← Κύπρος

Evgeny Kogan ν. N Gems Holding Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 266/12, 22/6/2012

Evgeny Kogan ν. N Gems Holding Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 266/12, 22/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 266/12 Μεταξύ: Evgeny Kogan Ενάγοντα -και- 1) N. Gems Holding Ltd 2) Stephen John Kelly 3) Dmitry Shkaf 4) Irina Kosareva 5) Μαρίας Μικελλίδου Εναγομένων ----- Ημερομηνία: 22.6.2012 Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερομηνίας 27.1.2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Ο κ. Νίκος Κληρίδης (για ν΄ ακούσει την απόφαση η κα Σάββια Γεωργίου). Για τους Εναγόμενους 1: Ο κ. Γεώργιος Α. Γεωργίου με τον κ. Νικόλα Τσαρδελλή. Για τον Εναγόμενο 2: Καμία εμφάνιση (δεν επιδόθηκε). Για τον Εναγόμενο 3: Ο κ. Καλλής (για ν΄ ακούσει την απόφαση ο κ. Νικόλας Τσαρδελλής). Για την Εναγόμενη 4: Ο κ. Βάσος Θεοδώρου. Εναγόμενη 5: (η αγωγή απεσύρθη). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας έχει εξασφαλίσει μονομερώς διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 2146/10 μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής με την οποία ζητά ακύρωση της εν λόγω απόφασης ως προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Η αγωγή 2146/10 ήταν μεταξύ των νυν εναγομένων 1, ως εναγόντων (που παρακάτω θα αναφέρονται ως «η εταιρεία») και του νυν ενάγοντα, ως εναγομένου (που παρακάτω θα αναφέρεται και ως «ο Κοgan»). Η αίτηση επιδόθηκε στους εναγόμενους 1, 3 και

  1. Δεν προωθήθηκε εναντίον του εναγόμενου
  2. Η εκδοχή του Kogan Παραθέτω, συνοπτικά, την εκδοχή του Kogan, όπως παρουσιάζεται σε ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την επίδικη αίτηση: Ο Kogan είναι επιχειρηματίας από τη Ρωσία και κάτοχος ρωσικού και ισραηλινού διαβατηρίου έχοντας τη μόνιμη διαμονή του στη Μόσχα. Κατά ή περί το 2008, στα πλαίσια συνεργασίας του που είχε με τον Dmitry Shkaf (εναγόμενος 3 - που παρακάτω θα αναφέρεται ως ο Shkaf) ανέθεσε στον τελευταίο την αγορά ενός διαμερίσματος στο Τελ Αβίβ. Επειδή ο ίδιος είναι πολυάσχολος επιχειρηματίας υπέγραψε γενικό πληρεξούσιο (τεκ. 2) προς τον Shkaf για την αγορά του διαμερίσματος, που ήταν και ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο υπέγραψε το πληρεξούσιο. Επιπρόσθετα, υπέγραψε και ένα άλλο πληρεξούσιο, μη ανακλητέο, για την ενυπόθηκη δανειοδότηση της αγοράς του διαμερίσματος (τεκ. 4). Το διαμέρισμα, τελικά, αγοράστηκε από τον Shkaf προς όφελος του Kogan. Όταν υπέγραψε το τεκ. 2 ήταν στην εβραϊκή γλώσσα και εφόσον δεν γνωρίζει καθόλου εβραϊκά, δεν γνώριζε το περιεχόμενό του. Υπέγραψε, όμως, βασιζόμενος στην εμπιστοσύνη που είχε στον Shkaf. Αργότερα, όμως, αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο περί μεγάλου απατεώνα και παραθέτει διάφορους ισχυρισμούς εναντίον του Shkaf. Ως εκ των άνω, από το 2009, έπαυσε να έχει οποιαδήποτε σχέση ή επαφή με τον Shkaf μέχρι την 5.12.2011, όταν πληροφορήθηκε για την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 2146/10, η οποία, σύμφωνα με την εκδοχή του, λήφθηκε σε βάρος του μέσω του Shkaf και της εναγόμενης 4, Irina Kozareva (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η Kozareva) που δήθεν τον εκπροσωπούσαν ως πληρεξούσιοί του και δέχθηκαν απόφαση εκ συμφώνου εκ μέρους του με δικηγόρο του την εναγόμενη 5, κα Μαρία Μικελλίδου, την οποία δεν γνωρίζει, ούτε διόρισε ποτέ ως δικηγόρο του και ούτε η αγωγή του επιδόθηκε προσωπικά. Δηλώνει πλήρη άγνοια για τη συμφωνία βάσει της οποίας δόθηκε η απόφαση στην αγωγή 2146/10, για δήθεν αγορά από τον ίδιο με πωλητή την «εταιρεία», των μετοχών μιας εταιρείας NV Madavato S.A.R.L.. Πρόκειται για έγγραφο που τιτλοφορείται ως Συμφωνία Πώλησης Μετοχών μεταξύ της εταιρείας, του Kogan και της Madavato, ημερομηνίας 11.5.2010 (τεκ. 6 στην ένορκη δήλωση Kogan). Ο Shkaf και η «εταιρεία» χρησιμοποίησαν το πληρεξούσιο (τεκ. 2) εν αγνοία του Kogan και ο Shkaf υπέγραψε τη συμφωνία. Αργότερα, μαζί με την Kozareva δέχθηκαν απόφαση «εκ συμφώνου» εκ μέρους του για δήθεν χρέος 100.000.000 δολάρια. Ισχυρίζεται ότι το όλο πλαίσιο δήθεν γεγονότων που παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου, ήταν το προϊόν συνομωσίας και συνέργειας όλων των εναγομένων, προς το σκοπό καταδολίευσής του. Στις 27.4.2011 η «εταιρεία» κατέθεσε αίτηση για εφαρμογή της απόφασης του Ε.Δ. Λάρνακας στη Ρωσική Ομοσπονδία. Στις 8.12.2011 ο Kogan έλαβε γνώση για την αίτηση της εταιρείας. Πέραν της αλλότριας χρήσης του πληρεξουσίου, ο Kogan ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι τούτο ήταν άκυρο με βάσει το δίκαιο του Ισραήλ. Επισυνάπτει σχετικά γνωμάτευση του δικηγόρου κ. Asher Axelrod, που είναι συνταγμένη στην αγγλική (τεκ. 5). Η ένσταση της «εταιρείας» Η «εταιρεία» έχει ένσταση. Προβάλλει τη θέση ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για απόδοση συντηρητικής θεραπείας, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς όφελος της «εταιρείας», ότι ο Kogan παραθέτει μαρτυρία που δεν δύναται να γίνει αποδεκτή και η οποία είναι αναληθής και ότι απέκρυψε από το δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Maxim Venzhik και του δικηγόρου κ. Α. Γεωργίου. Ο Venzhik αναφέρεται εν εκτάσει στα γεγονότα που κατά τη δική του εκδοχή οδήγησαν στην εν λόγω συμφωνία για αγορά μετοχών, στην οποία, όπως διευκρινίζει, τον Kogan τον εκπροσωπούσε ο Shkaf. Τον Kogan ουδέποτε τον συνάντησε, ούτε ήρθε σε προσωπική επικοινωνία μαζί του. Μόνο με τον εναγόμενο 3 είχε επικοινωνία για το θέμα υπό τις παρακάτω περιστάσεις. Ο Venzhik είναι, μέσω της εταιρείας NV Madavato S.A.R.L. που του ανήκει, ιδιοκτήτης ενός ορυχείου με πολύτιμες πέτρες στη Μαδαγασκάρη. Περί το τέλος του 2009 ο Shkaf τον συνάντησε στη Μαδαγασκάρη και του μετέφερε το ενδιαφέρον του Kogan να επενδύσει σε πολύτιμους λίθους, το οποίο μετεξελίχθη σε πρόταση για αγορά του ορυχείου. Μετά από αρκετές συζητήσεις, ο Venzhik συμφώνησε με τον εναγόμενο 3, ως αντιπρόσωπο του Kogan, να πωλήσει στον τελευταίο το ορυχείο για το ποσό των εκατόν εκατομμυρίων δολαρίων. Συμφώνησαν, επίσης, η πώληση του ορυχείου να γίνει μέσω της Κύπρου και για το σκοπό αυτό προχώρησε σε σύσταση της «εταιρείας» στην Κύπρο. Αντί δε, για κατευθείαν πώληση του ορυχείου, συμφώνησαν να γίνει πώληση των μετοχών της NV Madavato S.A.R.L. από την «εταιρεία» προς τον Kogan. Στα αναγκαία για την υλοποίηση της συμφωνίας στην Κύπρο, εκπροσώπησε τον Venzhik και την «εταιρεία» ο δικηγόρος κ. Ανδρέας Γεωργίου. Περί τις αρχές Ιουνίου 2010 διευθετήθηκε συνάντηση με τον εναγόμενο 3 στο γραφείο του κ. Ανδρέα Γεωργίου, στην παρουσία της Kozareva, που ήταν οικογενειακή φίλη του κ. Γεωργίου, η οποία βοηθούσε ως μεταφράστρια. Ακολούθησε νέα συνάντηση, στην οποία υπογράφτηκε η συμφωνία. Εκ μέρους του Kogan την υπέγραψε ο Shkaf δυνάμει του εν λόγω πληρεξουσίου. Ένας από τους όρους της συμφωνίας ήταν ο διορισμός της Kozareva ως αντικλήτου για τον Kogan, δηλαδή ως προσώπου το οποίο θα ήταν σε θέση να παραλαμβάνει εκ μέρους του Kogan οποιαδήποτε αλληλογραφία και επιδόσεις. Όταν ο Kogan παρέβη τη σύμβαση ο Venzhik έδωσε οδηγίες στον κ. Α. Γεωργίου να καταχωρίσει η αγωγή 2146/10, η οποία επιδόθηκε στην Kozareva. Η τελευταία απέστειλε την αγωγή και πληροφόρησε σχετικά τον ενάγοντα μέσω του Shkaf. Ακολούθως, εκδόθηκε εκ συμφώνου η επίδικη απόφαση. Οι συνθήκες υπό τις οποίες διορίστηκε δικηγόρος για τον ενάγοντα και αποδέχθηκε την απόφαση, είναι άγνωστες στον Venzhik. Ο Venzhik αναφέρεται, περαιτέρω, σε διάφορα γεγονότα ή ισχυρισμούς εισηγούμενος ότι αποκαλύπτουν τα ψεύδη του Kogan. Μεταξύ άλλων, επεσύναψε ένα αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο φέρεται να έχει αποσταλεί από τον Kogan προς τον Shkaf (τεκ. 16 στην ένορκη δήλωση Venzhik και τεκ. 20 στην ένορκη δήλωση Shkaf) με το οποίο του έδιδε οδηγίες να προχωρήσει σε εξεύρεση ορυχείου στη Μαδαγασκάρη για σκοπούς επένδυσης ποσού 50-100 εκατομμυρίων δολαρίων. Το μήνυμα αυτό, λέει ο Venzhik, τού το παρέδωσε ο δικηγόρος κ. Α. Γεωργίου, στον οποίο το απέστειλε η Kozareva, η οποία το έλαβε από το Shkaf. Αρνούμενος όλους τους ισχυρισμούς του Kogan, τους οποίους επιχειρεί να αντικρούσει ένα προς ένα με διάφορα επιχειρήματα, ισχυρίζεται, εν τέλει, ο Venzhik ότι ο Kogan δημιούργησε μια φανταστική και κατασκευασμένη ιστορία για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Δήλωση Α. Γεωργίου Ο δικηγόρος Α. Γεωργόυ αναφέρει στη δική του δήλωση ότι ο Venzhik αποτάθηκε σ΄ αυτόν μέσω της Kozareva. Περαιτέρω, αναφέρεται με μεγάλη λεπτομέρεια στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύνταξη της συμφωνίας. Επισυνάπτει μεγάλο αριθμό τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων έγγραφα που του δόθηκαν από τον Venzhik για τις ανάγκες της συμφωνίας, τόσο προσωπικά έγγραφα, όσο και έγγραφα της εταιρείας NV Madavato S.A.R.L.. Επισυνάπτει, επίσης, μεγάλο αριθμό τεκμηρίων που του έδωσε η Kozareva, εισηγούμενος ότι εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του Shkaf (τεκ. 57-74). Επιβεβαιώνεται από τη δήλωση του κ. Γεωργίου ότι όλη η συζήτηση και τελικά η συμφωνία έγινε με τον Shkaf. Αναφέρει, περαιτέρω ότι στις αρχές Ιουλίου 2010 ο Venzhik τον πληροφόρησε ότι ο Kogan δεν είχε πληρώσει. Έλαβε οδηγίες και καταχώρισε την αγωγή 2146/
  3. Επειδή ο Kogan δεν καταχώρισε εμφάνιση, καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση η οποία ορίστηκε για τις 14.9.
  4. Στο μεταξύ, όμως, τον ειδοποίησε ο Venzhik ότι ο ενάγοντας θα δεχθεί απόφαση με αναστολή. Σε συνάντηση που είχε με τον Shkaf και την Kozareva, ο Shkaf του ζήτησε να του συστήσει κάποιο δικηγόρο για να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Τελικά ο Shkaf κατέληξε στην κα Μικελλίδου. Αναφέρεται, περαιτέρω, ο κ. Γεωργίου στη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της επίδικης απόφασης. Αναφέρεται εν εκτάσει και σε διάφορες συνομιλίες που είχε μεταγενέστερα με τον δικηγόρο του Kogan, κ. Κληρίδη και σε διάφορα άλλα θέματα, στα οποία δεν είναι αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, να επεκταθώ. Η ένσταση του Shkaf Ο Shkaf ενίσταται στο να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης από την «εταιρεία». Δεν περιορίστηκε σε δήλωση ότι αρνείται τους ισχυρισμούς του Kogan, ότι επιφυλάσσει την υπεράσπισή του και ότι τον ίδιο δεν τον αφορά το διάταγμα. Εν πάση περιπτώσει, η ένστασή του συνοδεύεται από δική του ένορκη δήλωση και από ένορκη δήλωση του καθηγητή Dan Bein από το Ισραήλ που συνοδεύεται από γνωμάτευση σε σχέση με το δίκαιο του Ισραήλ περί αντιπροσώπευσης. Ο Shkaf δίδει τη δική του εκδοχή για τις σχέσεις του με τον Kogan. Σε σχέση με το πληρεξούσιο αναφέρει ότι ο Kogan είναι που του ζήτησε να τον διορίσει γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του για να διεκπεραιώνει τις διάφορες εργασίες που θα του ανέθετε. Ισχυρίστηκε ότι, κατά την κατάρτιση των πληρεξουσίων, εξήγησε, στα ρωσικά, στον Kogan το περιεχόμενό τους και ο τελευταίος γνώριζε πολύ καλά ποιες εξουσίες του παραχωρούσε. Τα εν λόγω πληρεξούσια τα χρησιμοποιούσε μέχρι το 2011 εκτελώντας διάφορες εργασίες για λογαριασμό του Kogan, περιλαμβανομένης διαχείρισης τραπεζικών λογαριασμών. Επεσύναψε ως τεκμήρια στοιχεία και πληρεξούσια περί του ότι ήταν πληρεξούσιος του Kogan σε συγκεκριμένους λογαριασμούς (τεκ. 5, 6, 7, 8). Αφού προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς, γενικά ήταν η θέση του ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του Kogan πως ο μοναδικός σκοπός που υπέγραψε τα πληρεξούσια ήταν η αγορά του διαμερίσματός του στο Ισραήλ. Ο Shkaf ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διασαλεύτηκαν οι σχέσεις του με τον Kogan. Παρουσιάζει ως τεκμήρια ηλεκτρονικά μηνύματα από τον Kogan προς τον ίδιο που εστάλησαν σε μεταγενέστερους χρόνους (τεκ. 18, 19). Ισχυρίζεται ότι ο Kogan γνώριζε όλα τα σχετικά για την αγορά του ορυχείου, αλλά και για την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του στην Κύπρο και οι οδηγίες του προς τον Shkaf ήταν να κερδίσει χρόνο για να διευθετήσει τα χρήματα. Επισυνάπτει και το προαναφερθέν email, ημερομηνίας 10.12.2009, στο οποίο ο Kogan φέρεται να του διαμηνύει το ενδιαφέρον του για επένδυση 50 - 100 εκατομμυρίων δολαρίων σε εταιρείες που έχουν άδεια για εξόρυξη πολύτιμων λίθων (τεκ. 20). Αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη για εκτέλεση των οδηγιών του Kogan, οι οποίες κατέληξαν στην ολοκλήρωση της συμφωνίας για αγορά του ορυχείου από τον Venzhik έναντι εκατόν εκατομμυρίων δολαρίων. Πάντα εν γνώσει του Kogan. Για τα ζητήματα αυτά προβάλει τους ίδιους ισχυρισμούς που προέβαλε, ως άνω, και ο Venzhik. Η αγωγή επιδόθηκε στην Kozareva, η οποία τον πληροφόρησε σχετικά, οπότε και ο ίδιος πληροφόρησε τον Kogan. Οι οδηγίες του τελευταίου ήταν να εκδοθεί απόφαση με αναστολή μέχρι την 15.10.2010, χρόνο που χρειαζόταν για να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και να λάβει την κατοχή του ορυχείου. Προς τον σκοπό αυτό διόρισε δικηγόρο την κα Μαρία Μικελλίδου, εναγόμενη 5 και ακολούθως εκδόθηκε η επίδικη εκ συμφώνου απόφαση με αναστολή, όπως ήταν οι οδηγίες του Kogan. Ήταν, γενικά, η θέση του ότι για όλες τις παραπάνω ενέργειες εκτελούσε πιστά τις οδηγίες του Kogan και όσα τώρα εκείνος αναφέρει αποτελούν εκ δευτέρου σκέψεις για να αποποιηθεί τις υποχρεώσεις του. Η ένσταση της Kozareva Η Kozareva στη δική της ένσταση προβάλλει τη θέση ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν την αφορά, αλλά αφορά μόνο την «εταιρεία» και ότι η ίδια δεν έχει καμιά εμπλοκή ή εξουσία για εκτέλεση ή αποτροπή της εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Πέραν τούτου, αρνείται πλήρως τους ισχυρισμούς του Kogan. Η δική της εκδοχή συνάδει με την εκδοχή του Venzhik και τα όσα ανέφερε ο κ. Γεωργίου. Αναφέρει ότι η αγωγή επιδόθηκε στην ίδια, την οποία απέστειλε στον Shkaf. Αναφέρει ότι εμφανίστηκε στο δικαστήριο μετά που της το ζήτησε η κα Μικελλίδου, μαζί με τον Shkaf. Δεν αντιλήφθηκε γιατί παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, ήταν απλώς παρούσα όταν εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Ενήργησε, καταλήγει, καλόπιστα, πιστεύοντας απλώς και μόνο ότι εξυπηρετούσε τον Shkaf και μέσω του τον Kogan και ότι η όλη συμμετοχή της ήταν εντελώς τυπική. Η νομική πτυχή
  5. Διαδικαστικά θέματα σε σχέση με την ένορκη δήλωση Kogan Σε σχέση με την ένορκη δήλωση του Kogan έχουν εγερθεί διάφορα διαδικαστικά ζητήματα, τα οποία είναι σκόπιμο να ξεκαθαρίσουν εξ αρχής. Ο κ. Καλλής ισχυρίστηκε ότι στην ένορκη δήλωση του Kogan, που είναι συνταγμένη στα ρωσικά, δεν υπάρχουν επισυνημμένα οποιαδήποτε τεκμήρια, τα οποία «παρατίθενται», όπως είπε, στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας από τα ρωσικά στα ελληνικά. Στο φάκελο φαίνεται ότι η αίτηση συνοδεύεται κατά σειρά από την ένορκη δήλωση στη ρωσική, από ένορκη δήλωση της μεταφράστριας, από τη μετάφραση στην ελληνική και από τα τεκμήρια. Στην πραγματικότητα, τα τεκμήρια συνοδεύουν την ένορκη δήλωση του αιτητή, απλώς δεν είναι συνδεδεμένα πάνω σε αυτή. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο κ. Καλλής ότι στη μετάφραση της ένορκης δήλωσης του αιτητή που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας «δεν υπάρχει όρκος (jurad) από τον Πρωτοκολλητή. Συνακόλουθα η πιστοποίηση των τεκμηρίων που γίνεται από τον Πρωτοκολλητή της ένορκης δήλωσης του αιτητή που δεν φέρει υπογραφή του Πρωτοκολλητή δεν προσθέτει τίποτε». Καταλήγει η εισήγηση ότι «ουσιαστικά τα έγγραφα σημειώθηκαν από τον Πρωτοκολλητή ως τεκμήρια χωρίς να υπάρχει ένορκη δήλωση που να τα καταθέτει ως τεκμήρια. Όμως, η μεταφρασμένη ένορκη δήλωση φέρει την υπογραφή του Kogan με βεβαίωση του Πρωτοκολλητή. Άλλωστε, το ορθό είναι ο δηλών να υπογράφει μόνο τη δήλωση που είναι συνταγμένη στη γλώσσα του. Πέραν τούτου, η πιστότητα και η ορθότητα της μετάφρασης είναι ζήτημα που βεβαιώνει ο μεταφραστής. Το πρόβλημα, εν προκειμένω, προκύπτει από το ότι η ένορκη δήλωση της μεταφράστρια ενσωματώνει ως τεκμήριο μόνο τη μετάφραση, όχι και την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όπως θα ήταν το ορθό, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση Nazar

(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Όμως, η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας αναφέρεται στην πρωτότυπη ένορκη δήλωση και είναι επισυνημμένη σ΄ αυτήν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή είναι η δήλωση που μετέφρασε ώστε να προκύψει το επισυνημμένο στη δική της ένορκη δήλωση τεκμήριο. Το ζήτημα, υπό τις περιστάσεις, είναι εντελώς τυπικό και η περίπτωση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις στις οποίες ο κ. Καλλής παρέπεμψε, όπου δεν υπήρχε καθόλου ένορκη δήλωση του μεταφραστή.
  2. Η ουσία Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας έχοντας υπόψη το σύνολο των θέσεων κάθε πλευράς και των επιχειρημάτων των ευπαιδεύτων δικηγόρων. Για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω, δεν θα διαπραγματευτώ όλα τα επιχειρήματα ένα προς ένα, παρά μόνο στο βαθμό που είναι σχετικό και αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Όπως ελέχθη στην υπόθεση Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490 η αιτιολόγηση της δικαστικής απόφασης, αναπόσπαστο μέρος της δικαστικής λειτουργίας, στοιχειοθετείται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Συνεχίζει ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γ. Μ. Πικής ως εξής: «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.» Σημασία έχει, λοιπόν, η όλη προσπάθεια των διαδίκων και ειδικότερα η επιχειρηματολογία, να αξιολογηθούν μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από τα επίδικα τώρα ζητήματα, στα οποία οι διάδικοι όφειλαν να περιοριστούν. Όπως αναφέρθηκε στην Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263, 267-268 από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Α. Τριανταφυλλίδη: «at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted;» Υπέδειξε, περαιτέρω, ότι η ενδιάμεση διαδικασία: «.should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.. .. The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction . » Μάλιστα, ο Τριανταφυλλίδης, Π. υπέδειξε ακόμα ότι όταν οι διάδικοι επεκτείνονται, το δικαστήριο δεν πρέπει να τους ακολουθήσει ενόψει του κινδύνου να προκριθούν αμφισβητούμενοι ουσιαστικοί ισχυρισμοί. Ανέφερε σχετικά τα εξής: «. consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case, I will refrain from referring to any one of them; .» Η νομολογία που οριοθετεί τα πλαίσια εκδίκασης μιας αίτησης όπως η παρούσα είναι σταθερή και απόλυτα σαφής: η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν αποτελεί πεδίο προς αντιπαράθεση μαρτυρίας και επιχειρημάτων επί της ουσίας[1]. Αντί τούτου, τόσο η μαρτυρία, όσο και οι αγορεύσεις, επεκτάθηκαν με μεγάλη λεπτομέρεια και σε μεγάλο βάθος στα γεγονότα όπως αυτά τα παρουσιάζει η κάθε πλευρά, θέτοντας υπό κρίση, κατ΄ ουσία οριστική, τόσο τη συνολική αξιοπιστία της μαρτυρίας, όσο και τη νομική επιχειρηματολογία εκατέρωθεν. Οι διάδικοι επεκτάθηκαν επί της ουσίας (on the merits) με όλη την ευρύτητα και τη δύναμη των επιχειρημάτων τους. Είναι χαρακτηριστική η προσαγωγή μαρτυρίας για το δίκαιο του Ισραήλ με σκοπό να καταδειχθεί η εγκυρότητα ή η ακυρότητα, αντιστοίχως, του πληρεξουσίου εγγράφου. Χαρακτηριστική, επίσης, ήταν η παράθεση σε μεγάλη έκταση, στην οποία δεν έχω αναφερθεί ανωτέρω, ισχυρισμών που άπτονται της ουσίας μέσα από πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις, οι οποίες μάλιστα λαμβάνουν και τη μορφή νομικής επιχειρηματολογίας με παραπομπή σε αυθεντίες. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση στο φερόμενο ως τηλεμήνυμα (τεκ. 16 στην ένσταση της «εταιρείας»/τεκ. 20 στην ένσταση Shkaf) για το οποίο η θέση του δικηγόρου του Kogan ήταν πως είναι πλαστό «και θα αποδειχθεί με μαρτυρία από τον αιτητή κατά τη δικάσιμο.» Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι το τηλεμήνυμα αυτό ανατρέπει την εκδοχή του Kogan, εφόσον καταδεικνύει ότι Kogan και Shkaf είχαν επικοινωνία σε μεταγενέστερο χρόνο από τις αρχές του 2009, ότι ο Kogan ενδιαφερόταν για την αγορά ορυχείου και ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί σε τέτοια επένδυση, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του. Ο κ. Καλλής εισηγήθηκε ότι με το τηλεμήνυμα αυτό ο Kogan επικύρωσε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε ως πληρεξούσιος του ο Shkaf σε σχέση με το ορυχείο και έτσι εμποδίζεται (estopped) να ισχυρίζεται ότι το πληρεξούσιο είναι άκυρο και ότι δεν είχε γνώση για την αγορά του ορυχείου στη Μαδαγασκάρη. Προχώρησε δε, σε εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία σε σχέση με τις αρχές του κωλύματος (estoppel). Όμως, το κατά πόσο αυτό το τηλεμήνυμα που παρουσιάζεται να μεταφέρεται από χέρι σε χέρι, προήλθε όντως από τον ενάγοντα, είναι κατεξοχήν ζήτημα της ουσίας. Εάν ήταν να αποφασιστούν τώρα τέτοια ζητήματα, όπως και το ζήτημα της εγκυρότητας ή μη του πληρεξουσίου για την οποία τόσος λόγος έγινε, προς τί η συνέχιση της αγωγής; Άλλωστε, και έγκυρο να είναι ένα πληρεξούσιο, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ενεργεί στα πλαίσια της σχέσης εμπιστοσύνης που υπέχει προς τον αντιπροσωπευόμενο προς προώθηση των συμφερόντων του τελευταίου, όπως είναι το καθήκον του και όχι για προώθηση των δικών του συμφερόντων ή οποιουδήποτε τρίτου. (Ιακώβου v. Ζαπρή
(2008)1 Α.Α.Δ. 926). Συνεπώς, είναι θέμα γεγονότων τα οποία αναμένεται κανονικά να διαλευκανθούν στο φυσιολογικό πλαίσιο που είναι η ακρόαση. Δεν παραβλέπω, βέβαια, την εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι χρειάζεται αξιολόγηση των γεγονότων ώστε να φανεί ποιοτικά η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα. Ήταν υποχρέωση, ανέφερε, του ενάγοντα να παρουσιάσει εκδοχή τέτοιας ποιότητας ώστε να ήταν δυνατό στο τέλος, αφού αξιολογηθούν στο στάδιο της ακρόασης τα γεγονότα, να οδηγηθεί σε επιτυχία. Έτι περαιτέρω, εφόσον ο ενάγοντας επικαλείται δόλο και επιδιώκει να αναστείλει την εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου. Παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, στην οποία ελέχθη ότι για τη διαπίστωση της προϋπόθεσης περί ορατής πιθανότητας επιτυχίας «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στην ίδια απόφαση διατυπώθηκε από τον Νικήτα, Δ. με ενάργεια το σχετικό κριτήριο. Όταν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιάζονται είτε λογικοί, είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται, θα πρέπει να αφεθούν να εξεταστούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Όταν, όμως, οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι οι ίδιοι αμφιλεγόμενοι, ασαφείς και αντιφατικοί, τότε το αποτέλεσμα είναι να μην ικανοποιούνται τα ελάχιστα προαπαιτούμενα για την ικανοποίηση των κριτηρίων του άρθρου 32. Έχοντας κατά νου όλα τα παραπάνω, προχωρώ σε εξέταση της υπόθεσης υπό το φως των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της νομολογίας, όπως έχουν επεξηγηθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates a. a.
(1982)1 CLR 557. Αφού, όμως, προηγουμένως διευκρινιστεί ότι κατά το χρόνο που δόθηκε το διάταγμα δεν είχε ακόμα καταχωριστεί η έκθεση απαίτησης. Βάση προβληματισμού ήταν, ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση που επισυνάφθηκε στην αίτηση. Έχει στο μεταξύ καταχωριστεί έκθεση απαίτησης, στην οποία περιλαμβάνονται οι ίδιοι ισχυρισμοί. Παρατίθενται εν εκτάσει λεπτομέρειες δόλου του εναγομένου 3 και των «συνεργατών του» Maxim Venzhik εκ μέρους των εναγομένων 1 και εναγόμενης 4, οι οποίες αποτυπώνουν υπό μορφή δικογράφου την όλη εκδοχή του ενάγοντα. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακρόαση» δεν εξυπακούει τίποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η έννοια του δόλου και της συμπαιγνίας για εξασφάλιση δικαστικής απόφασης έχει εξεταστεί, από πλευράς κυπριακής νομολογίας, στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1Β Α.Α.Δ 992. Ο δόλος είναι όρος που αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Είναι όρος που πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή του έννοια, όπως συνήθως χρησιμοποιείται στη γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα. Στην υπόθεση Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411, 435 (Η.L.) αποφασίστηκε ειδικότερα ότι σε περίπτωση αγωγής για παραμερισμό δικαστικής απόφασης λόγω δόλου, ο δόλος έχει την έννοια ότι: «. the court was deceived into giving the impugned judgment by means of a false case known to be false or not believed to be true or made recklessly without any knowledge on the subject. No doubt, suppression of the truth may sometimes amount to suggestion of the false: The Alfred Nobel[2]. But, short of this, lack of frankness or an ulterior or oblique or indirect motive is insufficient.» Επίσης, στη σελ. 418 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «.. it is clear that only fraud in a strict legal sense will do. There must be conscious and deliberate dishonesty, and the declaration must be obtained by it.» Τα όσα ο ενάγοντας καταλογίζει με την ένορκη δήλωσή του στους εναγόμενους 1, 3 και 4 και έχουν λάβει στο μεταξύ μορφή δικογράφου, έχουν την παραπάνω έννοια και δικογραφούνται με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Η υπόθεση Lawford Ltd κ.ά. v. Χατζηγαβριήλ κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 818, όπου το προσωρινό διάταγμα σε υπόθεση δόλου ακυρώθηκε γιατί είχε εκδοθεί επί αορίστων ισχυρισμών, στην οποία ο κ. Γεωργίου παρέπεμψε, διαφοροποιείται από την παρούσα. Εν προκειμένω, δικογραφείται επαρκώς συζητήσιμη υπόθεση περί εξασφάλισης δικαστικής απόφασης με δόλο και συμπαιγνία. Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, η «πιθανότητα επιτυχίας», είναι όρος που εμπεριέχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το σύνηθες μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις, το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στο τελικό στάδιο, ο δόλος πρέπει να αποδεικνύεται αυστηρά. Ιδιαίτερα διαφωτιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση του Lord Willberforce στην υπόθεση Ampthill (ανωτέρω, σελ. 418): «Authorities as to judgments make clear that anyone wishing to attack a judgment on the grounds of fraud must make his allegation with full particularity, must when he states it be prepared to prove what he alleges and ultimately must strictly prove it. The establishment of the fraud is a condition precedent to reopening the case (see Jonesco v Beard).» Περαιτέρω, στη σελ. 435: «Moreover, Jonesco v Beard,[3] a decision of your Lordships' House, confirmed that, to impugn a judgment on the ground of fraud, the fraud must be alleged with particularity and proved distinctly. A person is not permitted merely to allege fraud in the hope of discovering it as the case develops. 'You cannot go to your adversary and say, "You obtained the judgment by fraud, and I will have a rehearing of the whole case" until that fraud is established', said James LJ in Flower v Lloyd (
(1877)6 Ch D 297 at 302), cited with approval by Lord Buckmaster (the other members of the House concurring) in Jonesco v Beard ([1930] AC at 300, 301, [1930] All ER Rep at 484). And in Flower v Lloyd (6 Ch D at 300) Jessel MR cited Lord Redesdale: '. the fraud used in obtaining the decree being the principal point in issue, and necessary to be established by proof before the propriety of the decree can be investigated'.» Στην υπόθεση Ιακώβου (ανώτ.) υιοθετήθηκε η αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία οι ισχυρισμοί περί δόλου πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά. Υποδείχθηκε ότι ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός, ότι πρέπει να αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση προτού το δικαστήριο επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης λόγω δόλου και ότι όταν δεν διαφαίνεται εύλογη προοπτική επιτυχίας η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική. Όμως, το ζητούμενο τώρα δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. (Βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802). Έστω και σ΄ αυτό το στάδιο, βέβαια, θα πρέπει να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον ισχυρισμό για εμφιλοχώρηση δόλου (Lawford Ltd, ανώτ.). Τέτοιοι ισχυρισμοί έχουν προβληθεί. Ως άνω, δεν είναι του παρόντος η αξιολόγηση τους σε βάθος, όπως ήταν η επιχειρηματολογία των δικηγόρων της «εταιρείας» και του Shkaf. Η ουσία της εκδοχής του ενάγοντα είναι ότι ο Shkaf, χρησιμοποιώντας εν αγνοία του ένα πληρεξούσιο που του είχε δώσει για άλλο σκοπό, χωρίς τη δική του πραγματική εξουσιοδότηση συνήψε την εν λόγω συμφωνία ως αντιπρόσωπός του. Με τη συμφωνία οριζόταν ως αντίκλητος του η Kozareva, την οποία ο ίδιος δεν γνωρίζει. Η Kozareva δέχθηκε επίδοση για λογαριασμό του. Ο Shkaf διόρισε δικηγόρο την κα Μικελλίδου, η οποία όχι απλώς δεν ήταν γενικότερα δικηγόρος του Kogan, αλλά του είναι παντελώς άγνωστη. Η κα Μικελλίδου με οδηγίες του Shkaf δέχθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον του Kogan. Όλα αυτά για μια συναλλαγή και μια δικαστική απόφαση, σε μια τρίτη χώρα, σε σχέση με ένα τεράστιο ποσό. Δεν παραβλέπω τα επιχειρήματα που προέβαλαν ιδιαίτερα ο κ. Γεωργίου και ο κ. Καλλής σε σχέση με τη δύναμη της μαρτυρίας του ενάγοντα και ειδικότερα μια εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι η εκδοχή του ενάγοντα περί συνομωσίας των εναγομένων, αντικρούεται πλήρως από τα όσα ο ίδιος κατέγραψε σε δήλωσή του που ο δικηγόρος του απέστειλε προς τον κ. Α. Γεωργίου (τεκ. 55 στην ένορκη δήλωση Α. Γεωργίου). Εκεί ο Kogan αναφέρει ότι ο Shkaf ενήργησε δολίως, καθ΄ υπέρβαση και κατά κατάχρηση του πληρεξουσίου και ότι ουδέποτε ο ίδιος συναίνεσε ή έδωσε οδηγίες στον Shkaf να συναινέσει για την έκδοση της απόφασης, η οποία ήταν το προϊόν δόλου εκ μέρους του Shkaf ("was the product of fraud of Mr Shkaf"). Ο κ. Γ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι η δήλωση αυτή παρουσιάζει τον Shkaf ως τον μοναδικό εμπλεκόμενο σε απάτη, ενώ η συνολική προσπάθεια του ενάγοντα είναι να καταδείξει ότι όλοι οι εναγόμενοι συμμετείχαν στην απάτη. Σκοπός του ενάγοντα, συνεχίζει ο κ. Γ. Γεωργίου, ήταν να εμπλέξει τους εναγόμενους 1 για να μπορεί να ακυρώσει την επίδικη απόφαση που εκείνοι εξασφάλισαν με αγωγή. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία σε αυτό το στάδιο είναι πως οι εναγόμενοι 1 συστάθηκαν για τους σκοπούς της επίδικης συμφωνίας, την οποία η εκδοχή του Kogan την εντάσσει στο ίδιο πλαίσιο με την επίδικη απόφαση. Ο ρόλος και η ευθύνη του καθενός θα διαφανεί στο τέλος. Μια άλλη εισήγηση του κ. Γεωργίου σχετίζεται με το γεγονός ότι μετά τη μονομερή έκδοση του διατάγματος, ο ενάγοντας στις 10.2.2012 απέσυρε την αγωγή εναντίον της εναγόμενης 5, κας Μικελλίδου. Ήταν η εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι η απόσυρση της αγωγής εναντίον της κας Μικελλίδου τροποποιεί τη βάση επί της οποίας είχε δοθεί μονομερώς το διάταγμα, η οποία αναφερόταν σε απάτη μεταξύ όλων των εναγομένων, περιλαμβανομένης της κας Μικελλίδου. Αυτό δημιουργεί, είπε, διαδικαστικό κώλυμα εφόσον δεν υφίστανται πλέον τα γεγονότα επί των οποίων το διάταγμα εκδόθηκε και εν πάση περιπτώσει, ως εκ της εξέλιξης αυτής η εκδοχή του ενάγοντα αποδυναμώνεται πλήρως, αφού την αλλάζει ο ίδιος. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι πρόκειται για περίπτωση απαλλαγής ενός των συναδικοπραγούντων, η οποία οδηγεί σε απαλλαγή και των υπολοίπων. Παρόμοιες εισηγήσεις έκανε και ο κ. Καλλής. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η απόσυρση έγινε μετά που η κα Μικελλίδου καταχώρισε γραπτή δήλωση στο φάκελο της υπόθεσης ότι εμφανίστηκε ως δικηγόρος του ενάγοντα καλόπιστα κατόπιν οδηγιών του Shkaf. O Shkaf της είχε αναφέρει ότι πληροφορήθηκε για την ίδια όταν ζήτησε δικηγόρο και το όνομά της αναφέρθηκε ανάμεσα σε άλλα ονόματα δικηγόρων στη Λάρνακα στο γραφείο του κ. Α. Γεωργίου. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι ο Shkaf της παρέδωσε το γενικό πληρεξούσιο του ενάγοντα προς τον ίδιο και το συμφωνητικό έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας NV Madavato S.A.R.L. από την «εταιρεία» στον Kogan. Δηλώνει πως δεν γνώριζε, ούτε αναμείχθηκε σε οποιαδήποτε συνομωσία και απάτη και ότι εάν γνώριζε πως υπήρχε αμφισβήτηση της πληρεξουσιότητας για αντιπροσώπευση στην αγωγή, δεν θα αναλάμβανε ως δικηγόρος του Kogan και πολύ περισσότερο δεν θα δεχόταν την επίδικη απόφαση. Καταλήγει στη δήλωση της ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματά της έναντι οποιουδήποτε. Είναι υπό τις παραπάνω περιστάσεις που έγινε η απόσυρση της αγωγής και με τον δέοντα σεβασμό, δεν θεωρώ ότι τέτοια εξέλιξη είχε την έννοια που της αποδίδει ο κ. Γεωργίου και ο κ. Καλλής. Τελικά, έχοντας υπόψη το σύνολο των αντικρουόμενων ισχυρισμών, θεωρώ ότι θα πρέπει να αφεθούν να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Κατά τ΄ άλλα, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν είναι ανεπαρκείς ή τέτοιας κακής ποιότητας ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι δεν ικανοποιούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις. Αντίθετα, για τους σκοπούς που τώρα είναι σχετικοί, μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι, έστω και με δεδομένη την υποχρέωση για αυστηρή απόδειξη, υφίσταται «πιθανότητα επιτυχίας». Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν δοθεί το διάταγμα, σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η θέση του ενάγοντα ήταν ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 (στον εναγόμενο 2 δεν επιδόθηκε η αίτηση) έχουν ήδη λάβει μέτρα εκτέλεσης και επίκειται άμεση απόσπαση προς όφελός τους μεγάλου χρηματικού ποσού και άλλων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία θα εξαφανίσουν, με δεδομένες «τις συνθήκες που επικρατούν στη Ρωσία.» Ο κ. Γ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι τέτοιες αναφορές είναι τελείως αόριστες και δεν ικανοποιούν τη σχετική προϋπόθεση. Παρέπεμψε σε απόφαση όπου ο γενικόλογος ισχυρισμός περί «ανεπανόρθωτης ζημίας» κρίθηκε γενικός και αόριστος (Ανδρέου v. Kolossos Signs Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 626). Εν προκειμένω, όμως, ο κίνδυνος όχι μόνο είναι ορατός, αλλά έχει εκδηλωθεί μέσα από την προσπάθεια των εναγομένων 1 για εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή για κατάσχεση και αποξένωση της περιουσίας του ενάγοντα με αναφορά, μάλιστα, σε ένα τεράστιο ποσό. Η τρίτη προϋπόθεση συντρέχει. Επιπρόσθετα, το δικαστήριο θα πρέπει, πέραν των παραπάνω νομοθετικών προϋποθέσεων, να σταθμίσει, τελικά, το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos (ανωτέρω) και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152). Θα πρέπει να ισοζυγίσει τα πράγματα με αναφορά στο λεγόμενο «ισοζύγιο ευχέρειας» (balance of convenience). Με άλλα λόγια, να σταθμίσει αφενός τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί πως η ενδιάμεση απόφασή του ήταν εσφαλμένη, με τον κίνδυνο, αφετέρου, εάν δεν δοθεί το διάταγμα ο ενάγοντας να απομείνει τελικά χωρίς πραγματική θεραπεία. Το δικαστήριο έχει, συνεπώς, υποχρέωση να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται, μέσα από τέτοια στάθμιση, να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (ανωτέρω), NWL Ltd v. Woods [1979] 3 All ER 614, H.L.). Σ΄ αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να λάβει υπόψη και το στοιχείο της διατήρησης της κατάστασης που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος τελέσει την πράξη που του αποδίδει ο ενάγοντας (status quo ante). Η διατήρηση του status quo αποτελεί τη συνήθη έννοια του ενδιαμέσου διατάγματος σε αντιδιαστολή προς την προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. (Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Σε σχέση με το «ισοζύγιο ευχέρειας» υπό το σύνολο των περιστάσεων, θεωρώ ότι μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για αδικία εάν δεν δοθεί το διάταγμα και αν αφεθεί να προχωρήσει η εκτέλεση μιας απόφασης για 100 εκατομμύρια δολάρια, η οποία ενδέχεται στο τέλος να αποδειχθεί πως είναι προϊόν δόλου και μάλιστα δόλου σε σχέση με την απονομή της δικαιοσύνης. Το διάταγμα δεν ανατρέπει τα μέχρι τη στιγμή της απόφασης δεδομένα, αλλά, αντίθετα, τα διατηρεί μέχρι το δικαστήριο να αποφασίσει οριστικά. Όμως, οι εναγόμενοι 1 και 3 έχουν θέσει περαιτέρω ζήτημα απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων εκ μέρους του αιτητή. Ως τέτοια ο κ. Γεωργίου ανέφερε το προαναφερθέν τηλεμήνυμα, τη στενή συνεργασία του ενάγοντα με τον εναγόμενο 3 μέχρι το τέλος του 2011, την πραγματική οικονομική του κατάσταση. Ο κ. Καλλής ως γεγονότα που αποκρύβησαν επικαλέστηκε όλα τα τεκμήρια και τη μαρτυρία που αποκαλύφθηκε, όπως το έθεσε, από τον Shkaf, τα οποία ανατρέπουν τα γεγονότα όπως τα ορκίστηκε ο αιτητής. Δεν είναι, όμως, αυτή η έννοια του πράγματος. Τα κατ΄ ισχυρισμό μη αποκαλυφθέντα δεν είναι γεγονότα που όφειλε ο αιτητής να αποκαλύψει, έστω και αν θα μπορούσαν να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, αλλά στοιχεία της αντίθετης εκδοχής. Ως απόκρυψη ο κ. Γεωργίου χαρακτήρισε και το γεγονός ότι ο αιτητής επεσύναψε στην ένορκη δήλωσή του μόνο τη συμφωνία μεταξύ της «εταιρείας» και όχι τα παραρτήματα έγγραφα τα οποία περιέλαβε στη δική του ένορκη δήλωση ο Venzhik (τεκ. 13) και στα οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται οι άδειες της Madavato για εξόρυξη από το επίδικο ορυχείο, πιστοποιητικά διευθυντών και μετόχων κ.ά.. Εισηγείται ο κ. Γεωργίου πως είναι προφανές ότι η απόκρυψη των εν λόγω παραρτημάτων έγινε από τον ενάγοντα για να παραπλανήσει το δικαστήριο και να επιτύχει την έκδοση του διατάγματος, δίδοντας την εντύπωση ότι η επίδικη συμφωνία είναι μια πρόχειρα συνταγμένη συμφωνία, ώστε να ενισχύσει τον ισχυρισμό του πως είναι ψεύτικη και προϊόν συνομωσίας. Αυτό, όμως, δεν θεωρώ ότι αποτελεί παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών, εξ αντικειμένου, γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου κατά το χρόνο που δόθηκε το διάταγμα. Άλλο στοιχείο που απεκρύβη, κατά την εισήγηση του κ. Γεωργίου, ήταν η επικοινωνία και τα έγγραφα που αντηλλάγησαν μεταξύ του δικηγόρου Α. Γεωργίου και του κ. Κληρίδη σε σχέση με το θέμα και ειδικότερα τα τεκμήρια 17 και 18 στην ένορκη δήλωση Venzhik. Το τεκμήριο 17 είναι ένα προσχέδιο, όπως φαίνεται, αίτησης του Kogan για παραμερισμό της απόφασης και το τεκμήριο 18 μια δήλωση του Kogan. Στο τεκμήριο 18 έγινε αναφορά πιο πάνω. Εκεί αναφέρεται ότι η επίδικη απόφαση ήταν προϊόν εξαπάτησης του δικαστηρίου από τον Shkaf. Ο κ. Γεωργίου είπε ότι σε αυτά τα έγγραφα τα οποία ετοιμάστηκαν από τον ενάγοντα και το δικηγόρο του, ουδεμία αναφορά γίνεται σε εμπλοκή των εναγομένων 1 στην κατ' ισχυρισμό απάτη. Αν το δικαστήριο, είπε, γνώριζε ότι τόσο ο ενάγοντας, όσο και ο δικηγόρος του εξέφρασαν τη θέση ότι μόνο ο εναγόμενος 3 συμμετείχε σε απάτη, τότε ο συλλογισμός του δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος θα ήταν σίγουρα διαφορετικός. Όμως, και πάλι δεν θεωρώ ότι πρόκειται για απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος υπό την έννοια ότι εάν αυτά τα δύο έγγραφα ετίθεντο ενώπιον του δικαστηρίου, η εξέλιξη θα μπορούσε εξ αυτού και μόνο, παρά την όλη εκδοχή του ενάγοντα για συμπαιγνία, να ήταν διαφορετική. Ένα τελευταίο ζήτημα είναι το κατά πόσο το διάταγμα μπορεί να δεσμεύει την Kozareva, ενόψει της προαναφερθείσας θέσης της, ότι η ίδια δεν έχει εξουσία για εκτέλεση ή αποτροπή της εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Όμως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι εκκρεμεί και σε βάρος της ισχυρισμός για συμπαιγνία και δόλο και ότι η διαπίστωση περί «πιθανότητας επιτυχίας» αφορά και την ίδια. Η δέσμευσή της με το διάταγμα δημιουργεί περαιτέρω ασφάλεια στον αιτητή, εφόσον θα πρόκειται για δέσμευση όλων των προσώπων για τα οποία επικαλείται συμπαιγνία προς την εξασφάλιση της επίδικης απόφασης, ώστε να μην λάβουν οποιαδήποτε μέτρα προς εκτέλεσή της. Από την άλλη, το διάταγμα δεν προκαλεί στην ίδια οποιοδήποτε δυσμενές αποτέλεσμα, εκτός αν λάβει με κάποιο τρόπο μέρος σε προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το διάταγμα καθίσταται απόλυτο και να ισχύσει μέχρι το τέλος της αγωγής ή μέχρι άλλης διαταγής του δικαστηρίου, αναλόγως. Έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 4, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, τα οποία ορίζονται, κατ΄ αποκοπή, στο ποσό των €3.000, πλέον ΦΠΑ. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. [1] Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ. ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799, 807, El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1225, 1268, T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Bacardi & Co Ltd v. Vimco Ltd
(1996)1 AAΔ 788. [2] Alfred Nobel, The [1915] P 215, 85 LJP 38, 113 LT 1064, 13 Asp MLC 178; on appeal sub nom The Kim (Part Cargo Ex)
(1917)116 LT 577, PC; subsequent proceedings sub nom The Alfred Nobel, The Bjornsterjne, The Fridland [1918] P 293, 87 LJP 183, 119 LT 320, 22 Digest (Repl) 165,
  1. [3] Jonesco v Beard [1930] AC 298, [1930] All ER Rep 483, 99 LJCh 228, 142 LT 616, HL, 51 Digest (Repl) 741,
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.