BEST VIEW ADVERTISING LIMITED ν. EXECUTIVE AGGO LTD, Αρ. Αγωγής: 1223/12, 21/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1223/12 Μεταξύ: BEST VIEW ADVERTISING LIMITED, εκ Λάρνακας Εναγόντων και EXECUTIVE A.G.GO LTD.(HE184804), εκ Λάρνακας Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 10.4.12 Ημερομηνία: 21 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες: κος Α. Τερέντης. Για Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους: κος Α. Κυπρίζογλου για Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης: (Α) Ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας Πωλήσεως ημερ. 31.10.
- (Β) Απόφαση και/ή Διάταγμα για άμεση παράδοση του καταστήματος στους Ενάγοντες στην κατάσταση που προβλέπει η Συμφωνία ημερ. 31.10.08 (Γ) Απόφαση και/ή Διάταγμα για μεταβίβαση του καταστήματος επ' ονόματι των Εναγόντων άμεσα ή σε μεταγενέστερο χρόνο που θα κρίνει το Δικαστήριο. (Δ) Αναγνώριση από το Δικαστήριο ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο για πληρωμή του τιμήματος πώλησης από τους Ενάγοντες στην Εναγομένη είναι το ποσό των €26.532 και/ή μικρότερο ποσό προς πλήρη εξόφληση. Διαζευκτικά: (Ε) Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι υπήρξε διάρρηξη της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας ημερ. 31.10.08 από μέρους των Εναγομένων. (ΣΤ) Επιστροφή στους Ενάγοντες του καταβληθέντος ποσού των €296.588 έναντι του τιμήματος πώλησης ως καταβληθέν άνευ αντιπαροχής και/ή δυνάμει των αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού. (Ζ) Καταβολή νόμιμου τόκου επί του πιο πάνω ποσού από της καταβολής του και/ή τόκου ίσου με δανειστικό επιτόκιο της Τράπεζας που δανείστηκαν οι Ενάγοντες. (Η) Καταβολή στους Ενάγοντες ποσού €53.000 που είναι τόκος που καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες μέχρι σήμερα. (Θ) Καταβολή στους Ενάγοντες του ποσού των €270 για έξοδα εκτίμησης του αγοραίου / τρέχοντος ενοικίου του καταστήματος, ποσού €3.781 για έξοδα κατάρτισης δανείου για την αγορά του καταστήματος, ποσού €766 για έξοδα ασφάλειας ζωής που αφορά το δάνειο, ποσού €523,20 για έξοδα χαρτοσήμανσης εγγράφου Συμφωνίας ημερ. 31.10.
- (Ι) Διαφυγόντα κέρδη. (Κ) Τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στο οποίο επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσε από το Δικαστήριο τα ακόλουθα Διατάγματα: (Α) Προσωρινό Διάταγμα δυνάμει του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγομένους να πωλήσουν και/ή μισθώσουν και/ή εκποιήσουν το κατάστημα στοιχεία του οποίου καταγράφονται στην Αίτηση, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. (Β) Προσωρινό Διάταγμα δυνάμει του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγομένους να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. (Γ) Προσωρινό Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους όπως παραδώσουν την κατοχή του καταστήματος, στοιχεία του οποίου καταγράφονται στην Αίτηση, στους Αιτητές ή σε πρόσωπο που θα ορίσει το Δικαστήριο μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεώτερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης αυτής έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στην άλλη πλευρά κρίνοντας ότι δεν πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4,5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48, θ.θ. 1-4, Δ.64, θ.θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Μέλιου Μιχαήλ, Διευθυντή της Ενάγουσας. Σ' αυτήν αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Δυνάμει γραπτής Συμφωνίας ημερ. 31.10.08 οι Εναγομένοι συμφώνησαν να πωλήσουν, να παραδώσουν και να μεταβιβάσουν στους Ενάγοντες ένα κατάστημα εντός του κτήματος με αρ. εγγραφής 0/4655, τεμ. 1566 Φ.Σχ. 40/56 W1, Τμήμα 1, Ενορία Σωτήρος, τοποθεσία Κουκουλατζιές στη Λάρνακα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας ημερ. 31.10.08 το τίμημα πώλησης του εν λόγω κτήματος συμφωνήθηκε σε €350.000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. το οποίο θα καταβάλλετο με δόσεις όπως καταγράφεται στην παρά.
(5)της ένορκης δήλωσης. Το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 31.10.08 κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στις 25.11.08 με αρ. φακέλου ΠΩΕ 2888/
- Οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους Εναγομένους έναντι του τιμήματος ποσό €296.588 τηρώντας πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους Εναγομένους, όμως οι Εναγομένοι, κατά παράβαση των όρων 16 και 26 της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης απέτυχαν να παραδώσουν την κατοχή του καταστήματος αποπερατωμένου μέχρι το Δεκέμβριο του 2010 απαλλαγμένο από κάθε εμπράγματο ή άλλο βάρος. Οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένως τους Εναγομένους να αποπερατώσουν το κατάστημα έγκαιρα και να το παραδώσουν στους Ενάγοντες. Οι Εναγομένοι παρά τις συνεχείς οχλήσεις των Εναγόντων για τη μη παράδοση του καταστήματος όλο αυτό το χρονικό διάστημα επικαλούνταν καθυστέρηση του εργολάβου τους και υπόσχονταν ότι θα αποπεράτωναν το συντομότερο δυνατό το κατάστημα και ότι θα το παρέδιδαν στους Ενάγοντες και ότι θα αποζημίωναν για την καθυστέρηση. Κατά ή περί τις 27.3.12 οι Εναγομένοι, ενεργώντας εντελώς αυθαίρετα και κατά παράβαση της Συμφωνίας, μέσω αντιπροσώπων τους και/ή αξιωματούχων τους και/ή υπαλλήλων τους δήλωσαν στους Ενάγοντες μέσω του Ενόρκως Δηλούντα ότι θα ακυρώσουν τη Συμφωνία αγοράς και/ή ότι θα πωλήσουν και/ή μισθώσουν το κατάστημα σε τρίτα πρόσωπα αρνούμενοι οποιαδήποτε αποζημίωση. Έχουν δε αποστείλει σχετική επιστολή των δικηγόρων τους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ). Κατά ή περί τις 9.4.12 ο ενόρκως δηλών πέρασε από το χώρο του καταστήματος και είδε εντός του καταστήματος διάφορα άτομα που δεν φαινόντουσαν εργάτες να περιεργάζονται το χώρο του καταστήματος. Με βάση τα όσα του λέχθηκαν πιστεύει ότι γίνεται προσπάθεια αποξένωσης ή μίσθωσης του καταστήματος σε τρίτα πρόσωπα. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των Αιτητών Ο Μέλιος Μιχαήλ, Διευθυντής της Ενάγουσας, κατεχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται και τα εξής: £ Οι Εναγόμενοι όσες φορές τους κάλεσαν οι Ενάγοντες να παραδώσουν το κατάστημα τους υπόσχονταν ότι θα το παρέδιδαν. Οι Ενάγοντες, λόγω των υποσχέσεων αυτών, τους πλήρωσαν ποσά πέραν από το στάδιο που ήσαν υποχρεωμένοι να πληρώσουν για να βοηθήσουν την παράδοση του καταστήματος. Οι Ενάγοντες είχαν υποσχέσεις ότι θα παρέδιδαν οι Εναγόμενοι το κατάστημα, παρά τις καθυστερήσεις, στις αρχές του έτους και ότι θα αποζημίωναν για το χρόνο που καθυστέρησαν. £ Το κατάστημα ήταν ημιτελές όλο το 2011 μέχρι και τις 5.4.12 όπου έγινε επιτόπια εκτίμηση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α), συνεπώς η αναφορά για επιστολή ημερ. 15.12.11 στην επιστολή του δικηγόρου των Εναγομένων ημερ. 20.2.12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.4.12), δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γι' αυτό και το περιεχόμενο της απορρίφθηκε με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 28.3.12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β). Ουδέποτε παραλήφθηκε επιστολή ημερομηνίας 15.12.
- £ Περαιτέρω στάληκε και η επιστολή μέσω των δικηγόρων των Εναγόντων που επιδόθηκε στους Εναγόμενους την 1.2.12 πριν συνταχθεί καν η επιστολή τους (20.2.12) που οι Ενάγοντες τους καλούσαν, μεταξύ άλλων, να παραδώσουν το κατάστημα στους Ενάγοντες (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ). £ Οι Εναγόμενοι έχουν εισπράξει συνολικά από τους Ενάγοντες €296.588 και κλήθηκαν να παραδώσουν την κατοχή του καταστήματος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ). Οι Ενάγοντες αποπληρώνουν δάνειο με δόση και υφίστανται καθημερινά ζημιά και υπάρχει αβεβαιότητα αν στο τέλος της ημέρας καταφέρουν να εισπράξουν οποιαδήποτε αποζημίωση. £ Όσον αφορά το πρώτο διάταγμα που αιτούνται οι Ενάγοντες, αν οι Εναγόμενοι πραγματώσουν τις απειλές τους και προχωρήσουν σε αποξένωση του καταστήματος, ή έστω αν μισθώσουν αυτό σε τρίτο καλόπιστο πρόσωπο, οι Ενάγοντες, μέχρι να εξασφαλίσουν την έξωση τρίτου προσώπου, θα έχουν οικονομικά καταστραφεί αφού είναι ήδη δυσβάσταχτη η αποπληρωμή δόσεων χωρίς να έχουν οτιδήποτε. £ Η απαγόρευση στους Εναγόμενους στο να πωλήσουν ή να μισθώσουν το κατάστημα που αγόρασαν οι Ενάγοντες δεν θα τους επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά αλλά θα υπάρχει η δυνατότητα οι Ενάγοντες να παραλάβουν το κατάστημά τους χωρίς επιβαρύνσεις ή εμπόδια και σε καλή κατάσταση με την έκδοση της απόφασης. £ Όσον αφορά το δεύτερο διάταγμα που αιτούνται οι Ενάγοντες οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και το μόνο ακίνητο που φαίνεται να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματί τους είναι το κτίριο στο οποίο βρίσκεται το κατάστημα. Η καθυστέρηση στην παράδοση οφείλεται στο ότι δεν πλήρωναν τον εργολάβο τους και αυτός καθυστερούσε καθώς και στα σοβαρά οικονομικά τους προβλήματα. Σύμφωνα με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων, υπάρχουν τρεις διαδοχικές υποθήκες στην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO.LTD. ως εξής: ¾ Η πρώτη για ποσό €1.076.418,19 ημερομηνίας 5.6.
- ¾ Η δεύτερη για ποσό €2.500.000 ημερομηνίας 24.6.
- ¾ Η τρίτη για ποσό €200.000 ημερομηνίας 17.5.
- Τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την καθυστέρηση παράδοσης καταδεικνύουν το σοβαρό οικονομικό πρόβλημα των Εναγομένων. £ Όσον αφορά το τρίτο διάταγμα που αιτούνται οι Ενάγοντες οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά αφού είναι συμβατική τους υποχρέωση να παραδώσουν το κατάστημα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 29-31 και 32 του Νόμου 14/60, στη Δ.9,θ.10, Δ.39, θ.θ. 1-2, Δ.48, θ.θ. 1, 2 και 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας της Πρακτικής και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ü Η αγωγή και, συνακόλουθα, και η Αίτηση εγέρθηκαν εναντίον ανύπαρκτου διαδίκου. ü Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. ü Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι και ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οι Αιτητές κερδίσουν την παρούσα αγωγή, δεν θα μπορέσουν να εισπράξουν το λαβείν του από τους Καθ' ων η Αίτηση. ü Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε στοιχείο από τους Αιτητές το οποίο να καταδεικνύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα προβούν σε ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας ημερ. 31.10.08 που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και αφορά το επίδικο κατάστημα. ü Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης τα οποία είναι γενικά και αόριστα δεν αποδεικνύουν ότι γίνεται προσπάθεια αποξένωσης του επίδικου ακινήτου από τους Καθ' ων η Αίτηση. ü Η Αίτηση καταχωρήθηκε κακή τη πίστη και καταχρηστικά έχοντας ως μοναδικό στόχο τη χρήση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που πιθανώς να εκδίδετο από το Δικαστήριο ως μοχλού πιέσεως. ü Εσκεμμένα δεν αποκαλύφθηκαν ουσιώδη στοιχεία από τους Αιτητές. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μάρκου Κουζαλή, Διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας, στην οποία, αφού υιοθετεί τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι σε περίπτωση που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν πρόθεση να ενεργήσουν εν κρυπτώ δεν θα απέστελλαν μέσω των δικηγόρων τους προς τους Αιτητές την επιστολή τους ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης οι διάδικοι περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων όπου έγινε αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους και την εφαρμογή τους στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o Πρόεδρος Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα Άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το Άρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής.[6] Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το Άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60.[7] Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει όμως το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης[8]. Όπως έχει αναφερθεί από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του Άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ' όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το Άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[9]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο Άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[10]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας. Με βάση το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει ειδική εκτέλεση της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης, διάταγμα για άμεση παράδοση του καταστήματος, αντικείμενο πώλησης με βάση την επίδικη Συμφωνία, και, διαζευκτικά, επιστροφή στην Ενάγουσα του καταβληθέντος προς την Εναγόμενη ποσού έναντι του τιμήματος πώλησης πλέον αποζημιώσεις, διαφυγόντα κέρδη, τιμωρητικές αποζημιώσεις και τόκο. Οι πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες βασικά περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι υπήρξε παράβαση Συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης εταιρείας λόγω της ισχυριζόμενης αποτυχίας της να παραδώσει την κατοχή του καταστήματος, αντικείμενο της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης, αποπερατωμένο μέχρι τον Δεκέμβριο του
- Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ' ισχυρισμό παράβαση Συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η πλευρά της Ενάγουσας μέσω τόσο της αρχικής δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης όσο και μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχώρησε στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι ενώ η Ενάγουσα, τηρώντας πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Εναγόμενη, κατέβαλε έναντι του τιμήματος πώλησης ποσό €296.588, η Εναγόμενη, κατά παράβαση της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης, απέτυχε να παραδώσει την κατοχή του καταστήματος που είναι αντικείμενο της εν λόγω Συμφωνίας μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010, όπως καθορίζετο στην επίδικη Συμφωνία. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα λόγω των υποσχέσεων της Εναγομένης ότι θα παρέδιδαν το κατάστημα παρά τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν κατέβαλε προς την Εναγόμενη ποσά πέραν από το στάδιο που ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει. Από την άλλη η Εναγόμενη εταιρεία στην ένορκη δήλωση που καταχώρησαν στα πλαίσια της ένστασής τους, αφού, απλώς, επισημαίνουν ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει ότι η Εναγόμενη δεν θα προβεί σε ειδική εκτέλεση της επίδικης Συμφωνίας, παραπέμπουν σε επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης ημερομηνίας 20.2.2012 στην οποία η Εναγόμενη εταιρεία καλεί την Ενάγουσα να πληρώσει το ποσό των €106.000 για να καταστεί δυνατή η παράδοση των «αναφερομένων στην εν λόγω Συμφωνία καταστημάτων», ειδάλλως θα προχωρούσε στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της Ενάγουσας. Ουδεμία άλλη αναφορά γίνεται από πλευράς Εναγόμενης στα όσα ισχυρίζεται η Ενάγουσα στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, πλην της παραπομπής στην πιο πάνω επιστολή που αναφέραμε. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε η Ενάγουσα-Αιτήτρια προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Ενάγουσας στις ενόρκους δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να υπενθυμίσω ότι οι βασικές θεραπείες που η Ενάγουσα επιδιώκει να εξασφαλίσει με την αγωγή της είναι διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης και διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη να παραδώσει και μεταβιβάσει άμεσα το κατάστημα, αντικείμενο της Συμφωνίας Πώλησης στην Ενάγουσα. Πέραν από τις πιο πάνω θεραπείες που κρίνονται, όπως ανέφερα, οι βασικές θεραπείες που η Ενάγουσα επιζητεί με την αγωγή της διεκδικείται, διαζευκτικά, η επιστροφή του καταβληθέντος από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη τιμήματος πώλησης και επιπλέον αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα ένεκα της ισχυριζόμενης παράβασης από πλευράς της Εναγόμενης της επίδικης Συμφωνίας και διαφυγόντα κέρδη. Επανερχόμενη λοιπόν στην τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση καθόσον αφορά το Διάταγμα που επιζητείται με βάση την παράγραφο (Α) της υπό εξέταση Αίτησης διαπιστώνω ότι δεν επιδιώκεται ακριβώς η εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικά αλλά η διασφάλιση του ιδίου του αντικειμένου της Αγωγής ενόψει του Άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπάρχει και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις στην παρούσα αγωγή δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Είναι φανερό ότι μόνο με τη διατήρηση του αντικειμένου της παρούσας Αγωγής θα μπορούσαν να υπάρχουν δυνατότητες για μελλοντική συζήτηση του αντικειμένου αυτού κάτι το οποίο επιδιώκεται να γίνει, όπως είναι προφανές, με την υπό κρίση Αίτηση. Στο σημείο αυτό θα παραπέμψω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ευγένιος Κίτσιου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ουρανίας Κίτσιου ν. Ανδριάνας - Ελένης Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228 όπου η βασική αξίωση του εφεσείοντα αφορούσε την επ΄ ονόματι του εγγραφή ακινήτων ως διαχειριστή περιουσίας αποβιώσασας που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της εφεσίβλητης στη βάση εχθρικής κατοχής. Με μονομερή του αίτηση ζήτησε και εξασφάλισε παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση των ακινήτων που αποτελούσαν το αντικείμενο των διεκδικήσεων του. Στην εκδίκαση της υπόθεσης για προσωρινό διάταγμα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων είχε αποτύχει να θεμελιώσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32.Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχτηκε την έφεση παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και διατηρώντας σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί. Αιτιολογώντας την κατάληξη του αυτή ανέφερε τα εξής τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω: «Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις, το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί.» Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι η θέση μου ότι τυχόν αποξένωση του καταστήματος αντικείμενο της επίδικης Συμφωνίας Πώλησης θα καταστήσει άνευ αντικειμένου τις βασικές θεραπείες που η Ενάγουσα αιτείται και επιδιώκει να εξασφαλίσει στην παρούσα αγωγή. Με άλλα λόγια σε περίπτωση που αλλάξει το υφιστάμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς σε σχέση με το επίδικο κατάστημα η Ενάγουσα δεν θα μπορεί πλέον να προωθήσει τις βασικές της θεραπείες που καταγράφονται στην αγωγή της υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) της αξίωσης της εφόσον το αντικείμενο της βάσης αγωγής θα εκλείψει και, ως απόρροια αυτού, δεν θα διατηρηθεί η δυνατότητα για μελλοντική συζήτηση των συγκεκριμένων αξιώσεων. Η ύπαρξη στην αγωγή διαζευκτικών αξιώσεων για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος πώλησης και για αποζημιώσεις δεν μεταβάλλει την ουσία του πράγματος. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη[11]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η φράση «status quo» επεξηγήθηκε στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788 με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση προσωρινού διατάγματος πρέπει να προσπαθεί να διατηρήσει το status quo ante bellum, δηλαδή την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε πριν την παράνομη ενέργεια που οδήγησε στην ανατροπή στην προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[12]. Η ανάγκη προστασίας των εναγόντων πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Στην παρούσα υπόθεση στην αρχική ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης στην παρά. 22 προβάλλεται από τον ενόρκως δηλούντα Μέλιο Μιχαήλ ο ισχυρισμός ότι στις 27.3.12 οι Εναγόμενοι ενεργώντας εντελώς αυθαίρετα και κατά παράβαση του Συμβολαίου, μέσω αντιπροσώπων τους και/ή αξιωματούχων τους και/ή υπαλλήλων τους, δήλωσαν στους Ενάγοντες μέσω του Μέλιου Μιχαήλ ότι θα ακυρώσουν τη συμφωνία αγοράς και/ή ότι θα πωλήσουν και/ή μισθώσουν το κατάστημα σε τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω στην παρά.23 της αρχικής ένορκης δήλωσης ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι στις 9.4.12 είχε περάσει από το χώρο του καταστήματος και είδε εντός αυτού διάφορα άτομα που δεν φαίνονταν να είναι εργάτες να περιεργάζονται το χώρο του καταστήματος και ότι, με βάση τα όσα του είχαν λεχθεί, πιστεύει ότι γινόταν προσπάθεια αποξένωσης ή μίσθωσης του καταστήματος σε τρίτα πρόσωπα. Από πλευράς Εναγομένων το μόνο που αναφέρεται στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση τους αναφορικά με την παράγραφο 23 της αρχικής ένορκης δήλωσης της Αίτησης είναι ότι τα όσα αναφέρει εκεί ο Ενόρκως Δηλών Μέλιος Μιχαήλ είναι γενικά και αόριστα και ότι δεν αποδεικνύουν ότι γίνεται προσπάθεια αποξένωσης του επίδικου ακινήτου. Στη συνέχεια φαίνεται να προβάλλεται η θέση, οφείλω να ομολογήσω όχι με την απαραίτητη καθαρότητα και σαφήνεια, ότι αν είχαν τέτοια πρόθεση οι Εναγόμενοι δεν θα απέστελλαν την επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στην Αίτηση. Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρουν στη δική τους ένορκη δήλωση οι Εναγόμενοι δεν ξεκαθαρίζουν τη θέση τους επί του θέματος αυτού και ούτε στην πραγματικότητα απαντούν στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Ενάγοντες στην αρχική ένορκη δήλωση τους αναφορικά με το θέμα αυτό αφήνοντας με αυτό τον τρόπο το ζήτημα ανοιχτό. Έχοντας υπόψη τη φύση της παρούσας υπόθεσης δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της Αιτήτριας-Ενάγουσας για τους λόγους που έχω εξηγήσει και οι οποίοι σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση. Επαναλαμβάνω. Στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι κλίνει υπέρ της Ενάγουσας, ότι, δηλαδή, είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η Αίτηση και να εκδοθεί το αιτούμενο στην παρά.(Α) της Αίτησης διάταγμα. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα και η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της εναντίον των Εναγομένων υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων της. Από την άλλη δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος των Εναγομένων με την έκδοση του διατάγματος αυτού. Εν πάση δε περιπτώσει οι Εναγόμενοι δεν αναφέρουν στην ένορκο δήλωση τους οτιδήποτε ως προς το ενδεχόμενο πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στους ίδιους αν εκδοθεί το αιτούμενο στην παρά.(Α) της υπό κρίση Αίτησης Διάταγμα. Διάταγμα με βάση την παρά.(Β) της Αίτησης Σε σχέση με το αιτούμενο Διάταγμα της παραγράφου (Β) της Αίτησης το ζήτημα που εγείρεται εδώ είναι κατά πόσον έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα στοιχεία και μαρτυρία από τα οποία να τίθεται θέμα δυσκολίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης κατά το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον της Εναγομένης εταιρείας. Υπενθυμίζεται ότι η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοΐζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Όσον αφορά το δεύτερο Διάταγμα που επιζητείται με την παρά.(Β) στην παρούσα Αίτηση επισημαίνεται εν πρώτοις ότι ζητείται γενικά και αόριστα στο να απαγορευθεί στους Εναγόμενους «να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας» χωρίς να εξειδικεύονται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Είναι φανερό ότι τέτοιο ασαφές διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί ακόμα και αν έχει προσκομιστεί το απαραίτητο βάθρο μαρτυρίας. Αν θεωρηθεί ότι η πιο πάνω παράγραφος αφορά και αναφέρεται στο ακίνητο που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγομένης εταιρείας, και στο οποίο γίνεται αναφορά στα πλαίσια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αίτησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε), υπενθυμίζω εδώ ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να προσκομίσουν μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τόσο την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 όσο και τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 5
(2)του ΚΕΦ. 6. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης της εναγομένης να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία[13]. Για το θέμα αυτό η πλευρά της Ενάγουσας προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που κατατέθηκε, ενώ ουδεμία σχετική αναφορά υπάρχει στην αρχική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο
(9)της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η καθυστέρηση της παράδοσης του καταστήματος οφείλετο στο ότι η Εναγόμενη δεν πλήρωνε τον εργολάβο της και αυτός καθυστερούσε καθώς και στα σοβαρά οικονομικά προβλήματα της Εναγόμενης. Προστίθεται δε ότι ο εργολάβος είχε αναφέρει στον Ενόρκως Δηλούντα ότι ο λόγος που καθυστερούσε το έργο ήταν λόγω του ότι δεν πληρωνόταν κανονικά. Σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό επισημαίνω ότι: Πρώτον, ουδεμία τεκμηρίωση και/ή οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία δίδονται προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η Εναγόμενη έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Δεύτερον, γίνεται επίκληση στα όσα ανέφερε ο εργολάβος στον ενόρκως δηλούντα και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό ότι δεν πληρώνετο κανονικά για να υποστηριχθεί, προφανώς, η θέση της ύπαρξης σοβαρών οικονομικών προβλημάτων από πλευράς της Εναγόμενης. Δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, με αυτή και μόνο την αναφορά να αποδειχθεί η ύπαρξη σοβαρών οικονομικών προβλημάτων από πλευράς Εναγόμενης. Πρόκειται για συμπέρασμα και/ή υπόθεση που προβάλλεται από τον Ενόρκως Δηλούντα χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων και απτών στοιχείων που να τεκμηριώνουν κάτι τέτοιο. Το άλλο στοιχείο που καταγράφεται στην παρά.
(9)της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι το γεγονός της ύπαρξης τριών διαδοχικών υποθηκών στην MARFIN POPULAR BANK αναφορικά με το ακίνητο που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγόμενης και αποτελεί το κτίριο στο οποίο βρίσκεται το επίδικο κατάστημα. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι χωρίς την προσκόμιση κάποιας εκτίμησης αναφορικά με την αξία του εν λόγω ακινήτου δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε νόημα και/ή σημασία η απλή αναφορά στην ύπαρξη των συγκεκριμένων υποθηκών και των ποσών που αυτές αποτελούν εξασφάλιση. Κατά συνέπεια διαπιστώνω ότι η αξία του ακινήτου στο οποίο η Ενάγουσα κάνει αναφορά δεν έχει προσδιοριστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Επαναλαμβάνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρία που να καταδεικνύει την αξία του εν λόγω ακινήτου. Όπως τονίσαμε ανωτέρω, οι ενάγοντες όφειλαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο επιδιώκουν τη δέσμευση τους και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης τους. Το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση τόσο το Άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 όσο και με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 θα πρέπει να έχει ενώπιον του το κατάλληλο βάθρο μαρτυρίας για να μπορεί να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Πολύ σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην αγωγή 843/75 του Ε.Δ. Λάρνακας όπου ο Έντιμος Δικαστής κ. Γ.Μ. Πικής, Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) ανάφερε τα εξής (σε μετάφραση): «Εν τη απουσία στέρεης μαρτυρίας (concrete evidence) η οποία τείνει να ρίξει ως στη φύση και στην αξία της ακίνητης περιουσίας που πρόκειται να δεσμευτεί, θα είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Τη απουσία σχετικού προσδιορισμού της ακίνητης περιουσίας καθίσταται σαφές ότι αφαιρείται το βάθρο εκείνο βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα ήταν εκτός των ορίων του Άρθρου 5 και της Νομολογίας.» Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί εκ μέρους της Ενάγουσας προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η Εναγόμενη εταιρεία έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα έτσι ώστε ενδεχόμενη απόφαση εναντίον της να μην μπορεί στο τέλος να ικανοποιηθεί είναι ελλιπής και δεν υποστηρίζεται με την αναγκαία τεκμηρίωση και θεμελίωση. Περαιτέρω ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εναγομένης εταιρείας πλην των πιο πάνω γενικών και αόριστων αναφορών και εικασιών που, όπως ήδη σχολιάσαμε δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί ύπαρξης σοβαρού οικονομικού προβλήματος από μέρους την Εναγόμενης εταιρείας. Ακόμη ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε αναφορικά με την ύπαρξη από μέρους της Εναγομένης εταιρείας οποιασδήποτε άλλης περιουσίας, π.χ. κινητής περιουσίας. Διάταγμα με βάση την παρά.(Γ) της Αίτησης Όσον αφορά το τρίτο Διάταγμα που επιζητείται στην παρά.(Γ) της υπό εξέταση Αίτησης εν πρώτοις επισημαίνω ότι η τυχόν έγκριση του θα συνιστούσε ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγο επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο κατά το στάδιο ακρόασης και εκδίκασης των θέσεων των διαδίκων επί της ουσίας. Χωρίς να αποκλείεται, βέβαια, η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή[14], κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή[15]. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα ουδέποτε είχε την κατοχή του επίδικου καταστήματος και, βεβαίως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα συνιστούσε συντήρηση και/ή διατήρηση του status quo ante, ούτε η μη έκδοσή του θα της στερούσε οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέοντα από την πραγματική νόμιμη κατοχή την οποία ποτέ δεν είχε. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ''Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 όπου ο Εφεσείων/Ενάγων είχε αγοράσει διαμέρισμα υπό ανέγερση από τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 5.12.1977 δυνάμει γραπτής Συμφωνίας η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Η προβλεπόμενη ημερομηνία περάτωσης και παράδοσης ήταν η 1.7.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναλάμβαναν αφ' ενός μεν να επιστρέψουν στον Εφεσείοντα την προκαταβολή αν ήθελε σταματήσει η αποπεράτωση της οικοδομής, αφ' ετέρου δε να του καταβάλουν ΛΚ40 μηνιαίως ως αποζημίωση για αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε παρέδωσαν στον Εφεσείοντα το διαμέρισμα το οποίο και διαίρεσαν σε δύο διαμερίσματα και το ενοικίασαν στους Εναγόμενους 3 και
- Ο Εφεσείων καταχώρησε αγωγή και μονομερή Αίτηση προς έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να εμποδίζει τους τέσσερις Εναγόμενους να επεμβαίνουν στο διαμέρισμα και να τους διατάσσει να πληρώνουν ΛΚ20.- ημερησίως ενόσω συνέχιζαν να το κατέχουν. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και απέρριψε την Αίτηση του Εφεσείοντα για έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Αναφορικά με το ποσό των ΛΚ 20 ημερησίως το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να δοθεί και διότι συνιστούσε προστακτικό διάταγμα απτόμενο της ουσίας της θεραπείας που ζητείτο στην αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το δικαίωμα του εφεσείοντος για κατοχή αλλά και μεταβίβαση παρέμενε πάντοτε ισχυρό δυνάμει των όρων της Συμφωνίας και ουδέποτε επηρεάσθηκε ή μετατράπηκε σε απαίτηση για καθορισθείσες χρηματικές αποζημιώσεις, όπως είχε θεωρήσει το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Υπογράμμισε δε ότι ο εφεσείων είχε ανέκαθεν δικαίωμα για αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης παράδοσης κατοχής πέραν της συμφωνηθείσας ημερομηνίας της 1.7.78 ως θέμα γενικής αρχής της παράβασης των συμβάσεων και ως θέμα ρητής πρόνοιας στη Συμφωνία. Το δικαίωμα αυτό δεν ήταν υποκατάστατο του δικαιώματος του σε κατοχή παρά μόνο συμπληρωματικό και ακόλουθο εκείνου, ενόσω η κατοχή δεν του εδίδετο κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία. Ούτε μπορούσε να ήταν αυθύπαρκτο ως ανεξάρτητο του δικαιώματος κατοχής, αφού εβασίζετο ακριβώς στην παράβαση του δικαιώματος κατοχής. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα είχε καταλήξει ότι δεν συνέτρεχε η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αφού δεν εξετάστηκε κατά πόσο η μη άμεση παράδοση κατοχής στον Εφεσείοντα θα καθιστούσε δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι αυτό δεν οδηγούσε και σε κατάληξη ότι ικανοποιείτο η εν λόγω προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναφορικά με την κατοχή τοσούτω μάλλον αφού το αιτούμενο διάταγμα ως εκ της φύσεως του στόχο είχε την αποκατάσταση του status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Όπως τονίστηκε, στην προκειμένη περίπτωση, η έγκριση του διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στον Εφεσείοντα κι έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που επιζητείτο στην αγωγή. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους δεν τίθετο θέμα έγκρισης ούτε του άλλου αιτούμενου διατάγματος για καταβολή ΛΚ20 ημερησίως ενόσω οι Εναγόμενοι διατηρούσαν κατοχή του διαμερίσματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, όμως, δικαιολογημένη, εφόσον ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις στα πλαίσια της Αίτησης του Εφεσείοντα, την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος απαγορεύοντας στον Εφεσίβλητο, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής, να παραχωρεί κατοχή του επίδικου διαμερίσματος σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Όπως τέθηκε το θέμα στις σελίδες 176 - 177: «Το διάταγμα αυτό συνάδει με τα δεδομένα και εκπληρώνει το σκοπό του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος προς συντήρηση του υφιστάμενου κράτους πραγμάτων μέχρι τελικής κρίσης. Ικανοποιείται δε προς έκδοση του η επίδικη τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, καθ' όσον η παραχώρηση κατοχής του επίδικου διαμερίσματος σε τρίτους ενδεχόμενα να επηρέαζε τα δικαιώματα του εφεσείοντα σε κατοχή όπως αυτά απορρέουν από τη Συμφωνία και αν τελικά ήθελε επιτύχει στην αγωγή του. Μάλιστα, ήταν η παραχώρηση κατοχής του διαμερίσματος από τους εναγόμενους 1 και 2 στους εναγόμενους 3 και 4 που ουσιαστικά οδήγησε στην αίτηση του εφεσείοντα.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξή μου ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6 σε συσχετισμό με εκείνες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος της παρά.(Α) της υπό κρίση Αίτησης. Αντίθετα απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις για την έκδοση των Διαταγμάτων των παραγράφων (Β) και (Γ) της παρούσας Αίτησης. Ως αποτέλεσμα η Αίτηση εγκρίνεται μερικώς και εκδίδεται Διάταγμα ως η παρά.(Α), ενώ η Αίτηση απορρίπτεται καθ' όσον αφορά τις παρα.(Β) και (Γ). Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη της έκβαση της παρούσας Αίτησης και τη μερική επιτυχία της Αιτήτριας/Ενάγουσας, αυτά επιδικάζονται κατά το 1/2 υπέρ της Αιτήτριας/Ενάγουσας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση / Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το πέρας της υπόθεσης. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5]Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R. 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Appartments
(1994)1 A.A.Δ. 389. [7] Δέστε Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και London and Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R. 367. [8] Δέστε Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578). [9] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [10] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [11] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [12] Δέστε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528. [13] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. V. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία ..» Δέστε, επίσης, Larticon (ανωτέρω) [14] Δέστε Jonitexo Ltd. v. Adidas Sportschuhtabriken AdiDassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [15] Δέστε Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο