ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΔΡΕΑ ΜΗΛΙΚΟΥΡΗ κ.α., Αρ. Αγ: 3698/2011, 13/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγ: 3698/2011 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσα και
- ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΔΡΕΑ ΜΗΛΙΚΟΥΡΗ, εκ Λάρνακας
- ΠΑΥΛΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΗΛΙΚΟΥΡΗ, εκ Λειβαδιών
- ΑΝΔΡΟΥ ΒΑΣΟΥ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗ, εκ Αραδίππου
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΒΑΣΟΥ ΧΑΜΠΗ, εκ Περβολιών Εναγόμενοι Hμερομηνία: 13/6/12 Eμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα. Γ. Μιλτιάδου Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Γ. Σαββίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για συνοπτική απόφαση) Με την αγωγή οι ενάγοντες που είναι τραπεζικός οργανισμός απαιτούν από τους εναγόμενους το ποσό των €7.021,76 πλέον τόκο 14% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης αυτού δύο φορές το χρόνο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης το υπόλοιπο προέκυψε από δάνειο που παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 4/4/
- Μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν συνοπτική απόφαση. Η αίτηση εδράζεται στη Δ.18 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αδάμου Καφά ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων και βεβαιώνει την οφειλή των καθ'ων η αίτηση επισυνάπτοντας τα ακόλουθα: α) Αντίγραφο της συμφωνίας δανείου και του εγγράφου εγγυήσεως ημερομηνίας 4/4/07 (τεκμήριο 1) β) Επιστολή που απέστειλαν στους εναγόμενους ημερομηνίας 19/9/11 (τεκμήριο 2) γ) Επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 20/10/11 (τεκμήριο 3) δ) Κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4) Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση προβάλλοντας ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης καθώς και ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Η υπεράσπιση όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 που υποστηρίζει την ένσταση συνίσταται συνοπτικά στα ακόλουθα: (α) Το υπόλοιπο που αναφέρουν οι αιτητές δεν αντιπροσωπεύει το πραγματικό υπόλοιπο του λογαριασμού (εάν και εφόσον υπάρχει υπόλοιπο). (β) Το ποσό που απαιτούν οι αιτητές είναι προϊόν κακής λειτουργίας και χρεοπίστωσης του επίδικου λογαριασμού ή χρέωση παράνομου, αντισυμβατικού αδικαιολόγητου και υπερβολικού τοκισμού και επιβαρύνσεων εξόδων τόκων επί τόκων και υπερχρεώσεων και δεν δικαιολογείται από τα τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση. (γ) Οι αιτητές χρέωσαν δόλια και παράνομα και αντισυμβατικά τον επίδικο λογαριασμό με επιβαρύνσεις έξοδα και τόκους πέραν των όσων προνοούσε η επίδικη συμφωνία. (δ) Οι αιτητές προέβαιναν σε αλλαγή επιτοκίου και στην επιβολή επιβαρύνσεων χωρίς να ενημερώνουν τους εναγόμενους. (ε) Οι εναγόμενοι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας. Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις καθώς και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.18 και έχει καθιερωθεί από τη πλούσια επί του θέματος νομολογία, οι ακόλουθες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί Εμφάνιση από τον Εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 818 Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 418). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 Κyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Σ.Π.Ε Πέγειας v. C.A.A. Travel Media Ltd
(2008)1Β Α.Α.Δ. 837). Σημειώνω περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd,
(2004)1 (A) A.A.D. 896). H όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Τrans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339). H δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση καταλήγω ότι όσον αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις έχουν ικανοποιηθεί εφόσον: (α) Το κριτήριο είναι ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπογράφεται από υπάλληλο των εναγόντων ο οποίος ως εκ της θέσης του είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και έχει βεβαιώσει την οφειλή των εναγομένων (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051, Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.). Συνεπώς οι εναγόμενοι έχουν την υποχρέωση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Η βασική αρχή της νομολογίας μας είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι χωρίς αμφιβολία ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. (βλ. Trans Middle East (πιο πάνω) Μεττή (πιο πάνω) Ζέρβος v. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD
(2003)1 Α.Α.Δ. 1968 Λαζάρου κ.α. v. Μακράσυκα
(1994)1 Α.Α.Δ. 817). Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει θέμα, προς εκδίκαση, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N.V. Caterchef v. P.C. Electronics
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912). Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξέτασα την παρούσα αίτηση υπο το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που περιέχονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, καθώς και τις εισηγήσεις των δύο συνηγόρων. Μελετώντας προσεκτικά όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κατέληξα πως δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης για τους ακόλουθους λόγους. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν, μεταξύ άλλων, την ορθότητα του επίδικου λογαριασμού και το ύψος του αξιούμενου υπολοίπου. Στους λόγους ένστασης γίνεται αναφορά στη μη παρουσίαση στοιχείων και αποδείξεων που να επιβεβαιώνουν την απαίτηση καθώς και ότι τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση των εναγόντων είναι ελλιπή και παραπλανητικά. Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έγιναν παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις καθώς και ότι το ποσό που απαιτούν οι ενάγοντες είναι προϊόν κακής λειτουργίας και χρεωπίστωσης του επίδικου λογαριασμού. Γίνεται επίσης αναφορά σε χρέωση του λογαριασμού με επιβαρύνσεις, έξοδα και τόκους πέραν από αυτούς που προνοούσε η επίδικη συμφωνία. Τέλος αμφισβητούν ότι παρέλαβαν την επιστολή τερματισμού. Παρά τη κάποια γενικότητα με την οποία παρατίθενται οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγομένων, κρίνω πως εγείρεται συζητήσιμο θέμα αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Παρατηρώ ότι οι ενάγοντες επεσύναψαν με την αίτηση τους μονοσέλιδη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4) στην οποία δεν περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε χρεωπιστώσεις που να καλύπτουν οποιανδήποτε περίοδο από το άνοιγμα του που έγινε στις 4/4/07. Στη «κατάσταση λογαριασμού», που δεν αναφέρθηκε από πού παράχθηκε, περιλαμβάνεται μόνο το υπόλοιπο του λογαριασμού για το οποίο κινήθηκε η αγωγή πλέον κάποιο ποσό για τόκους επί καθυστερήσεων και έξοδα. Η αμφισβήτηση του χρεωστικού υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού σε συνάρτηση με τα παντελώς ελλιπή στοιχεία που περιέχει η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην αίτηση των εναγόντων, παράλληλα δε και με τη θέση που προβάλλουν οι εναγόμενοι ότι ζήτησαν από τους ενάγοντες λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού αλλά δεν τους εδόθηκε, δικαιολογεί πιστεύω περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Ταυτόχρονα παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επισυνάπτεται μόνο η επιστολή τερματισμού που απεστάληκε στον εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη, χωρίς να επισυνάπτονται οι επιστολές που σύμφωνα με τους ενάγοντες κοινοποιήθηκαν προς τους υπόλοιπους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι συνεπώς έχουν δικαίωμα να αμφισβητήσουν με την υπεράσπιση τους την ορθότητα των χρεώσεων του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες, δεν παρουσιάζονται στη κατάσταση που έχει κατατεθεί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όπως επίσης, και το κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν ειδοποιηθεί για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Τέλος πρέπει να λεχθεί πως, ενώ στην αίτηση επισυνάπτεται η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 4/4/07 που φαίνεται να υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2,3 και 4, εν τούτοις στην Έκθεση Απαίτησης δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός ότι οι τελευταίοι εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 έναντι τον εναγόντων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπερ των καθ'ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. Δίνονται περαιτέρω οδηγίες όπως οι εναγόμενοι καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους εντός 20 (είκοσι ) ημερών από σήμερα. (Υπ.) ................. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο