντων αναφέρεται ότι οι εξασφαλίσεις των εναγομένων προς όφελος των εναγόντων σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης τους να εξασφαλίσουν τις υποχρεώσεις των εναγομένων έναντι των εναγόντων αφού το προϊόν εκ της πωλήσεως θα είναι κατά πολύ χαμηλότερο (περίπου 30%) του συνολικού ποσού των οφειλών των εναγομένων με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να κινδυνεύσουν άμεσα να μην ικανοποιηθούν σε περίπτωση που θα εκδοθεί απόφαση υπέρ τους. Περαιτέρω στην παράγραφο 5.
- της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των εναγόντων αναφέρεται ότι επιπροσθέτων των πιο πάνω εξασφαλίσεων είχαν δοθεί στους ενάγοντες ήδη από το 2009 και 2010 επιπρόσθετες εξασφαλίσεις υπό μορφή εγγυητικών επιστολών που είχαν εκδοθεί από τραπεζικό ίδρυμα. Ειδικότερα ο δανεισμός των εναγομένων εξασφαλιζόταν επιπρόσθετα με: o Με εγγυητική επιστολή αρ.Ε108/2009 εκδόσεων Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ για το ποσό των 41.000 λήξης 2.10.2010 και o Εγγυητική επιστολή αρ. Ε275/2010 εκδόσεων Συνεργατικού Ταμιευτηρίου για το ποσό των 65.000 λήξης 26.3.2011 Περαιτέρω στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ενώ οι ενάγοντες είχαν σε ισχύ επαρκής, κατά το δυνατόν, εξασφαλίσεις που εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις των εναγομένων, αυτές κατέστησαν ανεπαρκής λόγω των μη εκπληρωθέντων υποσχέσεων και παραστάσεων του εναγομένου 2 επί των οποίων οι ενάγοντες βασίστηκαν και ότι ουσιαστικά ο εναγόμενος 2, καταχρώμενος της εμπιστοσύνη που οι ενάγοντες επέδειξαν στο πρόσωπο του παραπλάνησε και ξεγέλασε τους ενάγοντες, αναιρώντας εξασφαλίσεις που είχαν τεθεί σε ισχύ προς εξασφάλιση του δανεισμού των εναγομένων.[14] Προβάλλεται στη συνέχεια η θέση ότι αν οι εγγυητικές επιστολές που ο εναγόμενος 2 δεν ανανέωσε ήταν σήμερα σε ισχύ, οι αξίες των εξασφαλίσεων θα ήταν τέτοιες που θα ικανοποιούσαν σε ένα μεγάλο βαθμό το ποσό που οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες. [15] Τέλος προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι σε περίπτωση αποξένωσης από τους εναγόμενους της περιουσίας τους θα προκύψει ως άμεσο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα να μην υπάρχει διαθέσιμη περιουσία για τους ενάγοντες για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους ενώ πιθανή απόφαση υπέρ των εναγόντων θα καταστεί ατελέσφορη και άνευ αντικειμένου.[16] Επισημαίνω ότι ο Εναγόμενος 2/Καθ'ού η Αίτηση δεν έχει προβάλει οποιανδήποτε απάντηση ή θέση στα όσα οι ενάγοντες προβάλλουν και ισχυρίζονται στα πλαίσια της συμπληρωματικής τους ένορκης δήλωσης. Επομένως, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή αντίκρουση των πιο πάνω ισχυρισμών που προβάλλονται από τους ενάγοντες στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους. Η μόνη θέση που προβάλλεται από την πλευρά του εναγόμενου 2/Καθ'ού η Αίτηση είναι ότι η αξία του επίδικου ακινήτου -δηλαδή του υπό δέσμευση ακινήτου - είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση των εναγόντων και μέσα στα πλαίσια αυτού του ισχυρισμού έδωσε κάποια ένδειξη της αξίας του εν λόγω ακινήτου, χωρίς την παρουσίαση συγκεκριμένης εκτίμησης. Απ' όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι ναι μεν οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν ανέφεραν την αξία του υπό δέσμευση ακινήτου του εναγόμενου 2 αλλά έδωσαν κάποιες θέσεις τόσο στην αρχική ένορκη δήλωση τους όσο και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους σύμφωνα με τις οποίες η περιουσία των εναγομένων στην παρούσα αγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει το αξιούμενο χρέος, ειδικότερα δε ενόψει της αναίρεσης εξασφαλίσεων που είχαν τεθεί σε ισχύ προς εξασφάλιση του δανεισμού των εναγομένων που είχε ως αποτέλεσμα, με βάση πάντοτε την εκδοχή των εναγόντων, να αφήσει τους ενάγοντες εκτεθειμένους και να μην υπάρχει διαθέσιμη περιουσία για τους ενάγοντες σε περίπτωση που αυτοί εξασφαλίσουν απόφαση υπέρ τους. Οι Αιτητές δεν έχουν πλέον υποχρέωση να αποδείξουν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς και, ειρήσθω εν παρόδω, η προηγούμενη νομολογία που είχε διατυπωθεί στην απόφαση Vuitton v. Dermosac Ltd [1992] 1 A.Α.Δ. 1593 έχει ατονίσει μετά την τροποποίηση της Δ.48, θ.4 με την ΚΔΠ 5/99, ημ. 23.12.
- Είναι αρκετό για τους Αιτητές να θέσουν εκείνα τα δεδομένα και στοιχεία που, κατά τη γνώμη τους, ικανοποιούν το Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία, αλλά και τη Δ.48, θ.4, διατηρείται το δικαίωμα όχι μόνο της αμφισβήτησης των όσων καταγράφονται αλλά και της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος. Εν ολίγοις εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι μπορεί τα στοιχεία που έδωσαν οι ενάγοντες/Αιτητές να μην ήταν πλήρη, υπάρχει, όμως, αρκετό υλικό το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση μη δέσμευσης του επίδικου ακινήτου η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ των εναγόντων να μείνει ανικανοποίητη. Θεωρώ στο σημείο αυτό να παραθέσω την ακόλουθη περικοπή από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Alpha Bank Limited v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής 1308/06, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 5.06.2006 που δόθηκε από τον Στ. Ναθαναήλ, Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) όπου στη σελίδα 13 της δακτυλογραφημένης απόφασης λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. - πιο πάνω - αναφέρεται ότι αν οι εκεί εφεσείοντες είχαν προτείνει κάποια εναλλακτική προσέγγιση ως προς πρόταση για δέσμευση μιας συγκεκριμένης περιουσίας και απελευθέρωσης της υπόλοιπης ή ως προς την ύπαρξη τρόπου παραχώρησης ικανοποιητικής εγγύησης προς τους αιτητές χωρίς τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας τους, τότε το παράπονό τους ότι θα έπρεπε να δεσμευτεί τόση περιουσία όση θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης, θα είχε νόημα. Η γενική άρνηση αφήνει έκθετη την ένσταση από τη άποψη ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντίκρουση ισχυρισμών στην αίτηση.» Επισημαίνεται εδώ ότι στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd. κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280 αφού έγινε αναφορά στο ΄Αρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 τονίστηκε ότι η απλή αναφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την υπόθεση ότι διέθεταν και άλλη ακίνητη περιουσία εκτός από εκείνη που είχε δεσμευθεί δεν ήταν αρκετή για να μη εκδοθεί διάταγμα. Παραθέτω στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι.Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Όπως ήδη έχω αναφέρει ανωτέρω στη προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, αν και δεν ανέφεραν την αξία του επίδικου ακινήτου του οποίου προώθησαν την δέσμευση του, εντούτοις έδωσαν τέτοιες θέσεις και τέτοιο υλικό που να μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση μη δέσμευσης του επίδικου ακινήτου η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ τους να μείνει στο τέλος ανικανοποίητη. Ο εναγόμενος 2 μπορούσε δε κάλλιστα να αμφισβητήσει τις πιο πάνω αναφορές των εναγόντων και να ζητήσει να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα, γεγονός που δεν επέλεξε να πράξει. Μάλιστα δε για τα όσα αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγόντων, όπως ήδη έχουμε επισημάνει ανωτέρω, κανένας σχολιασμός και καμία τοποθέτηση υπήρξε από μέρους του εναγόμενου 2. Σχετικά με το υπό εξέταση θέμα είναι και η υπόθεση Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800 επισημάνθηκε ότι σε περίπτωση που η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία απ΄ ό,τι η απαίτηση των εναγόντων σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος θα μπορούσε να είχε δώσει στοιχεία που να οδηγούσαν σε τέτοιο συμπέρασμα. Ας σημειωθεί ότι σ΄ εκείνη την υπόθεση είχε επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχε έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που είχε δεσμευθεί εφόσον καμιά εκτίμηση δεν είχε παρουσιαστεί για το ζήτημα αυτό. Παραθέτω στο σημείο αυτό το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που καταγράφηκε στην απόφαση του Εφετείου (σελίδα 805): «Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η πιο κάτω: "Εξετάζοντας τώρα το κριτήριο της πιθανότητας οι ενάγοντες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν μεταγενέστερη απόφαση που ήθελε τυχόν εκδοθεί υπέρ τους (Αρ.5
(1)Κεφ.6) και κατ΄ ακολουθία τη (γ) προϋπόθεση του άρθρου 32 και την προϋπόθεση του άρθρου 9
(2)του Ν.31(Ι)/92 καταλήγω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που έχει δεσμευθεί. Το γεγονός και μόνο ότι είναι η μόνη περιουσία του καθ΄ ου και ότι θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τουλάχιστον μερικώς η αξίωση των αιτητών ύψους σύμφωνα με τη θέση τους £200.000 χωρίς καμιά εκτίμηση για την αξία της περιουσίας, δεν προσδιορίζει και το ύψος της αξίας της περιουσίας η οποία έχει δεσμευθεί. Βέβαια ο καθ΄ ου αναφέρει ότι εντός των τεμαχίων βρίσκεται υπό ανέγερση η κατοικία της οικογένειας του και ότι τα τεμάχια είναι υποθηκευμένα αντί ποσού £100.
- Αυτό είναι ενδεικτικό ότι η αξία τους υπερβαίνει το ποσό αυτό αλλά και πάλι δεν μπορεί να συναχθεί η αξία τους. Ο καθ΄ ου και πάλι δεν έδωσε έστω ενδεικτικό ποσό ώστε να διαφανεί αν η δέσμευση αφορά σε περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας ούτε ισχυρίστηκε ο καθ΄ ου ότι δεσμεύτηκε με περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας, συνεπώς δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην διατηρηθεί το προσωρινό διάταγμα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία".» Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση έκρινε την αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ορθή. Παραθέτω στη συνέχεια τη σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση στη σελίδα 806: «Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση των εφεσιβλήτων είναι για το ποσό των £282.300 υπό τύπο αποζημιώσεων με επιπρόσθετη απαίτηση για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το εκδοθέν διάταγμα έχει δεσμεύσει δύο τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας του εφεσείοντος και 1.000 μετοχές που είναι εγγεγραμμένες στο όνομά του σε μία ιδιωτική εταιρεία. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι τα πιο πάνω δύο τεμάχια είναι υποθηκευμένα έναντι του ποσού των £100.
- Ο ίδιος ο εφεσείων δεν έχει δώσει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία από ότι η απαίτηση των εφεσιβλήτων, σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος.» Όσον αφορά το ζήτημα της πιθανότητας αποξένωσης του επίδικου ακινήτου ο εναγόμενος 2 προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως του σύμφωνα με τους οποίους αναφέρεται ότι δεν έχει πρόθεση να το αποξενώσει και ότι του ανήκει κατά το1/2 ενώ το υπόλοιπο ανήκει στη σύζυγο του και ότι μάλιστα το κατέχουν κατά εξ αδιαιρέτου μερίδια. Όπως προκύπτει από την πρόσφατη νομολογία στην ικανοποίηση αυτού του κριτηρίου προσμετρά η πιθανή επίδραση που δυνατόν να έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας χωρίς να χρειάζεται κατά ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του Καθ'ού η Αίτηση.[17] Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.[18] Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του «status quo»[19]. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ των Αιτητών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα κρίνεται ορθό όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου 2/Καθ'ού η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί στους Καθ΄ων η αίτηση και δυνατότητα υπαλλακτικής λύσης. Για τη δυνατότητα αυτή αντλώ καθοδήγηση από την υπόθεση Alpha Bank Ltd. v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd. κ.ά. Αρ. Αγωγής 1308/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 5.06.2006 η οποία δόθηκε από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Στ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε). Δίδεται η δυνατότητα στον Καθ'ού η αίτηση 2, να καταθέσει εγγύηση τραπεζική ή άλλη στην ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή για το ποσό των €150.000 (που υπερκαλύπτει το αξιούμενο ποσό πλέον τόκοι και έξοδα) οπότε και το απαγορευτικό διάταγμα θα θεωρείται ως αυτομάτως ακυρωθέν με την κατάθεση της πιο πάνω εγγύησης. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5]Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R. 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Appartments
(1994)1 A.A.Δ. 389. [7] Δέστε Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και London and Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R. 367. [8] Δέστε Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578). [9] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [10] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [11] Στην παρα.3 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 αναφέρονται: «3. Αγνοώ και αρνούμαι τις παραγράφους 1-7 της ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων - Αιτητών.» [12] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [13] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση ης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία..» Δέστε επίσης Larticon Ltd. V. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 [14] Δέστε παρά.6 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των εναγόντων [15] Δέστε παρά.7 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των εναγόντων. [16] Δέστε παρά.8 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των εναγόντων. [17] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790, Larticon Co. Ltd v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121, Τσιολάκκη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280. [18] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [19] Δέστε Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο