← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΗ Ε. ΧΕΙΜΩΝΑ ν. ΠΑΜΠΟΥ ΤΣΟΚΚΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής: 2560/2008, 29/10/2012

ΓΙΑΝΝΗ Ε. ΧΕΙΜΩΝΑ ν. ΠΑΜΠΟΥ ΤΣΟΚΚΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής: 2560/2008, 29/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2560/2008 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΗ Ε. ΧΕΙΜΩΝΑ, από Ξυλοφάγου Ενάγοντας ΚΑΙ

  1. ΠΑΜΠΟΥ ΤΣΟΚΚΟΥ, από Ξυλοφάγου
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από Ξυλοφάγου Εναγομένων Hμερομηνία: 29.10.2012 Eμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Φανή για κ.κ. Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους 1 και 2: κ. Μιχαήλ για κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής επιζητεί διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης αποκάλυψης των εγγράφων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.28 Θ.1,2,3,4,5,6,7,8-15, Δ.25 Θ. 1,2,3,4,5,6, Δ.48 Θ.1,2,3,4

(1)
(2), 5-7,8,9,10-13 στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υιού του ενάγοντα -αιτητή στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα-αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση και προς τούτο επισυνάπτει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 1) Στις 13.4.10 ο ενάγοντας-αιτητής προέβη με τη βοήθεια του προηγούμενου δικηγόρου του σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία λανθασμένα αναφέρει ότι δεν έχει στην κατοχή του έγραφα που να σχετίζονται με την υπόθεση κάτι το οποίο έγινε εκ παραδρομής και λόγω κακής συνεννόησης με τον προηγούμενο δικηγόρο του. Τα έγγραφα που επιζητεί να αποκαλύψει ο ενάγοντας αφορούν επιστολές που έχουν ανταλλαγεί μεταξύ του προηγούμενου δικηγόρου του και του δικηγόρου του εναγόμενου καθώς και κατάσταση των οφειλόμενων ενοικίων. (τεκμήρια 3,4 και5) Το γεγονός της μη αποκάλυψης των αναφερόμενων εγγράφων περιήλθε στην αντίληψη των υφιστάμενων δικηγόρων του ενάγοντα που ανέλαβαν πρόσφατα την υπόθεση μετά από υπόδειξη του δικηγόρου του εναγόμενου κατά την 11.4.12 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση. Είναι σημαντικό για την πλευρά του ενάγοντα-αιτητή να μπορεί να παρουσιάσει τα έγγραφα τα οποία θα το βοηθήσουν να παρουσιάσει την υπόθεση του. Είναι ορθό και δίκαιο η πλευρά του ενάγοντα-αιτητή να εκπροσωπηθεί δίκαια και αντικειμενικά στο δικαστήριο. Η πλευρά των εναγομένων δεν θα υποστεί οποιαδήποτε αδικία ή ζημιά αφού δεν έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Η πλευρά των εναγομένων φέρει ένσταση στο αίτημα του αιτητή προβάλλοντας ότι: Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη θεραπεία και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία. Η αίτηση δεν έγινε καλή τη πίστη και έγινε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις της πλευράς που εκπροσωπούν. Ένας από τους στόχους της Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό κατά την ακροαματική διαδικασία και να δοθεί η δυνατότητα στην κάθε πλευρά να εκτιμήσει σωστά τη δύναμη της υπόθεσης της ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται. Η αποκάλυψη εγγράφων προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην περίπτωση που διάδικος διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα και παραλείψει να το πράξει όταν επιχειρήσει να τα παρουσιάσει ως μαρτυρία δεν θα του επιτραπεί να τα παρουσιάσει εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη του αυτή και μπορεί να επιτρέψει όπως τέτοιο έγγραφο τεθεί ως μαρτυρία με τέτοιους όρους που θα κρίνει αρμόζοντες. (βλ. Δ.28 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία και αναφορές σε συγγράμματα η υποχρέωση ενός διαδίκου για αποκάλυψη εγγράφων είναι συνεχής. (Verton v. Busley (No2) {1997} 1 ALL.ER 614) Στο The Supreme Court Practice 1987, τόμος 1, παράγρ. 24/1/2 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την αγγλική δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη εγγράφων, Ο.24,r.1, σύμφωνα με την οποία σε υποθέσεις που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση μετά που θα κλείσουν οι έγγραφες προτάσεις, να προβούν σε αποκάλυψη των εγγράφων που, όπως προνοεί και η δική μας δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη, Δ.28 θ.1, «είναι ή ήταν» στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξή τους και αφορούν στα επίδικα θέματα: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true . ... An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd v. Cypromar Shipping Ltd κ.ά. αρ. Αγωγής 1208/06 Ε.Δ. Λάρνακος, η Πρόεδρος(τότε) του Δικαστηρίου κα Π. Παναγή, εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα σε ενδιάμεση απόφαση της ημερ. 18.10.10 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην καναδική υπόθεση Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd ν. Budd
(1992)2 WWR 453 επισημαίνεται σχετικά πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε Κανονισμός ο οποίος να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει της σύμφυτης του δικαιοδοσίας, διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των πραγματικοτήτων της σύγχρονης δικαστικής διαδικασίας (".... the Rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice"). Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215 αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφτηκαν. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Now in my opinion, a party who after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course or at least by notice and he has no right to keep back all knowledge of the newly discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material, would in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness ... .... ». Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση πρόβαλε ότι είναι ανεπίτρεπτο να ζητά ο υιός του ενάγοντα από το δικαστήριο να του επιτραπεί να τροποποιήσει την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων του ενάγοντα πατέρα του και να αποκαλύψει ο ίδιος ενόρκως τα προτεινόμενα έγγραφα. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Από το σώμα της αίτησης είναι εμφανές ότι αιτητής στην υπό εξέταση αίτηση είναι ο ενάγοντας ο οποίος και επιζητεί να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Τα γεγονός ότι η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υιού και πληρεξούσιου αντιπρόσωπου του, ο οποίος αποκαλύπτει πλήρως την πηγή των πληροφοριών του, δεν αλλάζει την κατάσταση πραγμάτων. Ούτε και η θέση της πλευρά των εναγόμενων ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα με βρίσκει σύμφωνη. Δεν έχει υποδειχθεί η ύπαρξης κακοπιστίας εκ μέρους του ενάγοντα -αιτητή. Για να στοιχειοθετηθεί κακοπιστία απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία και συμπεριφορά εκ μέρους των ενάγοντα-αιτητή που στη παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος δεν βρίσκω να διαπιστώνεται υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο διαπιστώθηκε το λάθος της μη αποκάλυψης των αναφερόμενων εγγράφω και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. Επιπρόσθετα θα έλεγα πως δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των εναγομένων ούτε και έχει υποστηριχθεί ένα τέτοιο ζήτημα ενώπιον του δικαστηρίου. Θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθεί καθοριστική σημασία σε εκείνο που αποτελεί και το κύριο κριτήριο. Να τεθούν δηλαδή ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα στοιχεία έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης απονομή δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τις αρχές που διέπουν το θέμα μαζί με το σύνολο των γεγονότων και ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη ότι το διάταγμα αποκάλυψης που εκδόθηκε ήταν γενικό, το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει, τους λόγους τους οποίους επικαλείται ο αιτητής αναφορικά με τη μη αποκάλυψη των εγγράφων καθώς και ότι μέρος αυτών πρόκειται για επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ του προηγούμενου δικηγόρου του ενάγοντα και του δικηγόρου των εναγομένων, κρίνω ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον ενάγοντα- αιτητή να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων που αναφέρονται στη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση εντός επτά ημερών από σήμερα. Σε ότι αφορά τα έξοδα, στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι υπάρχουν λόγοι απόκλισης από τον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Τούτο λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι για τη μη αρχική αποκάλυψη των εγγράφων φέρει ευθύνη ο ενάγοντας-αιτητής και αφετέρου ότι οι λόγοι ένστασης του καθ' ου η αίτηση δεν ευσταθούν. Κρίνω συνεπώς ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως ο η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της και ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ................................. Στ.Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.