Τζιωρτζή Ανδρέου ν. Χρυσόστομου Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής 3303/09, 20/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3303/09 Μεταξύ: Τζιωρτζή Ανδρέου, εκ Δρομολαξιάς, Ενάγοντα -και- Χρυσόστομου Παναγή, εκ Δρομολαξιάς, Μαρίας Κάττου, εκ Δρομολαξιάς, Εναγομένων Ημερομηνία: 20 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Γ. Λουκαϊδης. Για τους εναγόμενους 1, 2: Η κα Χρ. Ερωτοκρίτου. A Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιοί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για υλικές ζημιές τις οποίες υπέστη ο ενάγοντας και/ή η περιουσία του συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβηκε κατά ή περί την 20/8/09 στη λεωφόρο Προδρόμου στη Δρομολαξιά όπου ενώ το όχημα του ενάγοντα υπ΄ αρ εγγραφής ΚQV100 οδηγείτο νόμιμα και κανονικά συγκρούσθηκε με το όχημα ΚΗF898 που οδηγείτο από τον εναγόμενο 1 με την άδεια ή/και συγκατάθεση της εναγόμενης 2 και υπό συνθήκες που καθιστούν νομικά υπεύθυνη την εναγομένη 2 εκ προστήσεως του ατυχήματος να οφείλεται σε αμέλεια και/ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του εναγομένου
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι ο εναγόμενος 1 ήτο ο οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚΗF898 και το οδηγούσε με τη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας εναγόμενης 2 και ότι στις 20/8/09 ο εναγόμενος 1 ενεπλάκη σε δυστύχημα στο δρόμο που ο ενάγοντας αναφέρει, πλην όμως ισχυρίζονται ότι το δυστύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και η συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα και/ή στην παράβαση των νομίμων καθηκόντων του τελευταίου. Τέλος, αρνούνται και την αξίωση του ενάγοντα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι δηλώθηκε από τις δύο πλευρές ως παραδεκτό γεγονός ότι η ζημιά που υπέστη ο ενάγων επί πλήρους ευθύνης ήταν €8200 και ενόψει και του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν τραυματισμοί παρά μόνο οι πιο πάνω αποτιμημένες υλικές ζημιές το μόνο που απομένει προς εξέταση είναι το ζήτημα της ευθύνης της πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσαν τρεις μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου ενώ από πλευράς εναγoμένων μαρτυρία έδωσε μόνο ο εναγόμενος
- Ο ενάγοντας Τζιωρτζής Ανδρέου Μ.Ε.1 δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ηταν ειλικρινής και άμεσος στις απαντήσεις του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε και τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο αντικατοπτρίζουν το πώς επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Ανάφερε ότι πήγαινε από την λεωφόρο Τιμίου Προδρόμου προς Λάρνακα όταν από απόσταση 100 περίπου μέτρων είδε ένα όχημα σταματημένο με αναμμένα τα φώτα και πατημένα και τα φρένα. Όταν είδε ότι δεν ερχόταν αυτοκίνητο από την αντίθετη πορεία κυκλοφορίας προσπάθησε να το αποφύγει και τότε το εν λόγω όχημα έκανε κίνηση να στρίψει δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Ανάφερε επίσης ο ενάγοντας ότι ο εναγόμενος δεν είχε ένδειξη ότι θα έστριβε και ο ίδιος προσέκρουσε με το όχημα του στην αριστερή πισινή γωνία του οχήματος του εναγομένου. Η Παναγιώτα Μπάκα, Μ.Ε.2, η οποία εργάζεται στο ποινικό τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κατέθεσε πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης 7653/10, τεκ.2, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπου κατηγορούμενος αναγράφεται ο Χρυσόστομος Παναγή. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι στις δύο πρώτες κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και οδήγησης οχήματος υπό την επήρρειαν αλκοόλης ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή ενώ οι υπόλοιπες δύο κατηγορίες αποσύρθηκαν. Είπε τέλος ότι δεν γνώριζε αν υπήρχε και ποινική υπόθεση εναντίον του ενάγοντα. Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία του α/φ 720 Παναγιώτη Αντωνίου Μ.Ε.3 ο οποίος ετοίμασε το συμμετρικό σχεδιάγραμμα, τεκ.1, αυτό που θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του σε αρκετά σημεία της καθότι παρέλειψε να προβεί σε ουσιαστικές ενέργειες. Για παράδειγμα αναφέρθηκε σε ίχνη τροχοπέδησης ενός οχήματος που τερματίζουν στο σημείο σύγκρουσης και τα οποία ίχνη ταιριάζουν με το πλάτος του πέλματος του τροχού του οχήματος του ενάγοντος αλλά δεν φαίνονται επί του τεκ.
- Επίσης δεν κατέγραψε τις διαστάσεις των οχημάτων τη στιγμή μάλιστα που στο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν ήταν συνηθισμένα σαλούν οχήματα. ΄Ενα άλλο σημείο είναι η δήλωση του ότι το σημείο σύγκρουσης Χ το τοποθέτησε ο ίδιος στο σχεδιαγράφημα, τεκ.1, αλλά πιθανό τα δύο οχήματα να συγκρούσθηκαν σε άλλο σημείο. Φυσικά το σημείο σύγκρουσης, ενόψει και της τεθείσας μαρτυρίας σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ως θα αναφερθεί και στα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν επηρεάζει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Δέχομαι όμως τις διαπιστώσεις του για τα σημεία που έπαθαν ζημιά τα εμπλεκόμενα οχήματα ως επίσης και το ότι όταν ένα όχημα κτυπά πάνω σε κάποιο άλλο όχημα στο πίσω μέρος τότε το πρώτο όχημα μετακινείται προς τα εμπρός αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η επί του σχεδίου, τεκ.1, τελική θέση του οχήματος του εναγομένου δεν δικαιολογείται. Δέχομαι επίσης ότι δεν υπήρχε φυσικό εμπόδιο στο δρόμο και ότι δεν επιτρέπεται το προσπέρασμα στην συμβολή των δρόμων Τιμίου Προδρόμου και Ομονοίας καθότι υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή επί του δρόμου. Ο εναγόμενος κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία του παρέθεσε τη δική του εκδοχή ως προς το πώς επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα. Οι θέσεις όμως και ισχυρισμοί του εναγομένου στερούνται πειστικότητας και δεν μπορούν να αντέξουν και στη βάσανο της λογικής. Περαιτέρω προσπάθησε να αποδώσει στα λεχθέντα στην κατάθεση του τεκ.3 διαφορετική ερμηνεία από αυτή που πραγματικά προκύπτει. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και μόνος στόχος και σκοπός του ήταν η αποποίηση της ευθύνης του για το δυστύχημα. Κατ' αρχάς θεωρώ εξωπραγματικό τον ισχυρισμό του ότι το όχημα του από το κτύπημα μετακινήθηκε σε απόσταση 20 μέτρων. Αυτό έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη μαρτυρία του ενάγοντα ο οποίος ανέφερε ότι ο εναγόμενος αντί να σταματήσει μετά τη σύγκρουστη πάτησε βενζίνη και προχώρησε, όσο και με τη θέση του Μ.Ε.3 ότι η τελική θέση του οχήματος του εναγομένου δεν δικαιολογείται. Επίσης ενώ στις ερωτήσεις 6 και 7 της κατάθεσης του τεκ.3 για το τι θα έκανε στη συμβολή των δύο οδών απάντησε επαναστροφή προς τα δεξιά και ότι γνώριζε ότι απαγορευόταν, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ήθελε να πάει δεξιά στην οδό Ομονοίας να βρει χώρο και μετά να κάνει επαναστροφή. Περαιτέρω στην ερώτηση 10 του τεκ.3 ερωτώμενος κατά πόσο έλεγξε τα καθρεφτάκια του για να δει αν ερχόταν άλλο όχημα από πίσω του απάντησε ότι κοίταξε το καθρεφτάκι στη μέση του αυτοκινήτου και μετά κινήθηκε προς δεξιά. Αντεξεταζόμενος είπε ότι λέγοντας κινήθηκε προς δεξιά εννοούσε 5-10 εκατοστά. Θεωρώ ότι ένα τόσο σημαντικό στοιχείο αν όντως έτσι γινόταν θα το είχε αναφέρει στην κατάθεση του. Ενα άλλο σημείο που δεν είναι λογικό είναι ισχυρισμός του εναγόμενου ότι μετά τη σύγκρουση έσβησε τη μηχανή και εφόσον έσβησε τη μηχανή έσβησε και τα φώτα. Είναι δεδομένο ότι το δυστύχημα έγινε στις 20/8/09 και περί ώρα 21.50 και ήταν νύχτα. Το λογικό θα ήταν ενόψει του σκοταδιού και για να μην προκληθεί οιονδήποτε άλλο δυστύχημα τα φώτα του οχήματός του να τα άφηνε αναμμένα για να δηλώσουν την παρουσία τους εκεί και όχι να τα σβήσει. Δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτή η θέση του ότι όταν κοίταξε στο καθρεφτάκι του δεν είδε τίποτε και αμέσως επήλθε η σύγκρουση. Εχοντας υπόψη τις ζημιές των δύο οχημάτων θα πρέπει ο εναγόμενος να είχε κάποια οπτική επαφή με το όχημα του ενάγοντος αν πράγματι κοιτούσε από το καθρεφτάκι του. Θεωρώ τέλος μη αποδεκτή την δικαιολογία του ότι παραδέχθηκε ενοχή στην ποινική υπόθεση για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης καθότι ήταν αυτοεργοδοτούμενος και δεν ήθελε να χάσει από την εργασία του τη στιγμή που όταν καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 7653/10 ήτοι στις 31/3/10 είχε ήδη καταχωριστεί και επιδοθεί σ΄ αυτόν η υπό εξέταση αγωγή με απαίτηση για αποζημιώσεις για το επίδικο δυστύχημα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Ο ενάγων οδηγώντας στις 20/8/09 το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQV100 στη Λεωφόρο Τιμίου Προδρόμου με κατεύθυνση προς τη Λάρνακα αντιλήφθηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΗF898 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 να είναι ακινητοποιημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και με τα φώτα αναμμένα χωρίς όμως να δείχνει με τον σηματοδότη του ότι θα στρίψει δεξιά. Όταν ο ενάγων είδε ότι δεν ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντι προσπάθησε να προσπεράσει το όχημα του εναγόμενου ο οποίος όμως οδήγησε το όχημα του προς τα δεξιά με σκοπό την επαναστροφή με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του οχήματος του ενάγοντος και να επέλθει η σύγκρουση. Από τη σύγκρουση οι δύο οδηγοί δεν τραυματίστηκαν ενώ τα οχήματα τους υπέστηκαν ζημιές. Το όχημα του ενάγοντα στο μπροστινό αριστερός μέρος και του εναγόμενου στο δεξιό πισινό μέρος. Η ζημιά στο όχημα του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των €8.
- Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, εισάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρει για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Eρχόμενος στην υπό κρίση περίπτωση και εξετάζοντας το θέμα της ευθύνης που ήταν και το μοναδικό επίδικο θέμα και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε χωρίς την δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Σταμάτησε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του με σκοπό να κάνει επαναστροφή και να κατευθυνθεί προς Δρομολαξιά χωρίς όμως να προβεί σε οιανδήποτε ένδειξη για την πρόθεση του αυτή που θα είχε σαν αποτέλεσμα τη λήψη δεόντων μέτρων και να καταστήσει ασφαλή την ενέργεια του. Ενεργώντας με τον τρόπο που ενήργησε απέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος του ενάγοντα με αποτέλεσμα να προκληθεί το δυστύχημα. Με βάση τα πιο πάνω και ενόψει του συνόλου της μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν έχω διαπιστώσει να υπέχει ο ενάγοντας οιανδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Την αποκλειστική ευθύνη την φέρει ο εναγόμενος 1. Σχετική υπόθεση η οποία αναφέρθηκε και από τη συνήγορο του ενάγοντος είναι η Δημητράκη Ζαχαρίου ν. Παναγιώτης Καραολή
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Μόνο ζήτημα που παραμένει προς εξέταση είναι η ευθύνη της εναγομένης 2 η οποία ενάγεται ως υπεύθυνη εκ προστήσεως βάσει διαζευκτικών ισχυρισμών ως αυτοί καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης και συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με τη συγκατάθεση και/ή κατ΄ εντολήν της εναγόμενης 2 και/ή υπό την ιδιότητα του ως υπάλληλος και/ή εργοδοτούμενος και/ή αντιπρόσωπος και/ή υπό συνθήκες τέτοιες ώστε να ευθύνεται εκ προστήσεως. Ουδέν στοιχείο και καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να στοιχειοθετεί ευθύνη της εναγόμενης 2 είτε εκ προστήσεως είτε από οιανδήποτε άλλη αιτία. Συνεπώς η αγωγή σε σχέση με την εναγόμενη 2 δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την αποτυχία. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των €8200 ως ειδικές αποζημιώσεις με τόκο προς 2.75% από 20/8/09 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου
- Η αγωγή σε σχέση με την εναγομένη 2 απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα ενόψει του γεγονότος ότι υπήρχε κοινή υπεράσπιση με τον εναγόμενο 1 και δεν ακούστηκε μαρτυρία ούτε και αντεξέταση σε σχέση με την ευθύνη της εναγόμενης
- (Υπ.) .............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο