LYSACO SHIPPING TOURS LIMITED ν. DGG ECO Sp Zo.o κ.α., Αρ. Αγωγής: 2749/12, 22/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2749/12 LYSACO SHIPPING & TOURS LIMITED Ενάγοντες - Αιτητές και
- DGG ECO Sp Zo.o
- Αντρέας Αναστασιάδης Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 14.8.
- Ημερομηνία: 22.10.12 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κυριάκου. Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση 1: κα Π. Κυριακίδου (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Γερμανός). Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση 2: κα Παπαλεοντίου (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Γερμανός). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.8.12, ταυτόχρονα με την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, προωθήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας, μονομερώς, αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, στις 16.8.12, στα πλαίσια της ως άνω ενδιάμεσης αίτησης εξέδωσε προσωρινό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο: «...ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 προσωπικά ή/και μέσω αντιπροσώπων τους ή/και υπηρετών ή/και υπαλλήλων, ή/και προσώπων ή/και εταιρειών που ενεργούν για λογαριασμό τους, από το να εξάγουν εκτός Κύπρου ή/και πωλήσουν ή/και άλλως πως διαθέσουν ή/και επιβαρύνουν το φορτίο 2.933 μετρικών τόνων ελαιοπυρήνα που βρίσκεται σε περιοχή του χωριού Αγγλισίδες μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Κατά την ημέρα που το ως άνω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο και προς επίδοση, οι εναγόμενοι 1 (καθ' ων η αίτηση 1) εμφανίστηκαν στη διαδικασία, καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη το ως άνω διάταγμα. Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης καταχώρισε, σε μεταγενέστερο στάδιο, και η πλευρά του εναγομένου 2 (καθ' ου η αίτηση 2). Στα πλαίσια της ένστασης της, η πλευρά της εναγομένης 1 εταιρείας προτάσσει, ανάμεσα σε άλλα, ότι: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί και/ή να ακούσει την παρούσα υπόθεση καθώς η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία Ναυτοδικείου η οποία ασκείται σε πρώτο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή και κατά συνέπεια η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.» Κατά την πρόοδο της διαδικασίας, η πλευρά της εναγομένης εταιρείας 1 προβάλλοντας την θέση ότι ζητήματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπέδειξε ότι και στην παρούσα περίπτωση θα μπορούσε, κατά προτεραιότητα, να εξεταστεί το ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, αφού τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου επί του θέματος η οποία θα υιοθετούσε τη θέση της ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, θα απέληγε καταλυτική σφραγίζοντας την πορεία ολόκληρης της αγωγής, κατά τρόπο που δεν θα ήταν αναγκαίο να ασχοληθεί το Δικαστήριο τόσο με την αίτηση ημερ. 14.8.12 στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη το ενδιάμεσο διάταγμα, όσο και με άλλες αιτήσεις που στο μεταξύ είχαν δρομολογηθεί. Με δεδομένη τη δυνατότητα εξέτασης ζητημάτων δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ενώ όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises SA
(1992)1B AAΔ.1160, τέτοιας φύσης ζητήματα είναι ορθότερο να επιλύονται το συντομότερο δυνατό αφού απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας καθιστά όσα προηγήθηκαν εντελώς μάταια, (βλ. επίσης Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 CLR 566 και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225) το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη ότι στην περίπτωση που δεν έχει αρμοδιότητα και/ή δικαιοδοσία εκδίκασης μιας υπόθεσης, δεν είναι παράλληλα δυνατό να εκδίδει ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης, (Αίτηση Χ. Θεοδώρου για έκδοση εντάλματος Certiorari
(2010)1(A) ΑΑΔ 572) με τη σύμφωνη θέση όλων των πλευρών, κάλεσε τους συνηγόρους να τοποθετηθούν επί του ζητήματος της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αγωγής. Η πλευρά του εναγομένου 2 δεν προσέφερε οτιδήποτε στον προβληματισμό. Αντίθετα, η πλευρά των εναγόντων και της εναγομένης εταιρείας 1, με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν εκατέρωθεν τις αντίθετες επί του ζητήματος θέσεις τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης 1, χωρίς να διαφωνήσει με τη θέση ότι το πλαίσιο μιας διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, υποστήριξε πως αν και στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης από την πλευρά των εναγόντων, η καταχώριση τριών ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την μονομερή αίτηση ημερ. 14.8.12 από την πλευρά των τελευταίων, αλλά και ένορκη δήλωση εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων που έγινε στα πλαίσια αίτησης για παραχώρηση άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, που ακολούθησε, είναι αρκετές για να διαφανούν η αιτία της αγωγής αλλά και η βάση πάνω στην οποία οι ενάγοντες διεκδικούν τις αξιώσεις τους. Δεν υπάρχει περιθώριο αλλαγής της βάσης αγωγής ή της αιτίας της, υποστήριξε, μέσα από την μελλοντική καταχώριση έκθεσης απαίτησης. Παραπέμποντας στις πρόνοιες του Αγγλικού Δικαιοδοτικού Νόμου, Administration of Justice Act του 1956, νομοθέτημα που εξακολουθούν να εφαρμόζουν τα Κυπριακά Δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αλλά και σε υποθέσεις δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου όπου καταδεικνύεται, ως εισηγήθηκε, η τάση της νομολογίας να περιλαμβάνονται στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου οποιεσδήποτε συμφωνίες γίνονται σε σχέση με τη μεταφορά αγαθών επί πλοίου, προέβαλε τη θέση πως και στην παρούσα περίπτωση, καθ' ην έκταση η συμφωνία σχετίζεται με τη μεταφορά αγαθών σε πλοίο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για μεταφορά αγαθών, φόρτωση και εκφόρτωση επί πλοίου, κατά τρόπο που επιτρέπεται να συγκαταλεχθεί στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου. Άλλωστε, υπέδειξε, σύμφωνα με το παράρτημα του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60η αξίωση των εναγόντων είναι φανερό ότι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της πλευράς των εναγόντων. Με δεδομένο υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις, η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας θα πρέπει να στηριχτεί σε γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, τα οποία αποτελούν την αποκλειστική πηγή αναζήτησης γεγονότων που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία ενός Δικαστηρίου. Χωρίς να αμφισβητεί τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να ελέγξει ακόμη και αυτεπάγγελτα το ζήτημα της αρμοδιότητας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία, υποστήριξε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση καθ' ην έκταση δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης, η εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί πρόωρη. Καταλήγοντας, υποστήριξε πως στην περίπτωση που το Δικαστήριο παρά τις πιο πάνω εισηγήσεις του προχωρούσε στην εξέταση του ουσιαστικού ζητήματος της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας, η κατάληξη θα πρέπει να είναι ότι αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο για επίλυση της διαφοράς είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, αφού η αξίωση των εναγόντων δεν πηγάζει από οποιαδήποτε συμφωνία για τη μεταφορά εμπορευμάτων σε πλοίο. Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων που απασχολούν σε μια δικαστική υπόθεση γίνεται από τα δικόγραφα. Τα επίδικα θέματα, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LΤD v. United Sea Transport Ltd κ.α. 1989 1 ΑΑΔ (Ε) 729, προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις ενώ τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ Λτδ κ.α. [ανωτέρω] και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Με δεδομένη την ως άνω καλά θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή, η θέση της πλευράς της εναγομένης εταιρείας 1 ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα μπορούσε με ασφάλεια να εξεταστεί από αυτό το στάδιο, χωρίς να μεσολαβήσει δηλαδή η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας, ενόψει του γεγονότος ότι η πλευρά της τελευταίας έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό ένορκων δηλώσεων στα πλαίσια της προσπάθειας της για έκδοση του προσωρινού διατάγματος, αλλά και μεταγενέστερης αίτησης που ακολούθησε για εξασφάλιση άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Οι ένορκες δηλώσει δεν αποτελούν ασφαλώς δικόγραφα (βλ. ΕL. Fath. Co v. E.D.T. Shipping κ.α.
(1992)1 (B) AAΔ 1255). Οι ως άνω ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αλλά και αυτή που υποστηρίζει την αίτηση για παραχώρηση άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων, αποτελούν μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί και τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει και να δικαιολογήσει συγκεκριμένα αιτήματα. Μόνο μέσα από τα δικόγραφα μπορούν να εξαχθούν με ασφάλεια συμπεράσματα ως προς το ποιο είναι το ακριβές και ολοκληρωμένο υπόβαθρο της απαίτησης του ενάγοντα. Την ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου, ενισχύει αισθάνομαι και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises SA.
(1992)1Β AAΔ.1160. Στην εν λόγο υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιληφθεί του ζητήματος της δικαιοδοσίας χωρίς να έχει προηγηθεί η καταχώριση έκθεσης απαίτησης από την πλευρά των εναγόντων. Προέβη σε συμπεράσματα για το ζήτημα της δικαιοδοσίας με βάση το περιορισμένο υλικό που περιείχε η γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση υπέδειξε ότι το περιορισμένο υλικό που περιείχε η γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος κατέστησε την εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας, σε εκείνο το στάδιο, πρόωρη. Το θέμα της δικαιοδοσίας, παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία, αφέθηκε για τελική κρίση μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας. Ο σεβαστός Δικαστής Κωνσταντινίδης, στην απόφαση του στα πλαίσια της ως άνω υπόθεσης, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς της νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι΄ απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, ν. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059. Δεν έχει καταχωριστεί η έκθεση απαιτήσεως όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε του ζητήματος που είχε εγερθεί ως προς τη δικαιοδοσία του. Υπήρχε ενώπιόν του μόνο η γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Δεν αναμένεται ο πλήρης και επακριβής προσδιορισμός στη γενική οπισθογράφηση της αξίωσης ή της θεραπείας που επιδιώκεται ή της βάσης πάνω στην οποία αυτή στηρίζεται. Όπως ορίζεται στη Δ.2 κ.3 των Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται σ΄ αυτή την οπισθογράφηση η φύση της απαίτησης ή της θεραπείας που επιδιώκεται χωρίς να είναι ουσιώδες να εκτεθεί ούτε η ακριβής βάση του παραπόνου ούτε η ακριβής θεραπεία που ο ενάγων θεωρεί ότι δικαιούται∙ και, όπως ορίζεται στη Δ.20 κ.1A των ίδιων Κανονισμών, ο ενάγων έχει πάντα τη δυνατότητα, με την έκθεση απαιτήσεως του, να τροποποιήσει ή να διαφοροποιήσει ή να επεκτείνει την απαίτησή του χωρίς τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος.» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη τον λόγο της ως άνω απόφασης, με δεδομένο το εκ των πραγμάτων περιορισμένο περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ένορκες δηλώσεις που έχουν ήδη καταχωρηθεί στα πλαίσια της διαδικασίας προς υποστήριξη διαφόρων αιτημάτων δεν αποτελούν δικόγραφα στη βάση των οποίων θα μπορούσαν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το ζήτημα που εδώ απασχολεί, αισθάνομαι επίσης ότι η εξέταση του ζητήματος της καθ' ύλην αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ήταν πρόωρη και ακροσφαλής. Αντίθετα, κρίνεται όχι μόνο δικονομικά επιβεβλημένο αλλά και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, με δεδομένες τις καταλυτικές συνέπειες που μπορεί να έχει για την πορεία της αγωγής, το ζήτημα της δικαιοδοσίας να εξεταστεί, είτε αυτό εγερθεί από οποιαδήποτε πλευρά είτε ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας. Συνακόλουθα το ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου παραμένει ουσιαστικά ανοικτό για σκοπούς συζήτησης, αν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο, μετά τη συμπλήρωση των δικογραφημάτων στη διαδικασία, σε στάδιο δηλαδή που θα μπορούσε με ασφάλεια να αποφασιστεί τούτο. Με δεδομένο ότι το ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας, σε αυτό το στάδιο, απασχόλησε το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη όλων των παραγόντων της διαδικασίας, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο