← Κύπρος

ΛΟΥΚΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ , Αρ. Αγ: 3230/2011, 18/6/2012

ΛΟΥΚΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ , Αρ. Αγ: 3230/2011, 18/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγ: 3230/2011 Μεταξύ: ΛΟΥΚΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ενάγοντας και ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ Εναγόμενος Hμερομηνία: 18/6/12 Eμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Καθ'ου η αίτηση: κος. Νικηφόρου Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κος. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ο εναγόμενος εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή και να ακυρώνεται η απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 5/12/

  1. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.5 Δ.17 θ.10 Δ.26 θ.14-15 Δ.33 θ.5 Δ.48 θ.1-3, 8,9,11 Δ.59 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του αιτητή. Ο αιτητής αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι η απόφαση εκδόθηκε λόγω της παράλειψης του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε στη μητέρα του Χριστίνα Χρυσάνθου με την οποία δεν είναι συγκάτοικος και η κατοικία της βρίσκεται μακριά από την δική του. Πληροφορήθηκε την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και την έκδοση απόφασης όταν στις 10/2/12 έλαβε ειδοποίηση από τον δικαστικό επιδότη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Γρηγόρη Ιωάννου, με την οποία τον ειδοποιούσε ότι εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας για το ποσό των €7000 πλέον τόκους και έξοδα (τεκμήριο Α). Αναφέρει περαιτέρω ότι το κατηγορητήριο της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 17579/11 που αφορά την επίδικη επιταγή της παρούσας υπόθεσης και πάλι δεν επιδόθηκε στον ίδιο αλλά στη μητέρα του η οποία όμως τον επισκέφθηκε λίγες μέρες μετά στο σπίτι του και του την παρέδωσε. Όσον αφορά την υπεράσπιση του προβάλλει ότι η αγωγή είναι εξ' υπαρχής άκυρη διότι η επίδικη επιταγή είναι προϊόν παρανομίας ή/και παράνομων ατυχημάτων ή/και τυχερών παιχνιδιών δια τηλεφώνου και στερείται αντιπαροχής και/ή νόμιμου ανταλλάγματος. Ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση την αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους συγκεκριμένους λόγους:
  2. Η Αίτηση του Αιτητή δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δ.
  3. Θ.
  4. Η Αίτηση του Εναγόμενου-Αιτητή πρέπει να απορριφθεί λόγω αδιαφορίας για την υπόθεση του και λόγω διαγωγής που κρίνεται ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.
  5. Ο Αιτητής δεν αποδεικνύει με την Αίτηση του εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και/ή συζητήσιμο θέμα.
  6. Ο λόγος που αναφέρει ο Αιτητής για την μη εμφάνιση του στην Αγωγή δεν είναι σοβαρός και εύλογος και/ή είναι ψευδής.
  7. Η παρούσα αίτηση για παραμερισμό της Απόφασης καταχωρείται καθυστερημένα ήτοι 3 μήνες σχεδόν μετά την έκδοση της απόφασης, χωρίς να δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η καθυστέρηση στην καταχώρηση της.
  8. Η Αγωγή επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο.
  9. Στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή δεν δίνονται ικανοποιητικές λεπτομέρειες αναφορικά με την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.
  10. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή στην Ένορκη Δήλωση του αναφορικά με την αποκάλυψη υπεράσπισης είναι διαζευκτικοί και ως εκ τούτου είναι γενικοί και αόριστοι.
  11. Η Ένορκος Δήλωση του Αιτητή αναφέρει ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς προς το Δικαστήριο για να πετύχει την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  12. Η Ένορκος Δήλωση του Αιτητή δεν υποστηρίζει επαρκώς και/ή καθόλου την Αίτηση για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  13. Η Αίτηση του Εναγόμενου-Αιτητή αντιβαίνει στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος για ανάγκη διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα αλλά και για τελεσίδικα της απόφασης.
  14. Δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπερ του Αιτητή.
  15. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει τη Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν παρουσιάζει με ακρίβεια τα γεγονότα.
  16. Η Αίτηση αυτή δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και/ή πνεύμα της νομοθεσίας και του Νόμου.
  17. Η Αίτηση σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα του Ενάγοντα και η ζημιά που πρόκειται να προκληθεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και εν πάση περιπτώση η Αίτηση δεν είναι καλόπιστη.
  18. Η κακή πίστη των Εναγόμενου-Αιτητή είναι εμφανής. Η ένσταση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του ενάγοντα- καθ'ου η αίτηση, του δικαστικού επιδότη Γρηγόρη Ιωάννου και του ιδιώτη επιδότη Παναγιώτη Παναγιώτου που ήταν και το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση θα γίνει αναφορά εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο πιο κάτω στην απόφαση μου. Η ακρόαση της υπόθεσης περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις και τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών με βάση τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή να θέσει εκ ποδών μια απόφαση η οποία λήφθηκε συνεπεία παράλειψης ενός εκ των διαδίκων να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια στα πλαίσια της διαδικασίας περιέχονται στις Δ.17 Θ10, Δ.26 Θ14 και Δ.33 Θ
  19. Τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν ότι η δικονομική διαταγή της οποίας χωρεί η εφαρμογή είναι η Δ.17 Θ10 η οποία αφορά παραμερισμό αποφάσεων που λήφθηκαν λόγω παράλειψης εμφάνισης του εναγομένου στο αρχικό στάδιο της αγωγής. Αφορά δηλαδή την περίπτωση όπου το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε με το δέοντα τρόπο στον εναγόμενο ο οποίος παρέλειψε να εμφανιστεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ο ενάγοντας προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης του εξασφαλίζοντας δικαστική απόφαση. Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης απετέλεσαν αντικείμενο πλούσιας νομολογίας σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Mesolongitis v. Koutas

(1986)1 C.L.R. 161, αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης αίτησης για επαναφορά αγωγής ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου τούτο είναι δυνατό είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης. Η εκδίκαση όμως της αίτησης από άλλο Δικαστή δεν καθιστά άκυρη την απόφαση, αφού, η δικαιοδοσία είναι εκείνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου γενικά (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1800). Η κατευθυντήρια γραμμή στη νομολογία δόθηκε από την υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. Προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη πλούσια νομολογία που υπάρχει στο θέμα, ότι ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο. Στην απόφαση στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Company,
(1961)CLR 317, υιοθετήθηκε πλήρως η απόφαση στην υπόθεση Evans v. Bartlam,
(1937)2 All ER 646 στην οποία καθορίστηκαν οι αρχές που διέπουν την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου, η οποία έχει επανειλημμένα ακολουθηθεί ως καθοδηγητική επί του θέματος αυτού στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Δ.17 θ10 αφορά περίπτωση όπου κανονικά και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση και συνεπώς το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει τους παράγοντες που έχουν σχέση με την αιτιολόγηση της μη εμφάνισης του διαδίκου αλλά και με την επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του. Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118 λέχθηκε πως «Απαραίτητη είναι η εξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση από τη μια του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου πιο πάνω, και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος πρέπει να συμβαδίζει με το θεμελιώδες δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο (βλ. Στυλιανού v. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1234). Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Στην υπόθεση Phylactou (πιο πάνω), ελέχθηκε και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο δεν αφαιρεί εύκολα το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί επί της ουσίας εφόσον αποκαλύπτει αιτία αγωγής και υπεράσπισης αλλά μπορεί να το πράξει όταν η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρηθεί λόγω εμφανούς καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Σε αιτήσεις όπως η παρούσα το Δικαστήριο εξετάζει τη συμπεριφορά του Αιτητή και κατά πόσο αυτή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο εξετάζει και το Πρωταρχικό κριτήριο που είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Με βάση τις νομολογημένες αρχές θα πρέπει να δίδεται σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί, καθώς επίσης, και να αποκαλυφθεί εκ μέρους του αιτητή-εναγομένου εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση (βλ. ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΟΥΡΠΑΝΚΟΒΑ
(2003)1Α Α.Α.Δ.308). Όπως έχει τονισθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου η με ευκολία επανάνοιξη της υπόθεσης ενός διαδίκου θα υποβιβάσει το εχέγγυο της τελεσιδικίας με αρνητικές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο όπως και ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης σε σύντομο χρόνο. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο ότι έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνεί τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1(A) Α.Α.Δ.528. Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με κάποια σύγχυση στη νομολογία που μπορεί να προκλήθηκε από την υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). «.. Η υπόθεση Νεάρχου με όλο τον σεβασμό, δεν απομακρύνθηκε από αλλά εκδόθηκε σύμφωνα με τις αρχές Evans v. Bartlam απόσπασμα της οποίας και παραθέτει. Αναφέρεται γενικά στην ανάγκη απόδειξης αμφισβητηθέντων γεγονότων ενόψει της Δ.48 θ4 αλλά, ταυτόχρονα τονίζει πως ό,τι απαιτείται είναι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα.» Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48, θ4 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεως για παραμερισμό αναφορικά με γεγονότα τα οποία στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδειχθούν. Όπως για παράδειγμα, μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. Υποδείχθηκε ότι τα γεγονότα που αφορούν τους λόγους της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση παραμερισμού απόφασης από τον εναγόμενο. Όπως άλλωστε προκύπτει μέσα από την απόφαση Evans τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για το λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Όπως ελέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση η Δ.48 θ4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης, αναφέρεται σε απόδειξη γεγονότων στην έκταση και βαθμό που υπέχεται βάρος απόδειξης τους. Αναφορικά με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, προκύπτει μέσα από την νομολογία ότι το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής το φέρει ο εναγόμενος, ο οποίος πρέπει να προσκομίσει κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και όχι απλώς να παραθέτει μια εκδοχή διαφορετική από αυτή του ενάγοντα, ούτως ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για τη τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Ξενοφών Καλλής v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1B A.A.Δ. 793 και Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ.289). Όπως ελέχθηκε στην απόφαση στην υπόθεση Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd Π.Ε.9400 ημερομηνίας 14/1/97 αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης». Στην Κωνσταντινίδη v. Ηissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774 (σελ.1779) ελέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας». Στην υπόθεση KCP Commission Agents and Importers Ltd κ.α. v. Μιχάλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Phylactou πιο πάνω αναφέρθηκε ότι καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το εισανάνοιγμα της υπόθεσης. Το βάρος της απόδειξης είναι στον αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του, όπως θα έπραττε, αν η υπόθεση του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται βεβαίως στην ουσία της υπεράσπισης, ούτε προβαίνει σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα, παρά απλώς προβαίνει σε διαπίστωση περί της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ή συζητήσιμης υπόθεσης εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος έχει καθήκον να προσκομίσει προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ερχόμενη τώρα στην υπό κρίση αίτηση θεωρώ ότι πρώτα θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα του κανονικού της επίδοσης αφού εγείρεται από τη πλευρά του αιτητή. Βασική προϋπόθεση έκδοσης ερήμην απόφασης είναι η καλή επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις της Δ.17 τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που η επίδοση κριθεί κακή το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις (Γιωργαλλίδης v. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Συνεπώς το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τη θέση του αιτητή ότι η επίδοση είναι κακή και στη περίπτωση που κριθεί ότι όντως η επίδοση ήταν κακή, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση χωρίς να προχωρήσει στην εξέταση άλλων ζητημάτων. Ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη μητέρα του με την οποία δεν συγκατοικεί καθότι ο ίδιος διαμένει σε άλλη κατοικία. Το ότι το κλητήριο επιδόθηκε στη μητέρα του αιτητή το αναφέρει και ο ιδιώτης επιδότης Παναγιώτης Παναγιώτου στη δική του ένορκη δήλωση, με τη διαφορά στην αναφορά ότι η μητέρα του είναι και συγκάτοικος του. Τα πράγματα όμως δεν τελειώνουν ως εδώ. Ο ιδιώτης επιδότης αναφέρει επίσης ότι στην ίδια διεύθυνση, Αγίου Δημητρίου 5Β, δηλαδή της μητέρας του αιτητή, επέδωσε στον ίδιο και το κατηγορητήριο της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης που σύμφωνα με τον αιτητή αφορά την επίδικη επιταγή στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι στις 31/10/11 μετέβηκε στη πιο πάνω διεύθυνση, και αφού του άνοιξε τη πόρτα μια γυναίκα ζήτησε τον εναγόμενο ο οποίος βρισκόταν εκεί. Όταν ρώτησε τον εναγόμενο αν διαμένει εκεί αυτός του απάντησε θετικά και παρέλαβε την επίδοση της ποινικής υπόθεσης και υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής στη παρουσία της γυναίκας. Ο επιδότης Παναγιώτου επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως Τεκμήριο Α αντίγραφο της απόδειξης παραλαβής του κατηγορητηρίου. Στις 8/11/11 μετέβηκε στην ίδια διεύθυνση προκειμένου να επιδώσει στον αιτητή και την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Του άνοιξε την πόρτα η ίδια γυναίκα η οποία του ανέφερε ότι είναι η μητέρα του εναγόμενου και διαμένουν μαζί και πως εκείνη τη στιγμή ο τελευταίος απουσίαζε από το σπίτι. Της επέδωσε το κλητήριο ένταλμα το οποίο και παρέλαβε. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Β αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του μαζί με αντίγραφο του κλητηρίου όπου φαίνεται η υπογραφή της. Το πρωτότυπο της ένορκης δήλωσης της επίδοσης βρίσκεται στο φάκελλο του Δικαστηρίου. Ο δικαστικός επιδότης Γρηγόρης Ιωάννου, στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι στις 6/2/12 παρέλαβε το ένταλμα κατάσχεσης κινητών που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου σε σχέση με την παρούσα αγωγή. Την ίδια ημερομηνία απέστειλε προς τον εναγόμενο Χρύσανθο Χρυσάνθου στη δοθείσα διεύθυνση, δηλαδή στην Αγ. Δημητρίου 5Β στη Λάρνακα, σχετική ειδοποίηση της κατάσχεσης κινητών αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως τεκμήριο Α. Ο αιτητής στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του παραδέχεται ότι παρέλαβε την αναφερόμενη ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη Γρηγόρη Ιωάννου. Παράλληλα, ο ιδιώτης επιδότης Π. Παναγιώτου αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι όταν επέδωσε το κατηγορητήριο της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης στον εναγόμενο στην διεύθυνση της μητέρας του ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι διαμένει εκεί. Από την άλλη ο αιτητής παραλείπει να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία της διεύθυνσης της κατοικίας στην οποία ισχυρίζεται ότι διαμένει. Αμφότεροι οι επιδότες δεν αντεξετάστηκαν από τον αιτητή. Συνεπώς όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί που προβάλλονται από την πλευρά του ενάγοντα-καθ'ου η αίτηση παρέμειναν ακλόνητοι και αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Όπου υπάρχει βάρος απόδειξης συγκεκριμένου γεγονότος κρινόμενου ως αναγκαίου και απαραίτητου για να αποδειχθεί για την επιτυχία κάποιου αιτήματος, σε περίπτωση αμφισβήτησης του γεγονός αυτού, θα πρέπει να προσκομισθεί σχετικό αποδεικτικό υλικό από τη πλευρά που φέρει το βάρος απόδειξης προς το Δικαστήριο. Οι λόγοι της μη εμφάνισης ακόμη και σε αιτήσεις παραμερισμού της απόφασης όπως η παρούσα, καθ'ην έκταση αμφισβητούνται θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου πιο πάνω). Με βάση συνεπώς τα όσα αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους ο ιδιώτης επιδότης και ο επιδότης του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η θέση του αιτητή περί κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος δεν ευσταθεί. Η Δ.5 θ.2 προνοεί τα ακόλουθα: «2.
(1)Η επίδοση πρέπει όταν είναι πρακτικό να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπον εργασίας του η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί: (Ι) Σε μέλος της οικογένειας του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του ή: (ΙΙ) Σε οιονδήποτε πρόσωπο τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του ή: (ΙΙΙ) Στον αφέντη του στην περίπτωση υπηρέτη που ζει με τον αφέντη του. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στη μητέρα του αιτητή είναι καλή επίδοση και ο αιτητής έλαβε γνώση του εν λόγω κλητηρίου της αγωγής. Εξετάζοντας στη συνέχεια το κατά πόσο υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνιση του αιτητή στο Δικαστήριο θεωρώ ότι κρίνεται άμεσα με τον ισχυρισμό του για κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν καλή συνεπάγεται και την απουσία σοβαρού και εύλογου λόγου για τη μη εμφάνιση του. Από τη στιγμή που έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος όφειλε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της υπό τους Θεσμούς προβλεπόμενης προθεσμίας. Ερχόμενη τέλος στο θέμα της συζητήσιμης υπεράσπισης παρατηρείται ότι ο αιτητής αναφέρει αόριστα και χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία αλλά και διαζευκτικά ότι η επίδικη επιταγή είναι προϊόν παρανομίας ή/και παράνομων στοιχημάτων ή/και τυχερών παιχνιδιών δια τηλεφώνου και στερείται αντιπαροχής ή/και νόμιμου ανταλλάγματος. Ο καθ'ου η αίτηση απορρίπτει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αιτητή αναφέροντας ότι είναι διαζευκτικοί γενικοί, αόριστοι και ασαφείς χωρίς ικανοποιητικές λεπτομέρειες. Στην υπόθεση Μιχάλης Πατούρης (πιο πάνω), που αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία, το εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του εναγόμενου λόγω μη αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως καλής και εύλογης υπεράσπισης, το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε την προβληθείσα υπεράσπιση ως «αοριστολογίες» υποδηλώνοντας την απουσία στερεού βάθρου θεμελιωτικού οποιασδήποτε από τις προβληθείσες υπερασπίσεις, τόνισε ότι η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με τα γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισης του. Η πιο πάνω θέση του καθ'ου η αίτηση με βρίσκει σύμφωνη και συνεπώς η κρίση του Δικαστηρίου στο θέμα αν ο αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση θα πρέπει να είναι αρνητική. Ο αιτητής παρέλειψε να προσκομίσει οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία ή να δώσει κάποιες λεπτομέρειες τα οποία να εμπεριέχουν και κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθοριζόταν και θα καταδεικνύετο μέσα από τους δικούς του προβαλλόμενους ισχυρισμούς (βλ. Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, Π.Ε. 284/08, ημ.10/5/11). Αποδοχή αόριστων ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού ικανού να προσδώσει σε αυτούς κάποια βαρύτητα που να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 793 αναφέρονται τα εξής: ''Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. (Βλ. K. C. P. Commission Agents and Imports Ltd V. Aνδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415). Ο Πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: ''Αντλώντας κατεύθυνση από τη Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μια εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μη ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (...) Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.'' Στην υπόθεση Μυριάνθη Κωνσταντίνου ν. Χρυστάλλας Ουρπάνκοβα (πιο πάνω) το Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση εφόσον αυτή δεν αποκαλύπτετο με καθαρότητα. Η γενική και αόριστη αναφορά εκ μέρους του εναγομένου-αιτητή ότι η επίδικη επιταγή είναι προϊόν παρανομίας, χωρίς την παράθεση οποιονδήποτε στοιχείων ή λεπτομερειών για το ζήτημα, ακόμα και στα πλαίσια διαδικασίας όπως η παρούσα, δεν κρίνεται ότι αποκαλύπτει την έγερση καλόπιστης εκ πρώτης όψεως πάντα υπεράσπισης. Οι γενικές και αόριστες αναφορές χωρίς έστω τη στοιχειώδη εξειδίκευση και ο τρόπος προβολής των ισχυρισμών του αιτητή από μόνες τους, αποκαλύπτουν την αδυναμία του να πείσει και να υποδείξει καλόπιστα προβαλλόμενη υπεράσπιση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο εναγόμενος-αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος που τον βαρύνει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ου η αίτηση - ενάγοντα και εναντίον του αιτητή - εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.