ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέας Ττόφαρου, Αίτηση Πτώχευσης αρ. 216/2011, 15/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης αρ. 216/2011 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Ανδρέας Ττόφαρου, εκ Λάρνακας ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. _______ Ημερομηνία: 15 Μαΐου
- Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/Πιστωτές: κα Καμάρη για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ου η Αίτηση/Οφειλέτη: κα Μαρνέρου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές/Πιστωτές επιδιώκουν και αιτούνται την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Ανδρέα Ττόφαρου ένεκα της παράλειψης του να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης που του επιδόθηκε. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου των Αιτητών η οποία υιοθετεί τα γεγονότα που αναφέρονται στην Αίτηση σύμφωνα με τα οποία ο οφειλέτης χρωστεί στους Αιτητές δυνάμει δικαστικών αποφάσεων ήτοι (Α) ποσό €191.370,67 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει της απόφασης ημερ. 28.4.09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 1719/06 και (Β) ποσό €150.820,40 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει της απόφασης ημερ. 8.4.09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 1718/
- ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 3
(1),
(2),
(3), 4, 5
(1),
(2), 6
(1)-
(8), 87 και 88 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ.5, στους Κανονισμούς 7, 16, 18, 44 - 50 των Περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών, στη Δ.48, θ.θ. 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: £ Η συνοδεύουσα την Αίτηση ένορκη δήλωση έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ούτε αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του. £ Η Ειδοποίηση Πτώχευσης και η Αίτηση Πτώχευσης δεν επιδόθηκαν προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση. £ Οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές καθότι έχουν υποθήκη με αρ. Υ48/97 σε δέκα
(10)κτήματα του Καθ' ου η Αίτηση στην Ορούντα, Επαρχίας Λευκωσίας για τα οποία εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης στις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στις αγωγές 1718/06 στις 8.4.09 και 1719/06 στις 28.4.
- £ Οι Αιτητές στην Ειδοποίηση Πτώχευσης αναφέρουν ότι κατέχουν ασφάλεια επί της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση με το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ1251/10 και ότι η ασφάλεια εκτιμάται σε €328.188, ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση αμφισβητεί ότι η ασφάλεια των Αιτητών εκτιμάται σε €328.188 καθότι οι ίδιοι οι Αιτητές με δική τους εκτίμηση που έκαναν τον Ιούλιο του 2008 εκτίμησαν την αξία των κτημάτων σε €547.
- £ Η Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ' αρ. 423/11 η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της Αίτησης δεν εδράζεται σε μια απόφαση αλλά σε δύο
(2)ενώ θα έπρεπε να περιορίζεται και να απαιτεί την πληρωμή του χρέους μιας και μόνο δικαστικής απόφασης και είναι, υπό τις περιστάσεις, εξ' υπαρχής άκυρη, ενώ η Αίτηση πάσχει εγγενώς και θα έπρεπε να απορριφθεί. £ Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, γίνεται εκβιαστικά και αποτελεί μοχλό πίεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση αφού χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς, ήτοι με μοναδικό σκοπό την εκτέλεση της Δικαστικής Απόφασης και για να εισπράξουν οι Αιτητές το ισχυριζόμενο χρέος, ενώ γνωρίζουν ότι ο Καθ' ου η Αίτηση εργάζεται και δεν αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του. £ Οι Αιτητές για το ίδιο εξ αποφάσεως χρέος κακόβουλα καταχώρησαν την Αίτηση Πτώχευσης 217/11 εναντίον και της συζύγου του Καθ' ου η Αίτηση. £ Ο Καθ' ου η Αίτηση αμφισβητεί την οφειλή. £ Τυχόν έκδοση Διατάγματος Παραλαβής θα έχει καταλυτικές συνέπειες για τη ζωή και την εργασία του Καθ' ου η Αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Οφειλέτη/Καθ' ου η Αίτηση στην οποία επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης που καταγράφηκαν ανωτέρω. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την εκδίκαση της Αίτησης η πλευρά των Αιτητών κάλεσε ένα μόνο μάρτυρα τον Μιχάλη Στυλιανού (Μ.Αιτ.1). Από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη κατέθεσε ο ίδιος ο Οφειλέτης Ανδρέας Ττόφαρος (Μ.Καθ' ου η Αίτηση 1). Έγιναν, επίσης, παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα έγινε παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ελένης Θεοδοσίου, υπεύθυνης στο Τμήμα Πτωχεύσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σύμφωνα με την οποία η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αρ. 423/11 καταχωρήθηκε από τους Αιτητές/Πιστωτές στις 27.9.11 εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη και ότι η εν λόγω Ειδοποίηση επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση στις 30.9.11 και ότι δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ένσταση. Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η Αίτηση Πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση στις 13.12.
- Μαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών/Πιστωτών Ο Μιχάλης Στυλιανού (Μ.Αιτ.1) είναι υπάλληλος των Αιτητών και εργάζεται στο Τμήμα Ανακτήσεων (Recoveries). Στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο 1) που υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κύριας του εξέτασης αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ü Ο Καθ' ου η Αίτηση οφείλει στους Αιτητές δυνάμει δικαστικών αποφάσεων το ποσό των (Α) €191.370,67 με τόκο προς 9% από 31.12.05 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως πλέον €4.552,43 έξοδα με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των €4.493,43 από 5.7.06 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €4.097 δυνάμει της απόφασης ημερ. 28.4.09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 1719/06, (Β) €150.820,40 με τόκο προς 9% από 31.12.05 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως πλέον €4.617,80 έξοδα με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των €4.617,80 από 5.7.06 μέχρι 14.10.08 και ακολούθως τόκο προς 5.5% από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €4.182 δυνάμει της απόφασης ημερ. 8.4.09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 1718/
- Αντίγραφα των εν λόγω αποφάσεων επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. ü Η αναστολή και η εκτέλεση των πιο πάνω αποφάσεων έχει λήξει. Από την έκδοση των αποφάσεων δεν έχει γίνει οποιαδήποτε πληρωμή. ü Οι Αιτητές κατέχουν τις ακόλουθες εξασφαλίσεις σε σχέση με τα εξ αποφάσεως χρέη στην περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση ως εξής: (α) Σε σχέση με την απόφαση ημερ. 8.4.09 στην αγωγή 1718/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας οι Αιτητές κατέχουν εξασφάλιση υπό μορφή υποθήκης (Αρ. Υπ. Υ48/97) σε σχέση με τα κτήματα με αρ. εγγραφής 0/9895, 0/10281, 0/10628, 0/11868, 0/12404, 0/10448, 0/10633, 0/11834, 0/11840, 0/
- (β) Σημείωση απόφασης (ΜΕΜΟ) με αριθμό ΕΒ1251/10 σε 10 ακίνητα ως περιγράφονται στη σημείωση απόφασης (ΜΕΜΟ) με αριθμό ΕΒ1251/10 αντίγραφο της οποίας κατατίθεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. ü Αναφορικά με τα ανωτέρω σημειώνεται ότι: (i) Ο λόγος της μη καταγραφής στην Αίτηση Πτώχευσης της Υποθήκης με αρ. Υ48/97 οφείλεται σε απροσεξία. Δεν πρόκειται για εσκεμμένη απόκρυψη. Ούτως ή άλλως η εν λόγω Υποθήκη αναφέρεται στην ένσταση του Καθ'ου η Αίτηση. (ii) Τρία εκ των δέκα ακινήτων που καλύπτονται και περιγράφονται στη σημείωση Απόφασης (ΜΕΜΟ) με αρ. ΕΒ1251/10 και, συγκεκριμένα, τα κτήματα με αρ. εγγραφής 0/10628, 0/12404 και 0/11840, χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς αναδασμού και φέρουν νέους αρ. εγγραφής 0/14179, 0/14060 και 0/14298 αντιστοίχως. Τα εν λόγω ακίνητα παραμένουν ιδιοκτησία του Καθ' ου η Αίτηση. ü Όπως πληροφορείται ο Μ.Αιτ.1 από τους κ.κ. Andys Telemachou Appraisal Ltd., ειδικούς εκτιμητές ακινήτων, οι αξίες των ακινήτων επί των οποίων οι Αιτητές κατέχουν ασφάλεια καταγράφεται σε αναλυτική εκτίμηση ημερ. 2.4.12 η οποία κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. ü Προκύπτει από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ ότι η συνολική αξία καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων επί των οποίων οι Αιτητές κατέχουν εξασφάλιση σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €234.
- Όπως πληροφορείται ο Μ.Αιτ. 1 από τους εκτιμητές από το 2008 και μέχρι σήμερα έχουν σημαντικά μειωθεί οι αξίες των ακινήτων όπως αυτά που περιγράφονται ανωτέρω. ü Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/9892, αν και είναι ιδιοκτησίας του Καθ' ου η Αίτηση, δεν καλύπτεται από εξασφάλιση στις αγωγές 1718/06 και 1719/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και, συνεπώς, δεν μπορεί η αξία του να υπολογιστεί ως εξασφάλιση προς τους Αιτητές. ü Οι Αιτητές είναι πιστωτές και νομιμοποιούνται στην παρούσα Αίτηση στην έκταση του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας της ρηθείσας ασφάλειας. Από τις καταστάσεις λογαριασμών αναφορικά με τις αγωγές 1718/06 και 1719/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, οι οποίες κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ προκύπτει ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό μέχρι τις 23.3.12 για την αγωγή 1718/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και μέχρι τις 27.3.12 για την αγωγή 1719/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ανερχόταν σε €569.164,
- ü Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η ασφάλεια που κατέχουν οι Αιτητές για τα εξ αποφάσεως χρέη επί της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση είναι σημαντικά λιγότερη από τα εξ αποφάσεως χρέη. ü Ο Καθ' ου η Αίτηση εντός τριών
(3)μηνών πριν της ημερομηνίας καταχωρήσεως της Αίτησης διέπραξε την ακόλουθη πράξη πτωχεύσεως, δηλαδή παρέλειψε να συμμορφωθεί με την Ειδοποίηση Πτωχεύσεως με αρ. 423/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 27.9.11 η οποία επιδόθηκε στον ίδιο στις 30.9.
- ü Ο Καθ' ου η Αίτηση είχε τη διαμονή του εντός της Επαρχίας Λάρνακας κατά το μεγαλύτερο μέρος των έξι μηνών προ της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Αιτ.1 αναγνώρισε εκτίμηση που ζητήθηκε από την Τράπεζα παλαιότερα το 2008, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) ως, επίσης, και σχετικό Πίνακα που ετοιμάστηκε από την Υπηρεσία των Αιτητών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ) όπου συνοψίζεται η εκτίμηση που έγινε το
- Σε σχέση με την εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ ο Μ.Αιτ.1 ανέφερε ότι δεν είναι η δουλειά του να αναφερθεί στην ουσία και τον τρόπο που έγινε η εν λόγω εκτίμηση, ούτε και γα το πώς έφτασε ο εκτιμητής στο ποσό που αναφέρεται. Ερωτηθείς πώς κατέληξε στο ποσό των €328.188 που αναφέρεται στην παρά.
(4)της Αίτησης ανέφερε ότι το ποσό αυτό δεν αντικατοπτρίζει εκτίμηση που έγινε εκείνη τη στιγμή αλλά ότι ήταν ένας υπολογισμός που έγινε όταν ετοιμάστηκε η Αίτηση προσθέτοντας ότι ο υπολογισμός που έκαναν δεν διαφέρει και πολύ από τη σημερινή εικόνα που παρουσιάζεται. Διευκρίνισε δε ότι έγινε μία εκτίμηση της ασφάλειας, κατά προσέγγιση, ώστε να μπορεί να καταχωρηθεί η Αίτηση. Δεν έγινε εκτίμηση από εξωτερικούς εκτιμητές. Αυτή η εκτίμηση που έγινε, τόνισε, σε καμία περίπτωση αντικαθιστά τον επαγγελματία εκτιμητή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εξ' ου και η παρουσία της εκτίμησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) για να υπολογισθεί επακριβώς η αξία των κτημάτων. Διευκρίνισε ότι ο σκοπός της εκτίμησης του 2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) ήταν για να ξέρει η Τράπεζα την τιμή αποδέσμευσης από εμπράγματες εξασφαλίσεις σε περίπτωση που οι πελάτες κατάφερναν την πώληση εφόσον είχε δοθεί στους πελάτες περίοδος αναστολής για να διευκολυνθούν στη διάθεση των τεμαχίων για διευθέτηση των οφειλών τους. Ερωτηθείς πώς έγινε η εκτίμηση το 2008 ενώ οι αποφάσεις εξασφαλίστηκαν το 2009, ο μάρτυρας απάντησε ότι οι διαβουλεύσεις με τους πελάτες είχαν γίνει πολύ πριν και ότι οι αγωγές είχαν καταχωρηθεί το 2006 και ότι η Τράπεζα ήθελαν να είναι έτοιμοι σε περίπτωση που ο πελάτης δήλωνε έτοιμος να πωλήσει τα ακίνητα. Πρόσθεσε ότι δεν επρόκειτο για ένα ακίνητο αλλά για αριθμό ακινήτων και ότι η Τράπεζα έπρεπε να ξέρει το ελάχιστον δυνατό ποσό για το οποίο μπορούσαν να ακυρώσουν τα εμπράγματα βάρη. Πρόσθεσε δε ότι υπάρχει ακόμη μία εκτίμηση του 2007 που καταδεικνύει τη διαδικασία διαπραγματεύσεων με τους πελάτες. Αρνήθηκε ότι ο σκοπός ήταν η εξασφάλιση της Τράπεζας σε περίπτωση μη εξόφλησης αλλά εξήγησε ότι έγινε κατόπιν αιτήματος των πελατών για να τους δοθεί χρόνος να φροντίσουν τη διάθεση των ακινήτων αυτών για διευθέτηση των οφειλών τους. Επανέλαβε ότι σκοπός των εκτιμήσεων ήταν σε περίπτωση που ο πελάτης εύρισκε να πωλήσει ένα κτήμα σε Α τιμή να υπάρχει στην Τράπεζα ανεξάρτητη εκτίμηση για την αξία της αποδέσμευσης που θα προέβαινε. Αν οι πελάτες έρχονταν το 2007 στην Τράπεζα και προσέφεραν ένα ποσό για ένα κτήμα που κυμαίνετο εντός της εκτίμησης, η Τράπεζα θα προέβαινε στην απαλλαγή του κτήματος. Αν δε ο πελάτης κατάφερνε να πωλήσει το σύνολο των κτημάτων το 2008 και εξοφλούσε, η Τράπεζα δεν θα έφερνε ένσταση. Πρόσθεσε ότι αν τα πωλήσει σήμερα με βάση την εκτίμηση που έχει η Τράπεζα δεν φτάνει. Δεν φταίει η Τράπεζα για τις συνθήκες που επικρατούν. Υπάρχει διαφορά στην εκτίμηση από τότε και σήμερα. Σ' άλλη ερώτηση αν η Τράπεζα προχώρησε σε εκποίηση της Υποθήκης απάντησε ότι η Τράπεζα προχώρησε σε καταχώρηση Αίτησης στο Κτηματολόγιο για εκποίηση υποθήκης. Ερωτηθείς κατά πόσο εφόσον η Τράπεζα προχώρησε σε Αίτηση για εκποίηση προχωρεί σε εξασφάλιση του χρέους απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι έχει ήδη αναφερθεί στη διαφορά ανάμεσα στο ποσό της απαίτησης και το ποσό των εξασφαλίσεων. Ερωτηθείς κατά πόσο στα εν λόγω ακίνητα υπάρχουν άλλες επιβαρύνσεις εκτός της Τράπεζας απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Σ' ό,τι αφορά τη διαφορά στο ποσό, ήτοι ανάμεσα στο ποσό των €367.000 που αναφέρεται στην εκτίμηση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) και στο ποσό των €234.000 που αναφέρεται στην παρά.
(11)του ΕΓΓΡΑΦΟΥ 1 ο Μ.Αιτ.1 εξήγησε ότι αυτή προέκυψε λόγω της αφαίρεσης τριών κτημάτων για σκοπούς αναδασμού. Μαρτυρία Καθ' ου η Αίτηση / Οφειλέτη Ο Ανδρέας Ττόφαρος / Καθ'ου η Αίτηση, καταθέτοντας στο Δικαστήριο υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης γραπτή δήλωση (ΕΓΓΡΑΦΟ 2). Σ' αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: £ Έχουν εκδοθεί εναντίον του δύο αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για οφειλές του προς την Τράπεζα Κύπρου οι οποίες έχουν κατατεθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α και τις οποίες αναγνωρίζει. £ Στη μία εκ των δύο αποφάσεων η οποία αφορά την αγωγή 1718/06 το Δικαστήριο διέταξε την εκποίηση της υποθήκης Υ48/97 σε σχέση με τα κτήματα με αρ. εγγραφής 0/9895, 0/10281, 0/10628, 0/11868, 0/12404, 0/10448, 0/10633, 0/11834, 0/11840 και 0/12033 τα οποία είναι επ' ονόματί του. £ Τα τεμάχια με αρ. εγγραφής 0/10628, 0/12404 και 0/11840 μετά από τον αναδασμό φέρουν νέους αρ. εγγραφής, ήτοι 0/14179, 0/14060 και 0/14298 αντίστοιχα. Κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ τα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας όλων των πιο πάνω τεμαχίων όπου στα πιστοποιητικά με αρ. 3, 7 και 10 φαίνεται και η ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε ο αναδασμός καθώς και οι νέοι αριθμοί εγγραφής. £ Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι τα τρία
(3)εν λόγω τεμάχια λόγω αναδασμού έχουν αφαιρεθεί οι επιβαρύνσεις της Τράπεζας Κύπρου, ο Καθ' ου η Αίτηση έκανε έρευνα στο Κτηματολόγιο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Η) ημερομηνίας 10.4.2012 όπου φαίνεται ότι τα τρία αυτά τεμάχια εξακολουθούν να επιβαρύνονται με την υποθήκη Υ48/97 των Αιτητών. Όπως φαίνεται και από την έρευνα, από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Η, ο μοναδικός πιστωτής των ακινήτων του Καθ' ου η Αίτηση είναι οι Αιτητές που είναι οι μοναδικοί που θα επωφεληθούν από την εκποίηση τους και έχουν ήδη προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης. £ Αμφισβητεί ο Καθ' ου η Αίτηση τις αξίες των ακινήτων που αναφέρονται στην εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Γι' αυτό το λόγο προέβηκε σε δική του εκτίμηση μέσω του κου Παναγιώτη Παπαευθυμίου ημερομηνίας 10.4.12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ) σύμφωνα με την οποία καταδεικνύεται ότι το σύνολο της αξίας καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων υπερκαλύπτει τις οφειλές του Καθ' ου η Αίτηση στους Αιτητές. £ Η αφαίρεση της αξίας των τριών ακινήτων που έτυχαν αναδασμού από τη συνολική εξασφάλιση των Αιτητών είναι αυθαίρετη εφόσον και τα τρία ακίνητα εξακολουθούν να επιβαρύνονται με την υποθήκη Υ48/
- £ Το σύνολο των αξιών των ακινήτων είτε από την εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ, είτε από υπολογισμό των ακινήτων με την όποια αφαίρεση ακινήτων, έχει γίνει αυθαίρετα και με σκοπό ο οφειλέτης να πιεστεί για την εξόφληση των οφειλών του. £ Δεν έχει ξεκαθαριστεί και/ή αποδειχθεί ποια είναι τελικά η ασφάλεια των Αιτητών και, κατ' επέκταση, για ποιο ποσό ζητείται η πτώχευση του Καθ' ου η Αίτηση. Αντεξεταζόμενος ο Καθ' ου η Αίτηση είπε ότι για την εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ ο ίδιος έδωσε οδηγίες αλλά εφόσον δεν είναι ειδικός δεν γνωρίζει πώς έγινε η εκτίμηση, αυτό το γνωρίζει ο ίδιος ο εκτιμητής. Στην υποβολή ότι η εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ δεν αντικατοπτρίζει τις σωστές τιμές και ότι σωστή είναι η εκτίμηση που κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ ο Καθ' ου η Αίτηση διερωτήθηκε γιατί να είναι σωστή η εκτίμηση των Αιτητών και όχι της δικής του πλευράς. Στην υποβολή ότι η εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ δεν είναι σωστή γιατί έχουν συμπεριληφθεί 11 κτήματα ενώ οι Αιτητές έχουν ΜΕΜΟ μόνο στα 7 από τα 10, εφόσον τα τρία από αυτά έτυχαν αναδασμού, ο Καθ' ου η Αίτηση διαφώνησε και απάντησε ότι είναι πρόβλημα των Αιτητών που δεν έβαλαν ΜΕΜΟ. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η κα Καμάρη εκ μέρους των Αιτητών, αφού αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία, υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλες. Σε ό,τι αφορά το θέμα της μη συμπερίληψης της ύπαρξης των εξασφαλίσεων στην παρούσα Αίτηση η κα Καμάρη υποστήριξε ότι δεν θα έπρεπε να είναι επίδικο θέμα γιατί πρόκειται για ζήτημα για το οποίο οι Αιτητές έδωσαν εξήγηση στη διάρκεια της μαρτυρίας τους και ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, δεν είναι μοιραία η μη συμπερίληψη των εξασφαλίσεων στην Αίτηση για την έκδοση διατάγματος παραλαβής. Περαιτέρω, ανέφερε δεν έχει προκληθεί από αυτό το γεγονός οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά. Επεσήμανε δε ότι ούτως ή άλλως οι εν λόγω εξασφαλίσεις αναφέρονται στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση. Τόνισε, ακόμη, ότι οι Αιτητές έχουν προσφέρει μαρτυρία κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της ακρόασης ως προς την εκτίμηση εξασφάλισης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) ούτως ώστε να μπορεί να προκύψει η αξία της, ενώ αμφισβήτησαν την ορθότητα της εκτίμησης της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση. Υπογράμμισε ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αποφασίσει κατά πόσο ο υπολογισμός της αξίας της εξασφάλισης του Πιστωτή/Αιτητή είναι ή όχι πραγματικός και ότι, δεδομένου ότι ο υπολογισμός είναι ειλικρινής, δεν θα διερευνήσει την ορθότητα του. Επεσήμανε δε ότι η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση δεν αμφισβήτησε την εκτίμηση των Αιτητών ως εικονική. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί καταπίεσης κλπ. η συνήγορος τόνισε ότι πέραν των γενικών ισχυρισμών ο χρεώστης δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η Αίτηση Πτώχευσης που καταχωρήθηκε αποτελεί μοχλό πίεσης προς τον χρεώστη για να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Η κα Μαρνέρου για τον Καθ' ου η Αίτηση υποστήριξε ότι η εκτίμηση της ασφάλειας των Αιτητών έγινε αυθαίρετα και κακόβουλα επισημαίνοντας ότι σε αυτή περιλαμβάνονται 11 ακίνητα από τα οποία τα 10 επιβαρύνονται με υποθήκες από τους Αιτητές και 7 από αυτά επιβαρύνονται με ΜΕΜΟ (7 αντί 10 λόγω της ισχυριζόμενης διαγραφής από το ΜΕΜΟ των τριών ακινήτων υπό αναδασμό). Διερωτήθηκε δε γιατί να προχωρήσουν οι Αιτητές με εκτίμηση όλων των ακινήτων (10 ακίνητα) αφού θεωρούσαν ότι τα τρία ακίνητα είχαν διαγραφεί και να έρχονται εκ των υστέρων να αφαιρούν τις αξίες τους από τη συνολική αξία της εκτίμησης και ενώ ο αναδασμός είχε ολοκληρωθεί το 2007 και η εκτίμηση μόλις πρόσφατα. Όπως το έθεσε η συνήγορος, εφόσον, κατά τη γνώμη των Αιτητών, τα τρία ακίνητα δεν θεωρούνται ασφάλεια για τους Αιτητές δεν θα έπρεπε να υπολογιστούν εξ υπαρχής. Η κα Μαρνέρου υποστήριξε ότι η εκτίμηση των Αιτητών θα πρέπει να θεωρηθεί κατασκευασμένη ή το λιγότερο βεβιασμένη και πρόχειρη αφού ο μοναδικός σκοπός της ετοιμασίας της ήταν ο μηδενισμός των αξιών της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση. Επεσήμανε δε ότι η προχειρότητα και το ότι η εκτίμηση έγινε βεβιασμένα ενισχύεται και από το γεγονός ότι ετοιμάστηκε μετά από αίτημα αναβολής της ακρόασης από πλευράς των Αιτητών στις 29.3.12 με σκοπό και μόνο την ετοιμασία της, ενώ η εκτίμηση φέρει ημερομηνία επιθεώρησης των ακινήτων 29.3.12, δηλαδή την ίδια μέρα. Περαιτέρω, η συνήγορος υποστήριξε ότι η εκτίμηση των Αιτητών παρουσιάζει ένα μηδενισμό των αξιών των ακινήτων και αναφέρθηκε στην παλαιότερη τους εκτίμηση, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε, και στον Πίνακα ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ τα οποία καταδεικνύουν την τεράστια μείωση στις αξίες και, συνεπώς, τη διαστρέβλωση της πραγματικής εικόνας των αξιών των ακινήτων. Εισηγήθηκε δε ότι η εκτίμηση που κατατέθηκε από τον Καθ' ο η Αίτηση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ) καταδεικνύει μεν τη μείωση στις αξίες των ακινήτων αλλά και την πραγματική τους εικόνα σήμερα. Ένα άλλο ζήτημα που σχολίασε διερωτώμενη η κα Μαρνέρου είναι για ποιο λόγο αφαιρέθηκε η αξία των τριών ακινήτων που υπέστησαν αναδασμό από τη συνολική αξία των ακινήτων στην εκτίμηση εφόσον εξακολουθούν και τα τρία να επιβαρύνονται με υποθήκες προς όφελος των Αιτητών. Διερωτήθηκε συγκεκριμένα γιατί η «εκτιμημένη αξία» των ακινήτων να περιλαμβάνει μόνο ακίνητα που επιβαρύνονται με ΜΕΜΟ και όχι όλα τα ακίνητα που επιβαρύνονται με υποθήκη αφού στην έννοια του «ασφαλισμένου πιστωτή» περιλαμβάνεται και αυτός που, μεταξύ άλλων, κατέχει υποθήκη επί περιουσίας του χρεώστη ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη. Ήταν η θέση της ότι έγινε ενδελεχής προσπάθεια από πλευράς Αιτητών για μείωση των πραγματικών αξιών των ακινήτων τόσο με την εκτίμηση όσο και την αφαίρεση των τριών ακινήτων από το ΜΕΜΟ. Ήταν η τελική θέση της κας Μαρνέρου, αφού αναφέρθηκε και σε σχετική νομολογία, ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει τις αξίες των ακινήτων και, κατ' επέκταση, τις αξίες των εξασφαλίσεων τους με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ότι είναι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην Αίτηση τους και ότι, ως εκ τούτου, η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις καταχώρησης Αίτησης Πτώχευσης εναντίον κάποιου χρεώστη εκτίθενται στο Άρθρο 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, ΚΕΦ. 5[1] και είναι οι εξής:
- Το οφειλόμενο ποσό πρέπει να είναι τουλάχιστον ΛΚ500 (€854,30).
- Το χρέος πρέπει να είναι ξεκαθαρισμένο και ρευστοποιημένο ποσό πληρωτέο αμέσως.
- Η πράξη πτώχευσης που έχει διαπραχθεί πρέπει να έχει διαπραχθεί εντός τριών μηνών αμέσως προ της καταχωρήσεως της αίτησης πτώχευσης.
- Ο χρεώστης να έχει τη μόνιμη κατοικία του στην Κύπρο ή να είχε την εργασία του στην Κύπρο κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης. Σύμφωνα με το Άρθρο 6
(2)του ΚΕΦ.5[2] κατά την ακρόαση της Αίτησης Πτώχευσης ο πιστωτής θα πρέπει ν΄ αποδείξει: (α) την οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς αυτόν (β) την επίδοση της αίτησης πτώχευσης στο χρεώστη η οποία, σημειωτέον, θα πρέπει να γίνει προσωπικά σ΄ αυτόν (δέστε Κανονισμό 51
(1)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών[3]) (γ) τη διάπραξη πράξης πτώχευσης. Στο ίδιο πνεύμα και με παραπλήσιο λεκτικό είναι διατυπωμένος και ο Κανονισμός 60
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Αναφέρει τα εξής: «60.-
(2)If the debtor appears to show cause against the petition, the petitioning creditor's debt, and the act of bankruptcy or the matters notified by the debtor to be disputed, shall be proved; ............................» Προηγουμένως στον Κανονισμό 59 προβλέπεται ο τρόπος με τον οποίο ο χρεώστης μπορεί, αν επιθυμεί, να γνωστοποιήσει προς τον πιστωτή την πρόθεση του να αμφισβητήσει συγκεκριμένες δηλώσεις οι οποίες περιέχονται στην αίτηση καθώς και το περιεχόμενο μιας τέτοιας γνωστοποίησης. Αναφέρει σχετικά: «
- Where a debtor intends to show cause against the petition he shall, four days before the day fixed for the hearing, file with the Registrar a notice specifying the statements in the petition which he intends to dispute, and at the same time serve a copy of such notice on the petitioning creditor at his town address.» Πρέπει να τονισθεί ότι η οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς τον πιστωτή θα πρέπει να αποδειχθεί όχι μόνο ότι υφίστατο κατά την ημερομηνία που διεπράχθη η πράξη πτώχευσης αλλά και κατά το χρόνο της καταχώρησης της αίτησης πτώχευσης και επίσης κατά το χρόνο εκδίκασης της μέχρι της έκδοσης διατάγματος παραλαβής. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Williams and Muir on Bankruptcy, 19η έκδοση, στη σελίδα 56: «The petitioning creditor's debt must be proved not only to have existed at the date of the act of bankruptcy and at the time of the presentation of the petition but also to exist at the hearing and down to the making of the receiving order.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα που πρέπει να αποδειχθεί σε αίτηση πτώχευσης είναι η διάπραξη από το χρεώστη πράξης πτώχευσης. Οι περιπτώσεις αυτές απαριθμούνται στο Άρθρο 3 του ΚΕΦ.
- Μια απ΄ αυτές είναι εκείνη που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)(ζ) του Άρθρου 3[4]. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255 από το Δικαστή Καλλή «τελεσίδικη απόφαση» για τους σκοπούς του πιο πάνω εδαφίου είναι απόφαση που λαμβάνεται σε μια αγωγή με την οποία μια προϋπάρχουσα υποχρέωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα εξακριβώνεται ή αποδεικνύεται. Δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση αλλά, απλώς, τελική («final») σε αντιδιαστολή με ενδιάμεση («interlocutory»). Όσον αφορά, λοιπόν, τη διάπραξη πράξης πτώχευσης από το χρεώστη, σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)(ζ) αυτή επέρχεται όταν ο χρεώστης δεν συμμορφωθεί μέσα σε 7 μέρες μετά την επίδοση προς αυτόν της ειδοποίησης με τις απαιτήσεις της και δεν ικανοποιήσει εντός του ιδίου χρόνου το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία είναι ίση ή μεγαλύτερη του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους που δεν ήταν δυνατό να προβάλει κατά τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης. Έτσι, σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου, ο χρεώστης έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης προς αυτόν προκειμένου για επίδοση η οποία γίνεται στην Κύπρο. Διαφορετικά διαπράττει πράξη πτώχευσης. Όμως, όπως προβλέπεται στο ίδιο Άρθρο, αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή ίση ή μεγαλύτερη του εξ αποφάσεως χρέους την οποία δεν είχε την ευκαιρία να προβάλει στη διαδικασία έκδοσης της απόφασης, τότε δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος γι΄ αυτόν. θα πρέπει αυτό να το πράξει μέσω της διαδικασίας της ένορκης δήλωσης η οποία προβλέπεται από τον Κανονισμό 40
(2)και η οποία, σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, επενεργεί ως αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Όπως προκύπτει από τις σχετικές πρόνοιες στο Άρθρο 6
(2)του Νόμου και στον Κανονισμό 60
(2)των Κανονισμών ανωτέρω, κατά την ακρόαση αίτησης πτώχευσης ο πιστωτής έχει υποχρέωση να αποδείξει τόσο το χρέος όσο και την πράξη πτώχευσης. Πολύ δε περισσότερο όταν ο χρεώστης με την ειδοποίηση ένστασης του προβαίνει ρητώς σε αμφισβήτησή τους[5]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα που έχει καλέσει η πλευρά των Αιτητών, ήτοι αυτή του Μ.Αιτ.1, διαπίστωσα ότι αναφέρθηκε με σαφήνεια και θετικότητα σε όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα Αίτηση και τα σχετικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε καταθέτοντας αντίγραφο των αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις αγωγές με αριθμούς 1719/06 και 1718/06 όπως, επίσης, και καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τις εν λόγω αγωγές και το συνολικά οφειλόμενο ποσό από μέρους του Καθ' ου η Αίτηση / Χρεώστη. Ο Μ.Αιτ.1 υπήρξε απόλυτα διαφωτιστικός και κατατοπιστικός σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που έχουν οι Αιτητές / Πιστωτές επί περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση τις οποίες εξειδίκευσε με λεπτομέρεια και αναφέρθηκε στην αξία τους όπως προκύπτει από σχετική εκτίμηση που διενεργήθηκε από επαγγελματίες εκτιμητές κατόπιν εντολής και για λογαριασμό των Αιτητών / Πιστωτών. Εξήγησε, επίσης, με σαφήνεια γιατί η εκτίμηση της ασφάλειας όπως προσδιορίστηκε στην Αίτηση διαφέρει από την εκτίμηση που επικαλέστηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας εξηγώντας ότι τότε δεν είχε γίνει εκτίμηση από εξωτερικούς επαγγελματίες εκτιμητές και ότι μια τέτοια εκτίμηση δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει την εκτίμηση που κατέθεσε από επαγγελματία εκτιμητή. Εξήγησε, επίσης, με καθαρότητα τη διαφορά και το σκοπό της εκτίμησης που έγινε το 2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) τονίζοντας ότι αυτή είχε γίνει για να μπορεί η Τράπεζα να γνωρίζει την τιμή αποδέσμευσης από εμπράγματες εξασφαλίσεις σε περίπτωση που ο πελάτης προχωρούσε στη διάρκεια της περιόδου αναστολής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων που είχαν εξασφαλιστεί στη διάθεση των ακινήτων του προς το σκοπό διευθέτησης της οφειλής του. Επεξηγηματικός ήταν, επίσης, και σε σχέση με τη διαφορά που υπάρχει στο ποσό των €367.000 που αναφέρεται στην εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ, και στο ποσό των €234.000 που αναφέρεται στην μαρτυρία του λέγοντας ότι η διαφορά αυτή προέκυψε λόγω της αφαίρεσης τριών κτημάτων για σκοπούς αναδασμού. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι αποτελεί νομικό ζήτημα που το Δικαστήριο θα κρίνει κατά πόσον οι εξασφαλίσεις που κατέχουν οι Αιτητές/Πιστωτές επί περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση αφορούν και τα δέκα ακίνητα που επιβαρύνονται με υποθήκες παρά το γεγονός ότι με σημείωμα απόφασης, δηλαδή ΜΕΜΟ, επιβαρύνονται επτά από αυτά τα δέκα ακίνητα. Με άλλα λόγια αποτελεί νομικό ζήτημα κατά πόσο θα πρέπει να συνυπολογιστούν στα πλαίσια εκτίμησης των εξασφαλίσεων των Αιτητών/Πιστωτών η αξία και των δέκα ακινήτων που επιβαρύνονται από υποθήκες προς όφελος της Τράπεζας ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι σε σχέση με την επιβάρυνση ΜΕΜΟ αυτή αφορά και αναφέρεται μόνο στα επτά από τα δέκα αυτά ακίνητα λόγω του ότι αφαιρέθηκαν τρία ακίνητα ένεκα αναδασμού. Αναφορικά με το θέμα της παράλειψης συμπερίληψης της υποθήκης στην Αίτηση Πτώχευσης έχει δοθεί από τον Μ.Αιτ.1 ικανοποιητική και πειστική εξήγηση ότι αυτό οφείλετο σε απροσεξία και όχι σε εσκεμμένη απόκρυψη με αποτέλεσμα να μην διαπιστώνεται ή να εγείρεται θέμα κακοπιστίας Ο Μ.Αιτ.1 παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου και απάντησε τις ερωτήσεις κατά το στάδιο της αντεξέτασης με άνεση και χωρίς να διαφοροποιεί σε οποιοδήποτε σημείο τα όσα είχε καταθέσει στο στάδιο της κύριας εξέτασης. Πέραν τούτου έδωσε κάθε περαιτέρω διευκρίνιση και επεξήγηση που του ζητήθηκε και ήταν πλήρως κατατοπιστικός στις απαντήσεις του επί όλων των θεμάτων που του τέθηκαν. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του επί των πραγματικών γεγονότων γίνεται αποδεχτή. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη μαρτυρία του Καθ΄ου η Αίτηση - Οφειλέτη. Στη μαρτυρία του ο Καθ' ου η Αίτηση, ενώ δεν διαφωνεί με πλείστα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης όπως είναι η ύπαρξη των επιδίκων δικαστικών αποφάσεων και η οφειλή του στους Αιτητές δεν αμφισβητήθηκε, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την αξία και την έκταση της ασφάλειας που έχουν επί ακίνητης του περιουσίας. Κύριο ζήτημα διαφοράς μεταξύ του και των όσων κατέθεσε ο Μ.Αιτ.1 ήταν η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων που αποτελούν εξασφάλιση των Αιτητών/Πιστωτών και για το σκοπό αυτό επικαλέστηκε εκτίμηση επαγγελματία εκτιμητή την οποία κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω διαπιστώσει ότι η μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση περισσότερο πήρε τη μορφή επιχειρημάτων παρά παράθεσης πραγματικών γεγονότων σε μια προσπάθειά του να υποστηρίξει στο τέλος της ημέρας ότι η εκτίμηση των Αιτητών ήταν αυθαίρετη. Όπως αναφέρουμε στην εξέταση των νομικών θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση σε άλλο σημείο της Απόφασης το Δικαστήριο δεν θα πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να διερευνήσει την ορθότητα ή μη της εκτίμησης που έχει παρουσιάσει η πλευρά των Αιτητών και κατά πόσο αυτή αντικατοπτρίζει την πραγματική αγοραία αξία της εξασφάλισης των Πιστωτών αλλά περιορίζεται μόνο στη διαπίστωση του αν είναι αυτή η εκτίμηση πραγματική και όχι εικονική. Δεν έχω διαπιστώσει από τη μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση / Οφειλέτη να διατείνεται ότι η εκτίμηση των Αιτητών/Πιστωτών, δηλαδή το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ, αποτελεί μία εικονική εκτίμηση, απλώς παρουσίασε μια άλλη εκτίμηση στην οποία το ποσό της αξίας καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων επί των οποίων έχουν εξασφάλιση οι Αιτητές είναι διαφορετικό από αυτό της εκτίμησης των Αιτητών. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου: £ Η οφειλή του χρεώστη προέκυψε από δικαστικές αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ως εξής: (Α) ποσό €191.370,67 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή υπ' αρ. 1719/06, ημερ. 28.4.09 και (Β) ποσό €150.820,40 πλέον τόκοι και έξοδα δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή υπ' αρ. 1718/06, ημερ. 8.4.09. Αντίγραφα των εν λόγω αποφάσεων κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Επί των πιο πάνω δικαστικών αποφάσεων βασίσθηκαν οι Πιστωτές για την έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης υπ' αρ. 423/11. Κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τις αγωγές υπ' αρ. 1718/06 και 1719/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ από το οποίο προκύπτει ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό μέχρι τις 23.3.12 για την αγωγή υπ' αρ. 1718/06 και μέχρι τις 27.3.12 για την αγωγή υπ' αρ. 1719/06 ανερχόταν σε ποσό €569.164,18 (€235.095,98 + €334.068,20). £ Η Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ' αρ. 423/11 καταχωρήθηκε από τους Αιτητές/Πιστωτές στις 27.9.11 και επεδόθη στον Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη προσωπικά στις 30.9.11. £ Η Αίτηση Πτώχευσης επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη προσωπικά στις 13.12.11. £ Ο Καθ'ου η Αίτηση/Οφειλέτης δεν έχει εξοφλήσει τους Ενάγοντες/Πιστωτές μετά την έκδοση των αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις αγωγές με αρ. 1719/06 και 1718/06. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ ο Καθ' ου η Αίτηση οφείλει συνολικά το ποσό των €569.164,18. £ Για τα επίδικα χρέη που προέκυψαν από τις πιο πάνω αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις οι Αιτητές/Πιστωτές κατέχουν τις ακόλουθες εξασφαλίσεις στην περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη. (i) Σε σχέση με την απόφαση στην αγωγή υπ' αρ. 1718/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 8.4.09 οι Αιτητές κατέχουν εξασφαλίσεις υπό μορφή υποθήκης (Αρ. Υπ. Υ48/97) σε σχέση με τα κτήματα με αρ. εγγραφής 0/9895, 0/10281, 0/10628, 0/11868, 0/12404, 0/10448, 0/10633, 0/11834, 0/11840 και 0/12033. (ii) Σημείωση Απόφασης (ΜΕΜΟ) με αριθμό ΕΒ 1251/10 σε 10 ακίνητα που περιγράφονται στη σημείωση απόφασης (ΜΕΜΟ) υπ' αρ. ΕΒ 1251/10 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β). £ Σύμφωνα με εκτίμηση ειδικών εκτιμητών ακινήτων που ετοιμάστηκε εκ μέρους και για λογαριασμό των Αιτητών/Πιστωτών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) η συνολική αξία καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων επί των οποίων οι Αιτητές κατέχουν εξασφάλιση ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €367.000. Η εκτίμηση αυτή αφορά και αναφέρεται στην αξία και των δέκα ακινήτων στοιχεία των οποίων αναφέρονται ανωτέρω και τα οποία επιβαρύνονται από την υποθήκη Υ48/97 προς όφελος των Αιτητών/ Πιστωτών. £ Τρία εκ των δέκα ακινήτων τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται ανωτέρω που καλύπτονται και περιγράφονται στη σημείωση Απόφασης με αρ.ΕΒ1251/10 και, συγκεκριμένα, τα κτήματα με αριθμούς εγγραφής 0/10628, 0/12404 και 0/11840 χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς αναδασμού και φέρουν νέους αριθμούς εγγραφής 0/14179, 0/14060 και 0/14298 αντιστοίχως. Τα εν λόγω ακίνητα παραμένουν ιδιοκτησία του Καθ' ου η Αίτηση αλλά έχουν αφαιρεθεί από το ΜΕΜΟ το οποίο τα επιβάρυνε λόγω αναδασμού. £ Ο Καθ' ου η Αίτηση είχε τη διαμονή του εντός της Επαρχίας Λάρνακας κατά το μεγαλύτερο μέρος των έξι μηνών προ της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Προχωρώ να εξετάσω τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. (Ι) ΠΟΙΑ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΗ ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΨΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΟΤΙ ΟΙ ΑΙΤΗΤΕΣ/ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΥΠΟΘΗΚΗ ΣΤΑ ΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ/ΟΦΕΙΛΕΤΗ Ένα ζήτημα που προκύπτει στην παρούσα Αίτηση και θεωρώ αναγκαίο να σχολιάσω είναι τη σημασία και τη συνέπεια από το γεγονός της μη συμπερίληψης στην Αίτηση Πτώχευσης του ότι οι Αιτητές/Πιστωτές κατέχουν υποθήκη σε κτήματα του Καθ' ου η Αίτηση/Χρεώστη. Στο Άρθρο 5
(1)του ΚΕΦ. 5, όπου καθορίζονται οι προϋποθέσεις για να δικαιούται ένας πιστωτής να υποβάλει Αίτηση Πτώχευσης εναντίον χρεώστη, δεν περιλαμβάνεται ως προϋπόθεση να γίνεται αναφορά στην αίτηση πτώχευσης σε οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις. Το Άρθρο 5
(2), ωστόσο, του περί Πτώχευσης Νόμου οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του Αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων. Το παραθέτω: «5.-
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώση εκτίμηση της ασφάλειας του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής.» Πρόσθετα, με βάση το Άρθρο 6
(2)του ιδίου Νόμου, γίνεται πρόνοια για την απόδειξη που απαιτείται για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Η συμπερίληψη ή μη των εξασφαλίσεων στην Αίτηση δεν προνοείται σαν τέτοια προϋπόθεση ούτε δυνάμει του Άρθρου 6
(2). Το Άρθρο 5
(2)του ΚΕΦ. 5, ανωτέρω, αποτελεί πιστή αντιγραφή του Άρθρου 4
(2)του Αγγλικού Νόμου (Bankruptcy Act 1914) και η αγγλική νομολογία είναι βοηθητική. Στην υπόθεση Moor ν. Anglo-Italian Bank
(1989)10 Ch. 681, 689 γίνεται παρατήρηση ότι ο κανόνας πτώχευσης απαιτεί από το Δικαστή προτού αποφασίσει για την κήρυξη κάποιου σε πτώχευση να προσέξει κατά πόσο υπάρχει ένα ορθό μη εξασφαλισμένο χρέος (a proper unsecured debt). Στην υπόθεση In re Small Westminster Bank v. Trustee
(1934)1 Ch. 541 κρίθηκε ότι όπου οι Αιτητές λόγω αβλεψίας παρέλειψαν στην Αίτηση να εκτιμήσουν μια εξασφάλιση σημαντικής αξίας αλλά πάλι μικρότερη από το ύψος του χρέους, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δώσει άδεια για τροποποίηση της αίτησης[6]. Στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμός Χρηματοδότησης Παγκυπριακή Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716 καταχωρήθηκε Αίτηση για να εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Ο Εφεσείων είχε ζητήσει την απόρριψη της αίτησης καθότι, μεταξύ άλλων, οι Εφεσίβλητοι/Πιστωτές ήσαν εξασφαλισμένοι πιστωτές. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία από τους Εφεσίβλητους/Πιστωτές σε σχέση με το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους, τις εξασφαλίσεις και την αξία τους και τους λόγους της παράλειψης των Εφεσίβλητων/Αιτητών να αναφέρουν στην Αίτηση τις εξασφαλίσεις που είχαν επί της περιουσίας του Εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη ένσταση και εξέδωσε διάταγμα παραλαβής. Η έφεση στράφηκε, κυρίως, κατά του μέρους της πρωτόδικης απόφασης το οποίο σχετίζετο με την παράλειψη των Εφεσίβλητων να δηλώσουν στην Αίτηση τους τις εξασφαλίσεις, όπως απαιτείται από το Άρθρο 5
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, ΚΕΦ.5. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι μπορούσε να εκδώσει διάταγμα παραλαβής ακόμα και χωρίς την προηγούμενη τροποποίηση της Αίτησης αφού στο Άρθρο 5
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ.5 δεν περιλαμβάνεται προϋπόθεση ότι θα πρέπει στην Αίτηση να γίνεται αναφορά σε οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις για να δικαιούται κάποιος να υποβάλει Αίτηση και, επίσης, στο Άρθρο 6
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ. 5 όπου δεν προνοείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται ότι εμπεριέχονται στην Αίτηση για διάταγμα παραλαβής τυχόν εξασφαλίσεις. Επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ερμηνεία «οφείλει» που συναντάται στο Άρθρο 5
(2)του ΚΕΦ.5 δεν σημαίνει «ότι το Δικαστήριο θα πρέπει αυτόματα να απορρίψει την αίτηση με την παράλειψη τέτοιας αναφοράς στην γραπτή αίτηση από τον πιστωτή.» Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο Άρθρο 5
(2)του ΚΕΦ.5 και, αφού έλαβε υπόψη τους διάφορους παράγοντες όπως, ότι δεν είχε εγερθεί στην ένσταση θέμα παρατυπίας της Αίτησης λόγω της παράλειψης, ότι το θέμα της εξασφάλισης είχε καταστεί επίδικο θέμα ενόψει του περιεχομένου της ένστασης και ότι οι Εφεσίβλητοι/Πιστωτές είχαν θέσει μαρτυρία, χωρίς ένσταση, τόσο σε σχέση με το θέμα της αξίας της εξασφάλισης όσο και σε σχέση με τους λόγους της παράλειψης τους να δηλώσουν την εξασφάλιση στην Αίτηση και ότι η εν λόγω παράλειψη δεν είχε προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία στον εφεσείοντα, απέρριψε την έφεση κρίνοντας ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προχωρήσει στην εξέταση της Αίτησης και ότι ορθά είχε εκδώσει το διάταγμα παραλαβής. Ωστόσο, σε σχέση με το θέμα της τροποποίησης της Αίτησης έκρινε ότι έπρεπε να είχε διαταχθεί γιατί είχε σημειωθεί μη συμμόρφωση σε ρητή διάταξη του Νόμου η οποία είναι ορθό να τηρείται και ότι η μη τήρηση της θα οδηγούσε σε εξουδετέρωση των προνοιών της και γι' αυτό το λόγο έδωσε οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη αίτηση η οποία να περιλαμβάνει και τις εξασφαλίσεις που δηλώθηκαν πρωτοδίκως ότι υπήρχαν, όπως επίσης, και οδηγίες όπως η απόφαση συνταχθεί μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης αίτησης. Ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Π. Καλλής στην πιο πάνω υπόθεση, αφού προέβη σε εκτενή αναφορά σε σχετική επί του θέματος αγγλική νομολογία, συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν ως ακολούθως: «1. Παρά την επιτακτική διατύπωση του αρ. 4
(2)- η οποία είναι παρόμοια με εκείνη του δικού μας αρ. 5
(2)- η παράλειψη να δηλωθεί η εξασφάλιση δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση.
- Είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης.
- Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος παραλαβής ακόμα και χωρίς τροποποίηση της αίτησης.
- Είναι δυνατή η τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία ή το ύψος της εξασφάλισης.
- Αυτό που έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης.
- Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο προκαλείται αδικία συνεπεία της παράλειψης να δηλωθούν οι εξασφαλίσεις.» Με βάση αυτές τις κατευθύνσεις και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η μη συμπερίληψη της εξασφάλισης αυτοδίκαια δεν κρίνει την αίτηση, έρχομαι να εξετάσω τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Ήδη έχουμε αναφερθεί σε σχετική νομολογία με κύρια την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ (πιο πάνω) όπου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προχωρήσει στην εξέταση της Αίτησης Πτώχευσης, παρά το γεγονός της παράλειψης αναφοράς σ΄ αυτή των εξασφαλίσεων που είχαν οι Αιτητές. Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε εδώ ότι σ΄ εκείνη την υπόθεση, όπως ήδη επεξηγήθηκε ανωτέρω, κρίθηκε πρωτόδικα ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε κακοπιστία στην παράλειψη τέτοιας αναφοράς και, κατ΄ έφεση τονίσθηκε, περαιτέρω, ότι το θέμα της εξασφάλισης είχε καταστεί επίδικο και οι Εφεσίβλητοι/Αιτητές είχαν προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τόσο σε σχέση με το θέμα της αξίας της εξασφάλισης όσο και σε σχέση με τους λόγους της παράλειψης τους να δηλώσουν την εξασφάλιση στην αίτηση τους, ζητήματα επί των οποίων το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφανθεί ύστερα από αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ειδικότερα να επισημάνουμε εδώ ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε, κατόπιν αξιολόγησης, καταλήξει σε εύρημα ότι η μη αναφορά σ΄ εκείνη την υπόθεση στην Αίτηση Πτώχευσης των εξασφαλίσεων οφείλετο σε λάθος των Αιτητών που πήγαζε από απροσεξία και δεν επρόκειτο για εσκεμμένη απόκρυψη. Εν πρώτοις να πούμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές/Πιστωτές αναφέρουν στην Αίτηση που καταχώρησαν ότι κατέχουν ασφάλεια του εξ αποφάσεως χρέους την οποία εξειδικεύουν ότι αυτή συνίσταται υπό μορφή σημείωσης απόφασης (ΜΕΜΟ) σε ακίνητη περιουσία και την αξία της οποίας εξασφάλισης εκτιμούν στο ποσό που αναφέρεται στην Αίτηση. Εκείνο που παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην εν λόγω Αίτηση είναι το σύνολο των εξασφαλίσεων που κατέχουν επί της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη και, συγκεκριμένα, και την ύπαρξη της υποθήκης με αρ. Υ48/97 σε σχέση με αριθμό κτημάτων του Καθ' ου η Αίτηση-Οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση επισημαίνεται ότι για το θέμα της παράλειψης συμπερίληψης της υποθήκης έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση από πλευράς Αιτητών/Πιστωτών και προέκυψε ότι οφείλετο σε απροσεξία και ότι δεν οφείλετο σε εσκεμμένη απόκρυψη με αποτέλεσμα να μην διαπιστώνεται ή να εγείρεται θέμα κακοπιστίας. Περαιτέρω το θέμα της εξασφάλισης αυτής έχει καταστεί επίδικο με την αναφορά στην υποθήκη στα πλαίσια της ένστασης που καταχωρήθηκε και, περαιτέρω, προσκομίσθηκε από τους Αιτητές/Πιστωτές ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τόσο σε σχέση με το θέμα της αξίας της εξασφάλισης τους όσο και με τους λόγους παράλειψης τους να συμπεριλάβουν την υποθήκη ανάμεσα στις εξασφαλίσεις που είχαν επί της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη. Επαναλαμβάνω. Οι Αιτητές/Πιστωτές όντας εξασφαλισμένοι πιστωτές παρά το γεγονός της μη συμπερίληψης της υποθήκης με αρ. Υ48/97 που είχαν επί ακινήτων του χρεώστη αλλά μόνο της συμπερίληψης ΜΕΜΟ επί αυτών έχουν δώσει στα πλαίσια της Αίτησης τους κάποιο υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης την οποίαν είχαν όπως προβλέπεται από το Άρθρο 5
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ.5. (ΙΙ) ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΞΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΗ Επειδή έγινε πολύς λόγος σχετικά με τις εκτιμήσεις των ακινήτων του χρεώστη όπως έχει νομολογηθεί το γεγονός ότι η αξία των ακινήτων ενός χρεώστη μπορούσε να αποδειχθεί ότι είναι μεγαλύτερη της απαίτησης του Πιστωτή αυτό δεν επηρεάζει το νομικό δικαίωμα του Πιστωτή να προχωρήσει σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του Χρεώστη[7]. Ακόμη έχει νομολογηθεί ότι όταν ο Χρεώστης αμφισβητεί τον υπολογισμό της αξίας της εκτίμησης που έχει ετοιμάσει ο Πιστωτής, το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να ασχοληθεί εκτενέστερα με το θέμα. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διατύπωση αν η εκτίμηση είναι πραγματική και όχι εικονική ή κατασκευασμένη[8]. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι τον Παναγιώτη Σταυρινίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ. 645 «το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση πτώχευσης δεν έχει την υποχρέωση να εξετάζει και να καταλήγει σε εύρημα ως προς την πραγματική αγοραία αξία της εξασφάλισης του πιστωτή, εφόσον ικανοποιηθεί ότι η εκτίμηση που έχει ενώπιον του είναι πραγματική και όχι εικονική ή κατασκευασμένη (is real and not a sham)». Πέραν τούτου σε κανένα στάδιο τέθηκε ότι η εκτίμηση που ετοιμάστηκε εκ μέρους των Αιτητών δεν ήταν πραγματική αλλά ότι ήταν εικονική. Όταν το Άρθρο 5
(2)του ΚΕΦ.5 ορίζει ότι στην περίπτωση που υπάρχει ασφάλεια ο Πιστωτής θα πρέπει να δώσει εκτίμηση από την οποία προκύπτει, υπόλοιπο που τον καθιστά μη ασφαλισμένο Πιστωτή, δεν εννοεί, κατά την άποψη μου, απλώς να προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός αλλά και να τεκμηριώνεται. Όπως και νάχει το θέμα το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση κατά την ακρόαση Αίτησης Πτώχευσης να αποφασίσει κατά πόσο ο υπολογισμός της αξίας της εξασφάλισης του Πιστωτή/Αιτητή είναι ή όχι ο πραγματικός. Δεδομένου ότι ο υπολογισμός είναι ειλικρινής, το Δικαστήριο δεν θα διερευνήσει την ορθότητα του έστω και αν το αποτέλεσμα τέτοιας έρευνας θα μπορούσε να δείξει ότι το μη εξασφαλισμένο υπόλοιπο του χρέους δεν θα ήταν ικανό να παράσχει στήριγμα στην Αίτηση. Όπως καταγράφεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ.299, παρά.568: «When a secured creditor presents a bankruptcy petition against a debtor, it is not for the court on the hearing of the petition to determine whether the estimate placed by him on the value of his security is a true estimate. If the estimate is a genuine one the court will not inquire into its correctness, although the result of the inquiry might be to show that the unsecured balance of the debt was not sufficient to support the petition».[9] Για το ζήτημα αυτό, σχετικές είναι οι αγγλικές υποθέσεις Εx Parte Taylor In re Lacey
(1884)13 Q.B.D. 128 και Εx Parte Voss In re Button
(1905)1 K.B. 602. Συγκεκριμένα στην υπόθεση In re Lacey (1883-84) L.R. 13 QB.D 128 λέχθηκαν τα εξής: «.Sub-s. 2 of s. 6 only requires the creditor to "give an estimate of the value of his security," and this the appellant has done. He can, if he pleases, give up his security for the benefit of the creditors. He is bound by the estimate which he makes; and, in this case, unless he obtains leave to amend his estimate, which he can only do if he has made a bona fide mistake, he must give up his security to the trustee for 9l. Sect. 6 does not require that the estimated value shall be the true value. I cannot see that any hardship will result to the debtor from this construction. If the value of the security is underestimated, the other creditors will, in the event of a bankruptcy, get the benefit of it.» Στην υπόθεση In re Button
(1905)1 KB602 λέχθηκαν τα εξής: «In my opinion the creditor has complied with the provision as to the valuation of his security. He has given an estimate, and it is admitted that his estimate is such that it is not possible to say that it is a mere sham and not a substantial estimate. It has been urged upon us that the registrar should, when the petitioning creditor estimates his security, inquire whether the estimate is right. I think that the intention of the sub-section, which throws upon the creditor the duty of making the estimate, is to avoid the necessity of any such inquiry. It is said that this is not likely to have been the intention of the Legislature, because it would enable a malicious or unscrupulous petitioning creditor to make a fictitious estimate and undervalue his security, and obtain a receiving order upon that estimate, although in truth and in fact he was fully secured, or so much secured that the unsecured portion would not be sufficient to support a bankruptcy petition. The answer to that is that the petitioning creditor makes the estimate at his own risk; and if a bankruptcy occurs it is plain that, although the Bankruptcy Rules may not apply to that estimate when he comes in to prove, as was stated by Wright J. in In re Vautin, Exparte Saffery - and I am inclined to think that they do not apply - yet he is bound in this sense, that he cannot take any benefit in the administration in bankruptcy except on the basis of that estimate. I very much doubt whether he ought in any circumstances to be allowed to amend his valuation. It may be that he is not bound in the sense that the trustee is entitled to redeem the property at that valuation; but that is something which is not the act of the petitioning creditor. In my opinion, when one arrives at the conclusion that the estimate is real and not a sham, we ought not to go into the question what is the true value after the declaration of the estimated value.» Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές/Πιστωτές έχουν παρουσιάσει σχετική εκτίμηση από επαγγελματία εκτιμητή αναφορικά με τον υπολογισμό της συνολικής αξίας καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων επί των οποίων οι Αιτητές/Πιστωτές έχουν εξασφαλίσεις. Επίσημαίνω ότι σε κανένα σημείο δεν έχει τεθεί από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση θέμα εικονικότητας της εν λόγω εκτίμησης αλλά, απλώς, υπήρξε διαφωνία από την πλευρά της όσον αφορά την ορθότητα της εκτίμησης των Αιτητών. Το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία που παραθέσαμε ανωτέρω, μας οδηγεί στην κατάληξη ότι δεν τίθεται θέμα διερεύνησης από πλευράς Δικαστηρίου της ορθότητας της εκτίμησης που παρουσιάστηκε εκ μέρους των Αιτητών/Πιστωτών και σύγκρισης της και/ή αντιπαραβολής της με την εκτίμηση που παρουσίασε η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση. Είναι αρκετό, επομένως, το γεγονός ότι οι Αιτητές παρουσίασαν και στηρίχθηκαν επί μίας εκτίμησης η οποία είναι πραγματική και σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι είναι εικονική ή κατασκευασμένη. (ΙΙΙ) ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΑΙΤΗΣΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, γίνεται εκβιαστικά και αποτελεί μοχλό πίεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση αφού χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς, ήτοι με μοναδικό σκοπό της εκτέλεση της δικαστικής Απόφασης και για να εισπράξουν οι Αιτητές το ισχυριζόμενο χρέος, ενώ γνωρίζουν ότι ο Καθ' ου η Αίτηση εργάζεται και δεν αδυνατεί να πληρώνει τα χρέη του. Στη μαρτυρία του ο Καθ' ου η Αίτηση ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι αξίες των ακινήτων είτε μέσω της εκτίμησης, είτε μέσω του υπολογισμού έχει γίνει αυθαίρετα και με σκοπό να τον πιέσουν για την εξόφληση των οφειλών του. Πέραν, όμως, αυτού του γενικού ισχυρισμού ο Χρεώστης δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και/ή γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η Aίτηση Πτώχευσης που καταχωρήθηκε από τους Πιστωτές αποτελεί μοχλό πίεσης προς το Χρεώστη για να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311 το θέμα κατά πόσο η αίτηση πτώχευσης που καταχωρήθηκε από τους πιστωτές αποτελεί μοχλό πίεσης προς τον χρεώστη για να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του αποτελεί θέμα γεγονότων και ότι εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος συγκεκριμένου Πιστωτή και εις βάρος του Χρεώστη και των άλλων Πιστωτών του η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι έγινε για αθέμιτο σκοπό και/ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον Πιστωτή. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί η υπόθεση London Clubs Ltd κ.α. ν. Παπαδοπούλου
(2002)1 ΑΑΔ 1699 όπου οι Αιτητές/Πιστωτές είχαν καταχωρίσει συνολικά τέσσερεις ειδοποιήσεις πτώχευσης με σκοπό την είσπραξη μηνιαίων πληρωμών, γεγονός που κρίθηκε ότι αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επισημαίνω από την αρχή ότι στον περί Πτωχεύσεως Νόμο και ειδικότερα, με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.5, η χρησιμοποίηση των παρεχομένων από τους Θεσμούς δυνατοτήτων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης δεν συνιστά προϋπόθεση για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Συνεπώς, το αν έγιναν ή όχι άλλα μέτρα εκτέλεσης είναι στοιχεία άσχετα με το πλαίσιο εξέτασης της Αίτησης Πτώχευσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πέτρος Πετράκης v. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1 ΑΑΔ 1311 στη σελίδα 1316: «. Το ότι ο εφεσίβλητος αμφισβητούσε το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους, για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ερήμην, εναντίον του, δεν είναι σχετικός παράγοντας. Ούτε και το ότι ο εφεσείων επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων για την ικανοποίηση της υπέρ του απόφασης, ούτε και το ότι αυτός δεν χρησιμοποίησε τη διαδικασία έκδοσης εντάλματος κινητών εναντίον του εφεσίβλητου ή τη διαδικασία δέσμευσης των ακινήτων του, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη εις βάρος του εφεσείοντα και να οδηγήσουν το πρωτόδικο δικαστήριο στα προαναφερόμενα συμπεράσματά του αφού οι διαδικασίες αυτές δεν προβλέπονται από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο ως προϋπόθεση για καταχώριση αίτησης πτωχεύσεως» (δικές μου υπογραμμίσεις) Ανοίγω εδώ μια παρένθεση να υπενθυμίσω ότι σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ ισονομία όλων των πιστωτών[10]. Η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Ο πιστωτής καταχράται τη διαδικασία αν την προωθεί για να εξαναγκάσει τον χρεώστη, προ των σοβαρών επιπτώσεων της πτώχευσης, να τον εξοφλήσει. Επαναλαμβάνω. Η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων[11] αλλά είναι μία «suis generis» διαδικασία οιωνεί ποινικού χαρακτήρα. Οι μέθοδοι εκτέλεσης μιας απόφασης προδιαγράφονται από το Άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6 το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Ωστόσο, ο πιστωτής νομιμοποιείται να προωθήσει τη διαδικασία της πτώχευσης ώστε να επιτύχει με την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας του υπό πτώχευση προσώπου την ικανοποίηση του προς αυτόν χρέους από τον χρεώστη. Καταλήγω λέγοντας ότι το θέμα της ύπαρξης κατάχρησης από μέρους του πιστωτή είναι θέμα γεγονότων. Τα όσα δε, έχουν προβληθεί στους λόγους ένστασης δεν συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε προέκυψε οτιδήποτε, με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, που να δίδει οποιαδήποτε βάση στην εισήγηση ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταπιεστική ή καταχρηστική. (ΙV) ΕΙΔΟΣ ΚΑΙ ΕΚΤΑΣΗ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΙΤΗΤΩΝ/ΠΙΣΤΩΤΩΝ Ένα ζήτημα που αποτέλεσε αντικείμενο διαφοράς μεταξύ των δύο πλευρών στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσον ορθά ή όχι οι Αιτητές/Πιστωτές υπολόγισαν στα πλαίσια της εκτίμησης των εξασφαλίσεων τους επί περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση τα επτά από τα δέκα ακίνητα λόγω του γεγονότος ότι τρία από τα δέκα αυτά ακίνητα λόγω αναδασμού δεν επιβαρύνονταν πλέον με ΜΕΜΟ προς όφελος των Αιτητών/Πιστωτών. Επισημαίνεται και αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι οι Αιτητές στον ουσιώδη χρόνο της παρούσας Αίτησης κατείχαν εξασφάλιση υπό μορφή υποθήκης σε σχέση με τα δέκα ακίνητα του Καθ' ου η Αίτηση που αναφέρονται. Όπως διαλαμβάνεται στο Άρθρο 2 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ.5 ασφαλισμένος πιστωτής σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από το χρεώστη. Είναι ξεκάθαρο, κατά τη γνώμη μου, ότι δοθέντος του γεγονότος ότι και τα δέκα ακίνητα που αναφέρονται στην παρούσα Αίτηση εξακολουθούν να επιβαρύνονται με υποθήκη προς όφελος των Αιτητών/Πιστωτών δεν θα πρέπει, όπως ήταν η θέση των Αιτητών/Πιστωτών, στα πλαίσια υπολογισμού της αξίας των εξασφαλίσεων του χρεώστη να αφαιρεθούν, τα τρία ακίνητα λόγω αναδασμού. Κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να γίνει η ανάλογη αφαίρεση, όπως ήταν η θέση και η εισήγηση των Αιτητών, από το ποσό της εκτιμημένης αξίας των εξασφαλίσεων που καταγράφεται στην εκτίμηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ και η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €367.000 και αντικατοπτρίζουσα τη συνολική αξία καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων επί των οποίων οι Αιτητές κατέχουν εξασφάλιση. Ως αποτέλεσμα η συνολική αξία καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων επί των οποίων οι Αιτητές/Πιστωτές κατέχουν εξασφάλιση ανέρχεται στο ποσό που καταγράφεται στην πιο πάνω αναφερόμενη εκτίμηση. Τούτου δοθέντος δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαφοροποίηση με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται ότι η ασφάλεια που κατέχουν οι Αιτητές/Πιστωτές για τα εξ αποφάσεως χρέη επί της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη εξακολουθεί να είναι σημαντικά λιγότερη από τα εξ αποφάσεως χρέη το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται, με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν, στο ποσό των €569.164,18. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, είναι η κατάληξη μου ότι κανένας από τους λόγους ένστασης που ηγέρθησαν ευσταθεί ή απεδείχθη. Αντίθετα, βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις ως εξής: υφίσταται χρέος προερχόμενο από δικαστική απόφαση πέραν του ποσού των €854,30 (ΛΚ500) που παραμένει οφειλόμενο (Άρθρο 5
(1)(α), Άρθρο 6
(2)του Κεφ.5). το ποσό είναι εκκαθαρισμένο (Άρθρο 5
(1)(β) του Κεφ.5). ο χρεώστης είναι οφειλέτης όπως ορίζει ο Νόμος (Άρθρο 5
(1)(δ) του Κεφ.5) εφόσον κατά τους τελευταίους έξι μήνες προ της καταχώρησης της Αίτησης είχε τη συνήθη αυτού διαμονή στη Λάρνακα. η Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄αρ. 423/11 εξεδόθη και επεδόθη νομότυπα στον Καθ΄ ου η Αίτηση. δεν υπήρξε συμμόρφωση προς την ειδοποίηση πτώχευσης και κατά συνέπεια δημιουργήθηκε πράξη πτώχευσης. Στις 30.09.2011 επιδόθηκε στον Καθ΄ου η Αίτηση προσωπικά και εντός ενός μηνός από την καταχώρησή της η Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄αρ. 423/11 και το χρέος δεν πληρώθηκε εντός επτά ημερών. (Άρθρο 3
(1)(ζ) και Άρθρο 6
(2)του Κεφ.5). η παρούσα Αίτηση Πτώχευσης καταχωρήθηκε εντός τριών μηνών από την πράξη πτώχευσης (12.12.2011) και επιδόθηκε στις 13.12.2011 στον χρεώστη προσωπικά. (Άρθρο 5
(1)(γ) του Κεφ.5). Συνεπώς, αφού έχω πεισθεί περί του χρέους του Καθ΄ου η Αίτηση προς τους Αιτητές/Πιστωτές, της επίδοσης της Αίτησης Πτώχευσης και της πράξης πτώχευσης που διενεργήθηκε, εκδίδω διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Χρεώστη. Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του.Ο Χρεώστης διατάσσεται να παρουσιαστεί στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στη Λευκωσία αμέσως μετά την προς αυτόν επίδοση του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών/Πιστωτών και εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση/Χρεώστη όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε, από την περιουσία του Καθ΄ου Αίτηση/Χρεώστη ως ο Νόμος ορίζει. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] «5.-
(1)Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη,εκτός αν - (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή, ή, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές υποβάλλουν από κοινού την αίτηση, το συνολικό ποσό των χρεών που οφείλεται στους διάφορους αιτούντες πιστωτές συμποσούται σε πεντακόσιες λίρες, και, (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε τρεις μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο οφειλέτης κατοικεί στην Κύπρο ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή, ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά, ή με αντιπρόσωπο ή διευθυντή, ή είναι μέσα στην περίοδο που αναφέρθηκε ήταν μέλος οίκου ή συνεταιρισμού που διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο μέσω εταίρου ή εταίρων ή αντιπροσώπου ή διευθυντή.» [2] «6.-
(2)Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης, και της πράξης πτώχευσης, ή, αν στην αίτηση προβάλλεται ισχυρισμός για τέλεση περισσοτέρων από μιας πράξης πτώχευσης, μια από τις ισχυριζόμενες πράξεις πτώχευσης και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση.» [3] «51.-
(1)A creditor's petition shall be personally served by delivering to the debtor a sealed copy of the petition.» [4] Το άρθρο 3
(1)(ζ) προβλέπει: «3
(1)Ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε κάθε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: ....................................... (ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σ΄ αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού αυτού και μέσα σε επτά μέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν ..... , ο χρεώστης είτε δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα...........» [5] Δέστε Re A. Debtor (No.591 of 1934)
(1935)All E.R. 823 και Re A Debtor (No. 27 of 1943)
(1943)2 All E.R. 15 [6] Δέστε, επίσης, Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19th Edition, p. 56 και Halsbury´s Laws of England, 3rd Edition, p. 247. [7] Δέστε Σταυρινίδης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 645. [8] Δέστε Εx parte Voss, In re Button
(1905)1 K.B. 602, 605. [9] Το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι τον Παναγιώτη Σταυρινίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ. 645. [10] Δέστε London Clubs Ltd κ.ά. v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1 ΑΑΔ 1699. [11] Δέστε Γ. Αρέστης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο