Hellenic Bank Public Company Ltd. ν. Κωνσταντίνος Θεμιστοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3607/2011, 19/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3607/2011 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd., εκ Λευκωσίας Ενάγοντες και 1.Κωνσταντίνος Θεμιστοκλέους, εκ Λάρνακας 2.Αντωνίτσα Θεμιστοκλέους, εκ Λάρνακας 3.Μαρία Θεμιστοκλέους, εκ Λάρνακας Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 27.4.12 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 19 Ιουλίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κα Ν. Καλογήρου για C.D. Messios LLC. Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Κ. Κώστα για Γιώργο Α. Βασιλείου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων 1,2 και 3 ημερ. 27.1.12 στην παρούσα αγωγή. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17, θ.θ.3,5,7 και 10, Δ.48, θ.θ.1,2,3,4,8 και 9, Δ.26,θ.14 και Δ.64,θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων 1 και
- Στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Å Στις 27.1.12 λόγω παράλειψης της να εμφανισθεί στην αγωγή εκδόθηκε απόφαση εναντίον της και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €81.554,70 με τόκο 13% επί ποσού €78.086,36 το χρόνο από 1.11.11 μέχρι εξοφλήσεως και όπως οι Εναγομένοι 1,2και 3 πληρώσουν στους Ενάγοντες ποσό €20.285,87 με τόκο 13% επί ποσού €20.285,87 το χρόνο από 1.11.11 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €1.385 έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων της απόφασης με τόκο επ' αυτού 5,5% το χρόνο από 9.12.12 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. Å Η μη εμφάνιση της Εναγομένης 2 στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία της αγωγής αυτής δεν ήταν ούτε σκόπιμη, ούτε κακόπιστη αλλά οφείλετο στους πιο κάτω λόγους: (α) Περί τα τέλη Δεκεμβρίου και αμέσως μετά που επιδόθηκε η πιο πάνω αγωγή τόσο στην Εναγομένη 2 όσο και στην Εναγομένη 3 την πήραν στον Εναγόμενο 1 (πρωτοφειλέτη), τον οποίο είχαν εγγυηθεί, του την έδωσαν και του ζήτησαν εξηγήσεις για την έγερση της αγωγής αυτής για το πιο πάνω ποσό, οπόταν ο Εναγόμενος 1 τους ανέφερε ότι αυτός δεν οφείλει τέτοιο μεγάλο ποσό προς τους Ενάγοντες και ότι επιδόθηκε και στον ίδιο η αγωγή και ότι έχει εν τω μεταξύ επικοινωνήσει με το δικηγόρο του κ. Κωνσταντίνο Μέσσιο με τον οποίο είχε διευθετήσει να τον συναντήσει τις επόμενες μέρες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για να του αναθέσει την Υπεράσπιση του. (β) Ο Εναγόμενος 1 τους διαβεβαίωσε τότε ότι θα ανέθετε στον δικηγόρο του να υπερασπίσει και τους τρεις Εναγομένους στην αγωγή και ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος την πληρωμή όλων των δικηγορικών εξόδων που θα προέκυπταν. (γ) Μετά από λίγες μέρες ο Εναγόμενος 1 τους έφερε μία φόρμα για να υπογράψουν και, όπως τους εξήγησε, η φόρμα αυτή ήταν διοριστήριο για το δικηγόρο για να τους υπερασπιστεί. Η Εναγόμενη 2 και η Εναγόμενη 3 υπέγραψαν τις εν λόγω φόρμες και τις παρέδωσαν στον Εναγόμενο 1 για να τις πάρει, όπως τους είπε, στο δικηγόρο τους. (δ) Μετά από όλα αυτά θεώρησαν ότι για την παρούσα υπόθεση εκπροσωπούνταν και υπερασπίζονταν στο Δικαστήριο από δικηγόρο και ότι δεν είχαν να ανησυχούν για τίποτα θεωρώντας ότι, αν υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη σ' αυτή την υπόθεση ή αν ήθελε οποιεσδήποτε πληροφορίες, ο δικηγόρος τους θα επικοινωνούσε μαζί τους. Å Στις 26.3.12 τους επιδόθηκε η ειδοποίηση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας αρ. 518/2012 στην οποία, όμως, δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία επειδή εσφαλμένα είχαν αντιληφθεί ότι ήταν λάθος. Μετά από τηλεφώνημα που δέχτηκαν από τον δικαστικό επιδότη, προέβηκαν στην ανάγνωση τόσο αυτού του ιδίου του εντάλματος όσο και στην ανάγνωση της επισυνημμένης σ' αυτό απόφασης και τότε αντελήφθηκαν ότι στην παρούσα αγωγή είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Αμέσως επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος διευθέτησε συνάντηση με το δικηγόρο τους στο γραφείο του στη Λευκωσία στις 20.4.12 και η ώρα 5.00 μ.μ. Å Μετά από συζήτηση της υπόθεσης με τον δικηγόρο τους διεφάνη ότι: (α) Ο Εναγόμενος 1, ο οποίος πάσχει από σοβαρή μορφή πολλαπλής σκλήρυνσης, λόγω αυτής της ασθένειας κατά τις ημερομηνίες 28.12.11 μέχρι τις 31.1.12 ήταν κλινήρης και δεν απέστειλε στο δικηγόρο τους το διοριστήριο που του είχαν υπογράψει. Λόγω της εξ αίματος σχέσης τους με τον Εναγόμενο 1 δεν έδωσαν την απαιτούμενη σημασία γιατί η μόνη έγνοια ήταν η υγεία του Εναγόμενου
- (β) Την 1.2.12 ο Εναγόμενος 1 συναντήθηκε με τη δικηγόρο του στη Λάρνακα και συζήτησαν το θέμα και τότε ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το δικό του διοριστήριο και το παρέδωσε μαζί με τα δικά τους την ίδια μέρα. Ο δικηγόρος τους καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 2.2.12 και, όπως διαφάνηκε, ήταν πολύ αργά αφού η απόφαση ήδη εκδόθηκε στις 27.1.
- (γ) Ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν με την εντύπωση ότι εκπροσωπούνταν από δικηγόρο για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω ουδείς εμφανίστηκε για αυτούς στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Å Απ' ό,τι τους πληροφορεί ο δικηγόρος τους και τυγχάνουν νομικής συμβουλής έχουν πολύ καλή υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση για τους εξής λόγους: (α) Ουδέποτε έχουν εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1 για τέτοιο μεγάλο ποσό. (β) Ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους. (γ) Ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Νόμος. (δ) Είναι έκδηλη η παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. (ε) Υπάρχει σαφής παραβίαση της Νομοθεσίας περί Τόκων και/ή ανατοκισμού για την οποία ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να το εγείρουν ενώπιον της δικαιοσύνης. Å Απ' ό,τι τους πληροφορεί ο δικηγόρος τους και με βάση όλα τα ανωτέρω, αφ' ενός έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή και οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην ικανοποίηση της απαίτησης τους, αφ' ετέρου δε η μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο δεν ήταν σκόπιμη, ούτε κακόπιστη και, ως εκ τούτου, είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο παραμερίσει την εκδοθείσα εναντίον τους απόφαση ώστε να μπορέσουν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να ασκήσουν το συνταγματικό τους δικαίωμα για παράσταση και ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: v Στις 27.1.12 λόγω παράλειψης του να εμφανισθεί στη διαδικασία εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και εναντίον της Εναγομένης 2 στην παρούσα αγωγή. v Το Δεκέμβριο του 2011 οι Εναγόμενες 2 και 3 επικοινώνησαν μαζί του για να του αναφέρουν ότι τους επιδόθηκε η αγωγή αυτή και του ζητούσαν εξηγήσεις γιατί να κινηθεί η αγωγή αυτή εναντίον τους. Τους εξήγησε ότι και στον ίδιο επιδόθηκε η αγωγή και ότι, αν αποδειχθεί ότι είναι εγγυητές του, οι υποχρεώσεις επεκτείνονται μέχρι τις τυχόν δικές του υποχρεώσεις προς τους Ενάγοντες. v Στη συνέχεια ανέφερε στις Εναγόμενες 2 και 3 ότι είχε επικοινωνήσει ο Εναγόμενος 1 με το δικηγόρο του κ. Κωνσταντίνο Μέσσιο ο οποίος τις επόμενες μέρες θα ερχόταν στη Λάρνακα και συνεννοήθηκε να τον συναντήσει. Ζήτησε ο Εναγόμενος 1 από τις Εναγόμενες 2 και 3 να του δώσουν και τις αγωγές που τους επιδόθηκαν για να τις δώσει στο δικηγόρο του μαζί με τα διοριστήρια ώστε να τους υπερασπιστεί και τους τρεις και να πληρώσει ο Εναγόμενος 1 τα έξοδα του δικηγόρου. v Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 πάσχει από σοβαρής μορφής πολλαπλή σκλήρυνση από τις 28.1.11 μέχρι τις 31.1.12 ήταν κλινήρης και δεν κατάφερε να συναντηθεί και να παραδώσει και τα τρία διοριστήρια στο δικηγόρο τους με αποτέλεσμα να μην εκπροσωπηθούν από δικηγόρο στο Δικαστήριο και να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. v Ο Εναγόμενος 1 συναντήθηκε με το δικηγόρο τους στη Λάρνακα και συζήτησαν το θέμα την 1.2.12 και παρέδωσε μαζί με το δικό του και τα διοριστήρια των Εναγομένων 2 και 3 στην αγωγή την ίδια μέρα. Ο δικηγόρος τους καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 2.2.12 και, όπως διαφάνηκε, ήταν πολύ αργά αφού η απόφαση εκδόθηκε στις 27.1.
- v Παρόλο που ο Εναγόμενος 1 δεν οφείλει τόσο μεγάλο ποσό στους Ενάγοντες, εν τούτοις επειδή από δικό του λάθος δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για λογαριασμό τους, εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. v Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, η τυχόν υποχρέωση και ευθύνη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού προς τους Ενάγοντες από τους εγγυητές τελεί υπό τις προϋποθέσεις διακρίβωσης της δικής του υποχρέωσης και οφειλής προς τους Ενάγοντες. v Απ' ό,τι πληροφορείται από τον δικηγόρο τους και τυγχάνει νομικής συμβουλής έχουν οι Εναγόμενοι καλή υπεράσπιση για τους πιο κάτω λόγους: (α) Ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους. (β) Ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Νόμος. (γ) Είναι έκδηλη η παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. (δ) Υπάρχει σαφής παραβίαση της νομοθεσίας περί Τόκων και/ή ανατοκισμού για την οποία ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να το εγείρουν ενώπιον της δικαιοσύνης. v Απ' ό,τι τους πληροφορεί ο δικηγόρος τους και με βάση όλα τα ανωτέρω, αφ' ενός έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή και οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην ικανοποίηση της απαίτησης τους, αφ' ετέρου δε η μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο δεν ήταν σκόπιμη, ούτε κακόπιστη και ως εκ τούτου είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο παραμερίσει την εκδοθείσα εναντίον τους απόφαση ώστε να μπορέσουν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να ασκήσουν το συνταγματικό τους δικαίωμα για παράσταση και ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία έχει ως βασική νομική βάση τη Δ.17,θ.10, Δ.33,θ.θ.1-4,5,6-15, Δ.48,θ.θ.2(1-3),3,4
(1)
(2)5-7,8,9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Η Αίτηση είναι ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Καταστρατηγείται η αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων. Η Αίτηση δεν καταδεικνύει την ύπαρξη καλής και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης. Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει κανένα στοιχείο ως προς την Υπεράσπιση και για το πώς δικαιολογείται να επιτραπεί από το Δικαστήριο το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή. Η συμπεριφορά που επέδειξαν οι Αιτητές είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. Η Αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα. Σε περίπτωση ακύρωσης και/ή παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης οι Ενάγοντες θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους και θα καταπατηθούν οι αρχές που αναφέρονται στην αναγκαιότητα για ταχεία διεκπεραίωση των αγωγών καθώς και στην αναγκαιότητα διατήρησης της ισχύος των αποφάσεων. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις, του Χριστάκη Φουλή υπαλλήλου των Εναγόντων. Η πρώτη αφορά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2 και μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αρ.
(2)είναι εκ των υστέρων σκέψεις της για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στο Δικαστήριο. Η Αιτήτρια αρ.
(2)αναφέρεται γενικά και αόριστα σε επαφές ή επικοινωνίες που είχε με τον πρωτοφειλέτη οι οποίες σε καμία περίπτωση αφορούσαν τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της εναντίον της αγωγής και ουδέποτε οι ίδιοι συναντήθηκαν με δικηγόρο. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε συνάντησαν οποιοδήποτε δικηγόρο αλλά στηρίχθηκαν σε υποσχέσεις άλλου προσώπου οι οποίες εκ των πραγμάτων ποτέ δεν υλοποιήθηκαν. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας αρ.
(2)ότι της επιδόθηκε ειδοποίηση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας στις 26.3.12 και ότι στις 20.4.12 μετά από συνεννόηση με τον Αιτητή αρ.
(1)διευθέτησαν συνάντηση με το δικηγόρο τους διερωτάται κάποιος πώς είναι δυνατό να λαμβάνει ένας ειδοποίηση για κατάσχεση της περιουσίας του και να διευθετεί ραντεβού με το δικηγόρο του ένα μήνα μετά ενώ γνώριζε ότι η αγωγή δόθηκε σε αυτόν από το Δεκέμβριο του 2011. Ενώ προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν κλινήρης κατά τις ημερομηνίες 28.12.11 μέχρι 31.1.12 και δεν απέστειλε στο δικηγόρο του το διοριστήριο προηγουμένως αναφέρεται ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου μετά τη λήψη της αγωγής επικοινώνησαν μετά του Εναγόμενου 1 και τους ανέφερε ότι είχε διευθετήσει ραντεβού με το δικηγόρο του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Ισχυρίζεται ακόμη ότι μετά από λίγες μέρες ο Εναγόμενος 1 τους έφερε μία φόρμα για να υπογράψουν που, όπως τους εξήγησε, ήταν διοριστήριο δικηγόρου. Πώς είναι δυνατόν να αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 από τις 28.12.11 ήταν κλινήρης και δεν απέστειλε το διοριστήριο στο δικηγόρο τους αφού στις 28.12.11 που τους επιδόθηκε η αγωγή επικοινώνησαν μαζί του και αυτός δήθεν τους είχε πει ότι είχε επικοινωνήσει με το δικηγόρο του με τον οποίο μάλιστα είχε διευθετήσει να τον συναντήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τις επόμενες μέρες. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 1 τους πήρε τα διοριστήρια που του έδωσε ο δικηγόρος του για να τα υπογράψουν διερωτάται ένας πώς είναι δυνατό να συναντήθηκε με το δικηγόρο από τις 28.12.11 μέχρι 31.1.12 αφού ήταν κλινήρης. Η συμπεριφορά και/ή αδιαφορία των Εναγομένων ήταν σε βαθμό περιφρόνησης του Δικαστηρίου έτσι που να μην δικαιολογείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης. Τα όσα η Αιτήτρια/Εναγόμενη 2 προσπάθησε να εξηγήσει και/ή να αναφέρει στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει τη μη εμφάνισή της στη διαδικασία και την έκδοση εναντίον της απόφασης δεν είναι ικανοποιητική δικαιολογία. Η συμπεριφορά που επέδειξαν οι Εναγόμενοι προς το Δικαστήριο είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. Οι Εναγόμενοι προσπαθούν εκ των υστέρων να δικαιολογήσουν στο Δικαστήριο την εμφάνισή τους στη διαδικασία με δικαιολογίες που αντιφάσκουν και/ή δεν συνάδουν μεταξύ τους. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για το ζήτημα της καλής υπεράσπισης είναι γενικοί, αόριστοι και ανεπαρκείς για να στοιχειοθετήσουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η Αιτήτρια αρκείται μόνο να αναφέρει ότι ουδέποτε έχει εγγυηθεί μαζί με την Εναγόμενη 3 τον Εναγόμενο 1 για τέτοιο μεγάλο ποσό χωρίς να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες όπως αν είναι προϊόν πλαστογραφίας ή άλλο αρκούντως δικαιολογημένο λόγο. Αναφέρεται γενικά ότι έχει καλή υπεράσπιση χωρίς να δίνει λεπτομέρειες για το ποια είναι αυτή η προβαλλόμενη υπεράσπιση. Στη δεύτερη ένορκη δήλωση του Χριστάκη Φουλή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αρ.
(1)είναι εκ των υστέρων σκέψεις του για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στο Δικαστήριο. Τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος 1 καμία συνοχή και/ή αλληλουχία έχουν μεταξύ τους. Προς απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Αιτητής αναφέρει ότι ήταν κλινήρης από τις 28.1.11 μέχρι 31.1.12, ενώ στο ιατρικό πιστοποιητικό που επισυνάπτει αναφέρεται ότι ήταν κλινήρης από τις 28.12.11 μέχρι 31.1.12. Πρόκειται, δηλαδή, για αντιφατικούς, ατεκμηρίωτους και/ή εκ των υστέρων ισχυρισμούς που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η συμπεριφορά και/ή αδιαφορία των Εναγομένων ήταν σε βαθμό περιφρόνησης του Δικαστηρίου έτσι που να μην δικαιολογείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης. Τα όσα ο Αιτητής προσπάθησε να εξηγήσει και/ή να αναφέρει στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει τη μη εμφάνισή του στη διαδικασία και την έκδοση εναντίον του απόφασης δεν είναι ικανοποιητική δικαιολογία. Τα όσα αναφέρει ο Αιτητής 1 δεν αποτελούν καλή υπεράσπιση. Ο Αιτητής αναφέρεται γενικά ότι έχει καλή υπεράσπιση χωρίς και πάλι να δίδει λεπτομέρειες ποια είναι αυτή η προβαλλόμενη υπεράσπιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17,θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26,θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33,θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[5]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[6]. Οι Αιτητές οφείλουν εδώ να παραθέσουν τα γεγονότα που, κατά τη θέση τους, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσουν για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλούνται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Αιτητών[7]. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Οι Αιτητές/Εναγόμενοι εκείνο που αναμένεται να πράξουν, είναι να παραθέσουν τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση τους, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση-Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στους Αιτητές να αποδείξουν την αλήθεια τους. Όπως έχει τονισθεί από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Αρτέμη στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Στην παρούσα υπόθεση τα ερωτήματα που εγείρονται προς εξέταση είναι τα ακόλουθα: I. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν δώσει εύλογο και καλό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. II. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι προχώρησαν άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβαν γνώση αυτής, και III. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει στοιχεία και λεπτομέρειες συζητήσιμης υπεράσπισης. Γεγονότα όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου Όπως προκύπτει από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης η αγωγή καταχωρήθηκε μέσω κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου στις 9.12.11 και επιδόθηκε και στους τρείς Εναγόμενους στις 28.12.
- Λόγω της παράλειψης τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης από τους Θεσμούς προθεσμίας οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για απόφαση στις 16.1.12 η οποία ορίστηκε στις 26.1.12 ημερομηνία κατά την οποία, αφού οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένορκη δήλωση προς τον σκοπό απόδειξης της υπόθεσης τους, το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον και των τριών Εναγομένων ως η απαίτηση των Εναγόντων. Προχωρώ να εξετάσω εν πρώτοις το κατά πόσο οι Αιτητές/Εναγόμενοι έχουν καταδείξει σοβαρό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης μετά που τους επεδόθη το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. I. Κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη νομική πτυχή σε αιτήσεις αυτού του είδους η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Με βάση τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2 η οποία, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Εναγόμενη 3 προέκυψε ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου και αμέσως μετά που επιδόθηκε η αγωγή τόσο στην ίδια όσο και στην Εναγομένη 3 ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1 - Πρωτοφειλέτη - τον οποίο είχαν εγγυηθεί-ζητώντας εξηγήσεις για την έγερση της παρούσας αγωγής και αφού αυτός την ενημέρωσε ότι και στον ίδιο είχε επιδοθεί η παρούσα αγωγή την πληροφόρησε ότι είχε εν τω μεταξύ επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του για να του αναθέσει την υπόθεση και με τον οποίο θα είχε συνάντηση τις επόμενες μέρες και, ταυτόχρονα, την διαβεβαίωσε ότι ο δικηγόρος του θα υπερασπιζόταν όλους τους Εναγομένους στην αγωγή και θα αναλάμβανε ο ίδιος την πληρωμή των εξόδων. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την εκδοχή της Εναγόμενης 2, ο Εναγόμενος της έφερε ένα έντυπο που, όπως της εξήγησε, ήταν διοριστήριο για τον δικηγόρο για να τους υπερασπιστεί και τόσο η Εναγόμενη 2 όσο και η Εναγόμενη 3 το υπέγραψαν και το παρέδωσαν στον Εναγόμενο 1 για να το δώσει, όπως τους είπε, στον δικηγόρο τους. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης η Εναγόμενη 2 και η Εναγόμενη 3 θεώρησαν ότι για την παρούσα υπόθεση εκπροσωπούνταν από δικηγόρο και ότι, αν υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη, ο δικηγόρος θα επικοινωνούσε μαζί τους. Η επόμενη εξέλιξη ήταν να επιδοθεί στις Εναγόμενες στις 26.3.12 ειδοποίηση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας στην οποία, όμως, δεν έδωσαν την δέουσα σημασία θεωρώντας λανθασμένα ότι ήταν λάθος. Μετά, όμως, από τηλεφώνημα που δέχτηκαν από δικαστικό επιδότη αντιλήφθηκαν ότι στην παρούσα αγωγή είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος διευθέτησε συνάντηση με το δικηγόρο τους στο γραφείο του στις 20.4.
- Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2, διαπιστώθηκε μετά από συζήτηση της υπόθεσης με το δικηγόρο τους ότι ο Εναγόμενος 1, λόγω προβλήματος υγείας κατά την περίοδο 28.12.11 μέχρι 31.1.12, ήταν κλινήρης και δεν είχε αποστείλει στον δικηγόρο τους το διοριστήριο που οι Εναγόμενες είχαν υπογράψει. Τα διοριστήρια είχαν, τελικώς, δοθεί στο δικηγόρο την 1.2.12 όταν συναντήθηκε ο Εναγόμενος 1 με αυτόν και ο δικηγόρος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 2.2.12 αφού εν τω μεταξύ είχε εκδοθεί απόφαση στις 27.1.
- Παρόμοια είναι και η εκδοχή του Εναγόμενου 1 για το ζήτημα του λόγου της μη καταχώρησης εγκαίρως σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα υπόθεση εφόσον στην ένορκη του δήλωση εξηγά ότι τον Δεκέμβριο του 2011 είχαν επικοινωνήσει οι Εναγόμενες 2 και 3 για να του αναφέρουν για την επίδοση σε αυτές της παρούσας αγωγής και ζητώντας εξηγήσεις οπόταν τις πληροφόρησε για το ότι είχε επικοινωνήσει με το δικηγόρο του τον οποίο θα συναντούσε και ζήτησε από αυτές να του δώσουν τις αγωγές που τους επιδόθηκαν για να της δώσει στον δικηγόρο μαζί με τα διοριστήρια και να τους υπερασπιστεί. Όπως αναφέρθηκε και από την πλευρά της Εναγόμενης 2 προβάλλοντας την εκδοχή της, λόγω προβλήματος υγείας του Εναγόμενου 1 που τον κατέστησε κλινήρη μέχρι τις 31.1.12 δεν κατάφερε να συναντηθεί και να παραδώσει στον δικηγόρο και τα τρία διοριστήρια με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Η συνάντηση με το δικηγόρο έγινε στην 1.2.12 οπόταν και του παρέδωσε τα τρία διοριστήρια, ακολούθησε η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από το δικηγόρο τους στις 2.2.12 αφού, όμως, είχε προηγηθεί η έκδοση απόφασης στις 27.1.
- Οι εκδοχές οι οποίες έχουν παρουσιαστεί τόσο από την πλευρά των Εναγομένων 2 και 3 όσο και από την πλευρά του Εναγόμενου 1 βασικά δεν διαφέρουν. Από την μια προκύπτει ότι αφού οι Εναγόμενες 2 και 3 είχαν συνεννοηθεί με τον Εναγόμενο 1 μετά την επίδοση της αγωγής για το τι δέον γενέσθαι δεν είχαν λόγο να ανησυχούν για την πορεία της υπόθεσης θεωρώντας, εύλογα, ότι η υπόθεση είχε ανατεθεί από τον Εναγόμενο 1 σε δικηγόρο ο οποίος θα τους ενημέρωνε για τις εξελίξεις. Είναι η κρίση μου ότι ο λόγος που προβάλλεται από τις Εναγόμενες 2 και 3 για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα υπόθεση συνιστά ικανοποιητική και εύλογη δικαιολογία. Από την άλλη προκύπτει η εκδοχή από πλευράς Εναγομένου 1 ότι ο ίδιος ανέλαβε την ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο πληροφορώντας σχετικά τις Εναγόμενες 2 και 3 και αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα να παραδώσει τα διοριστήρια προς τον δικηγόρο που του είχαν δώσει οι Εναγόμενες 2 και 3 για τους σκοπούς εκπροσώπησης τους στην παρούσα υπόθεση. Για λόγους υγείας του ιδίου δεν κατάφερε να συναντηθεί με το δικηγόρο και να του παραδώσει τα διοριστήρια με αποτέλεσμα όταν αυτό έγινε και προχώρησε ο δικηγόρος στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων να είχε ήδη εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων απόφαση. Παρά το γεγονός ότι η πλευρά των Εναγόντων μέσω δύο ενόρκων δηλώσεων υπαλλήλου των Εναγόντων αμφισβητεί τους ισχυρισμούς των Εναγομένων όσον αφορά τους λόγους για τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στο Δικαστήριο επικαλούμενος αντιφάσεις μεταξύ των δύο ενόρκων δηλώσεων και σχολιάζοντας τις εκδοχές που προωθήθηκαν δεν μεσολάβησε, όπως θα μπορούσε να γίνει, αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχώρησαν. Εν πάση δε περιπτώσει δεν εντοπίζω κανένα λόγο για να μην αποδεχθώ την βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω ζήτημα από μέρους των Εναγομένων. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι προχώρησαν άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβαν γνώση αυτής Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο υπήρχε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Είναι νομολογημένο ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης. Επισημαίνω ότι ακόμη και εκεί όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση αλλά η συμπεριφορά του διάδικου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εναντίον του την ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα να ακυρώσει την απόφαση. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, αφού γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας και υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204, τονίστηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Τονίστηκε, επίσης, στην ίδια απόφαση ότι, σε διαφορετική περίπτωση, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή. Στην Milouca (ανωτέρω) παρόλο που το Δικαστήριο είχε καταλήξει στο εύρημα ότι οι εφεσείοντες (εναγόμενοι) είχαν αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση, εντούτοις απέρριψε την έφεση διότι θεώρησε ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη των εναγομένων να εμφανιστούν και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή τους να αποταθούν για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης μπορούσε βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη αιτήματος για παραμερισμό. Στην υπόθεση Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1101 καθυστέρηση δυόμισι περίπου μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση της απόφασης και την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό θεωρήθηκε τελείως ανεξήγητο γιατί δεν είχαν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να προσφέρουν οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 1283 καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για υποβολή αίτησης παραμερισμού κρίθηκε αδικαιολόγητη. Λέχθηκε, επίσης, ότι το γεγονός ότι ο συνήγορος των εφεσειόντων συζητούσε με την άλλη πλευρά για εκ συμφώνου ακύρωση της απόφασης και γι΄ αυτό το λόγο καθυστέρησε στην υποβολή της αίτησης δεν εξηγεί επαρκώς και δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση για τέσσερις ολόκληρους μήνες. Όπως δε το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα το θέμα ήταν σημαντικό και οι εφεσείοντες όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτευχθεί τελεσιδικία εντός λογικού χρονικού διαστήματος. Υπεμνήσθη δε η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από μέρους της Εναγόμενης 2 στις 26.3.12 επιδόθηκε στις Εναγόμενες 2 και 3 ειδοποίηση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας αριθμός 518/2012 στην οποία, όμως, δεν είχε δοθεί από τις Εναγόμενες, όπως είναι η εκδοχή τους, η δέουσα σημασία θεωρώντας ότι επρόκειτο για λάθος και ότι αντιλήφθηκαν ότι αφορούσε την παρούσα αγωγή μετά από τηλεφώνημα που δέκτηκαν από τον δικαστικό επιδότη. Όπως περαιτέρω προκύπτει με βάση την εκδοχή τους, οι Εναγόμενες επικοινώνησαν αμέσως με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος διευθέτησε συνάντηση με τον δικηγόρο τους στις 20.4.
- Η συνέχεια προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα το γεγονός της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης στις 27.4.12, όπως φαίνεται λίγες μέρες μετά την συνάντηση των Εναγομένων με τον δικηγόρο τους. Απ' όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι έδρασαν άμεσα και προχώρησαν χωρίς καθυστέρηση με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από τους Αιτητές/Εναγόμενους ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει καλή και ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. Τι επικαλούνται λοιπόν οι Αιτητές στην υπό εξέταση Αίτηση σε ό,τι αφορά το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης. Η Εναγόμενη 2 στην ένορκη της δήλωση θέτει το ζήτημα ως ακολούθως: «Απ' ότι μας πληροφορεί ο δικηγόρος μας και τυγχάνουμε νομικής συμβουλής έχουμε πολύ καλή υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση για τους πιο κάτω λόγους: (α) Ουδέποτε έχουμε εγγυηθεί τον Εναγόμενο αρ.1 για τέτοιο μεγάλο ποσό. (β) Ουδέποτε μας δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας. (γ) Ουδέποτε μας δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουμε τα δικαιώματα που μας παρέχει ο Νόμος. (δ) Είναι έκδηλη η παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. (ε)Υπάρχει σαφής παραβίαση της Νομοθεσίας περί Τόκων και/ή ανατοκισμού για την οποία ουδέποτε μας δόθηκε η ευκαιρία να το εγείρουμε ενώπιον της δικαιοσύνης.» Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 για το υπό εξέταση ζήτημα αναφέρονται τα ακόλουθα στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης: «
- Απ΄ότι μας πληροφορεί ο δικηγόρος μας και τυγχάνουμε νομικής συμβουλής, έχουμε πολύ καλή υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση για τους πιο κάτω λόγους: (α) Ουδέποτε μας δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας. (β) Ουδέποτε μας δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουμε τα δικαιώματα που μας παρέχει ο Νόμος. (γ) Είναι έκδηλη η παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (δ) Υπάρχει σαφής παραβίαση της Νομοθεσίας περί Τόκων και/ή ανατοκισμού για την οποία ουδέποτε μας δόθηκε η ευκαιρία να το εγείρουμε ενώπιον της δικαιοσύνης.» Εξετάζοντας λοιπόν τους λόγους που προβάλλονται στα πλαίσια του ισχυρισμού των Εναγομένων για ύπαρξη καλής Υπεράσπισης διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων, όπως καταγράφονται στην ένορκη δήλωση τους και έχουμε παραθέσει ανωτέρω, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς παράθεση στοιχείων και γεγονότων από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Χωρίς το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τέτοια στοιχεία και γεγονότα δεν μπορεί να στηριχθεί σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς των Εναγομένων που δεν πλαισιώνονται παράλληλα με τα αναγκαία εκείνα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων χωρίς, βέβαια, να υπεισέρχεται στην ουσία της Υπεράσπισης. Και ασφαλώς δεν αναφέρομαι σε απόδειξη από πλευράς Εναγομένων γεγονότων και στοιχείων αλλά παράθεση αυτών για να μπορέσει το Δικαστήριο, αφού τα λάβει υπόψη του, να διαγνώσει από μόνο του αν, με βάση τα γεγονότα αυτά, εγείρεται εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Ενώ προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι υπάρχει παραβίαση της νομοθεσίας περί τόκων και/ή ανατοκισμού οι Εναγόμενοι δεν δίδουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και γεγονότα προς υποστήριξη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Με άλλα λόγια αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε παντελώς μετέωρος χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο ή αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω ένας άλλος ισχυρισμός που προβάλλεται από τις Εναγόμενες 2 και 3 είναι ότι ουδέποτε έχουν εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1 για τέτοιο μεγάλο ποσό. Και εδώ απουσιάζουν παντελώς οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και γεγονότα ούτως ώστε να μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο η προβαλλόμενη ως συζητήσιμη Υπεράσπιση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για τη τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα΄ταν εύκολο αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Εν ολίγοις οι ισχυρισμοί των Εναγομένων που προβλήθηκαν μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας τους να αποσείσουν το βάρος απόδειξης ύπαρξης μίας καλόπιστης, συζητήσιμης Υπεράσπισης ή εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέμειναν αστήρικτοι και χωρίς κανένα πραγματικό έρεισμα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω οι χωρίς στοιχεία και λεπτομέρειες ισχυρισμοί των Εναγομένων/Αιτητών προς υποστήριξη της προβληθείσας Υπεράσπισης καθιστά τρωτή την υπό κρίση Αίτηση παραμερισμού η οποία, συνεπώς, πρέπει να αποτύχει. Απορρίπτεται λοιπόν η Αίτηση με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ών η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3/Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4]Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893. [5] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [6] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528 [7] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε επίσης Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο