← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ. ν. CHARALAMBOUS BROTHERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5764/99, 8/6/2012

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ. ν. CHARALAMBOUS BROTHERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5764/99, 8/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5764/99 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ., από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. CHARALAMBOUS BROTHERS LTD.
  2. Χαράλαμπος Χαραλάμπους
  3. Μάρω Χαράλαμπου Χαραλάμπους
  4. Ευάγγελος Χαραλάμπους
  5. Μαρία Ευαγγέλου Χαραλάμπους Εναγομένων __________ Αίτηση ημερ. 30.3.12 για άδεια εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 8 Ιουνίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Γ. Ζαχαρίου για κ. Χριστόφορο Χριστοφόρου Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5: κα Δ. Χ''Δημήτρη για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη & Σία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση έξη ετών από της ημερομηνίας έκδοσής της. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.40, θ.8 και Δ.48, θ.θ. 1,2,8

(1)(κκ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Νέαρχου Νεάρχου υπαλλήλου των Εναγόντων στην οποία αναφέρονται τα εξής: Στις 5.10.2001 εξεδόθη απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2,3,4 και 5 για το ποσό των €149.356,71 (ΛΚ87.414,60) πλέον τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Στις 25.2.2008 εξεδόθη διάταγμα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και
  1. Στις 14.6.2002 κατεχωρήθη ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας των Εναγομένων 1,2,3,4 και 5 το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο. Στις 14.6.2002 κατεχωρήθη ΜΕΜΟ επί ακινήτου περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 4 υπ' αρ. ΕΒ479/
  2. Στις 14.6.2002 κατεχωρήθη ΜΕΜΟ επί ακινήτου περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 3 υπ' αρ. ΕΒ480/
  3. Στις 14.6.2002 κατεχωρήθη ΜΕΜΟ επί ακινήτου περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 5 υπ' αρ. ΕΒ481/
  4. Τα άνω περιγραφόμενα ΜΕΜΟ έχουν ανανεωθεί με το διάταγμα ημερομηνίας 19.4.10 και λήγουν στις 14.6.12 και κατεχωρήθη σχετική αίτηση ανανέωσης τους. Οι Εναγόμενοι 1,2,3,4 και 5 δεν έχουν εξοφλήσει το εξ αποφάσεως ποσό. Οι Ενάγοντες προτίθενται να προχωρήσουν με περαιτέρω μέτρα εναντίον των Εναγομένων 1,2,3,4 και
  5. Ενόψει των ως άνω ζητείται η έκδοση άδειας για εκτέλεση της απόφασης ως η Αίτηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση καταχωρήθη ένσταση από τους Καθ'ων η Αίτηση/Εναγόμενους η οποία βασίζεται στη Δ.40, θ.8, Δ.48, θθ.1-7, 8
(1)(κκ), 9, 11 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή είναι διογκωμένη και/ή μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Το περιεχόμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση η άδεια εκτέλεσης της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά καταχωρημένη αρχή της δίκαιης δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εγκριθεί. Η καταχώρηση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των Εναγόντων/Αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση 6 ετών. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο δια τον οποίο να γίνει παρέκκλιση του γενικού κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 6 ετών. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  1. Σ' αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος 4 ήταν ένας εκ των Εναγομένων στην αγωγή 5764/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Πρωτοφειλέτης στην πιο πάνω αγωγή ήταν η Εναγόμενη 1 εταιρεία και ο Εναγόμενος 4 ήταν ένας εκ των εγγυητών της εταιρείας. Στις 5.10.01 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αποφάσισε όπως οι Εναγόμενοι πληρώσουν ομού και/ή κεχωρισμένως στους Ενάγοντες το ποσό των €149.356,71 πλέον τόκο 9% ετησίως πλέον έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Από την έκδοση της απόφασης μέχρι και σήμερα έχουν παρέλθει σχεδόν 11 χρόνια. Οι Ενάγοντες με την έκδοση της απόφασης είχαν τη δυνατότητα να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα για την άμεση είσπραξη και εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, κάτι που δεν έπραξαν. Οι Ενάγοντες με την παρούσα Αίτηση ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης για ποσό το οποίο δεν θα προέκυπτε εάν λάμβαναν άμεσα και δεόντως όλα τα μέτρα εκτέλεσης που τους παρέχει ο Νόμος. Περαιτέρω το σύνολο των μέτρων εκτέλεσης που έλαβαν οι Ενάγοντες, όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση της Αίτησης, έγιναν κατά ή περί το έτος
  2. Ουδέν μέτρο εκτέλεσης έλαβαν μετά εναντίον οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους. Συγκεκριμένα, όπως άλλωστε φαίνεται και από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 14.6.2002 οι Ενάγοντες έλαβαν τα εξής μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη και/ή μείωση του εξ αποφάσεως χρέους: ¾ Ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον όλων των Εναγομένων το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο. Πουθενά οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν στην Αίτηση τους τους λόγους για τους οποίους δεν εκτελέστηκε το ένταλμα καθώς επίσης και γιατί δεν καταχώρησαν νέο ένταλμα κινητών εναντίον όλων των Εναγομένων από το 2002 μέχρι και σήμερα. Τόσον ο Εναγόμενος 4 όσο και οι λοιποί Εναγόμενοι δεν στερούνταν κινητής περιουσίας κατά το χρόνο εκείνο. Ενδεχομένως αν προωθούσαν δεόντως το μέτρο αυτό ή αν προσπαθούσαν ξανά να εισπράξουν και/ή μειώσουν το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους σήμερα δεν θα καταχωρούσαν την παρούσα Αίτηση και θα είχαν πλήρως εξοφληθεί. Σε κάθε περίπτωση δηλώνεται από τον Εναγόμενο 4 ότι κανένα ποσό οφείλεται στους Ενάγοντες και ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει πλήρως εξοφληθεί. ¾ Καταχώρησαν ΜΕΜΟ εναντίον της περιουσίας των Εναγομένων 3, 4 και
  3. Πουθενά στην Αίτηση δεν αναφέρεται για ποιο λόγο τα εν λόγω ΜΕΜΟ δεν εκποιήθηκαν και σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία για εκποίηση τους. Οι Ενάγοντες επέδειξαν αδιαφορία ως προς την εκποίηση των ΜΕΜΟ και αν πραγματικά ενδιαφέρονταν για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους θα λάμβαναν όλα τα απαραίτητα διαδικαστικά μέτρα για την εκποίησή τους. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν αναφέρουν στην Αίτηση τους τους λόγους που δεν κινήθηκαν εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας 1 και/ή των λοιπών Εναγόμενων με περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης οπότε οι προσπάθειες τους για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους με έκδοση writ κινητών και εγγραφή ΜΕΜΟ επί περιουσίας επιλεκτικά εναντίον μερικών Εναγομένων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκείς προσπάθειες για τη μείωση και εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω τα μέτρα αυτά λήφθηκαν κατά ή περί τις 14.4.2002 και κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης δεν λήφθηκε από το 2002 μέχρι και σήμερα εναντίον οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους. Με βάση την ενημέρωση που ο ενόρκως δηλών τυγχάνει από το δικηγόρο του οι Ενάγοντες είχαν τη δυνατότητα να λάβουν διάφορα μέτρα εκτέλεσης εναντίον όλων των Εναγομένων ακόμη και ταυτόχρονα για την άμεση είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους κάτι που δεν έπραξαν. Πουθενά οι Αιτητές στην Αίτηση τους δεν αναφέρουν αν έχουν γίνει οποιεσδήποτε πληρωμές από τους Εναγόμενους για τη μείωση και/ή εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και περαιτέρω δεν αναφέρεται το ύψος και το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους σήμερα. Το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί καθότι έγιναν πληρωμές μεγάλων ποσών. Ακόμη και αν παρέμενε κάποιο υπόλοιπο οι Ενάγοντες με τη συμπεριφορά τους έδειξαν στον ενόρκως δηλούντα αλλά και στους λοιπούς Εναγόμενους ότι δεν προτίθενται να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και/ή έχουν παραιτηθεί των δικαιωμάτων τους και/ή έχουν ικανοποιηθεί από τις πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι. Η συμπεριφορά των Εναγόντων έδωσε στον ενόρκως δηλούντα και στους λοιπούς Εναγόμενους την εντύπωση ότι έχουν παραιτηθεί των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τη δικαστική απόφαση. Ακόμη και αν παραμένει κάποιο οφειλόμενο υπόλοιπο από της έκδοσης της απόφασης έχουν παρέλθει 11 χρόνια με αποτέλεσμα να έχει αλλάξει σημαντικά η οικονομική και προσωπική δυνατότητα και η κατάσταση τόσο του Ενόρκως Δηλούντα όσο και των λοιπών Εναγομένων. Συγκεκριμένα: ¾ Η Εναγόμενη εταιρεία είναι ανενεργή, δεν εκτελεί οποιαδήποτε εργασία και δεν αποφέρει οποιοδήποτε κέρδος. Παρόλο που στη ένορκη δήλωση της Αίτησης αναφέρεται ότι καταχωρήθηκε Αίτηση για έκδοση writ κινητών πουθενά δεν αναφέρεται γιατί αυτό το μέτρο δεν προωθήθηκε δεόντως προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω εάν οι Ενάγοντες λάμβαναν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη μείωση του εξ αποφάσεως χρέους εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας δεν θα χρεώνονταν οι λοιποί Εναγόμενοι με ψηλούς τόκους και το χρέος θα ήταν προ πολλού εξοφλημένο. ¾ Ο ενόρκως δηλών - Εναγόμενος 4 κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης εργαζόταν ως υπάλληλος της εταιρείας. Σήμερα εργάζεται ως μηχανοδηγός με μηνιαίο εισόδημα €1.
  4. Κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν ηλικίας 40 ετών και μπορούσε να εργάζεται περισσότερο και να καταβάλλει ποσά για τη μείωση του εξ αποφάσεως χρέους. Λαμβάνοντας υπόψη και την οικονομική κρίση που έχει επηρεάσει τον κλάδο του επαγγέλματός του δεν είναι σε θέση να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό για τη μείωση και/ή εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, αν αυτό υφίσταται. ¾ Η εναγόμενη 5 κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν ηλικίας 34 ετών ενώ σήμερα είναι 45 ετών, δεν εργάζεται και δεν είναι σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για τη μείωση και/ή εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, αν αυτό υφίσταται. Οι Αιτητές στην Αίτηση και ένορκη δήλωση τους αναφέρονται γενικά και αόριστα ότι ακόμη δεν έχει εξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος δίχως να αναφέρουν εάν έχουν γίνει κάποιες πληρωμές προς εξόφληση του και αν ναι να αναφέρουν με λεπτομέρεια το ύψος των πληρωμών και πώς προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Περαιτέρω παραλείπουν να αναφέρουν στο Δικαστήριο την καταβολή από μέρους του Ενόρκως Δηλούντα σημαντικών και μεγάλων ποσών προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους αφήνοντας να νοηθεί ότι καμία πληρωμή έγινε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Πουθενά οι Αιτητές δεν αναφέρουν το ποσό το οποίο εναπομένει καθώς επίσης και τον τρόπο υπολογισμού και αν το οφειλόμενο υπόλοιπο περιέχει χρεώσεις ή έξοδα τα οποία δύνανται να προστίθενται στο εξ αποφάσεως χρέος. Η Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεγάλη αδικία σε βάρος των Εναγομένων με την ενδεχόμενη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια και / ή αμέλεια στη λήψη μέτρων για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση ακόμη και στην καταχώρηση της προηγούμενης Αίτησης για άδεια εκτέλεσης η οποία καταχωρήθηκε το 2008, δηλαδή 7 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης. Κανένα λόγο δεν αναφέρουν οι Ενάγοντες με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να μπορεί να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Εναγόντων / Αιτητών Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αδάμου Κκαφά στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Στην παρούσα αγωγή εκδόθηκε απόφαση στις 5.10.01 για ποσό ΛΚ87.414,60 (€149.356,71) με τόκο 9% ετησίως από 9.11.99 μέχρι εξοφλήσεως. Η απόφαση υπόκειτο σε αναστολή εφόσον πληρώνετο από 1.11.01 και ούτω καθ' εξής την 1η εκάστου επομένου μηνός το ποσό των ΛΚ1.000 (€1.708,60). Στις 16.9.02 και λόγω του ότι οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους αναστολής εκτέλεσης της απόφασης η Τράπεζα προχώρησε με καταχώρηση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας (writ κινητών) εναντίον όλων των Εναγομένων το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο με τη δικαιολογία ότι όλοι οι Εναγόμενοι, πλην του Εναγόμενου 1 που εγκατέλειψε τη διεύθυνση που δόθηκε, στερούνταν κινητής περιουσίας για κατάσχεση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Την 1.11.02 η Τράπεζα καταχώρησε νέο writ κινητών το οποίο και πάλι επεστράφη ανεκτέλεστο με τη δικαιολογία ότι οι Εναγόμενοι εγκατέλειψαν τη νέα διεύθυνση που δόθηκε. Η Τράπεζα προχώρησε, επίσης, με αιτήσεις αναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω του Κτηματολογίου δυνάμει των πιο κάτω προς όφελός της υποθηκών: ¾ Υ3518/96 για το ακίνητο αρ. εγγραφής 3779 στους Αγίους Βαβατσινιάς - Λάρνακα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  5. ¾ Υ2758/95 για το ακίνητο αρ. εγγραφής 4553 στους Αγίους Βαβατσινιάς - Λάρνακα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  6. ¾ Υ2757/95 για το ακίνητο αρ. εγγραφής 4043 στους Αγίους Βαβατσινιάς - Λάρνακα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  7. Περαιτέρω η Τράπεζα προχώρησε στις 14.6.02 με καταχωρήσεις ΜΕΜΟ τόσο επί των ενυπόθηκων ακινήτων όσο και επί άλλων ακινήτων που εντοπίστηκαν σε ονόματα των ενεχομένων ως ακολούθως: ¾ ΜΕΜΟ ΕΒ479/02 στο όνομα του Εναγόμενου
  8. ¾ ΜΕΜΟ ΕΒ480/02 στο όνομα της Εναγόμενης
  9. ¾ ΜΕΜΟ ΕΒ481/02 στο όνομα της Εναγόμενης
  10. Στις 21.4.08 εγκρίθηκε από την Τράπεζα η εξάλειψη της υποθήκης Υ2757/95 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4043 και η απαλλαγή του συγκεκριμένου ενυπόθηκου ακινήτου από τα ΜΕΜΟ με καταβολή ποσού €111.060 έναντι της οφειλής. Η πράξη υλοποιήθηκε στις 2.5.
  11. Για το συγκεκριμένο ενυπόθηκο ακίνητο και σύμφωνα με επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 31.1.08 θα γινόταν δημοπρασία με σκοπό την πώλησή του με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης €92.
  12. Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι διαλυμένη από τις 27.6.08 και ο Εναγόμενος 2 πτωχεύσας από 16.9.
  13. Το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται σε €211.039,14 πλέον τόκοι 9% από 1.1.12 πλέον έξοδα όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Οι Ενάγοντες δεν αδράνησαν, ούτε αμέλησαν να εκτελέσουν την εκδοθείσα υπέρ τους απόφαση η οποία παραμένει μέχρι σήμερα σε μεγάλο μέρος της μη ικανοποιηθείσα λόγω της αδράνειας και αμέλειας των Εναγομένων να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που ήδη ανέλαβαν μέσω της εκ συμφώνου έκδοσης της δικαστικής απόφασης. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγομένων / Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου οι Εναγόμενοι καταχώρησαν απαντητική ένορκη δήλωση εις απάντηση της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως των Εναγόντων. Σε αυτήν αναφέρονται από μέρους του Εναγόμενου 4, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Ουδέποτε οι Ενάγοντες κίνησαν διαδικασία για εκποίηση κινητών και, εν πάση περιπτώσει, κανένας δικαστικός επιδότης όχλησε τον Εναγόμενο 4 ή την Εναγόμενη 5 που είναι η σύζυγος του στην διεύθυνση Καρπενησίου 13 που είναι η διεύθυνση μόνιμης κατοικίας τους τα τελευταία 20 χρόνια. Δεν στερούνταν οι Εναγόμενοι κινητή περιουσία. Ο Εναγόμενος 4 δεν έχει οποιαδήποτε κινητή περιουσία στους Αγίους Βαβατσινιάς και είναι άξιο απορίας γιατί οι Ενάγοντες προσπάθησαν να εκτελέσουν ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας. Οι Ενάγοντες δεν προώθησαν δεόντως το μέτρο εκτέλεσης της εκποίησης κινητής περιουσίας και τούτο είχε σαν αποτέλεσμα να καλούνται σήμερα οι Εναγόμενοι να καταβάλουν ποσό το οποίο σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και το οποίο δεν θα υπήρχε αν λαμβάνονταν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την άμεση είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης. Η εταιρεία δεν στερείτο κινητής περιουσίας κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης αφού ήταν εργοληπτική εταιρεία και είχε στην κυριότητα της μηχανήματα και διάφορα εργαλεία μεγάλης αξίας τα οποία θα μπορούσαν να πωληθούν από την Τράπεζα για μείωση και/ή εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και να μην καλούνται οι Εναγόμενοι ως εγγυητές της εταιρείας να καταβάλουν ποσό το οποίο δεν θα προέκυπτε αν οι Ενάγοντες επεδείκνυαν συνέπεια στην αξιοποίηση των δικαιωμάτων τους. Ενώ η απόφαση εξεδόθηκε στις 5.10.01 το ένταλμα για εκποίηση της κινητής περιουσίας καταχωρήθηκε στις 16.9.
  14. Οι Ενάγοντες για ένα χρόνο και ενώ είχαν την απόφαση την οποία θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν δεόντως για να εισπράξουν το λαβείν τους αδράνησαν και/ή αμέλησαν αφήνοντας έτσι το χρέος να τοκίζεται και να αυξάνεται με αποτέλεσμα να καλούνται οι εγγυητές της Εναγόμενης 1 εταιρείας να καταβάλουν ποσό το οποίο προέκυψε αποκλειστικά από την αμεριμνησία της Τράπεζας. Όσον αφορά τις εγγραφές ΜΕΜΟ, αυτές έγιναν όλες στις 14.6.02 και η προσπάθεια των Εναγόντων για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους εξαντλήθηκε στην εγγραφή των ΜΕΜΟ αυτών και τη διατήρησή τους όλα αυτά τα χρόνια. Παραλείπουν δε οι Ενάγοντες να αναφέρουν το στάδιο στο οποίο βρίσκονται τα ΜΕΜΟ και αν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε Αίτηση για την εκποίηση τους και/ή οποιαδήποτε προσπάθεια για την πώληση τους. Όπως φαίνεται και από το φάκελο της αγωγής οι Αιτητές ουδέποτε υπέβαλαν Αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση εντάλματος πώλησης ούτε και ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Όταν για 11 ολόκληρα χρόνια δεν προχώρησαν σε καμία προσπάθεια εκποίησης των ΜΕΜΟ δεν μπορούν να έρχονται σήμερα να ζητούν άδεια εκτέλεσης της απόφασης ισχυριζόμενοι ότι δεν επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια. Από την εγγραφή των ΜΕΜΟ μέχρι και σήμερα έχουν παρέλθει 10 χρόνια. Με την επιβάρυνση της περιουσίας των Εναγομένων με ΜΕΜΟ όλα αυτά τα χρόνια ουσιαστικά στερούνται ολοκληρωτικά το δικαίωμα για τη διάθεση και εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας τους. Όπως άλλωστε φαίνεται και από την ενδεικτική αξία των ακινήτων που αναφέρουν οι Ενάγοντες στην παράγραφο 6 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το ισχυριζόμενο εξ αποφάσεως χρέος είναι κατά πολύ μικρότερο από την αξία των βεβαρυμένων ακινήτων.Το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των €111.060 που πωλήθηκε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4043 ανέρχεται στο ποσό των €456.598, ενώ το ύψος του ισχυριζόμενου εξ αποφάσεως χρέους είναι €149.
  15. Με βάση αυτά τα δεδομένα η όλη συμπεριφορά των Εναγόντων με την εγγραφή και διατήρηση των ΜΕΜΟ όλα αυτά τα χρόνια επί περιουσίας η οποία υπερκαλύπτει ακόμη και το διπλάσιο του εξ αποφάσεως χρέους συνιστά κατάχρηση των δικαιωμάτων που της παρέχει η απόφαση. Οι Ενάγοντες θα μπορούσαν όλα αυτά τα χρόνια να προωθήσουν τις διαδικασίες εκποίησης των ΜΕΜΟ και, αν διαπίστωναν καθυστέρηση ως προς τούτο, η ενδεδειγμένη ενέργειά τους θα ήταν να αποδεσμεύσουν την ακίνητη ιδιοκτησία στο μέτρο που υπερέβαινε το ποσό του ισχυριζόμενου εξ αποφάσεως χρέους για να δοθεί δυνατότητα στους Εναγόμενους να αξιοποιήσουν την περιουσία τους η οποία, ενδεχομένως, να είχε οδηγήσει σε επιπρόσθετες πληρωμές έναντι του χρέους ή ακόμα και εξόφλησή του. Όλα αυτά τα χρόνια οι Αιτητές έχουν, απλώς, διατηρήσει σε ισχύ την εγγραφή επιβάρυνσης της απόφασης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων δίχως παράλληλα να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο προς την πραγμάτωση της εκτέλεσης της απόφασης και κατ' επέκταση της εξόφλησης των υποχρεώσεων των Εναγομένων. Όπως ενημερώνεται ο ενόρκως δηλών από το δικηγόρο του, η παροχή εγγύησης ή εξασφάλισης για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους δεν θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να στερεί στους Εναγόμενους το δικαίωμα για διάθεση και εκμετάλλευση όσης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είναι αναγκαία προς εγγύηση ή εξασφάλιση του ύψους του ποσού για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Αν οι Ενάγοντες προέβαιναν σε όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκποίηση των ΜΕΜΟ ενωρίτερα θα εισέπρατταν ποσό μεγαλύτερο από αυτό που ενδέχεται να εισπράξουν από τούδε και στο εξής εφόσον πλέον η αγορά ακινήτων είναι σε ύφεση και οι τιμές πώλησης πολύ χαμηλές και μη ανταποκρινόμενες στην πραγματική αξία των ακινήτων. Παράλληλα με την οικονομική κρίση που πλήττει όλες τις αγορές θα είναι πολύ δύσκολο ως και αδύνατο να εξευρεθεί αγοραστής για βεβαρυμένη με ΜΕΜΟ περιουσία των Εναγομένων με αποτέλεσμα να παραμένει δεσμευμένη μέχρις ότου η Τράπεζα αποφασίσει να κινήσει δεόντως τις διαδικασίες. Όσον αφορά το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4043 αγοραστής ήταν ο πατέρας της Εναγόμενης 5 ο οποίος βρέθηκε λόγω της μεσολάβησης των Εναγομένων που αν δεν γινόταν το ακίνητο θα εξακολουθούσε να είναι δεσμευμένο και να μην μπορεί να αξιοποιηθεί δεόντως για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Από την καταβολή του ποσού των €111.060 το 2008 κανένα μέτρο εκτέλεσης έλαβαν οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων δίδοντας τους την εντύπωση ότι είχαν ικανοποιηθεί με την πληρωμή που έγινε. Ενώ τα ΜΕΜΟ ενεγράφησαν το 2002 για πρώτη φορά, ανανεώθηκαν το 2010 δηλαδή 8 χρόνια μετά. Επίσης η απόφαση εξεδόθη το 2001 ενώ ανανεώθηκε για πρώτη φορά 7 χρόνια μεταγενέστερα, δηλαδή το 2008.Τα δεδομένα αυτά είναι ενδεικτικά της αδικαιολόγητης αδράνειας των Εναγόντων που είχε ως αποτέλεσμα να αυξάνεται και να τοκίζεται το εξ αποφάσεως χρέος και ταυτόχρονα να παραμένει δεσμευμένη περιουσία των Εναγομένων που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν εξοφλώντας το εξ αποφάσεως χρέος. Απόδειξη του επηρεασμού των Εναγομένων από την αδράνεια και αδιαφορία των Αιτητών να εκτελέσουν έγκαιρα την απόφαση είναι το γεγονός της διάλυσης της εταιρείας στις 27.6.07 και η πτώχευση του Εναγόμενου
  16. Όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό οι Ενάγοντες δεν επισυνάπτουν κατάσταση λογαριασμού ούτως ώστε ο Εναγόμενος 4 να γνωρίζει εάν οι άλλοι Εναγόμενοι έχουν προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή όλα αυτά τα χρόνια και αν υπάρχουν χρεώσεις και έξοδα τα οποία δεν θα μπορούσαν να χρεωθούν στο υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Ακόμη και αν έχει γίνει η πληρωμή μόνον η πληρωμή του ποσού των €111.060 και καμία άλλη πληρωμή από τους λοιπούς Εναγόμενους το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους δεν είναι το ποσό των €211.039 αλλά προκύπτει ποσό πολύ μικρότερο. Το ποσό που αναφέρουν οι Αιτητές δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων και τόκων κατά παράβαση των όρων της απόφασης που προβλέπει τόκο 9% ετησίως, δίχως κεφαλαιοποίηση και έξοδα διατήρησης λογαριασμού. Κατά συνέπεια οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους σήμερα και το πώς αυτό προκύπτει. Όσον αφορά το ζήτημα του Εναγόμενου 2 οι Ενάγοντες δεν μπορούν να επικαλούνται τη πτώχευση του ως δικαιολογία για την παράλειψη λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον του ενώ είχαν 4 ολόκληρα χρόνια για να εκτελέσουν την επίδικη απόφαση εναντίον του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για το υπό εξέταση θέμα θεωρώ σκόπιμο εν πρώτοις να αναφερθώ στην Δ.40,θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1] η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  17. Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Εκτός όπου δικαστική απόφαση έχει ανασταλεί ή των περιπτώσεων, για τις οποίες γίνεται ειδική πρόνοια για το αντίθετο,[2] όσον αφορά τους αρχικούς διαδίκους, μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός έξι ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή τους διατάγματος. Μετά την παρέλευση 6 ετών[3], θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης "may" στη Δ.40,θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση έξι ετών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά[4]. Παρά το ότι η Δ.40,θ.8 δεν καθορίζει ποια είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ. 1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με το Order 42, r.23 των Αγγλικών Θεσμών, με το οποίο η δική μας Δ.40, θ.8 είναι πανομοιότυπη: «.application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue» Επομένως εκείνο το οποίο θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια - όπως ήταν η πρόνοια της Δ.40,θ.8 πριν την τελευταία τροποποίηση που την έχει επεκτείνει στα δέκα χρόνια - και ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δίδει εξηγήσεις για το λόγο της καθυστέρησης ή για τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών (σήμερα 10 ετών) ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης. Αγγλική νομολογία που ερμήνευσε διατάξεις παρόμοιες με τη δική μας Δ.40,θ.8[5] επισημαίνει ότι το Δικαστήριο ως θέμα γενικής αρχής δεν θα πρέπει να επεκτείνει το χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέρα των έξι χρόνων εκτός αν καταδειχτεί από πλευράς του εξ αποφάσεως πιστωτή ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει με την επισήμανση ότι όσο πιο πολύς είναι ο χρόνος που μεσολαβεί από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα το Δικαστήριο να αποφανθεί περί δυσμενούς επηρεασμού του εξ αποφάσεως οφειλέτη από την παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 ALLER 249 στη σελίδα 255: ".the court would not, in general, extend time beyond the six years save where it is demonstrably just to do so. The burden of demonstrating this should, in my judgment, rest on the judgment creditor. Each case must turn on its own facts but, in the absence of very special circumstances such as were present in the National Westminster Bank case, the court will have regard to such matters as the explanation given by the judgment creditor for not issuing execution during the initial six-year period, or for any delay thereafter in applying to extend the period, and any prejudice which the judgment debtor may have been subject to as a result of such delay including, in particular, any change of position by him as a result which has occurred. The longer the period that has been allowed to lapse since the judgment the more likely it is that the court will find prejudice to the judgment debtor". Στην Duer ν. Frazer (ανωτέρω), το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών. Στην υπόθεση Patel v. Singh
(2002)EW CA 1938 τονίσθηκε η γενική αρχή ότι η παρέλευση έξι χρόνων από μόνη της δύναται και συνήθως είναι από μόνη της αρκετή για να μην δοθεί άδεια εκτέλεσης στον εξ αποφάσεως πιστωτή, εκτός αν αυτός μπορέσει να δικαιολογήσει τη χορήγηση άδειας με το να δείξει ότι τα περιστατικά της υπόθεσης του την εντάσσουν σε μια μη συνηθισμένη περίπτωση. Αυτό μπορεί να γίνει με την απόδειξη της παρουσίας κάποιου γεγονότος σε σχέση με τη θέση του ιδίου του πιστωτή, ή σε σχέση με τη θέση του ιδίου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, για παράδειγμα ότι για πολλά χρόνια ο εξ αποφάσεως δανειστής γνώριζε ότι ο χρεώστης δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία και ότι υπήρξε, στο μεταξύ, αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του χρεώστης π.χ. κέρδισε το λαχείο του με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον περιουσία για σκοπούς εκτέλεσης. Παραθέτω σχετική περικοπή από την πιο πάνω απόφαση: ".the court must start from the position that the lapse of six years may, and will ordinarily, in itself justify refusing the judgment creditor permission to issue the writ of execution, unless the judgment creditor can justify the granting of permission by showing that the circumstances of his or her case takes it out of the ordinary. That may be done by showing the presence of something in relation to the judgment creditor's own position, or, as Sir Anthony Evans suggested in the course of the argument, in relation to the judgment debtor's position. Thus the judgment creditor might be able to point, for example, to the fact that for many years the judgment debtor was thought to have no money and so was not worth powder and shot but that, on the judgment creditor winning the lottery or having some other change of financial fortune, it has become worthwhile for the judgment creditor to seek to pursue the judgment debtor." Στα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης, το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση από τους πιστωτές για την καθυστέρηση να εντοπίσουν τον οφειλέτη, ούτε, επίσης, δικαιολόγησαν με οποιοδήποτε τρόπο την αδράνεια των έξι μηνών από την ημερομηνία που εντόπισαν τον οφειλέτη μέχρι την ημερομηνία που αιτήθηκαν την άδεια εκτέλεσης. Η ανεπάρκεια της γραπτής δήλωσης του πιστωτή, από μόνη της, αποστέρησε από αυτόν το δικαίωμα να εξασφαλίσει άδεια εκτέλεσης, και το Αγγλικό Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, παρά το ότι δεν υπήρξε μαρτυρία από τον οφειλέτη ότι υπέστη δυσμενή επηρεασμό από την καθυστέρηση. Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: "The law is this: are there facts which take the case out of the general rule that execution will not be allowed after 6 years? The exercise of my discretion must be directed to doing justice between the parties, having regard to all the circumstances of the case" Στην Longtin, (πιο πάνω) το γεγονός ότι οι πιστωτές δεν έδωσαν εξήγηση για την αδράνειά τους να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για μια περίοδο έξι μηνών δεν ήταν αρκετό από μόνο του για να αφαιρέσει από τους πιστωτές το δικαίωμα να εξασφαλίσουν άδεια εκτέλεσης[6]. Η πάροδος των έξι χρόνων δεν αποτελεί παραγραφή. Είναι ένα εμπόδιο που μπορεί να ξεπεραστεί πάνω από μια φορά. Κρίθηκε ότι οι πιστωτές ενήργησαν δεόντως και αμέσως στην προσπάθειά τους να εκτελέσουν την απόφαση εναντίον του χρεώστη και πως δεν ετίθετο θέμα επηρεασμού του χρεώστη καθότι αυτός γνώριζε την πρόθεση των πιστωτών να εκτελέσουν εναντίον του την απόφαση[7]. Στην Good Challenger Nevagante SA v. Metalexportinmport SA
(2003)QB 471 υπεδείχθη ότι ο χρόνος που παρήλθε από την απόφαση δεν διαδραμάτιζε από μόνος του καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. [8] Επισημάνθηκε εκ νέου ότι εκείνο που εξετάζεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας είναι αν υπάρχει κάτι στα περιστατικά της υπόθεσης που την εντάσσει εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα έξι χρόνια. Από τη σχετική νομολογία τόσο των δικών μας Δικαστηρίων όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων προκύπτει ότι στο υπό εξέταση ζήτημα το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει διάφορους παράγοντες. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, ü η στάση και η συμπεριφορά των Αιτητών και η τυχόν επίδειξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή και αδράνειας από μέρους τους στη λήψη και/ή προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης ü τον οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του χρεώστη από την καθυστέρηση που μπορεί να προκύπτει από τυχόν αλλαγή σε σχέση με την οικονομική ή άλλη θέση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ü τη γενικότερη συμπεριφορά και ενέργειες του πιστωτή και κατά πόσο αυτές θα μπορούσαν εύλογα να οδηγήσουν τον εξ αποφάσεως χρεώστη να πιστέψει ή να σχηματίσει την εντύπωση ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης, ü το είδος και ο χαρακτήρας των μέτρων εκτέλεσης που προτίθενται να λάβουν οι Αιτητές/εξ αποφάσεως δανειστές, ü τυχόν αλλαγές σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ή σε σχέση με τη θέση του χρεώστη όπως, για παράδειγμα, ότι υπήρξε, στο μεταξύ, αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του χρεώστη με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον περιουσία που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εκτέλεσης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ό,τι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι Αιτητές έχουν το βάρος να καταδείξουν ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό αλλά και το ύψος του. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές έχουν, τόσο μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης όσο και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τους, δείξει ποιο ήταν το αρχικό ποσό που οφειλόταν, ήτοι το ποσό της απόφασης. Στη συνέχεια αναφέρουν ότι πιστώθηκε στο λογαριασμό των Εναγομένων το ποσό των €111.060 που αποτελεί το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4043 επί του οποίου υπήρχε η υποθήκη Υ2758/95 και η οποία υποθήκη εξαλείφθηκε και απηλλάγη το πιο πάνω ενυπόθηκο ακίνητο με την καταβολή του πιο πάνω ποσού έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Τέλος οι Αιτητές αναφέρονται στο υπόλοιπο που παραμένει σήμερα οφειλόμενο. Μάλιστα έχουν επισυνάψει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους και κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος της παρούσας υπόθεσης απ' όπου προκύπτουν όλα τα πιο πάνω στοιχεία.[9] Όπως ήδη επισημάναμε πιο πάνω όταν κάναμε αναφορά στο Annual Practice 1958 αναφορικά με την ερμηνεία του Order 42,r.23 των Αγγλικών Θεσμών που είναι πανομοιότυπο με τη δική μας Δ.40, θ.8, είναι αρκετό η πλευρά του Αιτητή να θέσει την ημερομηνία της απόφασης, το αρχικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και το ποσό που εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο. Όπως προκύπτει από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω οι Αιτητές έχουν πλήρως συμμορφωθεί με αυτή τους την υποχρέωση. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι το ποσό που αναφέρεται ως οφειλόμενο δεν είναι ορθό και ότι είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων και τόκων, χωρίς να υπάρχει ταυτόχρονα οποιαδήποτε τεκμηρίωση, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία. Πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό ο οποίος, όπως προκύπτει από τις ενόρκους δηλώσεις που κατεχώρησε η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση, δεν στηρίζεται, ούτε βασίζεται σε οποιαδήποτε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και, ως τέτοιος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 4 ότι έχει προβεί στην καταβολή σημαντικών και μεγάλων ποσών προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους εφόσον ουδεμία εξειδίκευση του εν λόγω ισχυρισμού γίνεται πλην αυτής της γενικής και αόριστης αναφοράς και χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσον οι Αιτητές έχουν δικαιολογήσει ότι είναι δίκαιο να τους δοθεί η αιτούμενη άδεια για εκτέλεση. Από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου αλλά και από το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι οι Αιτητές έχουν από της έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης στην παρούσα αγωγή προβεί σε μια σειρά από μέτρα εκτέλεσης ως ακολούθως: ® Προχώρησαν στις 16.9.02 με καταχώρηση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας (writ κινητών) εναντίον όλων των Εναγομένων το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο με τη δικαιολογία ότι όλοι οι Εναγόμενοι, πλην του Εναγομένου 1 που εγκατέλειψε τη διεύθυνση που δόθηκε, στερούνταν κινητής περιουσίας για κατάσχεση.[10] ® Την 1.11.02 οι Αιτητές καταχώρησαν νέο writ κινητών το οποίο και πάλι επεστράφη ανεκτέλεστο με τη δικαιολογία ότι οι Εναγόμενοι εγκατέλειψαν τη νέα διεύθυνση που δόθηκε.[11] ® Οι Αιτητές προχώρησαν με αιτήσεις αναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω του Κτηματολογίου δυνάμει των πιο κάτω προς όφελος τους υποθηκών: Υ3518/96 για το ακίνητο αρ. εγγραφής 3779 στους Αγίους Βαβατσινιάς - Λάρνακα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  1. Υ2758/95 για το ακίνητο αρ. εγγραφής 4553 στους Αγίους Βαβατσινιάς - Λάρνακα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  2. Υ2757/95 για το ακίνητο αρ. εγγραφής 4043 στους Αγίους Βαβατσινιάς - Λάρνακα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  3. ® Οι Αιτητές προχώρησαν στις 14.6.02 με καταχωρήσεις ΜΕΜΟ τόσο επί των ενυπόθηκων ακινήτων όσο και επί άλλων ακινήτων που εντοπίστηκαν σε ονόματα των Εναγομένων ως ακολούθως: ΜΕΜΟ ΕΒ479/02 στο όνομα του Εναγόμενου
  4. ΜΕΜΟ ΕΒ480/02 στο όνομα της Εναγόμενης
  5. ΜΕΜΟ ΕΒ481/02 στο όνομα της Εναγόμενης
  6. ® Στις 21.4.08 εγκρίθηκε από τους Αιτητές η εξάλειψη της υποθήκης Υ2757/95 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4043 - ιδιοκτησίας της Εναγομένης 5 - και η απαλλαγή του συγκεκριμένου ενυπόθηκου ακινήτου από το ΜΕΜΟ με καταβολή ποσού €111.060 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Η πράξη υλοποιήθηκε στις 2.5.
  7. Για το συγκεκριμένο ενυπόθηκο ακίνητο σύμφωνα με επιστολή του Κτηματολογίου ημερ. 31.1.08 θα γινόταν δημοπρασία με σκοπό την πώληση με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης €92.
  8. Σε σχέση με το μέτρο εκτέλεσης που αναφέρεται σε writ κινητών τα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση και αφορούν το κατά πόσο είχαν κινητή περιουσία που υπόκειτο σε κατάσχεση αλλά και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που προβάλλονται δεν αποτελούν λόγο που να δείχνει ότι οι Αιτητές επέδειξαν σε σχέση με αυτό το ζήτημα αδράνεια και/ή παράλειψη στη λήψη και προώθηση μέτρων εκτέλεσης. Αντίθετα με τα όσα έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι προέβηκαν στη λήψη του συγκεκριμένου αυτού μέτρου εκτέλεσης αλλά, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Ούτε μπορώ να δεχθώ τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι υπήρξε ουσιαστικά καθυστέρηση στη προώθηση του μέτρου που αναφέρεται σε writ κινητών λαμβάνοντας υπόψη ότι, ενώ η απόφαση στην παρούσα αγωγή είχε εκδοθεί στις 5.10.01, υπήρχε αναστολή εφόσον οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν από 1.11.01 το ποσό των ΛΚ1.000 μηνιαίως μέχρι τελικής εξόφλησης πράγμα που οι Εναγόμενοι δεν έπραξαν παραλείποντας έτσι οι ίδιοι να συμμορφωθούν με τους όρους αναστολής εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Ακόμη έχω διαπιστώσει ότι ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση προσπαθούν να προωθήσουν τη θέση ότι λόγω της παρέλευσης 11 χρόνων από της έκδοσης της απόφασης «η οικονομική και προσωπική δυνατότητα και η κατάσταση» των Καθ΄ων η Αίτηση έχει αλλάξει σε μια προσπάθεια, προφανώς, να υποστηρίξουν ότι η παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος οδήγησε στο να υποστούν δυσμενή επηρεασμό, στην πραγματικότητα παραλείπουν να θέσουν του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τον Εναγόμενο 4 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης εργαζόταν ως υπάλληλος της Εναγόμενης 1 εταιρείας ενώ σήμερα ως μηχανοδηγός με μηνιαίο εισόδημα €1.000 χωρίς, ωστόσο, να αναφέρεται το εισόδημα που λάμβανε τότε παρά μόνο αναφέρεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης μπορούσε να εργάζεται περισσότερο και να καταβάλλει ποσά για τη μείωση του εξ αποφάσεως χρέους χωρίς να εξειδικεύονται οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα προς υποστήριξη αυτού του γενικού και αόριστου ισχυρισμού. Όσον αφορά την Εναγόμενη 5 προβάλλεται, απλώς, ο ισχυρισμός ότι τώρα δεν εργάζεται χωρίς να αναφέρεται κατά πόσον κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης εργαζόταν και αν υπήρχε οποιαδήποτε διαφορά στο εισόδημά της λόγω της παρέλευσης του χρονικού διαστήματος των 11 ετών. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι η συμπεριφορά των Αιτητών έδωσε στους Εναγόμενους την εντύπωση ότι έχουν παραιτηθεί των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τη δικαστική απόφαση επισημαίνω ότι ουδεμία πραγματική βάση έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αντίθετα έχοντας παραθέσει πιο πάνω, κατά χρονολογική σειρά, τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν από τους Αιτητές υπογραμμίζοντας ιδιαίτερα τις εγγραφές ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων και την ανανέωση των εν λόγω εγγραφών, την υποβολή αιτήσεων αναγκαστικής πώλησης των ενυποθήκων ακινήτων που αναφέρονται και τη διευκόλυνση που έγινε το 2008 με την ιδιωτική πώληση ενυπόθηκου κτήματος της Εναγόμενης 5 αντί δημοπρασίας, προκύπτει ότι οι Αιτητές συνέχισαν σε διάφορα χρονικά στάδια να προωθούν διάφορα μέτρα εκτέλεσης με αποτέλεσμα αφ' ενός να μην τίθεται θέμα επίδειξης αδράνειας από μέρους τους και αφ' ετέρου να μην μπορεί να γίνεται λόγος ότι δημιουργήθηκε ή προκλήθηκε η πεποίθηση στους Εναγόμενους ότι οι Ενάγοντες έχουν παραιτηθεί των δικαιωμάτων τους. Έχοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν από πλευράς Αιτητών διαπιστώνω ότι δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση από μέρους τους για το χρόνο που παρήλθε από της έκδοσης της επίδικης απόφασης, ενώ έχουν αναφερθεί στα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν ούτως ώστε να μην προκύπτει θέμα αδράνειας από μέρους τους. Από την άλλη η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει καταδείξει ότι εγείρεται οποιοδήποτε θέμα δυσμενούς επηρεασμού των Εναγομένων από το γεγονός της παρέλευσης του χρόνου που αναφέρθηκε ανωτέρω και/ή οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάστασή τους που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η έκδοση της αιτούμενης άδειας για επέκταση του χρόνου εκτέλεσης δεν θα ήταν δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ένας άλλος λόγος που προέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση ενιστάμενοι στην έγκριση της υπό κρίση Αίτησης είναι ότι με τη διατήρηση σε ισχύ της εγγραφής επιβάρυνσης απόφασης (ΜΕΜΟ) επί ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων όλα αυτά τα χρόνια δίχως παράλληλα να ληφθούν από τους Αιτητές οποιαδήποτε μέτρα για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, δηλαδή, χωρίς να προωθηθούν διαδικασίες εκποίησης του ΜΕΜΟ οι Εναγόμενοι στερούνται ολοκληρωτικά το δικαίωμα για τη διάθεση και εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας τους. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι με βάση τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ.6 παρέχεται στον εξ αποφάσεως πιστωτή το δικαίωμα επιλογής μέσα στα πλαίσια των διαφόρων μεθόδων εκτέλεσης που προσφέρονται όπως, είτε πωλήσει την ακίνητη ιδιοκτησία του εξ αποφάσεως χρεώστη, είτε όπως εγγράψει τη δικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε προς όφελος του ως επιβάρυνση σε ακίνητη ιδιοκτησία του εξ αποφάσεως χρεώστη[12]. Στο Άρθρο 53 του ΚΕΦ.6 γίνεται αναφορά στη δυνατότητα εγγραφής από τον εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο και τη δυνατότητα του, αφού την εγγράψει, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εξ αποφάσεως χρεώστης έχει συμφέρον και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους μέσω επιβάρυνσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Στο Άρθρο 54 διαλαμβάνεται ο τρόπος εγγραφής της δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω στο Άρθρο 55 καθορίζεται η διάρκεια εγγραφής της δικαστικής απόφασης, ενώ στο Άρθρο 56 προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης της εγγραφής δικαστικής απόφασης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει κάθε φορά τα δύο χρόνια. Στο Άρθρο 57 καθορίζονται τα αποτελέσματα της εγγραφής δικαστικής απόφασης και, συγκεκριμένα, ότι κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής το συμφέρον του οφειλέτη χρέους επί της ιδιοκτησίας επιβαρύνεται με την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του οφειλέτη χρέους με την οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία πριν την κατάθεση του σημειώματος. Περαιτέρω διαλαμβάνεται ότι ανεξάρτητα από οποιανδήποτε μεταβίβαση ή υποθήκευση που έγινε μετά την εγγραφή της δικαστικής απόφασης η ιδιοκτησία ή τόσο μέρος αυτής όσο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης διατάσσεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε χρόνο ενόσω η εγγραφή παραμένει σε ισχύ να πωληθεί προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με το Άρθρο 71 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6 κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να αιτηθεί από το Δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε δυνάμει του Μέρους V αυτού του Νόμου στο οποίο εμπίπτουν τα Άρθρα 53,54,55 και 56 στα οποία έγινε αναφορά ανωτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο για να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης είναι κατά πόσο υπήρξε από μέρους των Αιτητών αδράνεια στη λήψη και προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης που εξεδόθη προς όφελος τους και ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Ήδη με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν και προωθήθηκαν από τους Αιτητές μετά την εξασφάλιση της εκ συμφώνου απόφασης υπέρ τους και σε βάρος των Εναγομένων δεν έχω διαπιστώσει να έχουν επιδείξει αδράνεια. Επανερχόμενη στο θέμα των ΜΕΜΟ θεωρώ ότι αποτελούσε ένα μέτρο εκτέλεσης της επίδικης δικαστικής απόφασης το οποίο οι Αιτητές, όπως είχαν το δικαίωμα, επέλεξαν όπως προωθήσουν και εναπόκειτο στους Καθ' ων η Αίτηση, αν έκριναν ότι είχαν βάσιμους λόγους, να αποταθούν στο Δικαστήριο με τον τρόπο που προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 για να αιτηθούν την ακύρωση τέτοιων εγγραφών πράγμα που, προφανώς, δεν έπραξαν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια δεδομένα τα οποία δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Ως αποτέλεσμα έχω ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και επωφελές για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί στους Αιτητές - Ενάγοντες η αιτούμενη άδεια. Η υπό κρίση Αίτηση, συνεπώς, εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης αναφορικά με τους Εναγόμενους 4 και
  9. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες / Αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος των Εναγομένων / Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 και υπέρ των Εναγόντων / Αιτητών. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΛΗ [1] Η Δ.40, θ.8 έχει τροποποιηθεί στις 9.9.2011 με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  10. [2]Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που σύμφωνα με τους όρους της απόφασης διάδικος δικαιούται σε θεραπεία υπό την αίρεση εκπλήρωσης κάποιου όρου (βλ. Δ.40 θ.2) [3] Σήμερα ο χρόνος είναι 10 έτη. [4] Δέστε W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7. [5] Δέστε Duel v. Frazer
(2001)1 All ER 249, Society of Lloyd's v. Longtin
(2005)EWHC 2491, και Patel v. Singh
(2002)EWCA 1938. [6] ".Look at overall, a period of inexcusable delay of some 6 moths at most does not disentitle Lloyd's to the relief they seek. It is, with respect, a misreading of Patel to suggest that any period of unexplained delay thereby disentitle as applicant to relief" [7] "It seems to me that in this case there are facts which take this case out of the ordinary. From the very outset, Judge Longtin must have known that Lloyd's remained intent on enforcing their rights against him. There can be no prejudice to him. Lloyd's have remained active in seeking to have recognized and enforced the many judgments which they have obtained." [8] "Admittedly, there was considerable delay after the conclusion of the Romanian proceeding. This period of delay exceeded that which was reasonable for recuperation and reconsideration after the long and no doubt costly failure in those proceedings. But I do not believe that that, in itself, should lead to the claimants being refused permission to enforce " [9] Δέστε Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών/Εναγόντων. [10] Δέστε Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών. [11] Δέστε Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών. [12] 14
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιαδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:- (α) .... (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (γ) .... (δ) .... cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.