MATHIAS BAUMANN ν. MICRON ASSOCIATES κ.α., Αρ. Αγωγής: 1907/2012, 25/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1907/2012 Μεταξύ: MATHIAS BAUMANN Ενάγοντος - Αιτητή - και -
- MICRON ASSOCIATES
- TALINEC HOLDINGS LTD
- MIELIKA CONSULTING LTD
- HELLENIC BANK PUBLIC BANK CO LTD
- USB BANK PLC
- ΡΕΒΕΚΚΑ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ
- ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ Εναγομένων - Καθ' ών η Αίτηση Αίτηση με ημερομηνία 15.6.2012 Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή : κα Πυρκώτου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 2,3,6,7 - Καθ'ών η αίτηση: κα Χ''Δημήτρη για κ. Α. Θ. Μαθηκολώνης Για τον Eναγόμενο 4: κ. Βελάρης για Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. & Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Eναγόμενο 5: κ. Χρ. Παρασκευά για Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων - Απαγορευτικών & Διαταγμάτων Αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων) ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ - ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ - ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Στις 15.06.2012 ο ενάγοντας καταχώρησε εναντίον των εναγομένων γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει από αυτούς διάφορες δηλώσεις, διατάγματα, ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 6 και 7 συνωμότησαν μεταξύ τους και δόλια και /ή απατηλά και/ή μέσω ψευδών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων απέσπασαν από αυτόν το ποσό των €86.833,40σ. την επιστροφή του οποίου επιδιώκει και αξιώνει. Εναντίον των πιο πάνω εναγομένων αξιώνει διάφορα απαγορευτικής και προστακτικής φύσης διατάγματα και εναντίον των εναγομένων 4 και 5 που είναι τραπεζικοί οργανισμοί αξιώνει διατάγματα αποκάλυψης. Την ίδια πιο πάνω ημερομηνία ο αιτητής καταχώρησε και την επίδικη χωρίς ειδοποίηση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση διαφόρων απαγορευτικής και προστακτικής φύσης διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι 4 και 5 που είναι τραπεζικοί οργανισμοί στους οποίους τηρούν λογαριασμούς οι εναγόμενοι 2 και 3 εναντίον των οποίων ζητούν την έκδοση διαταγμάτων για μη αποξένωση και/ή επιβάρυνση και/ή μεταφορά συγκεκριμένων χρηματικών ποσών που είναι κατατεθειμένα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς και διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών σε σχέση με τους λογαριασμούς αυτούς που διατηρούν οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση 2 και
- Η αίτηση σε σχέση με την εναγόμενη 1 - καθ΄ής η αίτηση 1 σε μεταγενέστερο στάδιο απορρίφθηκε μετά από απόσυρση της με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του ενάγοντος - αιτητή εφόσον δεν εντοπίστηκε για να του επιδοθεί. Σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγόμενους - καθ΄ ών η αίτηση εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία προσωρινά διατάγματα σύμφωνα με τα αιτητικά Α - Δ τα οποία παραμένουν σε ισχύ μέχρι και την έκδοση της παρούσας απόφασης. Για τα υπόλοιπα αιτητικά είχε διαταχθεί όπως επιδοθεί η αίτηση στους καθ΄ών η αίτηση. Οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση 2,3,6 και 7 καταχώρησαν ένσταση με την οποία εγείρουν τους ακόλουθους τέσσερις λόγους:
- Η ενόρκως δηλούσα Τζιοβάννα Παπαμιχαήλ δεν είναι πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον αιτητή για να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή ούτε και είναι πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα που έχουν σχέση με την αγωγή ή και την παρούσα αίτηση.
- Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή είναι δικονομικά παράτυπη και άκυρη και εν πάση περιπτώσει η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει στην ένορκο δήλωση της την πηγή των πληροφοριών της πάνω σε ουσιώδη ζητήματα και θέματα.
- Η αίτηση του αιτητού είναι δικονομικά αλλά και εξ απόψεως ουσίας και γεγονότων αβάσιμη και αστήρικτη αφού από τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο αιτητής, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε δόλος ή απάτη ή συνωμοσία των εναγομένων 2,3,6 και 7, ούτε ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω εναγόμενες - καθ΄ών η αίτηση προέβησαν σε οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες για να εξαπατήσουν ή και να ζημιώσουν τον αιτητή.
- Η αίτηση του αιτητή είναι νομικά και δικονομικά αβάσιμη και αστήρικτη. Εκ μέρους της εναγομένης 4 δηλώθηκε ότι δεν έχει ένσταση και αποδέχεται όπως οριστικοποιηθεί το εκδοθέν ήδη διάταγμα το οποίο την αφορά (το Γ της αίτησης) το οποίο αφορά την παγοποίηση ποσού χρημάτων μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με το οποίο δηλώνει ότι έχει ήδη συμμορφωθεί, για τα υπόλοιπα όμως διατάγματα την έκδοση των οποίων επιδιώκει ο αιτητής σε όση έκταση την αφορούν ενίσταται στην έκδοση τους προβάλλοντας ότι δεσμεύεται από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και δεν μπορεί νομίμως να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με λογαριασμό/ούς οιουδήποτε πελάτη της εκτός, μεταξύ άλλων, κατόπιν συγκαταθέσεως του πελάτη ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος και βάσει των όρων τέτοιου διατάγματος στις τυχόν πρόνοιες του οποίου επίσης αν ήθελε εκδοθεί δηλώνει ότι είναι έτοιμη να συμμορφωθεί εφόσον βέβαια καλυφθούν τα πραγματικά της έξοδα που θα προκύψουν όπως και τα δικηγορικά. Η εναγόμενη 5 - καθ΄ής η αίτηση καταχώρησε ένσταση με την οποία εγείρονται οι ακόλουθοι επτά λόγοι ένστασης:
- Τυχόν συγκατάθεση από την εναγόμενη - καθ΄ής η αίτηση 5 στην έκδοση διατάγματος, ως η παράγραφος Στ του αιτητικού της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 15.06.2012, θα παραβιάσει την αρχή του τραπεζικού απορρήτου που η τράπεζα υπέχει προς τον πελάτη της, ως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 29 του Νόμου περί Τραπεζικών Εργασιών Ν. 66
(1)/
- Η αιτούμενη θεραπεία στην παράγραφο Στ της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 15.06.2012, δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις και /ή στις εξαιρέσεις μη εφαρμογής του τραπεζικού απορρήτου που καθορίζονται στο άρθρο 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/
- Η εναγόμενη /καθ΄ής η αίτηση 5 δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη της και μόνο με τη συγκατάθεση και/ή συναίνεση του ίδιου του πελάτη ή κατόπιν έκδοσης διατάγματος του Δικαστηρίου, η εναγόμενη /καθ΄ής η αίτηση 5, δύναται να αποκαλύψει τα έγγραφα που ζητούνται από την παράγραφο Στ του αιτητικού της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 15.06.
- Η αποκάλυψη εκ μέρους της εναγόμενης/καθ΄ής η αίτηση 5 των εγγράφων που ζητούνται στην παρ. Στ της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 15.06.2012, θα αντίκειται στην αρχή περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων του πελάτη της και στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν. 138
(1)/2001).
- Η εναγόμενη/ καθ΄ης η αίτηση 5 αγνοεί και συνεπώς δεν μπορεί να αποδεχτεί τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση ημερ. 15.06.2012 και στην ένορκο δήλωση που την συνοδεύει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συναινέσει στα αιτήματα του ενάγοντα /αιτητή χωρίς προηγουμένως να δοθεί το δικαίωμα στους άμεσα ενδιαφερόμενους εναγόμενους /καθ΄ών η αίτηση 1,2,3,6,και 7 να παρουσιάσουν τη θέση τους σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα /αιτητή.
- Η εναγόμενη /καθ΄ής η αίτησης 5 για τους λόγους που αναφέρθηκαν στις παραγράφους 1 μέχρι 5 πιο πάνω (Α μέχρι Ε της ειδοποίησης για την πρόθεση να ενστούν), δεν συναινεί στο να γίνει απόλυτο το διάταγμα που έχει ήδη εκδοθεί μονομερώς ως η παράγραφος Δ της αίτησης ημερομηνίας 15.06.2012 αλλά ούτε και προβάλλει ουσιαστικούς λόγους ένστασης για την ακύρωση του και θα σεβαστεί την απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα αυτό.
- Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος ως η παράγραφος ΣΤ της αίτησης, ο εναγόμενος/αιτητής θα πρέπει να αναλάβει δέσμευση για την κάλυψη των εξόδων της εναγόμενης /καθ΄ης η αίτηση 5, που θα προκύψουν από την συμμόρφωση της εναγόμενης /καθ΄ής 5 με οποιοδήποτε διάταγμα τυχόν εκδοθεί. Επομένως η παρούσα απόφαση μου αφορά το κατά πόσο θα οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα (Α-Δ) όπως αυτά έχουν συμπεριληφθεί στο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και κατά πόσο θα εκδοθούν και τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα (Ε-Κ) για κάθε ένα από τους εναγόμενους - καθ΄ών η αίτηση χωριστά όπως αυτά προσδιορίζονται και αφορούν τον καθένα ξεχωριστά. Η Νομική βάση της αίτησης βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (ν.14/1960) άρθρα 29
(1)(γ),31 και 32, στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν. 66
(1)/1997) άρθρο 29
(2)(γ) και (η) στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θ.θ.1-4, στην Δ.48 Θ. 1,2,3,5,7,8,9 και 12 και στην Δ.64, στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και στις αρχές επί των απαγορευτικών διαταγμάτων, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Mareva Injunction, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση την οποία υπέγραψε η ασκούμενη δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο του ενάγοντος - αιτητή κα Τζιοβάννα Παπαμιχαήλ. Στις 10.09.2012 οι συνήγοροι που εμφανίζονται και για τις δύο πλευρές δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και έτσι η αίτηση προχώρησε με τις αγορεύσεις τους όπου υποστήριξαν και ανέλυσαν ο καθένας σε έκταση τις δικογραφημένες θέσεις τους και ανέπτυξαν εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία που συνηγορεί κατά την εισήγηση τους υπέρ των θέσεως τους. Εκ μέρους του ενάγοντος - αιτητή, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προϋποθέσεις που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, με παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες, υποστηρίχθηκε ότι πληρούνται στη παρούσα περίπτωση όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος και η έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων για κάθε ένα από τους εναγόμενους - καθ΄ών η αίτηση σε όση έκταση τους αφορά και επηρεάζει. Οι συνήγοροι των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση έκαμαν ο καθένας ξεχωριστά αναφορά στους λόγους που πιστεύει ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί σε ό,τι αφορά τον/τους πελάτη/τες τους, κάνοντας και αυτοί αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία και σε συνδυασμό με τα γεγονότα που περιστοιχίζουν την υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις ή την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης σε σχέση με τον εναγόμενο 4, κάλεσαν δε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα πλην της εναγομένης - καθ΄ής η αίτηση 4 σε ό,τι την αφορά το συγκεκριμένο διάταγμα υπό στοιχείο (Γ) της αίτησης, με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ών η αίτηση καθώς δεν πληρούνται οι απαιτούμενες υπό του νόμου και τη νομολογία προϋποθέσεις. Σε λεπτομέρειες των θέσεων και ισχυρισμών που οι δύο πλευρές προβάλλουν και σε σχολιασμό των τεκμηρίων θα αναφερθώ όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου στην οποία θα περιοριστώ σε όσα ζητήματα αμφισβητούνται με τους λόγους ένστασης και μόνο εν παρόδω για άλλα τα οποία πολύ εύστοχα θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά του αιτητή με την αγόρευση της. Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ - ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ: Οι καθ΄ών η αίτηση 2,3,6 και 7 έθεσαν ως ουσιαστικό ζήτημα της ένστασης τους την νομιμοποίηση της κας Τζιοβάννας Παπαμιχαήλ με την ένορκη δήλωση της οποίας υποστηρίζεται η αίτηση. Προβάλλεται συγκεκριμένα ότι: (α) αυτή δεν είναι πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον αιτητή να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή, (β) δεν είναι πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα που έχουν σχέση με την αγωγή και την παρούσα αίτηση και (γ) ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και άκυρη λόγω του ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης της. Κρίνω σκόπιμο να αρχίσω την ανάλυση μου από αυτό το ζήτημα. Σχετικές είναι οι δύο πρώτες παράγραφοι της ενόρκου δηλώσεως της κας Παπαμιχαήλ στις οποίες δηλώνει υπό ποια ιδιότητα ορκίζεται. Στην παρ. 1 της ενόρκου δηλώσεως της δηλώνει κατά λέξη τα ακόλουθα: ¨Είμαι ασκούμενη δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, δικηγόρων του ενάγοντα/ αιτητή. Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα τα οποία αναφέρω στην παρούσα ένορκο δήλωση μου από πληροφορίες που έλαβα από τον αιτητή και τους δικηγόρους του γραφείου μας που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση εκ μέρους και για λογαριασμό του αιτητή καθώς και από τον Γερμανό νομικό σύμβουλο του αιτητή κ. Bernd Klose, και από μελέτη των σχετικών με την παρούσα υπόθεση εγγράφων. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή να προβώ εκ μέρους του και για λογαριασμό του στην παρούσα ένορκο δήλωση για τα γεγονότα τα οποία δεν εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση αναφέρω την πηγή της πληροφόρησης μου¨. Στη δε παράγραφο 2 αναφέρει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τον αιτητή να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση καθότι δεν ήταν εφικτό όπως ο ίδιος ο αιτητής μεταβεί στην Κύπρο. Παρατηρώ επομένως ότι η ένορκος δήλωση γίνεται από πρόσωπο το οποίο είναι ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα - αιτητή στη Κύπρο, δηλώνει ότι έχει σχετική εξουσιοδότηση από τον ίδιο τον αιτητή για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε και δηλώνει ξεκάθαρα την πηγή της πληροφόρησης της που είναι οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση στη Κύπρο και στη Γερμανία αλλά και τα ίδια τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση τα οποία είχε στη διάθεση της. Πρόκειται δε για δικηγόρο η οποία δεν χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα διπλής ταυτόχρονα ιδιότητας αυτής δηλαδή του μάρτυρα και του δικηγόρου (βλ. Ahapittas v. Chic Ltd,
(1968)1 C.L.R. 1, In Re Efthymiou,
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου,
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 1036 και Ryboloviev v. Rybolovleva, 1(A) Α.Α.Δ. σελ. ημερ. 29.01.2010). Θα μπορούσε οποιοδήποτε πρόσωπο που εκπλήρωνε τις πιο πάνω προϋποθέσεις να είχε ορκισθεί εφόσον σύμφωνα με τις Διαταγές 48 και 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών μας και τη νομολογία επιτρέπεται εξ ακοής μαρτυρία. Η δήλωση εκ μέρους της κας Παπαμιχαήλ ότι είναι ασκούμενη δικηγόρος στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο δεν αλλάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα, μάλλον προσδίδει κύρος σε όλα όσα ισχυρίζεται εφόσον πρόκειται και για ένα εξ αντικειμένου καταρτισμένο πρόσωπο με δυνατότητα άμεσης δυνατότητας συνεννόησης με τον αιτητή και τους δικηγόρους του αλλά και μελέτης του εγγράφων ου σχετίζονται με την υπόθεση. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης που προέβαλαν οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση 2,3 6 και 7 και αφορούν το ζήτημα αυτό δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ: Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, εφαρμόζεται εκεί που η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό τη προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημα του για την παροχή θεραπείας (βλ. Vuitton v. Dermosak Ltd k.a.,
(1992)1 (B) A.A.D. sel. 1453). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύτηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ άλλων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & others,
(1982)1 C.L.R. 557. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (δέστε Demades v. Studio,
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά,
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το Άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (βλέπε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates (ανωτέρω), National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises SA
(1989)1 A.A.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Vuitton v. Dermosak Limited κ.α. (ανωτέρω), αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
- i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πέραν όμως των πιο πάνω αναφερόμενων προϋποθέσεων οι οποίες πηγάζουν από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερείς αιτήσεις, ο αιτητής έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών στοιχείων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το Δικαστήριο ενώ πρέπει να δικαιολογηθεί και το κατεπείγον της μονομερούς αιτήσεως. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγοντας - αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Προχωρώ στη συνέχεια με την εξέταση αυτής της προϋπόθεσης σε συνδυασμό με τη δεύτερη προϋπόθεση αυτή δηλαδή της πιθανότητας επιτυχίας. Ο ενάγοντας - αιτητής αξιώνει με την αγωγή του την επανάκτηση του συνολικού ποσού των €86.833,40σ. καθώς ισχυρίζεται ότι με απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις του αποσπάστηκε το ποσό αυτό. Επομένως θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και (β) πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή του. Η εξέταση του μαρτυρικού υλικού δεν γίνεται σε αυτό το στάδιο σε βάθος, ούτε και απαιτείται τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί των γεγονότων, στόχος είναι η διαπίστωση ύπαρξης αναγκαίας νομικής και πραγματικής βάσης και εάν αυτά ικανοποιούν ή όχι το άρθρο 32 (βλ. Jonitexo v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. σελ. 263). O ενάγοντας - αιτητής διατείνεται ότι σε διάφορες συγκεκριμένες ημερομηνίες και προς τούτο κατέθεσε ως τεκμήρια εμπορικές βεβαιώσεις, η εναγόμενη 1 και/ή αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι και/ή υπάλληλοι αυτής διά μέσω των συνεχών επικοινωνιών και διά μέσω των απατηλών και/ή δόλιων και/ή ψευδών και παραπλανητικών παραστάσεων και πράξεων τους και σε συνωμοσία με τις καθ΄ών η αίτηση 2,3,6 και 7, κατάφεραν με επιτυχία να αποσπάσουν από αυτόν εξαπατώντας τον το πιο πάνω ποσό, το οποίο με τον ίδιο τρόπο μεταφέρθηκε σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσαν οι εναγόμενοι 2 και 3 στις εναγόμενες 4 και 5 αντίστοιχα, χωρίς ο αιτητής να λάβει οποτεδήποτε τους καρπούς των επενδύσεων του με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ζημιά και απώλεια των χρημάτων του ή/και των επενδύσεων του. Το ότι τίθεται θέμα απάτης και/ ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων της εναγομένης 1 και/ή των αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων και/ή υπαλλήλων και των εναγομένων 2 και/ή 3 και/ ή 6 και/ή 7 και/ή εξαιτίας της συνωμοσίας μεταξύ τους μπορεί να εξεταστεί υπό το πρίσμα των ισχυρισμών του αιτητή που μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους: (α) Ο αιτητής ουδέποτε έλαβε τους καρπούς των επενδύσεων του, παρά το ότι προέβαινε σε μεταφορές χρηματικών ποσών όπως ήταν οι οδηγίες και/ή εισηγήσεις και/ή οι συμβουλές της εναγόμενης 1 και/ή των αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων και/ή υπαλλήλων της, (β) οι ανησυχίες του αιτητή επιβεβαιώθηκαν καθ΄ότι αποκαλύφθηκε ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία ακολούθως των προσπαθειών της όπως παράσχει υπηρεσίες σε Δανία, Νορβηγία και Βέλγιο, οδήγησε στην δημοσίευση Ειδοποιήσεων από τις αρχές των χωρών αυτών ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε άδεια να διεξάγει οιεσδήποτε δραστηριότητες σ΄αυτές και ότι εάν έρθει οιοσδήποτε σε επαφή με αυτή θα ήταν καλύτερα να αποφύγει να αποδεχθεί τις προσφορές της και μάλιστα την μεταφορά χρηματικών ποσών προς αυτή, (γ) Το Νομικό Τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα ο κ. Ιάκωβος Μιχαήλ που είναι Ερευνητής στη Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης και γενικά η πληροφόρηση που είχε από την εν λόγω υπηρεσία ο δικηγόρος του αιτητή στη Γερμανία κ. Bernd Klose ήταν ότι οι επίδικοι λογαριασμοί των εναγομένων 2 και 3 είναι ακόμα ενεργείς και ότι θα πρέπει άμεσα να λάβουν τα σχετικά με τη παρούσα υπόθεση διαβήματα καθ΄ότι υπάρχει πιθανότητα οι εν λόγω λογαριασμοί να κλείσουν σύντομα και ότι ήδη οι αδικοπραγούντες προβαίνουν σε ενέργειες απομάκρυνσης χρηματικών ποσών από τους επίδικους λογαριασμούς, (δ) έρευνα των δικηγόρων που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση αποκάλυψε ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία δεν είναι εγκεκριμένος οργανισμός και/ή εταιρεία σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Περιοχής (European Economy Area). (ε) πέραν των πιο πάνω οι καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής προκύπτει και από τον προβαλλόμενο ισχυρισμό ότι από απόσπασμα της ιστοσελίδας της ομάδας Finansinspektionen, η οποία αποσκοπεί στην καταπολέμηση της απάτης μέσω διαδικτύου, η εναγόμενη 1 περιλαμβάνεται στη μαύρη λίστα (warning list) εταιρειών που εμπλέκονται σε σχέδια απάτης μέσω διαδικτύου (βλ. τεκμ. 36 και 41 της ενόρκου δηλώσεως). Τα πιο πάνω κατά την άποψη μου θεμελιώνουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις εφόσον, αφενός μεν η αξίωση του ενάγοντος - αιτητή προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα και η προσφερόμενη μαρτυρία μέσω της ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την αίτηση και τα τεκμήρια που την συνοδεύουν στοιχειοθετούν το σοβαρό ζήτημα για την εκδίκαση και αφετέρου στη βάση της ίδιας αυτής μαρτυρίας κατά την άποψη μου υπάρχει και πιθανότητα (probability) επιτυχίας όπως αυτή έχει επεξηγηθεί μεταξύ άλλων και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others,
(1982), 1 C.L.R. σελ. 557 στη σελ. 569: "A probability, in the context of the provision to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success". Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης των εναγομένων 2,3,6 και 7 περί του δήθεν αβάσιμου της αίτησης, τόσον κατ΄ουσία αλλά και στη βάση των γεγονότων της, απορρίπτεται. Ο ισχυρισμός δε ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε δόλος ή απάτη ή συνωμοσία των καθ΄ών η αίτηση 2,3,6 και 7 αλλά και ότι ούτε οι ίδιοι εναγόμενοι προέβησαν σε οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες και ότι άμεσα ή έμμεσα αναμείχτηκαν σε τέτοιες πράξεις ή ενέργειες, οι οποίες ενδεχόμενα θα οδηγούσαν σε εξαπάτηση ή πρόκληση ζημιάς στον αιτητή δεν έχει έρεισμα. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των καθ΄ών η αίτηση 2,3,6 και 7 περί της άγνοιας των σε σχέση με το πρόσωπο της εναγομένης 1 χωρίς ταυτόχρονα να επεξηγούν τη μεταφορά χρημάτων του αιτητή στους λογαριασμούς που τηρούσαν οι εναγόμενες 2 και 3 στις εναγόμενες 4 και 5 μόνο ως ατεκμηρίωτη μπορεί να χαρακτηριστεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται μαζί με τον συναφή λόγο ένστασης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ»
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 785 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου v. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Τσιολάκκη κ.ά (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Π, όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος." Επομένως εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξετάσω για να διαπιστωθεί αν συντρέχει αυτή η προϋπόθεση είναι κατά πόσον τυχόν αποξένωση και/ή επιβάρυνση και/ή μεταφορά των χρηματικών ποσών που μεταφέρθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς των καθ΄ών η αίτηση 2 και 3, οι οποίοι διατηρούνται σε λογαριασμούς που τηρούνται στις καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 αντίστοιχα, θα έχει ως άμεση επίπτωση την αδυναμία ικανοποίησης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του αιτητή και θα αφορά αυτά τα συγκεκριμένα ποσά για τα οποία η πληροφόρηση που έχει ο αιτητής (παρατίθεται πιο πάνω), σε περίπτωση που δεν καταστούν απόλυτα τα διατάγματα παγοποίησης των λογαριασμών, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αποξένωσης των αλλά και κίνδυνος απενεργοποίησης των εν λόγω λογαριασμών κάτι που είναι προφανές ότι θα καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του αιτητή καθώς δεν θα είναι πλέον σε θέση να εντοπίσει και να ανακτήσει το χρηματικό ποσό που αξιώνει με την αγωγή του. Όπως δε έχει εξηγηθεί και στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Trading v. Timperland,
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1794: ".. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία." Τα τεκμήρια 33,34,35 και 41 είναι σχετικά και με βάσει το περιεχόμενο αυτών είναι ορατός και σοβαρός ο κίνδυνος αν δεν οριστικοποιηθεί το διάταγμα παγοποίησης των επίδικων λογαριασμών στις δύο τράπεζες να αναληφθούν τα ποσά που είναι κατατεθειμένα σε αυτούς αλλά και υπάρχει και μεγάλη πιθανότητα απενεργοποίησης των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών. Υπάρχει ακόμα ένας κίνδυνος τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να αποτρέψει με σκοπό να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και τον οποίο επικαλείται ο αιτητής. Πρόκειται για τον κίνδυνο ο αιτητής να μη μπορέσει να ακολουθήσει και νa εντοπίσει τα χρήματα που αποσπάστηκαν με την κατ΄ ισχυρισμό του απάτη που συντελέστηκε σε βάρος του. Σε κάθε περίπτωση η εγγύηση που έχει ήδη παράσχει των €20.000,00 θα είναι ασφάλεια για τους εναγόμενους για τυχόν ζημιά την οποία ήθελαν υποστεί. Καταλήγω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Εκ μέρους της εναγομένης - καθ΄ής η αίτηση 5, προβλήθηκε (λόγοι ένστασης Ε και Στ της ειδοποίησης περί της πρόθεσης ένστασης της (5 και 6 ανωτέρω σελ. 4 και 5), ότι δεν μπορεί να συναινέσει στα αιτήματα του αιτητή, χωρίς προηγουμένως να δοθεί το δικαίωμα στους καθ΄ών η αίτηση 1,2,3,6 και 7 να παρουσιάσουν τη θέση τους ούτε και μπορεί να συναινέσει στο να γίνει απόλυτο το Διάταγμα (Δ) ημερομηνίας 15.06.2012 αλλά ούτε και έχει λόγο ένστασης για την ακύρωση του. Ο αιτητής έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη και σχετικά με την παρούσα υπόθεση γεγονότα, πληροφορίες και έγγραφα. Στη βάση αυτών των γεγονότων, των πληροφοριών και εγγράφων προκύπτει ότι οι εναγόμενες 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 6 και/ή 7 φαίνεται ότι εμπλέκονται και/΄η συνδέονται με την κατ΄ ισχυρισμό απάτη και/ ή δόλο που πηγάζει από την παρούσα υπόθεση, και ως τέτοια αδικήματα θα εξεταστούν στα πλαίσια της αγωγής. Επομένως ως αστήρικτων των λόγων αυτών ένστασης δεν δικαιολογείται όπως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της εναγομένης
- Θα συμφωνήσω περαιτέρω με την εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων του αιτητή, ότι η εναγόμενη - καθ΄ής η αίτηση 5 έχει καθήκον από τη στιγμή που συνδέεται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτή η σύνδεση αποκαλύπτεται μέσα από τα τεκμήρια 12,13,15,16,18, 19,20,21,23 και 26 να βοηθήσει τον αιτητή με τη διατήρηση του εν λόγω λογαριασμού της καθ΄ής η αίτηση
- Για δε το ζήτημα της παροχής επιπρόσθετα των πληροφοριών που ζητούνται σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό στη βάση των προϋποθέσεων έκδοσης αυτού του τύπου διαταγμάτων (Norwich) θα ασχοληθώ σε άλλο ιδιαίτερο κεφάλαιο της απόφασης μου η οποία θα αφορά και τις δύο επηρεαζόμενες τράπεζες εναγόμενες - καθ΄ών η αίτηση 4 και
- Δεν θα με απασχολήσει το ζήτημα της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης εκ μέρους του αιτητή όλων των γεγονότων και πληροφοριών που είχε ή ήταν στη διάθεση του εφόσον δεν τέθηκε από οποιονδήποτε από τους καθ΄ών η αίτηση ο,τιδήποτε διαφορετικό. Κρατώ όμως όσα ο αιτητής ισχυρίζεται περί πλήρους αποκάλυψης όσων είχε υπόψη του και αφορούν την ουσιώδη επικοινωνία και αλληλογραφία μεταξύ των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση και του αιτητή, τις μεταφορές του επίδικου χρηματικού ποσού, τις σχετικές έρευνες που οδήγησαν τον αιτητή στην καταχώρηση της αγωγής και τη σύνδεση των εναγομένων όπως φαίνεται από την πληθώρα της έγγραφης μαρτυρίας η οποία συνοδεύει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση v.
- Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)(1Β) Α.Α.Δ. σελ. 801 και Τσιερκέζου v. Dracon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 734, Άκης άλλος Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ. ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε σχέση με το ζήτημα του κατεπείγοντος ούτε και εδώ δεν προβλήθηκε συγκεκριμένος και αιτιολογημένος λόγος ένστασης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για χορήγηση μονομερούς θεραπείας προβλέπεται από το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο προβλέπει: "Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο." Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 598 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει γνώμη." (βλ. επίσης Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης,
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 1453 στη σελ. 1462.) Σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό από τη στιγμή που ο αιτητής περί τα τέλη Μαΐου 2012 υποψιάστηκε ότι υπήρξε θύμα απάτης προέβη άμεσα σε διάφορες ενέργειες με σκοπό τη λήψη πληροφοριών ως προς τα πρόσωπα και /ή τις εταιρείες που εμπλέκονταν στην παρούσα υπόθεση. Διαπίστωση του ήταν ότι οι εναγόμενοι και/ή άλλα τρίτα πρόσωπα προσπαθούν να απομακρύνουν τις εισπράξεις που πηγάζουν από τις απατηλές και/ή δόλιες πράξεις τους, από τον αιτητή και έτσι η τυχόν υπέρ του οποιαδήποτε τελική απόφαση δεν θα μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί. Έτσι κρίνεται ότι η επείγουσα κρίση της υπόθεσης μονομερώς όπως έγινε και στον βαθμό που έγινε με την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων μονομερώς εξυπηρέτησε τις ανάγκες της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Προς τούτο υιοθετώ πλήρως το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης στην υπ΄ αριθμό αγωγή 3568/2010 Ε.Δ. Λεμεσού μεταξύ των Vianova Holdings Ltd v. 1. Brassolis Holdings Ltd κ.ά. με ημερ. 5.11.2010 στην οποία ο Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ. καταγράφει στην απόφαση του τα ακόλουθα στη σελ. 9: "Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους." Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιήσει τα ήδη εκδοθέντα διατάγματα και να εκ εκδώσει τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα μέχρι και την τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης (βλ. Bacardi v. Vinco,
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου,
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland,
(1997)1 (G) A.A.Δ. 1791, Akis Express ν. Aris Expres,
(1998)(1A) Α.Α.Δ. σελ. 149). Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το "ισοζύγιο της ευχέρειας" όπως αποκαλείται στην American Cyanamid Co Ltd v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 503, κλίνει σαφώς υπέρ του ενάγοντος - αιτητή. Είναι φανερόν ότι η διατήρηση του status quo ante ανατρέχει στο χρόνο όταν πλέον ο αιτητής αντιλήφθηκε την ισχυριζόμενη εξαπάτηση του. Προσεκτική μελέτη των διαταγμάτων και των θεραπειών που αξιώνονται από τον αιτητή στο κλητήριο ένταλμα του καταδεικνύει ότι αυτά είναι πιο διευρυμένα από τα αιτούμενα διατάγματα στα πλαίσια της παρούσα αίτησης και έτσι δεν υπάρχει ταύτιση των αξιώσεων του αιτητή. Η αιτιολογική βάση της έκδοσης ή μη ενός διατάγματος θα πρέπει να συναρτάται με τα πραγματικά περιστατικά, όπως θα υπαχθούν στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και κρίνονται κατά βάση με την ένορκη δήλωση και δια μέσου αυτής βέβαια εξετάζεται και η υπάρχουσα δικογραφία. Στη παρούσα περίπτωση κρίνω ότι υπάρχει συνεκτικός κρίκος της ένορκης δήλωσης με τη δικογραφία έστω και εάν παρέμεινε μέχρι σήμερα υπό τη μορφή της γενικής οπισθογράφησης. ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΥΠΟΥ Norwich Pharmacal: Στη συνέχεια θα με απασχολήσει ιδιαίτερα το ζήτημα της έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητες, διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal . Τα διατάγματα της φύσης αυτής πηγάζουν από το δίκαιο της επιείκειας και ως τέτοια τυγχάνουν εφαρμογής από τα Κυπριακά Δικαστήρια εκτός αν υπάρχει ειδική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας (βλ. Χριστοφίδης v. Κοτζαναστάση,
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 718). Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα (βλ. Parico v. Muskita,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2015). Επομένως οι αιτιάσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση 2,3 6 και 7 ως τέταρτο λόγο ένστασης ότι τάχα η αίτηση είναι νομικά και δικονομικά αβάσιμη και αστήρικτη, δεν μπορούν να έχουν έρεισμα και απορρίπτεται αυτός ο λόγος ένστασης. Η ένσταση της εναγομένης - καθ΄ής η αίτηση 4 όπου προβάλλεται ως ο μοναδικός λόγος ένστασης όπως και της εναγόμενης - καθ΄ ής η αίτηση 5 (πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος ένστασης), σε σχέση με αυτό το ζήτημα εστιάζεται στο ότι ως τραπεζίτες δεσμεύονται από το άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και δεν μπορούν να αποκαλύψουν οτιδήποτε σχετικό με λογαριασμό πελάτη τους, παρά μόνο με τη συγκατάθεση του πελάτη ή κατόπιν διατάγματος του δικαστηρίου τα δε αιτούμενα διατάγματα δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις και/ή εξαιρέσεις της εφαρμογής του τραπεζικού απορρήτου και ότι υπάρχει δέσμευση από τη συμβατική σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη τους. Τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών, που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητες του, είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Το δίκαιο της επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος και αυτό προκύπτει και από τη γνωστή υπόθεση Norwich Pharmacal Co a.o. v. Commissioners of Customs and Excise,
(1973)2 All E.R. 943 και Bankers Trust v. Shapira,
(1980)1 W.L.R. 1247. Το άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν. 66
(1)/1997), το οποίο σύμφωνα με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας." Ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εκείνο που απαγορεύει η πιο πάνω νομοθετική διάταξη είναι η παροχή, κοινοποίηση, αποκάλυψη ή χρήση πληροφοριών που δίδονται από λειτουργούς της τράπεζας προς ίδιο όφελος. Στην παρούσα υπόθεση, εξετάζοντας τα αιτητικά των διαταγμάτων είναι φανερό ότι δεν τίθεται ζήτημα αποκάλυψης πληροφοριών από οποιονδήποτε λειτουργό των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 προς ίδιο όφελος. Στη βάση ακριβώς των πιο πάνω η θέση των καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 ότι δεν μπορούν να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω του τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τους πελάτες τους, δεν ευσταθεί. Αντίθετα στη βάσει των ισχυρισμών του αιτητή, προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι αυτός έχει το δικαίωμα να πάρει τις αιτούμενες πληροφορίες, χωρίς οι καθ΄ών η αίτηση να χρειάζονται τη συγκατάθεση των πελατών τους εναγομένων 2 και 3. Θα παραθέσω στη συνέχεια αποσπάσματα από αγγλική νομολογία για να καταδειχθεί το ανεδαφικό της ένστασης. Στην υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others,
(1980)3 All E.R. 358 είναι σχετικό: " The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck
(1921)1 K.B. 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bold the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill
(1968)1 Q.B.396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents = for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it." Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σχετική είναι και η απόφαση A and Αnother v. C and Οthers
(1980)2 All E.R. 351 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants of their employees or directors." Τέλος, στο σύγγραμμα Commercial Litigation preemptive remedies Loose leaf Edition Sweet & Maxwell's σελίδα Α3 -1037 κάτω από τον τίτλο Involvement in Wrongdoing καταγράφονται τα ακόλουθα: "Banks have often been held to be innocently involved in wrongdoing and Norwich Pharmacal orders have been made against them in a number of cases. This arises particularly where there has been a fraud which had let to loss, and the applicant wants to know the identity of the perpetrator in order to issue proceedings. Norwich relief can be obtained in such circumstances in order to identify the wrongdoer and prevent any future fraudulent activity". Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp n. Granada Television Ltd
(1981)1 All E. R. 417. Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδικά (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)Α.Β.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E. R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep.417
(2001)W.L,1729024 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued." Με την υπό κρίση αίτηση, ζητούνται από τις καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 πληροφορίες αναφορικά με τις καθ΄ών η αίτηση 2 και 3. Συγκεκριμένα ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με οποιαδήποτε πρόσωπα τα οποία σχετίζονται και/ή κρύβονται πίσω από τους συγκεκριμένους λογαριασμούς που τηρούνται στις εναγόμενες - καθ΄ών η αίτηση 4 και 5, εναντίον των οποίων ενδεχομένως θα πρέπει να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες, την κατάσταση λογαριασμών και/ή οποιονδήποτε μεταφορών που διενεργήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, έτσι ώστε ο αιτητής να είναι σε θέση να γνωρίζει εάν υπάρχουν χρήματα προς ικανοποίηση απόφασης του Δικαστηρίου που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του και να γνωρίζει που ακριβώς μεταφέρθηκαν τα χρήματα προκειμένου να κινήσει ενδεχομένως δικαστικές διαδικασίες σε άλλες δικαιοδοσίες. Οι πιο πάνω πληροφορίες είναι απαραίτητες και αναγκαίες στον αιτητή και οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 τις κατέχουν και/ή είναι σε θέση να τις κατέχουν εφόσον τηρούν αντίστοιχα τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων 2 και 3 όπου είχαν μεταφερθεί το χρηματικό ποσό που διεκδικείται από τον αιτητή το οποίο ισχυρίζεται ότι του αποσπάστηκε με απάτη και/΄η δόλο και ή ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις και συνωμοσία οι εναγόμενοι 1,2,3,6 και/ ή 7. Οι πληροφορίες που ζητούνται αποσκοπούν στις εξασφάλιση πληροφοριών σε σχέση με τα φυσικά πρόσωπα που κρύβονται πίσω από λογαριασμούς που οι εναγόμενες - καθ΄ών η αίτηση 2 και 3 διατηρούν στις εναγόμενες - καθ΄ών η αίτηση 4 και 5. Οι αδικοπραγίες που αποδίδονται στην εναγόμενη 1, ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί και οι μέθοδοι τις οποίες ακολουθεί και η συνέργεια στη διάπραξη τους, που αποδίδεται στις εναγόμενες 2 και 3 είναι γεγονότα τα οποία κατά την άποψη μου παρέχουν έρεισμα εφαρμογής της πρόνοιας του άρθρου 29
(2)(η). Η φύση των πληροφοριών που ζητούνται από τις εναγόμενες 4 και 5 πιστεύω ότι θα εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον όπως είναι η καταστολή δόλιων πράξεων οι οποίες μπορούν να στραφούν και κατά άλλων προσώπων. Σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας - πελάτη (βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550). Το ακόλουθο δε απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294 είναι σχετικό: "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case, Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision . But we do not share Mr O' Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being property conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary." Είναι φανερό ότι οι πιο πάνω αρχές όπως προκύπτουν από την παρατεθείσα νομολογία όταν συνδυαστούν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και με σκοπό την εξυπηρέτηση του δικαίου ως έκφανσης του δημοσίου συμφέροντος με την καταστολή απατηλών και ή δόλιων πράξεων εκ μέρους των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση 2,3,6 και 7 ή /και οποιονδήποτε άλλων προσώπων ενδεχομένως εμπλέκονται και ή σχετίζονται με τις πράξεις αυτές, συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων και ο αιτητής δικαιούται της θεραπείας που εξαιτείται με βάσει αρχές που πηγάζουν από το δίκαιο της επιείκεια και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι ένστασης των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 απορρίπτονται. Παρόλο ότι δεν υποβλήθηκε σχετικός λόγος ένστασης από τους εναγόμενους - καθ'ών η αίτηση 2,3,6 και 7 σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης που εξαιτείται ο αιτητής και εναντίον τους θα προχωρήσω να εξηγήσω γιατί θα πρέπει και πάλι κατ΄ επίκληση του δημόσιου συμφέροντος να εκδοθούν και εναντίον τους τα εξαιτούμενα διατάγματα καθώς η απόρριψη τους θα θέσει σε δυσκολία ή/και αδυναμία τον αιτητή να εντοπίσει τα χρήματα του εντοπίζοντας τους βασικούς αδικοπραγούντες. Στο κλητήριο ένταλμα αλλά και στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι αυτοί και/ή οποιαδήποτε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πίσω από αυτές τις εταιρείες με απάτη και/ ή δόλο και/ή ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις και/΄η συνωμοσία απέσπασαν το συνολικό ποσό των €86.833,40σ. από τον αιτητή. Επομένως η πρώτη προϋπόθεση περί ύπαρξης αδικοπραξίας ικανοποιείται. Περαιτέρω πληρούνται και οι υπόλοιπες δύο προϋποθέσεις περί της ανάγκης έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων για να καταστεί αναγκαία η προώθηση της αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγούντων και εάν οι πιο πάνω καθ΄ ών η αίτηση έχουν τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία που υποβοήθησε στην τέλεση της ή είναι σε θέση ή φαίνεται να είναι σε θέση να δώσουν την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστεί δυνατή η προώθηση της αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγούντων καθίσταται αναγκαίο να αποκαλυφθούν οι τελικοί δικαιούχοι των καθ΄ών η αίτηση 2 και 3 έτσι που να γίνει κατορθωτό να συνενωθούν ως εναγόμενοι στη παρούσα αγωγή, καθίσταται περαιτέρω αναγκαία η αποκάλυψη με σκοπό να ανεβρεθούν και να επανακτηθούν τα χρήματα του αιτητή και / ή οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία των καθ΄ών η αίτηση 1,2 και 3 για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν απόφασης που μπορεί να εκδοθεί προς όφελος του αιτητή και τέλος η αποκάλυψη καθίσταται αναγκαία για να φανερωθούν τα πρόσωπα φυσικά ή νομικά που βρίσκονται πίσω από αυτές τις δόλιες πράξεις. Οι δε εναγόμενοι 2,3,4,5, 6 και 7 είναι σε θέση να δώσουν τις απαιτούμενες και/ή αναγκαίες πληροφορίες όπως καθίσταται φανερό από τα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια που έχουν κατατεθεί μαζί με την ένορκο δήλωση εκ μέρους του αιτητή και αφορούν τους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς. Η εναγόμενη - καθ΄ής η αίτηση 5 ήγειρε επίσης ως λόγον ένστασης (τέταρτος λόγος), ότι τα διατάγματα που αιτείται ο αιτητής για αποκάλυψη των πληροφοριών αντίκεινται στην αρχή περί της προστασίας των προσωπικών δεδομένων του πελάτη της σύμφωνα με τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν. 138
(1)/2001). Είναι φανερό όμως ότι οι πιο πάνω νομικές αρχές που προέρχονται από το δίκαιο της επιείκειας που αποσκοπούν στην ανάγκη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος όταν γίνεται επίκληση δόλου ή απάτης εκ μέρους των εναγομένων 2,3,6 και 7, το ζήτημα της εμπιστευτικότητας υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Κρίνω σκόπιμο προς επίρρωση των πιο πάνω να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση αρ. 54/2012, μεταξύ των 1. Avila Management Services Ltd a.o. v. 1. Frantisek Stepanek a.o. με ημερ. 27.06.2012: "Aπό το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan,
(1871)L.R. 12 Eq.140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε σε αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην Norwich Pharmacal ανωτέρω , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σε αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. .. Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η προσπάθεια λήψης πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. .. Ακριβώς το περίπλοκο των όλων συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε ένα μηχανισμό δύσκολα ανιχνεύσιμο με πλείστες όσες δοσοληψίες εμφανείς και μη, με εταιρείες εγγεγραμμένες σε διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικά δικαιϊκά συστήματα και δικονομικές πρόνοιες, επιτάσσουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής στην Τσεχία.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Κάτω από τις περιστάσεις με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από τους αιτητές ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 και περαιτέρω οι αρχές που προκύπτουν από τη συναφή νομολογία ως προς την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και περαιτέρω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του αιτητή και υιοθετώντας τέτοια πορεία η οποία να ενέχει τους λιγότερο δυνατούς κινδύνους πρόκλησης αδικίας (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, 795), θα προχωρήσω και θα εγκρίνω την αίτηση και επομένως τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν στις 15.06.2012 ως οι παράγραφοι Α,Β και Δ της αίτησης με την παρούσα οριστικοποιούνται. Σημειώνω ότι ήδη εκ συμφώνου έχει οριστικοποιηθεί σε σχέση με την εναγομένη καθ΄ής η αίτηση 4 σε προηγούμενη ημερομηνία το διάταγμα που την αφορούσε ως το Γ της αίτησης. Επιπλέον κρίνω ότι θα πρέπει να εκδώσω τα υπόλοιπα διατάγματα ως τα αιτητικά υπό στοιχεία Ε, Στ, Η, Θ, Ι και Κ εναντίον όλων των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση 2 έως 7. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων - καθ' ών η αίτηση 2,3 6 και 7 και υπέρ του ενάγοντος - αιτητή μόνο στην περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή του στο τέλος δηλαδή της διαδικασίας της αγωγής. Δεν θα επιδικάσω έξοδα εναντίον των καθ΄ών η αίτηση 4 και 5 εφόσον αυτοί καταχώρησαν ένσταση για να αποφύγουν ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον τους από τις εναγόμενες 2 και 3 στην περίπτωση που αποκάλυπταν πληροφορίες σε σχέση με τους λογαριασμούς τους χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου. Τα πραγματικά έξοδα έρευνας και ετοιμασίας των πληροφοριών που θα δοθούν με βάσει τα πιο πάνω διατάγματα όπως και τα δικηγορικά έξοδα των εναγομένων 4 και 5 επιφυλάσσονται για το τέλος της διαδικασίας της αγωγής. .............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο