Ευάγγελου Παφίτη ν. Atlantic Insurance Company Public Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2857/2010, 8/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αγωγή αρ. 2857/2010 Μεταξύ: Ευάγγελου Παφίτη Ενάγοντος -και-
- Atlantic Insurance Company Public Ltd
- Λιλιάνα Χαριλάου Εναγομένων Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας ημερομηνίας 11.5.12 Ημερομηνία:8 Αυγούστου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εναγόμενη 1: κος Γ. Γεωργίου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία. Για Ενάγοντα/Καθ'ου η Αίτηση: κα Γ. Μιχαηλίδου για Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη σε τροχαίο δυστύχημα για το οποίο θεωρεί υπεύθυνη την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 είναι η ασφαλιστική εταιρεία που κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε στην Εναγόμενη 2 ασφαλιστική κάλυψη. Με την παρούσα Αίτηση η Εναγόμενη 1 αιτείται την έκδοση Διατάγματος σύμφωνα με το οποίο η περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή να σταματήσει για τόση περίοδο που θα ορίσει το Δικαστήριο εντός της οποίας ο Ενάγοντας θα εξεταστεί από γιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1 και, αν τούτος παραλείψει να μεταβεί και εξεταστεί εντός της προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο, τότε η ανωτέρω αγωγή να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Εναγομένης
- ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ EΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση βασίζεται στην Δ.48, θθ.1 και 2 και Δ.64, θ3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Μαρίας Αγαθαγγέλου, νομικού η οποία εργάζεται στο Τμήμα Απαιτήσεων της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας και στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ® Η παρούσα αγωγή αφορά απαιτήσεις του Ενάγοντα στην κλίμακα άνω των €2.000.000 που πηγάζουν από ισχυριζόμενους τραυματισμούς του σε τροχαίο δυστύχημα. ® Οι δικηγόροι του Ενάγοντα σε προγενέστερο στάδιο τους έχουν εφοδιάσει με ιατρικά πιστοποιητικά αναφορικά με τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες του Ενάγοντα από γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και ειδικότερα από Νευρολόγο-Ψυχίατρο, από Ορθοπεδικό, από Νευροχειρούργο, από Πλαστικό Χειρούργο όπως, επίσης, και από Φυσιοθεραπευτή. ® Όπως πιστεύει η ενόρκως δηλούσα και από νομικής συμβουλής που τυγχάνει από τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1, προς τον σκοπό της καλύτερης προετοιμασίας της Υπεράσπισης της επιβάλλεται η εξέταση του Ενάγοντα από γιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1, ανάλογων ειδικοτήτων, αφού ο Ενάγοντας προς απόδειξη των ισχυρισμών του είναι αναμενόμενο ότι θα προσκομίσει επιστημονική μαρτυρία των θεραπόντων ιατρών του η οποία μόνο με ανάλογη μαρτυρία μπορεί να αντικρουστεί. ® Εν πάση περιπτώσει η εξέταση του Ενάγοντα από γιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1 επιβάλλεται για να διαπιστωθεί σε ποία έκταση οι ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δικαιολογούν τις απαιτήσεις που εγείρει στην παρούσα αγωγή. ® Όπως έχει πληροφορηθεί η ενόρκως δηλούσα από τον δικηγόρο τους κ. Γιώργο Γεωργίου, στις 4.4.12 που ήταν ορισμένη η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου υπέβαλε προφορικό αίτημα για ιατρική εξέταση του Ενάγοντα από γιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1 και η δικηγόρος που εμφανιζόταν εκ μέρους του Ενάγοντα δήλωσε ότι υπάρχει ένσταση εκ μέρους της για εξέταση του. ® Περαιτέρω, όπως πληροφορείται η ενόρκως δηλούσα από τον δικηγόρο τους, στις 4.5.12 οι δικηγόροι του Ενάγοντα με φαξ που του απέστειλαν το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι ο Ενάγοντας δεν είναι διατεθειμένος να υποβληθεί σε οποιαδήποτε ιατρική εξέταση από γιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης
- ® Η ενόρκως δηλούσα πιστεύει και έχει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της ότι είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την Εναγόμενη 1 για να είναι σε θέση να προετοιμάσει κατά τον καλύτερο τρόπο την Υπεράσπιση της και ειδικότερα σε σχέση με την φύση και το ύψος των απαιτήσεων του Ενάγοντα να εξεταστεί ο Ενάγοντας από ιατρούς της επιλογής της ώστε να έχει την άποψη και, όπου χρειαστεί, την μαρτυρία ειδικών για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και/ή την μαρτυρία ειδικών που πολύ πιθανόν να προσκομίσει ο Ενάγοντας. ® Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν παραβλάπτονται με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα του Ενάγοντα, ενώ αντίθετα από την άρνηση έκδοσης του θα παραβλαφθεί το κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να ετοιμάσει με τον καλύτερο τρόπο την Υπεράσπιση της ώστε να απονεμηθεί ουσιαστική δικαιοσύνη και να τύχει δίκαιης δίκης. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση με την ίδια νομική βάση στην οποία εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Η Αίτηση είναι καταχρηστική, ανυπόστατη και στερείται ουσιαστικής και νομικής βάσης. Η Αίτηση καθυστερεί την διαδικασία, γίνεται σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης λόγω της αμέλειας της Εναγόμενης 1 και/ή χωρίς να δικαιολογείται η καθυστέρηση στην υποβολή της και παραβιάζονται τα Συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη 1 δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την αποδοχή της αίτησης και δεν έχει αποκαλύψει πλήρως τους λόγους της Αίτησης. Ο Ενάγοντας προσφέρθηκε να υποβληθεί σε εξετάσεις και μάλιστα κοινοποίησε τις απαιτήσεις του με ιατρικά και άλλα πιστοποιητικά με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 7.10.11 η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα αναπάντητη. Αν εγκριθεί η Αίτηση της Εναγόμενης 1 θα προκληθεί μεγάλη αδικία και ζημιά στον Ενάγοντα αφού ο ίδιος είναι κάτοχος ιατρικού πιστοποιητικού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 12.3.12 που τον κρίνει ανίκανο έως 75% καθώς είναι και κάτοχος διαφόρων πιστοποιητικών κυβερνητικών ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και Λευκωσίας και τα κύρια πιστοποιητικά που ο ίδιος κοινοποίησε στην Εναγόμενη 1 προέρχονται από κυβερνητικά τμήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι από ιατρούς δικής του επιλογής που αποδεικνύουν την αντικειμενική κατάσταση της υγείας του και όχι όπως θέλει ο Ενάγοντας ή οιοσδήποτε άλλος να την παρουσιάσει. Η έκδοση επισήμων πιστοποιητικών και γνωματεύσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν μπορούν και δεν δύναται να αμφισβητηθούν από ιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1 ειδικά όταν ο Ενάγοντας είχε θέσει τον εαυτό του στη διάθεση της Εναγόμενης 1 πριν την έκδοση του τελικού πορίσματος του Ιατροσυμβουλίου και η Εναγόμενη 1 είχε κάθε περιθώριο να εξετάσει τον Ενάγοντα και δεν το έπραξε. Η όλη συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 με την παράνομη λήψη στοιχείων (φωτογραφιών και βίντεο) και καταφανούς υποβάθμισης του επίσημου Ιατροσυμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 1 κινείται και ενεργεί με αλλότρια κίνητρα που δεν σκοπούν ούτε στην εξυπηρέτηση του Δικαστηρίου, ούτε στο καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης. Σκοπός της Εναγόμενης 1 δεν είναι η διαπίστωση της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα αλλά η ταλαιπωρία και ο διασυρμός του χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση της υγείας του και η προσωπική του αξιοπρέπεια. Δεν υπάρχει αλλαγή της Έκθεσης Απαίτησης από πλευράς του Ενάγοντα και ούτε τίθεται περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτούμενου διατάγματος. Η Αίτηση δεν θα ωφελήσει ποσώς την διαδικασία, θα δημιουργήσει προβλήματα και θα περιπλέξει τα πραγματικά γεγονότα και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία, αφού υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης, αναφέρει περαιτέρω και τα εξής: Å Τα ιατρικά πιστοποιητικά που κοινοποιήθηκαν στην Εναγόμενη 1 από τους δικηγόρους του και συγκεκριμένα το ιατρικό πιστοποιητικού Ορθοπεδικού και Νευροχειρούργου έχουν εκδοθεί από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και άρα από ανεξάρτητους κυβερνητικούς ιατρούς της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι από ιδιώτες εντολοδόχους του ή ιατρούς της Εναγόμενης
- Å Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό/επιστολή από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 12.3.12 στην οποία καταδεικνύεται ποσοστό αναπηρίας του ύψους 75% και το οποίο έχει κοινοποιήσει και στην Εναγόμενη 1 δια μέσου επιστολής των δικηγόρων του ημερομηνίας 4.5.
- Å Λόγω του ότι τα κύρια πιστοποιητικά που κοινοποιήθηκαν στην Εναγόμενη 1 προέρχονται από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν δύναται να επηρεαστεί αρνητικά η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπιση της. Å Ειλικρινά πιστεύει ότι η Εναγόμενη επιθυμεί να τον θέσει υπό εξέταση από ιδιώτες ιατρούς της επιλογής της τους οποίους δύναται να κατευθύνει και, ως εκ τούτου, δεν συγκατατίθεται να υποβληθεί στην αιτούμενη ιατρική εξέταση από ιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης
- Å Μέχρι την απόκτηση επίσημου πιστοποιητικού/επιστολής από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 12.3.12 ο Ενάγων είχε οικιοθελώς θέσει τον εαυτό του στη διάθεση της Εναγόμενης 1 για οποιεσδήποτε ιατρικές εξετάσεις. Å Κατά ή περί το 2011 στην παρουσία των δικηγόρων του και της νομικού και εργαζομένης στο Τμήμα Απαιτήσεων της Εναγόμενης 1 ο Ενάγων είχε θέσει τον εαυτό του στην διάθεση της Εναγόμενης 1 για οποιεσδήποτε ιατρικές εξετάσεις. Å Τα πιο πάνω δύναται να υποστηριχθούν και με επιστολή ημερομηνίας 7.10.11 προς την Εναγόμενη 1 η οποία παραδόθηκε δια χειρός στα γραφεία της Εναγόμενης 1 και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Å Προς τον σκοπό της διενέργειας ιατρικών εξετάσεων οι δικηγόροι του Ενάγοντα είχαν κοινοποιήσει ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία είχαν στην κατοχή τους προς την Εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 7.10.
- Τα εν λόγω πιστοποιητικά επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Å Ο ενάγων δεν έχει ένσταση να υποβληθεί σε εξέταση από οποιονδήποτε ανεξάρτητο κυβερνητικό ιατρό της Κυπριακής Δημοκρατίας επιθυμεί να επιλέξει το Δικαστήριο. Å Όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του επί της ουσίας δεν υπάρχει αλλαγή της Έκθεσης Απαίτησης και ούτε τίθεται περαιτέρω δικογραφημένη θέση που να δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης. Å Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του, η Αίτηση έπρεπε να είχε γίνει πριν από την καταχώρηση της Υπεράσπισης δεδομένου και του γεγονότος ότι είχαν κοινοποιηθεί στην Εναγόμενη 1 τα πιστοποιητικά που ο Ενάγων είχε στη κατοχή του με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 7.10.11 και, άρα, ήταν στη γνώση της οι ισχυρισμοί του. Å Η Υπεράσπιση της Εναγόμενης έχει καταχωρηθεί στις 2.12.11, ενώ η παρούσα Αίτηση στις 11.5.12, δηλαδή έξι μήνες αργότερα. Å Παράλληλα δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος στην Αίτηση για την καθυστέρηση ενός περίπου έτους από της κοινοποίησης προς την Εναγόμενη 1 από τους δικηγόρους του Ενάγοντα των ιατρικών πιστοποιητικών στην υποβολή αυτού του αιτήματος. Å Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του το αιτούμενο διάταγμα αποτελεί επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και θα πρέπει να δίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι τούτο είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Å Ο Ενάγων αναφέρει ότι στις 2.5.12 δέχθηκε απειλητικό τηλεφώνημα στο γραφείο του όπου αναφέρθηκε ότι του βγάζουν φωτογραφίες και βίντεο με σκοπό την αμφισβήτηση της κατάστασης της υγείας του. Θεωρεί ότι αυτό είναι αντίθετο προς τον Νόμο περί Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και ανήθικο και ότι η πρόθεση για προσκόμιση αυτών των φωτογραφιών και βίντεο κοινοποιήθηκαν απροκάλυπτα από την ίδια την Εναγόμενη 1 στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Θεωρεί ότι τα κίνητρα της Εναγόμενης 1 έχουν ξεφύγει κατά πολύ από την εξυπηρέτηση της απονομής δικαιοσύνης αφού με τις πράξεις της αποδεικνύει ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στους Θεσμούς και στο Κράτος, ούτε στο Ιατροσυμβούλιο του Κράτους και επιστρατεύει άλλους τρόπους για να δικάσει την παρούσα υπόθεση. Ο Ενάγων δεν νιώθει ασφαλής να υποβληθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία θέλει η Εναγόμενη. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κος Γ. Γεωργίου εκ μέρους της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας, αφού αναφέρθηκε στη φύση της υπόθεσης και το ιστορικό της μέχρι σήμερα αλλά και στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους όπως η υπό εξέταση, σχολίασε τους λόγους ένστασης της άλλης πλευράς διατυπώνοντας, όπως μπορώ να συνοψίσω, τις ακόλουθες θέσεις: £ Η Αίτηση είναι αναγκαία για να μπορέσει η Εναγόμενη 1 να προβάλει την Υπεράσπιση της και να τύχει δίκαιης δίκης. Αν η Εναγόμενη 1 δεν έχει την ευκαιρία να εξετάσει τον Ενάγοντα με δικούς της γιατρούς για να διαπιστώσει τη φύση και έκταση των σωματικών βλαβών που ισχυρίζεται ότι υπέστη, στην ουσία οι σχετικοί ισχυρισμοί του Ενάγοντα, τους οποίους θα προσπαθήσει να αποδείξει με τη μαρτυρία των δικών του γιατρών, θα παραμείνουν αναντίλεκτοι και θα αποστερηθεί έτσι του δικαιώματος να προβάλει την Υπεράσπιση της και να τύχει δίκαιης δίκης. £ Η Αίτηση έχει υποβληθεί στο πλέον κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας και η οποιαδήποτε καθυστέρηση τυχόν προκληθεί δεν θα οφείλεται στην υποβολή της Αίτησης αλλά στην άρνηση του Ενάγοντα να συγκατατεθεί σε εξέταση του. £ Στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα του Ενάγοντα να προσφύγει στη δικαιοσύνη για διασφάλιση των δικαιωμάτων του ουδόλως επηρεάζεται, ενώ αντίθετα το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να έχει την ευκαιρία να προβάλει την Υπεράσπιση της ουσιαστικά θα εξουδετερωθεί αν δεν εγκριθεί η Αίτηση της. Έστω και αν η ιατρική εξέταση του Ενάγοντα συνιστά έμμεσο περιορισμό της ελευθερίας του με την έννοια ότι συνιστά κάποιας μορφής επέμβαση στο πρόσωπο του το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τις καταλυτικές συνέπειες της μη έγκρισης του αιτήματος της Εναγόμενης 1 θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της. £ Κρίθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης 1 ορθότερο όπως υποβληθεί αίτημα για ιατρική εξέταση του Ενάγοντα μέχρι ή ταυτόχρονα με την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων ώστε να γνωρίζει ποια ιατρικά πιστοποιητικά και ποιών γιατρών θα επικαλεστεί και χρησιμοποιήσει κατά τη δίκη ώστε να παραπεμφθεί σε γιατρούς αναλόγων ειδικοτήτων.Το θέμα εδώ είναι αν το αίτημα είναι δικαιολογημένο και όχι αν ο Ενάγοντας προσφέρθηκε να εξεταστεί σε προηγούμενο στάδιο. £ Ο Ενάγοντας είναι φανερό ότι δεν επιθυμεί να εξεταστεί από γιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1 γιατί γνωρίζει ότι αν γίνει αυτό θα αμφισβητηθούν οι αστήρικτοι ισχυρισμοί και εξωφρενικές απαιτήσεις του και προσπαθεί να αποκτήσει άδικο πλεονέκτημα έναντι της Εναγομένης 1 για να μην μπορέσει αυτή να υπερασπιστεί με τον ενδεδειγμένο τρόπο τον εαυτό της έναντι των αξιώσεων του. Η κα Γ. Μιχαηλίδη εκ μέρους του Ενάγοντα/Αιτητή, αφού υιοθέτησε και επανέλαβε τους λόγους ένστασης, αναφέρθηκε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και το ιστορικό που προηγήθηκε της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Αφού επεσήμανε ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνεπάγεται επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και ότι η Εναγόμενη 1 έφερε το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την αποδοχή της αίτησης, τόνισε ότι όφειλε να αποκαλύψει πλήρως τους λόγους της Αίτησης πράγμα που δεν έπραξε λόγω της μέχρι σήμερα συμπεριφοράς η οποία καταδεικνύει και τις προθέσεις της. Τόνισε ότι όλα τα γεγονότα ήταν διαθέσιμα και λογικά προβλέψιμα από την Εναγόμενη 1 τόσο από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης του αφού ο ισχυρισμός του για ανικανότητα προβάλλεται όσο και από τα ιατρικά πιστοποιητικά που τέθηκαν ενώπιον της. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι δεν αποκαλύπτονται γεγονότα στην παρούσα Αίτηση που να δικαιολογούν την επέμβαση στην ελευθερία του Ενάγοντα. Η συνήγορος αναφέρθηκε σε νομολογία που εξέτασε αίτημα όπως το υπό κρίση υπογραμμίζοντας ότι από αυτή προκύπτει η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλουν τη διαδικασία ούτως ώστε ο Ενάγων να συγκατατεθεί σε ιατρική εξέταση νοουμένου ότι οι συνθήκες το δικαιολογούν π.χ. αν ο Εναγόμενος θα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του χωρίς τέτοια εξέταση. Πρόσθεσε ότι το βάρος ικανοποίησης του Δικαστηρίου για την αναγκαιότητα μίας ή περισσοτέρων ιατρικών εξετάσεων φέρει ο διάδικος ο οποίος τη ζητά και ότι οποιοδήποτε διάταγμα για το σκοπό αυτό αποτελεί επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και θα πρέπει να δίδεται μόνο όταν τούτο είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο Ενάγοντας δεν έχει ένσταση στο να υποβληθεί σε εξέταση από οποιονδήποτε ανεξάρτητο κυβερνητικό ιατρό της Κυπριακής Δημοκρατίας επιθυμεί να επιλέξει το Δικαστήριο υπογραμμίζοντας ότι μόνο ιατρική εξέταση και γνωμάτευση από ιατρούς της Δημόσιας Υπηρεσίας θα μπορούσε να είναι αντικειμενική. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την παρούσα Αίτηση απαιτείται η αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή ως μέτρο πειθαναγκασμού την ενάγουσας να συγκατατεθεί σε εξέταση του από ιατρό της επιλογής του εναγομένου. Αυτός είναι και ο ορθός τρόπος διατύπωσης του αιτήματος.[1] Αποφεύγεται έτσι η ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα της ατομικής ελευθερίας που θα είχε ως συνέπεια ένα διάταγμα στο οποίο ο ενάγοντας θα υπόκειτο σε εξαναγκασμό για συμμόρφωση με διαδικασία παρακοής. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας σε μία αγωγή αναγνωρίστηκε αρχικά από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd
(1969)1 All ER 127 και εδραιώθηκε περαιτέρω στη Lane v. Willis
(1972)1 ALL E.R.432. Αναγνωρίστηκε, επίσης, και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyros Demosthenous v. Michael Antoniou
(1975)1 C.L.R.79. Είχε καθιερωθεί έκτοτε με την υπόθεση Andreas Kyriacou v. Georghios Stylianou
(1982)1 C.L.R.524. Με το μέτρο αυτό της αναστολής της διαδικασίας αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα για εξισορρόπηση του αντίστοιχου δικαιώματος κάθε διαδίκου για παρουσίαση της υπόθεσης του κατά τη δίκη με ίσους όρους. Συνεπώς, εάν ο ενάγοντας επιθυμεί την προώθηση της απαίτησης του θα πρέπει να συγκατανεύσει σε εξέταση του από ιατρό της επιλογής του εναγομένου κάτι που ενδεχομένως να δημιουργήσει καλύτερες προϋποθέσεις στον εναγόμενο για προβολή της υπεράσπισης του. Στην αγγλική υπόθεση Star v. National Coal Board
(1977)1 All E.R.243 υπογραμμίστηκε ότι αιτήσεις αυτού του είδους εξυπακούουν την εξισορρόπηση δύο σημαντικών δικαιωμάτων, από την μια το δικαίωμα του Ενάγοντα στην προσωπική του ελευθερία και από την άλλη το εξίσου σημαντικό δικαίωμα του Εναγόμενου να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην δικαστική διαδικασία με τον τρόπο που αυτός και οι δικηγόροι του κρίνουν ορθό. Περαιτέρω επισημάνθηκε ότι μέσα στα πλαίσια αυτού του δικαιώματος περιλαμβάνεται η ελευθερία επιλογής των μαρτύρων που προτίθεται να καλέσει. Όπως τονίστηκε είναι ιδιαίτερα σημαντικό ένας Εναγόμενος να είναι σε θέση να επιλέξει τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες του εάν στην υπόθεση η μαρτυρία εμπειρογνώμονα είναι ουσιώδης. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αγγλική απόφαση που έχει ως εξής: "In the exercise of the discretion in this class of case, where a plaintiff has refused a medical examination, I think the court has to recognise ... that in the balance there are, amongst many other factors, two fundamental rights which are cherished by the common law and to which attention has to be directed by the court. First, as mentioned in Pickett's case by Willmer and Donoval L.JJ. and by Sachs L.J. in Lane's case, there is the plaintiff's right to personal liberty. But on the other side there is an equally fundamental right- the defendant's right to defend himself in the litigation as he and his advisers think fit; and this is a right which includes the freedom to choose the witnesses that he will call. It is particularly important that a defendant should be able to choose his own expert witnesses, if the case be one in which expert testimony is significant." Στην ίδια υπόθεση τονίσθηκε ότι αν ο Εναγόμενος έχει εισηγηθεί το όνομα ενός συγκεκριμένου γιατρού και μπορεί να αποδείξει ότι εξέταση από ιατρό είναι αναγκαία για το συμφέρον του και ότι ο συγκεκριμένος γιατρός είναι προσοντούχος γιατρός για να εξετάσει τον Ενάγοντα, ο Ενάγων θα πρέπει να δώσει λόγους γιατί ενίσταται σε τέτοια εξέταση. Θα πρέπει τουλάχιστον να είναι σε θέση να δείξει ότι υπάρχει κάποιος ουσιαστικός λόγος για τον οποίο αυτός και οι συνήγοροι του έχουν διαμορφώσει τη γνώμη ότι ο συγκεκριμένος γιατρός στερείται των κατάλληλων προσόντων ή ότι είναι ενδεχόμενο να διενεργήσει την εξέταση και να ετοιμάσει την έκθεση του κατά τρόπο άδικο. Παραθέτω στο σημείο αυτό τη σχετική περικοπή από την απόφαση του Δικαστή Cairns LJ: "If the defendant has put forward the name of a particular doctor and can show that an examination by a doctor is necessary in his interests and that this particular doctor is apparently well qualified to examine the plaintiff, the plaintiff then has to give reasons for objecting to him. He must at least be able to show that there is some substantial ground on which he or his advisers have formed the opinion that the doctor in question lacks the proper qualification or is likely to conduct his examination and to make his reports unkindly or unfairly." Στην υπόθεση Edmeades (ανωτέρω) εξηγήθηκε με τον πιο κάτω τρόπο η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας σε μία αγωγή όπου υποβάλλεται αίτημα από τον Εναγόμενο για ιατρική εξέταση του Ενάγοντα από ιατρούς της επιλογής του Εναγόμενου. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την απόφαση του Δικαστή Widgery L.J. η οποία έχει ως εξής: "I can see the objections that would be raised if it where sought to give the court power to make a direct order for medical examination with, presumably, power to commit the plaintiff for contempt if he refused. But none of those objections, to my mind, arise where it is sought to give the plaintiff a right to elect between not going on with his action, or submitting himself to medical examination, especially where his refusal to be examined is based on no reason and will result in the defendants being unable to prepare their defence, and will thus result in the court being unable to do justice towards the defendants.... If, in fact, the defendant is deprived of medical advice on some aspect of the case and the only evidence on that aspect is that given by the plaintiff's doctors, I see no way by which the balance can be adjusted. If the trial judge thinks that the plaintiff's doctors are credible, it seems to me that he would then have to follow their evidence and a great injustice to the defendant might arise. The test, I agree, is whether in the circumstances of the particular case it is reasonable that a stay should be ordered so that justice shall be done between the parties." Η άσκηση της εν λόγω εξουσίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση έτσι και αυτό το προπαρασκευαστικό διάβημα θα πρέπει να λαμβάνεται νωρίς στην πορεία της υπόθεσης. Το καταλληλότερο στάδιο είναι αυτό των οδηγιών που διεξάγεται ευθύς μόλις συμπληρωθεί η δικογραφία. Μέχρι τότε θα έχει ασφαλώς καταστεί γνωστή η εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί. Θα φαινόταν ευκρινώς, έτσι τουλάχιστο απαιτείται, για να δυνηθεί να προσκομίσει μαρτυρία για απόδειξη τους, στην Έκθεση Απαίτησης. Επομένως ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό κάθε αίτηση η οποία λόγω καθυστερημένης καταχώρησης της οδηγεί την ανατροπή του προγραμματισμού της δίκης. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση θα πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς. Στην υπόθεση Πελοπίδας Κ. Αριστοδήμου v. Τάκη Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ.112 ο Δικαστής Γ.Μ. Πικής (όπως ήταν τότε) αναφέρει τα εξής στη σελίδα 117: «Η αίτηση για ιατρική εξέταση του αντιδίκου πρέπει, όπως σωστά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, να υποβάλλεται πριν την έναρξη της δίκης. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης πρέπει να δικαιολογείται. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα ισχυρότεροι πρέπει να είναι οι λόγοι που την υποστηρίζουν. Μετά το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να εγκριθεί η αναστολή της διαδικασίας για να υποβληθεί ο ενάγων σε ιατρική εξέταση.» Όπως τονίστηκε στην Kyriacou and another v. Stylianou
(1982)1 C.L.R.524 η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου για να επιτρέψει την εξέταση του ενάγοντα έχει για πρώτη φορά αναγνωριστεί με ξεκάθαρο τρόπο στις υποθέσεις Edmeades v. Thames Board Mills Ltd.
(1969)2 All E.R.127. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προέρχεται από τις συμφυείς εξουσίες του να δει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται σε κάθε περίπτωση. Κατά συνέπεια η διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εκκρεμούσης της εξέτασης όπου ο εναγόμενος θα ετίθετο σε περίπτωση που δεν θα γινόταν μια τέτοια εξέταση σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την Υπεράσπιση του. Η κατάληξη δεν πρέπει να βασίζεται στα πλεονεκτήματα ταχτικής που οι διάδικοι μπορεί να απολαμβάνουν αλλά στην ουσία της υπόθεσης για κάθε διάδικο. Το βάρος απόδειξης της ανάγκης να ζητηθεί από τον ενάγοντα να υποβληθεί σε μία ή περισσότερες ιατρικές εξετάσεις από ιατρό της επιλογής του εναγομένου βρίσκεται στον διάδικο που ζητά μια τέτοια εξέταση. Τέτοια εξέταση συνιστά επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και θα πρέπει να διατάσσεται μόνο όταν το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι είναι αναγκαία για τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Το εύλογο της παράκλησης για μια τέτοια εξέταση όπως και το εύλογο των λόγων επί των οποίων στηρίζεται η άρνηση θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά.[2] Πρέπει να γίνεται πλήρης αποκάλυψη αυτών των λόγων. Το Δικαστήριο θα πρέπει, τελικώς, να εξισορροπήσει αφενός την ανάγκη για προστασία και διασφάλιση της ελευθερίας του ατόμου και αφετέρου την διασφάλιση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ούτε η ελευθερία ούτε η δικαιοσύνη θα πρέπει να καταπατούνται η μία εις βάρος της άλλης. Αυτή η διαδικασία εξισορρόπησης θα πρέπει να ξεκινά από τη βάση ότι τόσο η ελευθερία όσο και η δικαιοσύνη είναι εξίσου σημαντικές για το καλό των πολιτών και της κοινωνίας γενικότερα. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την υπόθεση Kyriacou and another v. Stylianou (ανωτέρω) από τις σελ.526-528: «The inherent jurisdiction of the Court to authorize such examination was first recognized in settled terms, in the case of Edmeades v. Thames Board Mills Ltd.
(1969)2 All E.R.127. The jurisdiction of the Court emanated from its inherent powers to see that justice is done in the case. Consequently, the proceedings may be stayed, pending such examination, where the defendant would be put, without such examination, at a disadvantage in defending the proceedings. It is implicit from the judgment of the Court of Appeal that the outcome of a case should not depend on the tactical advantages that litigants may enjoy, but on the merits of the case of each party. The principles propounded in Edmeades, supra, were followed in Lane v. Willis, supra. The onus to satisfy the Court of the need of requiring the plaintiff to submit to one or more medical examinations, by a doctor of the choice of the defendants, rests on the party seeking such examination. Any such order constitutes an invasion of the personal liberty of the subject, that should be ordered only if the Court takes the view that this is essential in the interests of justice. The Supreme Court of Cyprus, in Demosthenous v. Antoniou
(1975)1 C.L.R.1, recognized that a similar power to that exercised by English Courts vests in Cyprus Courts that may, in appropriate circumstances, stay proceedings pending a medical examination. The discretion of the Court should be exercised on much the same lines as those indicated in the English authorities on the subject. In Starr v. National Coal Board
(1977)1 All E.R.243, further guidance is offered as to the manner in which the Court should exercise its discretion. The reasonableness of the request for an examination, as well as the reasonableness of the grounds upon which refusal is based, must be carefully examined. A full disclosure must be made of these reasons.The Court must ultimately balance the need to sustain the liberty of the subject with that of safeguarding the interests of justice. The inference is that neither liberty nor justice should be suppressed, the one at the expense of the other. As Webster, J. indicated a subsequent case, that of Prescott v. Bulldog Tools Ltd.
(1981)3 All E.R.869, this balancing exercise must start from the premise that liberty and justice are equally important for the well-being of citizens and society at large. Lastly, the case of Megarity v. D.J. Ryan & Sons Ltd.
(1980)2 All E.R.832, suggests that the Court should, at all time, strive to ensure fairness to both parties.» Όταν υπάρχει ισχυρισμός ότι η άρνηση για ιατρική εξέταση είναι παράλογη το βάρος είναι στο διάδικο που ισχυρίζεται ότι είναι παράλογο να δείξει στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης ότι δεν είναι σε θέση επαρκώς να προετοιμάσει την απαίτηση ή υπεράσπιση του χωρίς την εξέταση. Παραθέτω την ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Lane v. Willis
(1972)1 All E.R.430 στη σελίδα 436: «When the refusal of a medical examination is alleged to be unreasonable the onus lies on the party who says that it is unreasonable and who applies for the order to show on the particular facts of the case, that he is unable properly to prepare his claim (or defence) without the examination. The onus lies firmly on the applicant, as counsel for the defendant very rightly conceded.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ στην εξέταση της υπό κρίση Αίτησης. Προσεκτική εξέταση της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση καταδεικνύει ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η ιατρική εξέταση του Ενάγοντα είναι για να μπορέσει η πλευρά της Εναγόμενης 1 να προετοιμάσει με τον καλύτερο τρόπο την Υπεράσπιση της σε σχέση με τη φύση και το ύψος των απαιτήσεων του Ενάγοντα αφού από μια τέτοια εξέταση του Ενάγοντα από ιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1 θα διαπιστωθεί κατά πόσο δικαιολογούνται οι απαιτήσεις του Ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Είναι σημαντικό εδώ να υπογραμμίσουμε ότι ουσιαστικά η πλευρά του Ενάγοντα προβάλει ως λόγο άρνησης του να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από την πλευρά της Εναγόμενης 1 ότι η έκδοση πιστοποιητικών και γνωματεύσεων από μέρους κυβερνητικών ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και Λάρνακας ως, επίσης, και πιστοποιητικού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με το οποίο ο Ενάγων κρίνεται κατά 75% ανίκανος αποδεικνύουν την αντικειμενική κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα, ενώ δεν μπορούν να τύχουν αμφισβήτησης από ιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης
- Δεν θεωρώ ότι ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί να γίνει αποδεκτό για τους σκοπούς εξέτασης του αιτήματος που υπέβαλε η πλευρά της Εναγόμενης
- Αν γινόταν αποδεκτή μια τέτοια θέση αυτό θα συνεπαγόταν ότι η όποια ιατρική μαρτυρία θα προσκομίζετο από μέρους του Ενάγοντα θα έπρεπε αυτόματα να γίνει αποδεκτή χωρίς να τύχει οποιασδήποτε αξιολόγησης μόνο με βάση την προέλευση της, δηλ. το γεγονός ότι προέρχεται από ιατρούς που εργάζονται στα δημόσια νοσηλευτήρια. Πέραν δε τούτου αν δεν δοθεί στην πλευρά της Εναγόμενης 1 η ευκαιρία να προχωρήσουν σε ιατρική εξέταση του Ενάγοντα από ιατρούς της δικής της επιλογής η πλευρά της Εναγόμενης 1 δεν θα έχει την δυνατότητα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντα και των ιατρών που αναμένεται να καλέσει για να προσφέρει την αναγκαία ιατρική μαρτυρία που σχετίζεται με τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί, να έχει στη διάθεση της την αναγκαία μαρτυρία για να μπορέσει αποτελεσματικά να προωθήσει την Υπεράσπιση της έναντι των αξιώσεων του Ενάγοντα με αποτέλεσμα η ιατρική μαρτυρία της πλευράς του Ενάγοντα να παραμείνει αναντίλεκτη. Υπενθυμίζω εδώ το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη δικαστική διαδικασία με τον τρόπο που αυτός και οι συνήγοροι του κρίνουν ορθό. Μέσα δε σ΄ αυτά τα πλαίσια περιλαμβάνεται και η ελευθερία επιλογής των μαρτύρων που θα καλέσει. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό ένας εναγόμενος να είναι σε θέση να επιλέξει τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες του αν στην υπόθεση η μαρτυρία εμπειρογνώμονα είναι ουσιώδης, όπως η προκειμένη περίπτωση όπου βαρύνουσας σημασίας είναι η ιατρική μαρτυρία. Και ούτε, βεβαίως, πρέπει ο εναγόμενος να βρεθεί σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την Υπεράσπιση του. Το Δικαστήριο θα πρέπει πάντοτε να διασφαλίζει στους διάδικους την ισότητα των όπλων στο πλαίσιο της αντιδικίας τους και μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα πρέπει η πλευρά της Εναγόμενης 1 να έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει και την δική της εκδοχή και θέση χωρίς να τίθεται σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την Υπεράσπιση. Όσον αφορά το στάδιο το οποίο υποβλήθηκε η παρούσα Αίτηση σπεύδω να πω από την αρχή ότι έχει υποβληθεί πριν την έναρξη της δίκης. Υπενθυμίζω δε εδώ ότι το καταλληλότερο στάδιο υποβολής ενός τέτοιου αιτήματος είναι αυτό των οδηγιών που διεξάγεται ευθύς μόλις συμπληρωθούν τα δικόγραφα. Μέχρι τότε αναμένεται ότι θα έχει καταστεί γνωστή η εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης της υποβολής του υπό εξέταση γραπτού αιτήματος προηγήθηκε προφορικό αίτημα από το δικηγόρο της Εναγόμενης 1 στις 4/4/12 που η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου και η δικηγόρος που εμφανιζόταν εκ μέρους του Ενάγοντα είχε δηλώσει ότι θα υπήρχε ένσταση από μέρους του. Το γεγονός ότι ο Ενάγων είχε προσφερθεί σε προηγούμενο στάδιο να εξεταστεί, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην παρούσα Αίτηση, χωρίς η πλευρά της Εναγόμενης 1 να εκμεταλλευτεί της ευκαιρίας, δεν θεωρώ ότι είναι λόγος για να μην γίνει αποδεκτό το αίτημα της Εναγόμενης 1 αν δεν έχει αυτό υποβληθεί σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. Και είναι η θέση μου ότι η υποβολή του υπό κρίση αιτήματος πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δεν δικαιολογεί τη θέση που διατύπωσε η πλευρά του Ενάγοντα περί υποβολής του σε προχωρημένο και καθυστερημένο στάδιο. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν έχω διαπιστώσει, ούτε έχω εντοπίσει με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου να υπάρχει διάθεση κατάχρησης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 της δυνατότητας που παρέχεται ο Ενάγων να εξεταστεί από ιατρούς της επιλογής της, παρά τα όσα ισχυρίζεται η πλευρά του Ενάγοντα σε σχέση με τα κίνητρα της Εναγόμενης
- Ούτε μπορεί να γίνει κατανοητή η θέση που προβάλλεται ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει εμπιστοσύνη στους Θεσμούς και στο Κράτος και στο Ιατροσυμβούλιο του Κράτους. Εδώ εκείνο το οποίο εξετάζουμε είναι αν υπάρχει εύλογος λόγος για την ικανοποίηση του υποβληθέντος αιτήματος μέσα στα πλαίσια εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης για προστασία και διασφάλιση της ελευθερίας του ατόμου και αφετέρου τη διασφάλιση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Και μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια εξετάζεται τόσο το εύλογο της παράκλησης για μια τέτοια εξέταση όπως και το εύλογο των λόγων επί των οποίων στηρίζεται η άρνηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται Διάταγμα αναστολής της διαδικασίας εκτός αν εντός σαράντα
(40)ημερών από σήμερα ο Ενάγων υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρούς της επιλογής της Εναγόμενης 1 σε σχέση με του τραυματισμούς που, ως ισχυρίζεται, υπέστη συνεπεία του ατυχήματος που αφορά η παρούσα αγωγή. Η γνωστοποίηση των ονομάτων των ως άνω ιατρών και η διεύθυνση τους θα πρέπει να γίνει με επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα εντός δέκα
(10)ημερών από σήμερα. Εκπνοή της ως άνω προθεσμίας εντός της οποίας ο Ενάγων θα πρέπει να προσέλθει για ιατρικές εξετάσεις, ως πιο πάνω αναφέρεται, χωρίς ο Ενάγων να πράξει τούτο, θα οδηγήσει αυτόματα σε απόρριψη της αγωγής με έξοδα προς όφελος της Εναγόμενης 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω λόγο γιατί θα πρέπει να αποκλίνω από το βασικό κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας[3]. Ως εκ τούτου τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα επιδικαστούν προς όφελος της Εναγόμενης 1 και σε βάρος του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, ΑΕΔ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Edmeades v. Thames Board Mills Ltd.
(1969)2 ALL E.R.127, ειδικότερα την απόφαση του Widgery L.J. στη σελίδα 130. [2] Δέστε Hall v. Avon Area Health Authority (Teaching)
(1980)1 W.L.R. 481. [3] Δέστε Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 12. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο