← Κύπρος

Εν Πτωχεύσει: Επί τοις αφορώσι τον ΑΧΙΛΛΕΑ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ, Αρ. Αιτήσεως Πτωχεύσεως: 112/2011, 29/6/2012

Εν Πτωχεύσει: Επί τοις αφορώσι τον ΑΧΙΛΛΕΑ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ, Αρ. Αιτήσεως Πτωχεύσεως: 112/2011, 29/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A158 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως Πτωχεύσεως: 112/2011 Εν Πτωχεύσει: Επί τοις αφορώσι τον ΑΧΙΛΛΕΑ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ, εκ Σκαρίνου, Α.Τ.403280 Hμερομηνία: 29/6/12 Eμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος. Μ. Χριστοδούλου Για τον Καθ'ου η αίτηση: κα. Κ. Κώστα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 10/6/11 οι αιτητές ALPHA BANK CYPRUS LTD ζητούν όπως εκδοθεί Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του καθ'ου η αίτηση Αχιλλέα Βουγιουκλάκη. Υποδεικνύουν ότι ο καθ΄ου η αίτηση οφείλει στους αιτητές δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 4/12/07 το ποσό των €13.915,06.- με τόκο προς 9% επί ποσού €10.181,74- από 12/4/2006 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένος κάθε 6 μήνες ήτοι την 30ην Ιουνίου και 30ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, και ακολούθως τόκο προς 12% επί ποσού €73,74- από 1/10/2002, πλέον τόκο προς 12% επί ποσού €672,73- κάθε μήνα από 1/11/2002 μέχρι 1/12/2003, και τόκο προς 12% επί ποσού €689,81- από 1/1/2004 πλέον €2.253,56- έξοδα με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού €2.216,91- από 6/7/2006 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €2.075,

  1. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν από τις δύο πλευρές τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Ότι στις 28/1/11 καταχωρήθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 51/11 η οποία επιδόθηκε στον καθ΄ού η αίτηση στις 2/2/
  2. Στις 4/2/11 καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε στις 4/4/
  3. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 10/6/11 και επιδόθηκε στον καθ΄ού η αίτηση στις 12/7/
  4. Περαιτέρω οι αιτητές αναφέρουν στην αίτηση τους ότι κατέχουν εξασφάλιση επί της περιουσίας του οφειλέτη για ποσό €1000 σε σχέση με το MEMO αριθμός ΕΒ472/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας αλλά καμία εξασφάλιση έχουν για το υπόλοιπο του χρέους. Η αίτηση των αιτητών βεβαιώνεται από την ένορκη δήλωση του Παντελή Παντελή ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών και δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ'ου η αίτηση με την οποία προβάλλονται διάφοροι λόγοι ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: α) Οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με βάση την υποθήκη επί της κατοικίας του καθ΄ού η αίτηση καθώς επίσης και δύο άλλα υποθηκευμένα ακίνητα επί των οποίων έχει καταχωρηθεί και memo. β) Ο αιτητής δεν οφείλει το ισχυριζόμενο στην αίτηση ποσό καθώς και τον αναφερόμενο τόκο από την ημερομηνία οφειλής του. γ) Η αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική σε βάρος του καθ'ου η αίτηση. δ) Η ασφάλεια που έχουν οι αιτητές υπερκαλύπτει το οφειλόμενο χρέος το οποίο εν πάση περιπτώσει ο καθού η αίτηση αρνείται ότι οφείλει. ε) Η αίτηση παραβιάζει τις ρητές πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθού η αίτηση με την οποία υιοθετεί τους λόγους ένστασης και περαιτέρω δηλώνει ότι δεν οφείλει το ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο ποσό και τόκο και στη περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό τότε είναι η θέση του ότι η αξία του ενυπόθηκου κτήματος του υπερκαλύπτει το όποιο ποσό οφείλει προς τους αιτητές. Εκ μέρους των αιτητών έδωσε μαρτυρία ο Παντελάκης Παντελή (Μαιτ1). Ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα καθυστερήσεων της Alpha Bank Cyprus Ltd στη Λάρνακα και είναι εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές στη καταχώρηση και υπογραφή της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση καθώς και της εκπροσώπησης της τράπεζας ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην οποία αναφέρει ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του βρίσκονται στη κατοχή του τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία και κατέθεσε τεκμήρια ως ακολούθως:
  5. Πιστοποιημένο αντίγραφο της Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος που εκδόθηκε εναντίον του καθ΄ού η αίτηση στην αγωγή υπ' αριθμό 1746/20006 (Τεκμήριο 1).
  6. Κατάσταση Λογαριασμού με επισυνημμένο πιστοποιητικό όπως προνοεί το άρθρο 35

(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 (τεκμήριο 2).
  1. Πιστοποιητικό έρευνας του επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου Λευκωσίας για το ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 13793 (τεκμήριο 3).
  2. Έκθεση εκτίμησης της αξίας του ακινήτου με αριθμούς εγγραφής 13793 (τεκμήριο 4). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο καθού η αίτηση τους τελευταίους έξι μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης διέμενε και συνεχίζει να διαμένει στη Σκαρίνου. Το εξ' αποφάσεως χρέος αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού με αριθμό 430-500-002338-7 το υπόλοιπο του οποίου σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 2 ανέρχεται στο ποσό των €29.011,19 πλέον τόκους 9% από τις 18/10/11 μέχρι πλήρη εξόφληση. Ισχυρίστηκε ότι η αξία του memo που διατηρούν οι αιτητές επί του ακινήτου του καθ'ου η αίτηση με αριθμούς εγγραφής 13793 είναι ουσιαστικά μηδαμινή, αφού σύμφωνα με την εκτίμηση τεκμήριο 4 η αξία αναγκαστικής πώλησης του εν λόγω ακίνητου ανέρχεται στο ποσό των €10.
  3. Συνεπώς η αξία του memo σε περίπτωση εκποίησης του δεν καλύπτει το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους και δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των €1000 δεδομένου ότι το memo που διατηρούν οι αιτητές είναι τρίτο στη σειρά των εξασφαλίσεων. Καταθέτοντας και δεύτερη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 5) στην οποία καταγράφεται το χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι την 1/2/12, ανέφερε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν αποτελούν απόσπασμα των τραπεζικών βιβλίων της τράπεζας που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή, όπου, μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, έχει τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης και παρακολούθησης όπως και όλων των πληροφοριών που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι η αξία του βεβαρυμένου με ΜΕΜΟ ακινήτου υπερκαλύπτει το οφειλόμενο χρέος του καθ΄ού η αίτηση. Ερωτηθείς σχετικά με το διάταγμα το οποίο περιλαμβάνει η απόφαση, τεκμήριο 1, βάσει του οποίου ο καθόυ η αίτηση διατάσσεται να παραδώσει στους ενάγοντες το όχημα με αριθμούς εγγραφής CAN945 απάντησε ότι παρά το ότι η απόφαση γνωστοποιήθηκε προς το καθ΄ου η αίτηση ο τελευταίος παρέλειψε να το παραδώσει καθώς και ότι η αξία του οχήματος δεν αφαιρέθηκε από το χρεωστικό υπόλοιπο. Σε σχετική υποβολή ότι οι αιτητές έχουν προς όφελος τους εγγεγραμμένη υποθήκη επί συγκεκριμένου ακινήτου, ιδιοκτησίας του καθ΄ού η αίτηση, ο μάρτυρας απάντησε ότι η εν λόγω υποθήκη ενεγράφη προς εξασφάλιση άλλου χρέους για το οποίο εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Τέλος αρνήθηκε ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά. Ως Μαιτ2 κατέθεσε ο Μάριος Ιωάννου υπάλληλος των αιτητών ο οποίος εργάζεται στο τμήμα καθυστερήσεων. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 πιστοποιητικό έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/16923 ιδιοκτησία του καθ'ου η αίτηση. Ανέφερε ότι επί του ακινήτου αυτού οι αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε εξασφάλιση για το εξ αποφάσεως χρέος που αφορά την παρούσα υπόθεση. Αντίθετα όπως ισχυρίστηκε το ακίνητο είναι υποθηκευμένο προς εξασφάλιση άλλου χρέους με πρωτοφειλέτη μια εταιρεία και για το οποίο στις 4/12/07 εκδόθηκε δικαστική απόφαση στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ' αριθμό 1744/
  4. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο της εν λόγω απόφασης (τεκμήριο 7) και η πλευρά του καθ'ου η αίτηση δήλωσε παραδεκτό το περιεχόμενο της. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι από το πιστοποιητικό τεκμήριο 6 προκύπτει ότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές και επανέλαβε ότι η υποθήκη που αναφέρεται στην απόφαση τεκμήριο 7 δεν εξασφαλίζει το εξ αποφάσεως χρέος της παρούσας υπόθεσης. Από πλευράς του καθού η αίτηση κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Χαράλαμπος Κακκιντήρης, εκτιμητής ακινήτων. Ανέφερε ότι ετοίμασε εκτίμηση για την αξία του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/13793 το περιεχόμενο της οποία υιοθέτησε και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  5. Ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο και κατέληξε ότι η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται στις €17.
  6. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στην εκτίμηση του αναφέρεται μόνο στην αγοραία αξία του ακινήτου και όχι σε αυτή της αναγκαστικής πώλησης η οποία αποδέκτηκε ότι είναι χαμηλότερη. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Αναφορικά με τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου τόσο από πλευράς των αιτητών όσο και από πλευράς του καθού η αίτηση όλοι μου έκαναν καλή εντύπωση σαν μάρτυρες της αλήθειας. Και οι τρείς ήταν σαφείς και ξεκάθαροι στις δηλώσεις τους όταν κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου και σε καμία περίπτωση δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία τους κατά την αντεξέταση. Σε περίπτωση που χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης, τότε το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.5, και νοουμένου ότι τηρούνται οι όροι που καθορίζονται στο Κεφ.5, δύναται, μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης από τον πιστωτή, να εκδώσει διάταγμα παραλαβής για την προστασία της περιουσίας του χρεώστη. Η παράγραφος
(1)του άρθρου 5 καθορίζει τις προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να συντρέχουν έτσι ώστε πιστωτής να δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή να υπερβαίνει τις £500.00 (το αντίστοιχο σε €854,30). (β) το χρέος να είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο. (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση να συνέβηκε μέσα σε τρείς μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης. (δ) ο οφειλέτης να κατοικεί στην Κύπρο ή μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης να είχε τη συνήθη διαμονή ή τον τόπο εργασίας στην Κύπρο ή να διεξήγαγε εργασίες προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στην Κύπρο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ευσταθούν οι λόγοι ένστασης που ήγειρε ο καθ'ου η αίτηση-οφειλέτης. Ένα ζήτημα που τέθηκε για πρώτη φορά με τη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του καθ'ου η αίτηση, καταλαμβάνοντας μάλιστα και τη μεγαλύτερη έκταση αυτής, είναι ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό με αποτέλεσμα να μην πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 5
(1)(β) του Κεφ.5. Η κυρία Κώστα παραπέμποντας στα συγγράμματα Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, και Halsbury´s Laws of England, 4th edition, 2002 (Reissue) volume 3
(2)P.94 Para.134, εισηγήθηκε πως από την δικαστική απόφαση τεκμήριο 1 διαπιστώνεται ότι η αγωγή 1746/06 στην οποία αυτή εκδόθηκε αφορούσε την ενοικιαγορά του οχήματος με αριθμούς εγγραφής CAN945 και το συνολικό ποσό της απόφασης περιλαμβάνει καθυστερημένα ενοίκια και αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης ενοικιαγοράς. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι με βάση την μαρτυρία που δόθηκε από τον Μαιτ1, ότι ο καθ'ου η αίτηση δεν έχει παραδώσει το αυτοκίνητο στους πιστωτές, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η κυριότητα του αυτοκινήτου εξακολουθεί να ανήκει μέχρι σήμερα στην αιτήτρια Τράπεζα. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε η κα.Κώστα το εξ' αποφάσεως χρέος δεν είναι εκκαθαρισμένο ποσό εφόσον από αυτό δεν έχει αφαιρεθεί η σημερινή αξία του αντικειμένου της ενοικιαγοράς δηλαδή του αυτοκινήτου υπ' αριθμούς εγγραφής CAN945, δεδομένου βεβαίως του ότι η κυριότητα του εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ανήκει στην τράπεζα. Παρέπεμψε δε σε σχετική επί του θέματος απόφαση του αδελφού Δικαστή κ. Σατολιά. Πρώτιστα θα πρέπει να τονίσω ότι ο τρόπος που επέλεξε η πλευρά του καθ'ου η αίτηση να εγείρει το ζήτημα, δεν είναι ο ενδεδειγμένος. Εξετάζοντας τόσο το περιεχόμενο της ένστασης όσο και της ένορκης δήλωσης του καθ'ου η αίτηση που την συνοδεύει δεν διαπιστώνεται να προωθείται μια τέτοια θέση. Η αγόρευση σαφώς και δεν είναι το σωστό μέτρο και βήμα για την έγερση ζητήματος που ο διάδικος οφείλει να εγείρει με την ειδοποίηση ένστασης έτσι ώστε να χρήζει εξέτασης και απόφασης από το Δικαστήριο. Ο Κανονισμός 59 των Πτωχευτικών Κανονισμών, προνοεί ότι ο οφειλέτης - καθ'ου η αίτηση οφείλει με την ειδοποίηση ένστασης του να καθορίζει τις δηλώσεις στην αίτηση τις οποίες προτίθεται να αμφισβητήσει. Αντίστοιχες πρόνοιες περιέχονται και στη Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας βάση των οποίων, όπως ερμηνεύονται στη σχετική νομολογία, στην ειδοποίηση ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύονται με καθαρότητα οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης. Η υποχρέωση αυτή είναι επιτακτική και υφίσταται τόσο έναντι του αντιδίκου, που έχει δικαίωμα να γνωρίζει με σαφήνεια τους λόγους ένστασης, όσο και έναντι του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται από την ένσταση του καθ'ου η αίτηση ότι το εξ' αποφάσεως χρέος προκύπτει από συμφωνία ενοικιαγοράς το αντικείμενο της οποίας εξακολουθεί να ανήκει στην αιτήτρια τράπεζα και ως εκ τούτου το χρέος δεν είναι εκκαθαρισμένο ποσό. Η γενική άρνηση του καθ'ου η αίτηση ότι οφείλει το ποσό της απόφασης και τον αναφερόμενο τόκο από την ημερομηνία οφειλής του, δεν κρίνω ότι καλύπτει το ζήτημα όπως ήταν η εισήγηση της κας. Κώστα. Επομένως η θέση που προώθησε η κα. Κώστα δεν χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο αφού στερείται πραγματικής βάσης. (Σοφοκλέους v. Ταβελούδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 92). Ωστόσο για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα. Στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy (18η έκδοση, σελ.55), επισημαίνεται ότι, η ύπαρξη χρέους που είναι εκκαθαρισμένο ποσό αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος παραλαβής. Αυτό επισημαίνεται και στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η Έκδοση (Reissue), Τόμος 3
(2)παράγραφος 134 στη σελ.94, όπου αναφέρεται ότι το δικαίωμα για αποζημιώσεις δεν είναι δικαίωμα σε εκκαθαρισμένο ποσό και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση σε αίτηση πτώχευσης μέχρι να καθοριστούν οι αποζημιώσεις. Στην απόφαση του αδελφού Δικαστή κ.Σατολιά του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re a Debtor, ex p. Berkshire Finance Co.
(1962)106 Sol.Jo. 463 D.C. για την οποία γίνεται λόγος και στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy (πιο πάνω) όπου αναφέρεται ότι μια απόφαση που έχει εξασφαλιστεί από ένα χρηματοδοτικό οργανισμό κάτω από μια συμφωνία ενοικιαγοράς μολονότι σκόπευε να είναι απόφαση για ένα εκκαθαρισμένο ποσό μπορεί να διαπιστωθεί ότι στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μόνο μη εκκαθαρισμένες ζημιές που δεν μπορούν να υποστηρίξουν μια αίτηση πτώχευσης. Επισημαίνεται δε ότι παρόλο που μια απόφαση είναι εκ πρώτης όψεως για ένα εκκαθαρισμένο ποσό, το δικαστήριο πρέπει να πάει πίσω από την απόφαση για να βεβαιωθεί εάν το ποσό είναι στην πραγματικότητα εκκαθαρισμένο. Στο σημείο αυτό ανοίγω μια παρένθεση για να τονίσω ότι στην εν λόγω υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο οφειλέτης ήγειρε στην ειδοποίηση ένστασης του ως λόγο ένστασης ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στους πιστωτές καθότι αυτοί εξακολουθούσαν να είναι κύριοι του επίδικου στην αγωγή αυτοκινήτου την αξία του οποίου δεν αφαίρεσαν από το εναντίον του εξ΄αποφάσεως χρέος. Παράλληλα τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η αγωγή αφορούσε την ενοικιαγορά συγκεκριμένου αυτοκινήτου η κυριότητα του οποίου εξακολουθούσε να ανήκει στην αιτήτρια. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι το εξ' αποφάσεως χρέος προκύπτει από συμφωνία ενοικιαγοράς το αντικείμενο της οποίας ανήκει στους αιτητές. Εκείνο που ανέφερε ο ΜΑιτ1 χωρίς να αμφισβητηθεί καταθέτοντας τις καταστάσεις λογαριασμών τεκμήρια 2 και 5 είναι ότι το εξ' αποφάσεως χρέος αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού με αριθμό 430-500-002338-7. Είναι γεγονός ότι με την απόφαση, τεκμήριο 1, ο καθ'ου η αίτηση διατάττεται περαιτέρω όπως παραδώσει στους αιτητές το όχημα με αριθμούς εγγραφής CAN945 για να πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό για την εξόφληση του χρέους και των εξόδων. Δεν έχει υποβληθεί όμως στους μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους των αιτητών η θέση ότι το εξ' αποφάσεως χρέος προκύπτει από συμφωνία ενοικιαγοράς η κυριότητα του αντικειμένου της οποίας ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ανήκει στους αιτητές καθώς και ότι μέρος του εξ αποφάσεως χρέους αφορά καθυστερημένα ενοίκια και μέρος αποζημίωσης για παράβαση της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Παράλληλα το αυτοκίνητο με βάση τη μαρτυρία που εδόθηκε ουδέποτε παραδόθηκε στους αιτητές. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι το ζήτημα που ηγέρθηκε με την αγόρευση της πλευράς του καθ'ου η αίτηση όχι μόνο δεν προβάλλεται στην ένσταση του αλλά ούτε προωθήθηκε κατά τη διάρκεια της ακρόασης τη υπόθεσης έτσι ώστε οι αιτητές γνωρίζοντας τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης να έχουν την ευκαιρία να τοποθετηθούν. Θα πρέπει περαιτέρω να τονιστεί ότι η μαρτυρία του Μαιτ1 αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο του εξ' αποφάσεως χρέους ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Ωστόσο επανερχόμενη στο θέμα, σε πολύ πρόσφατες αγγλικές αποφάσεις καθίσταται σαφές ότι όταν το χρέος καθορίζεται σε δικαστική απόφαση θεωρείται πλέον εκκαθαρισμένο ποσό για σκοπούς εξέτασης αίτησης πτώχευσης και έκδοση διατάγματος παραλαβής. Σημειώνεται δε ότι οι πρόνοιες που τίθενται στο άρθρο 5 του Κεφ.5 είναι πανομοιότυπες με αυτές του άρθρου 267
(2)του αγγλικού Insolvency Act 1986. Στην υπόθεση Noel Moore and another v. Rodney Williamson and another [2011] NJCH 20, όπου η βάση για την έκδοση του διατάγματος παραλαβής ήταν ποσό που οφειλόταν δυνάμει τιμολογίων για υπηρεσίες, η ένσταση του καθ'ου η αίτηση συνίστατο στο ότι το ποσό που αναφερόταν στην ειδοποίηση και αίτηση πτώχευσης δεν ήταν εκκαθαρισμένο. Στα πλαίσια της έφεσης κατά του εκδοθέντος διατάγματος παραλαβής με αναφορά στην υπόθεση Re A Debtor No.32 of 1991(No.2)
(1994)BCC 524 το Δικαστήριο υπέδειξε ότι ζητήματα που αφορούν το ότι το χρέος που εμφαίνεται στην ειδοποίηση και αίτηση πτώχευσης δεν είναι εκκαθαρισμένο ποσό μπορούν να εξεταστούν εκεί όπου δεν υπάρχει δικαστική απόφαση. (βλ. επίσης Spencer Robert McCuiness v. Norwich and Peterborough Building Society
(2010)EWHC 2989 (Ch) και David Truex v. Eugenie Romanova Toll
(2009)EWHC 396 (Ch)). Επομένως, με βάση όλα τα πιο πάνω και δεδομένου ότι το ποσό που αναφέρεται στην υπό εξέταση αίτηση πτώχευσης έχει προσδιοριστεί στα πλαίσια της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 1746/06 (τεκμήριο 1) αυτό είναι εκκαθαρισμένο με τρόπο ώστε να πληρείται και η προϋπόθεση του άρθρου 5
(1)(β) του Κεφ.
  1. Το επόμενο θέμα που παρέμεινε προς εξέταση είναι το κατά πόσο οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές, κάτι που εγείρεται με την ένσταση του καθ'ου η αίτηση και προωθήθηκε κατά κύριο λόγο κατά την ακρόαση της αίτησης. Το τι είναι εξασφαλισμένος πιστωτής αναφέρεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με αυτό: «Ασφαλισμένος πιστωτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από τον χρεώστη.»(βλέπε επίσης το Σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ.525 και Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση, τόμος 3, παράγραφοι 318-319 και 785). Είναι φανερό από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου 2 του Κεφ.5 ότι πιστωτής θεωρείται εξασφαλισμένος όταν μεταξύ άλλων έχει επιβάρυνση επί της περιουσίας του οφειλέτη. Βλέπε επίσης το σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ.525, όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 167 του Bankruptcy Act 1914 όπου δίδεται η ερμηνεία των λέξεων «εξασφαλισμένος πιστωτής», πρόνοια η οποία είναι πανομοιότυπη με το άρθρο 2 του Κεφ.
  3. Το ερώτημα ποιος αποτελεί και ποιος όχι εξασφαλισμένο πιστωτή, αποτελεί τελικά ζήτημα γεγονότων. (βλέπε Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 3, παραγρ.318-319 και 785). Η ύπαρξη εξασφάλισης πάντως επί κάποιας οφειλής δεν συνιστά από μόνη της κώλυμα για κάποιο πιστωτή να προωθήσει αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Το άρθρο 5
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, ωστόσο, οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων, ορίζοντας ότι στην περίπτωση που ένας πιστωτής δεν δηλώνει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του τότε έχει την υποχρέωση να δώσει κάποιο υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης την οποία έχει. Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης η πλευρά των αιτητών δηλώνει ότι κατέχει εξασφάλιση επί της περιουσίας του οφειλέτη για ποσό €1000 σαν πιθανή αξία σε σχέση με το ΜΕΜΟ αρ. ΕΒ 472/08 ημερομηνίας 28/2/08 και ότι καμία εξασφάλιση έχουν για το υπόλοιπο του χρέους. Προς τούτου κατέθεσαν, χωρίς αμφισβήτηση από πλευρά του οφειλέτη, σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας σε σχέση με το βεβαρημένο με το αναφερόμενο ΜΕΜΟ ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής
  1. Από το εν λόγω πιστοποιητικό προκύπτει, ότι η εξασφάλιση των αιτητών βρίσκεται τρίτη στη σειρά προτεραιότητας. Πρώτη είναι η υποθήκη υπ' αριθμό Υ2641/2001 ημερομηνίας 27/4/01 για το ποσό των €15.377,41 πλέον τόκο 8,75% και δεύτερη το ΜΕΜΟ με αριθμό 2257/2007 ημερομηνίας 22/8/07 για το ποσό των €1408,74 πλέον τόκο 8% με βάση δικαστική απόφαση στην αγωγή 1743/
  2. Παράλληλα παρατηρώ ότι μεταξύ των δύο εκτιμήσεων που κατέθεσαν οι δύο πλευρές σε σχέση με την αξία του αναφερόμενου ακινήτου δεν υπάρχει μεγάλη απόκλιση. Σύμφωνα με την εκτίμηση που καταχωρήθηκε από την πλευρά των αιτητών η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €15,000 και αυτή της αναγκαστικής πώλησης στο ποσό των €10.000 ενώ σύμφωνα με την εκτίμηση που κατέθεσε η πλευρά του οφειλέτη η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €17.
  3. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή πως σε διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση όταν ένας εξασφαλισμένος πιστωτής καταχωρεί αίτηση πτώχευσης, το Δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εξετάσει αν ο προβαλλόμενος υπολογισμός της αξίας μιας εξασφάλισης στην οποία έχει προβεί ο αιτητής είναι πραγματικός ή όχι. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η εκτίμηση είναι πραγματική και όχι εικονική, δεν πρέπει να προχωρά στη διερεύνηση της ορθότητας της έστω και αν το αποτέλεσμα της έρευνας θα μπορούσε να αποδείξει ότι το μη εξασφαλισμένο υπόλοιπο του χρέους δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει την αίτηση (βλ. Σταυρινίδης v. Eλληνικής Τράπεζας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 645, και Ex-parte Voss in Re Button
(1905)1 Κ.Β. 602). Με βάση τα πιο πάνω δεν κρίνεται αναγκαίο να λεχθούν περισσότερα για το ζήτημα. Με τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου είναι δεδομένο ότι της ως άνω εξασφάλισης των αιτητών επί της περιουσίας του καθ'ου η αίτηση προηγούνται άλλες εξασφαλίσεις που καλύπτουν το ποσό της αξίας του. Ακόμα μια εισήγηση που προωθήθηκε από τη πλευρά του καθ'ου η αίτηση είναι ότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με βάση την υποθήκη η οποία δόθηκε για την εξασφάλιση άλλου εξ' αποφάσεως χρέους του καθ΄ου η αίτηση προς τους αιτητές. Είναι η θέση του ότι εάν εκποιηθεί η αναφερόμενη υποθήκη θα μπορούν να εξοφληθούν και οι δύο οφειλές προς την αιτήτρια τράπεζα. Ο καθ'ου η αίτηση παρέλειψε να παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με την εν λόγω υποθήκη. Εντούτοις στη Δικαστική απόφαση τεκμήριο 7, το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε παραδεκτό, διατάσσεται η εκποίηση των Υποθηκών Υ1303/01 και Υ2641/
  1. Όπως προκύπτει δε από τα πιστοποιητικά έρευνας τεκμήριο 6 και τεκμήριο 3 οι υποθήκες ενεγράφησαν επί ακίνητης ιδιοκτησίας του καθ'ου η αίτηση. Η Υποθήκη 2641/01 πρόκειται για την μια από τις δύο εξασφαλίσεις που προηγούνται του πιο πάνω αναφερόμενου ΜΕΜΟ με αριθμό 472/
  2. Παρατηρείται επίσης ότι στα εν λόγω τεκμήρια αναφέρεται το όνομα Αχιλλέας Ιακωβίδης όμως από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου είναι σαφές ότι πρόκειται για τον καθ'ου η αίτηση. Με βάση το άρθρο 2 του Κεφ.5, για να θεωρείται ένας πιστωτής ασφαλισμένος ή εξασφαλισμένος πιστωτής (έναντι κάποιου χρεώστη), θα πρέπει η υποθήκη ή οποιαδήποτε εξασφάλιση αυτός κατέχει να είναι επί της περιουσίας του χρεώστη και όχι επί της περιουσίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου (συνοφειλέτη ή άλλου) (βλ. επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255, επί τοις αφορώσι τον Σπύρο Αντωνίου v. Alpha Bank Ltd
(2007)1Α Α.Α.Δ. 558). Στην υπό εξέταση περίπτωση όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία οι αναφερόμενες υποθήκες δόθηκαν προς εξασφάλιση άλλου χρέους και συγκεκριμένα χρέους της εταιρείας Αχιλλέας Α. Βουγιουκλάκης Λίμιτεδ για το οποίο σύμφωνα με το τεκμήριο 7, στις 4/12/07 εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των €138,928,86 πλέον τόκους. Με την απόφαση αυτή μεταξύ άλλων το Δικαστήριο διατάττει την εκποίηση των εν λόγω υποθηκών και την πώληση των ακινήτων δια δημόσιου πλειστηριασμού, το δε προϊόν πώλησης να διατεθεί έναντι ή προς εξόφληση της απαίτησης των εναγόντων και των εξόδων της αγωγής και οιονδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί στον καθ'ου η αίτηση (εναγόμενος 2 στην εν λόγω υπόθεση). Επομένως, στη βάση των πιο πάνω αρχών της νομολογίας από τη στιγμή που οι αναφερόμενες υποθήκες εξασφαλίζουν το εξ' αποφάσεως χρέος στην αγωγή 1744/06 δεν μπορεί να κριθούν ως εξασφάλιση που κατέχεται από τους αιτητές για το χρέος που αφορά η παρούσα υπόθεση. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του καθ'ου η αίτηση ότι οι αιτητές δεν έχουν υποδείξει με σαφήνεια το συνολικό υπόλοιπο το οποίο οφείλει ο καθ'ου η αίτηση για το λόγο ότι το ποσό που αναφέρεται στην αίτηση τους διαφέρει από το ποσό του τεκμηρίου
  1. Οι αιτητές όταν καταχωρούσαν την αίτηση δηλαδή στις 10/6/2011 το υπόλοιπο του χρέους με το τόκο ανερχόταν στο ποσό που εκεί αναφέρεται. Ο ΜΑιτ1 καταθέτοντας τα τεκμήρια 2 και 5 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι, μέχρι τις 17/10/11 το χρέος με τους υπολογισθέντες τόκους ανήλθε στο ποσό των €29,011,19 σεντ και μέχρι την 1/2/12 στο ποσό των €29,869.
  2. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μαιτ1 και δεδομένου ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή μαρτυρία που αξιολογούμενο να επιτρέπει την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι το προβαλλόμενο ως οφειλόμενο ποσό δεν έχει αποδειχθεί με σαφήνεια η πιο πάνω θέση του καθ'ου η αίτηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η εγειρόμενη με την ειδοποίηση ένστασης θέση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά, παρατηρώ ότι δεν προωθήθηκε με την αγόρευση της συνηγόρου του καθ'ου η αίτηση. Εντούτοις το ζήτημα της καταχρηστικής και καταπιεστικής προώθησης πτωχευτικής διαδικασίας απετέλεσε αντικείμενο της απόφασης Πέτρος Μ. Πετράκης v. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1311 στην οποία υπογραμμίσθηκαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της London Clubs Ltd v. Ρόδου Παπαδοπούλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699 και απορρίφθηκε η σχετική εισήγηση για κατάχρηση της διαδικασίας με υπόδειξη τα ακόλουθα: «Εκεί, όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων η πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή.» Εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πτωχευτική διαδικασία προωθήθηκε ως μέτρο καταπίεσης ή γίνεται για σκοπούς εκβιασμού του καθ'ού η αίτηση να αποπληρώσει το χρέος του ή ότι η προώθηση της αίτησης ενέχει οποιοδήποτε στοιχείο δόλου ή γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση αθέμιτων πλεονεκτημάτων προς όφελος των αιτητών και εις βάρος του καθ'ού η αίτηση. Τούτου δεδομένου και με βάση τη νομολογία όπως παρατίθεται πιο πάνω κρίνω ότι η θέση του καθ'ου η αίτηση περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με βάση όλα όσα προσπάθησα να εξηγήσω η κατάληξη μου είναι ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει. Αντίθετα κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα άρθρα 5 και 6 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του καθ'ου η αίτηση Αχιλλέα Βουγιουκλάκη. Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του. Ο χρεώστης διατάσσεται να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στη Λευκωσία αμέσως μετά την επίδοση σε αυτόν του παρόντος Διατάγματος. Να ειδοποιηθεί σχετικά ο Επίσημος Παραλήπτης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών-πιστωτών και εναντίον του καθ'ου η αίτηση-χρεώστη όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε, από την περιουσία του καθ'ου η αίτηση-χρεώστη όπως ο Νόμος ορίζει. (Υπ.) ................... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.