Βάσος Θεοδώρου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου ν. Σταύρος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3262/09, 31/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3262/09 Βάσος Θεοδώρου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, το γένος Στέφανου Ιακωβίδη Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση και
- Σταύρος Κωνσταντίνου
- Αργύρης Κωνσταντίνου Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Τροποποίησης Ημερ. 8.2.12 Ημερομηνία: 31.5.
- Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Σκορδής. Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Τυπογράφος (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Θεοδώρου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 6.11.09, ο ενάγοντας, ο οποίος ως διατείνεται έχει διοριστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου το γένος Στέφανου Ιακωβίδη, αξιώνει διάφορες θεραπείες σε βάρος των εναγομένων, οι οποίες άλλοτε αφορούν και τους δύο και άλλοτε τον κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά. Ανάμεσα στις θεραπείες που αξιώνει είναι και η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση εγγραφής συγκεκριμένου ακινήτου που έγινε διά μεταβιβάσεως από τον εναγόμενο 1 επ΄ ονόματι του, δυνάμει πλαστογραφημένου και άκυρου όπως προβάλλεται πληρεξουσίου εγγράφου της αποβιώσασας προς τον εναγόμενο 1, με την πιστοποίηση του εναγομένου 2 δια δόλου ή/και απάτης ή/και ψυχικής πίεσης και/ή συνομωσίας και/ή συμπαιγνίας μεταξύ των δύο εναγομένων. Διεκδικείται επίσης διάταγμα άρσης της επέμβασης του εναγομένου 1 στο επίδικο ακίνητο και παράδοσης του προς τον ενάγοντα, επανεγγραφή του εν λόγω ακινήτου επ΄ ονόματι του ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας της ως άνω αποβιώσασας και αποζημιώσεις. Για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας θα πρέπει να αναφερθεί πως ταυτόχρονα με την καταχώρηση της ως άνω αγωγής, η πλευρά του ενάγοντα διεκδίκησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο απαγορευόταν στον εναγόμενο 1 να πωλήσει ή να μεταβιβάσει ή με κατάλληλο τρόπο αποξενώσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, εκμισθώσει ή διαθέσει το ως άνω ακίνητο. Το Δικαστήριο, μετά από σχετική ακρόαση κατέστησε το εν λόγω διάταγμα απόλυτο. Την 1.2.2010 η πλευρά του ενάγοντα καταχώρισε την έκθεση απαίτησης της ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν τις υπερασπίσεις τους στη διαδικασία στις 17.5.2010 και 19.4.2010 αντίστοιχα. Εναντίον του εναγομένου 2 και προς όφελος του ενάγοντα εκδόθηκε, στις 17.3.2011, εκ συμφώνου απόφαση. Ακολούθησε στο μεταξύ αλλαγή δικηγόρου για την πλευρά του εναγομένου
- Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση σε σχέση με τον τελευταίο προγραμματίστηκε για ακρόαση, η πλευρά του εναγομένου 1 προχώρησε στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Με αυτήν επιζητείται η τροποποίηση της υπεράσπισης του εναγομένου 1 και η προσθήκη ανταπαίτησης σε βάρος του ενάγοντα ως ακολούθως: «
- Την διαγραφή της παραγράφου Α της Έκθεσης Υπεράσπισης και την αντικατάσταση της με την πιο κάτω παράγραφο: «Α. Ο Εναγόμενος 1 (που στο εξής θα αναφέρεται ως «ο Εναγόμενος») εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αγωγή 242/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ του Μάριου Κυριακίδη και του Ενάγοντα ή να απορριφθεί άμεσα με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας στερείται του δικαιώματος να εκπροσωπεί την περιουσία της αποβιωσάσης Μαρίας Νίκου Λάμπρου («αποβιώσασα» και κατά συνέπεια η καταχώρηση και/ή η προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ισοδυναμεί με νόσφιση εξουσίας και/ή ο Ενάγοντας στερείται ικανότητας δικονομικής παράστασης (locus standi) με δεδομένο ότι η αποβιώσασα προ του θανάτου της και συγκεκριμένα στις 12/10/06 κατάρτισε διαθήκη η οποία δεν έχει ανακληθεί με την οποία έχει διοριστεί εκτελεστής της διαθήκης ο Μάριος Κυριακίδης».
- Την προσθήκη μετά της παραγράφου Α της Έκθεσης Υπεράσπισης της υποπαραγράφου Α
(1)ως ακολούθως: «Α
(1)Ο Εναγόμενος 1 εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Λευκωσίας».
- Την διαγραφή της παραγράφου Β της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 και την αντικατάσταση της ως ακολούθως: «Β. Ο Εναγόμενος χωρίς βλάβη των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων και με επιφύλαξη του δικαιώματος του να ζητήσει τη διαγραφή των όσων αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και αποτελούν μαρτυρία, προβάλλει την πιο κάτω Υπεράσπιση:
- Στο τέλος της παραγράφου 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 να προστεθούν τ΄ ακόλουθα:- «Είναι ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι η παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της αποθανούσας Μαρίας Νίκου Λάμπρου τέως από τη Λευκωσία παραχωρηθέντων στην υπ΄ αριθμό 453/2009 διαχείριση και/ή το διάταγμα ημερομηνίας 25.8.2009 με το οποίο παραχωρήθηκαν, είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή ο Ενάγων στερείται ικανότητας δικονομικής παράστασης (locus standi). Ο Εναγόμενος θ΄ αξιώσει ανταπαιτητικώς αντίστοιχες αποφάσεις και/ή διατάγματα με βάση τους πιο πάνω ισχυρισμούς του».
- Οι τελευταίες δύο γραμμές της παραγράφου 19 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 να αντικατασταθούν ως ακολούθως: «Ο αριθμός μητρώου ΦΠΑ των δικηγόρων του Εναγομένου 1 είναι ΑΡ. ΦΠΑ 30007246Q».
- Ως συνέχεια της παραγράφου 19 της Έκθεσης Υπεράσπισης να αναγραφούν τα ακόλουθα: «Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος 1 αξιώνει ανταπαιτητικώς τα ακόλουθα: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ως η υπεράσπισής του και δή ως η παράγραφος 3 και αξιώνει τα ακόλουθα: Α. Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ανακαλείται η παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της αποθανούσας Μαρίας Νίκου Λάμπρου τέως από τη Λευκωσία παραχωρηθέντων στην υπ΄ αριθμό 453/2009 διαχείριση και/ή ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 25.8.2009 με το οποίο παραχωρήθηκε. Β. Άλλο διάταγμα ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. Γ. Έξοδα και ΦΠΑ επί των εξόδων.» Την αίτηση, η οποία εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1-3 και 8, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, Σταύρου Κωνσταντίνου, ημερ. 6.2.
- Μέσω της, ο ομνύον προβάλλει τη θέση ότι είναι απαραίτητη η αιτούμενη τροποποίηση ώστε να συνάδουν τα πραγματικά γεγονότα με τη δικογραφία. Τα γεγονότα για τα οποία αιτείται την τροποποίηση, υποστηρίζει, περιήλθαν σε γνώση και αντίληψη του μετά την καταχώριση της υπεράσπισης του. Με την αιτούμενη δε τροποποίηση, δεν προξενείται οποιαδήποτε βλάβη στον ενάγοντα η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή των ανάλογων εξόδων. Η τροποποίηση, υποστηρίζει, διεφάνει ότι είναι αναπόφευκτη μετά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους του, υποδεικνύοντας ότι την υπόθεση προηγουμένως χειριζόταν άλλο δικηγορικό γραφείο. Καταλήγει πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προωθείται για τους πιο πάνω λόγους αλλά και για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο ενάγοντας - καθ΄ ου η αίτηση, καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Η ένσταση εδράζεται επίσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25, θ.1-5, Δ.48 θ.1-9, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ικανότατος αριθμός λόγων ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: «
- Υπάρχει κατάχρηση των διαδικασιών και των εξουσιών του Δικαστηρίου.
- Η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης γίνεται πολύ αργά και καθυστερημένα και αφορά ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί ή/και έπρεπε να ήταν γνωστοί στον Εναγόμενο 1 - Αιτητή, τουλάχιστον κατά το στάδιο της σύνταξης και καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης.
- Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση και την αξιούμενη θεραπεία με την Ανταπαίτηση ουσιαστικά επιδιώκεται η από την αρχή αναδόμηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 - Αιτητή σε σχέση με την ήδη καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης.
- Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και τη προσθήκη Ανταπαίτησης ουσιαστικά επιδιώκεται η αντικατάσταση της Έκθεσης Υπεράσπισης με άλλη εντελώς νέα με προβολή νέων ισχυρισμών, εντελώς αντίθετων από τους ισχυρισμούς της καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης, γεγονός που θα αποστερήσει τον Ενάγοντα - Καθ΄ ού η Αίτηση του δικαιώματος να ετοιμάσει ορθά την υπόθεση του.
- Η Αίτηση Τροποποίησης δεν στηρίζεται στο σωστό νομικό βάθρο.
- Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής υποβάλει την Αίτηση Τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης του με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα - Καθ΄ ού η αίτηση.
- Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στη πρώτη προδικαστική ένσταση αποτελούσε και ισχυρισμό του Εναγομένου 1 - Αιτητή στην ένσταση του στην αίτηση του Ενάγοντα - Καθ΄ ού η Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 10-2-2010 και το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτον.
- Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής είχε πλήρη γνώση πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του στις 17-5-2010 την ύπαρξη της ισχυριζόμενης διαθήκης.
- Όσον αφορά το αίτημα που προβάλλεται στη δεύτερη προδικαστική ένσταση είναι καθυστερημένο και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και των εξουσιών του Δικαστηρίου.
- Με την επιδιωκόμενη αίτηση τροποποίησης της Έκθεση Υπεράσπισης μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης και ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας, η οποία είναι σε προχωρημένο στάδιο, με ζημιογόνες συνέπειες για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ού η Αίτηση.
- Το αίτημα του Εναγομένου 1 - Αιτητή για προσθήκη Ανταπαίτησης ουδόλως δικαιολογείται από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης και εν πάση περιπτώσει η εν λόγω απαίτηση αποτελεί τη βάση της αγωγής αρ. 242/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Η ένορκος δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης δεν συνάδει με το αιτητικό της αίτησης ούτε αναφέρει επακριβώς τους λόγους στους οποίους οφείλονται οι παραλείψεις των οποίων επιδιώκονται οι αλλαγές και θεραπείες, ούτε δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η σημειωθείσα καθυστέρηση υποβολής της αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης.
- Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα οδηγήσει σε επηρεασμό των συμφερόντων του Ενάγοντα - Καθ΄ ού η Αίτηση, ο οποίος θα υποστεί τέτοια ζημιά που δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την απόδοση εξόδων.» Ο Βάσος Θεοδώρου, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου το γένος Στέφανου Ιακωβίδη, ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, με την ένορκη δήλωση του ημερ. 15.3.2012 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους της ένστασης οι οποίοι προβάλλονται στο σώμα της. Αποτελεί ανάμεσα σε άλλα θέση του ότι το αίτημα τροποποίησης τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ καθυστερημένα, υποδεικνύοντας παράλληλα πως υπάρχει κατάχρηση των διαδικασιών και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Το αίτημα για προσθήκη ανταπαίτησης, προτάσσει, πέραν του γεγονότος ότι αντιστρατεύεται τα αιτήματα που προβάλλονται στην αίτηση, αποτελεί ουσιαστικά την απαίτηση στην αγωγή υπ΄ αριθμό 242/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όλα τα στοιχεία και γεγονότα της υπόθεσης ήταν γνωστά στον αιτητή πριν ή και κατά την ημερομηνία της καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης του, ως επίσης κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης του ενάγοντα για έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως αυτό αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση ημερ. 1.12.2009 του εναγομένου 1 - αιτητή στην υπό συζήτηση αίτηση, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της διαδικασίας. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση υποδεικνύει, θα οδηγήσει τούτο σε επηρεασμό των συμφερόντων του ενάγοντα ενώ η ζημιά που ο τελευταίος θα υποστεί δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την απόδοση οποιωνδήποτε εξόδων. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες μάλιστα προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Δεν επιδιώχθηκε η προσαγωγή οποιασδήποτε περαιτέρω μαρτυρίας ούτε αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε των ενόρκως δηλούντων που οι δηλώσεις τους συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Συνακόλουθα, τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα θα εξεταστούν στη βάση των στοιχείων του φακέλου της διαδικασίας και των δηλώσεων των ενόρκως δηλούντων. Σε κάθε περίπτωση έχω με πολλή προσοχή σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272 αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: "... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith". Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Σάββα & Co (T.M.T.) v. T.M.T. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Christodoulou ν. Christodoulou κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ 1608 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγους τους στα πλαίσια της παρούσας. Στόχος και σκοπός της παρεχόμενης δυνατότητας για τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων κάθε πλευράς, είναι να δοθεί η δυνατότητα επίλυσης των επιδίκων θεμάτων που κάθε φορά απασχολούν στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης αντιδικίας τους διαδίκους και ασφαλώς η δημιουργία και η προσφορά δικονομικού πλαισίου, εντός του οποίου ο εκάστοτε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης του. Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής." Ομοίως, ο τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης, (Δικαστής όπως ήταν τότε), στην υπόθεση Geto Ltd v. Πλοίο Vladimir Vaslyayev (Αρ.4)
(1993)1 AAΔ 714, κατέδειξε ως κυρίαρχο λόγο για την αντίκριση θεμάτων τροποποίησης, την παροχή της δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Από τον λόγο των ως άνω αναφερόμενων αποφάσεων αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη, ενώ όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Christodoulou, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά τον ίδιο τρόπο η τροποποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημος Παραλήπτης κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607, αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης που προέκυψε εξαιτίας της αλλαγής του δικηγόρου των εναγομένων και της επαναθεώρησης των γεγονότων που άπτονταν της υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, (μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και της προσαγωγής μαρτυρίας αριθμού μαρτύρων για την υπεράσπιση) ενώ παράλληλα απουσίαζε οποιαδήποτε ικανοποιητική αιτιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, απορρίφθηκε, αφού κρίθηκε πως όχι μόνο δεν αιτιολογήθηκε η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος αλλά και ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά στους αιτητές ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από αυτούς κατά τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην σελ. 611: "Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγομένους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει αθ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος.." Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 726. "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης....." Σε σχέση με τον παράγοντα χρόνο και την επιβαλλόμενη φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος, θεωρώ αναγκαίο να παραπέμψω στο λόγο της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α ΑΑΔ σελ. 44. Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και απάντησης στην υπεράσπιση μετά από περίπου 12 χρόνια που εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση έχοντας κάνει σαφή αναφορά στον παράγοντα του χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, επέτρεψε την τροποποίηση τονίζοντας και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εντέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση." Γεγονός παραμένει πάντως ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. Τούτο γιατί, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν μία τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ο παράγοντας της καθυστέρησης, που απορρέει από το Συνταγματικό δικαίωμα των διαδίκων για εκδίκαση της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο, (άρθρο 30.2 του Συντάγματος), εξετάζεται από ο Δικαστήριο και συνυπολογίζεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζεται η αρχή της διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία (ανωτέρω). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, ευθύς εξαρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αλλά και από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεχτεί τους δύο βασικούς λόγους που η πλευρά του αιτητή προτάσσει, προς υποστύλωση του αιτήματος. Σε σχέση με την όποια παρατηρούμενη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης, η θέση ότι τα γεγονότα που αφορά η υπό εξέταση αίτηση περιήλθαν στη γνώση του αιτητή μετά την καταχώριση της υπεράσπισης, είναι φανερό από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Αντίθετα, όπως σωστά υποδεικνύεται και από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το ζήτημα που επιχειρείται να προβληθεί σε σχέση με τη δυνατότητα δικονομικής παράστασης του ενάγοντα, ήταν ήδη γνωστό από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, προβλήθηκε μάλιστα όχι μόνο στην ενδιάμεση διαδικασία που προηγήθηκε σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και που τελικά κατέστη απόλυτο, αλλά και στα πλαίσια της ίδιας της υπάρχουσας υπεράσπισης του εναγομένου 1 - αιτητή. Ούτε η αλλαγή δικηγόρου άλλωστε, ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, παρέχει από μόνη της λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία [ανωτέρω]). Παρά το γεγονός ότι οι δύο ως άνω βασικοί λόγοι που η πλευρά του αιτητή προτάσσει για να δικαιολογήσει την αίτηση της, δεν φαίνεται υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση από μόνοι τους να είναι ικανοί να δικαιολογήσουν το αίτημα, εντούτοις, δεν παραβλέπω το γεγονός πως η πλευρά του αιτητή προβάλλει παράλληλα τη θέση πως αν η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη στον ενάγοντα η οποία δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή των ανάλογων εξόδων. Είναι γεγονός, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση μετά που είχαν ακουστεί επτά μάρτυρες, ότι είναι επιτρεπτές τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βεβαίως ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ως έχει υποδειχθεί άλλωστε στην υπόθεση Geto Ltd (ανωτέρω), κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοουμένου δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς είναι ορθό και δίκαιο στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παρουσίαση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, το Δικαστήριο προχωρεί στη συνέχεια να εξετάσει την ουσία της υπό συζήτηση αίτησης και το δικαιολογημένο ή μη της προώθησης της. Απασχολεί κατά προτεραιότητα το ζήτημα της επιχειρούμενης να ενσωματωθεί στη δικογραφία ανταπαίτησης του εναγομένου 1, μέσω της αιτούμενης τροποποίησης. Με την προτεινόμενη ανταπαίτηση του εναγομένου 1, επιζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου ανάκλησης της παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης προς τον ενάγοντα και/ή ακύρωσης του εν λόγω διατάγματος. Με δεδομένη την νομολογιακή αρχή ότι η ανταπαίτηση στα πλαίσια μιας αγωγής αντιμετωπίζεται και υπέχει θέση αγωγής, [βλέπε Δ.19 θ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας και Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (The Annual Practice), ειδικότερα στη σελ. 334, τις αναφορές και την παραπομπή σε σχετική νομολογία στις παραγράφους κάτω από τον τίτλο - To what extent a Counterclaim is an independent action και Pleading a Counterclaim] η προτεινόμενη ανταπαίτηση, έχοντας υπόψη την φύση της αξίωσης και των θεραπειών που επιζητούνται, αποτελεί ουσιαστικά αγωγή κληρονομίας (probate action), (βλ. Ευστρατίου ή Χ"Σάββα
(1997)1(Β) ΑΑΔ 751). Σύμφωνα με την Δ.2 θ.13 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή αντίστοιχη με τον με τον παλαιό Αγγλικό Κανονισμό O.5 r.15, κληρονομικές αγωγές μπορεί να προωθηθούν μόνο εφόσον προηγουμένως καταχωρηθεί ένορκη δήλωση από τον ενάγοντα για σκοπούς επαλήθευσης της οπισθογράφησης. (βλ. Πετρίχου v Χατζηιωσήφ
(1998)1Α ΑΑΔ 81, Δημητρίου κ.α. v Προδρόμου
(1983)1 ΑΑΔ 301 και Annual Practice 1956 σελ.46-47). Είναι φανερό ότι η αξίωση του εναγόμενου 1, όπως επιδιώκεται με την προτεινόμενη ανταπαίτηση μέσω της αιτούμενης τροποποίησης δεν μπορεί να προωθηθεί, αφού θα πρέπει απαραίτητα να τηρηθούν οι ρητές πρόνοιες του ως άνω κανονισμού. Πρέπει παράλληλα να σημειωθεί και τούτο σε σχέση με την δυνατότητα η μη ενσωμάτωσης στην παρούσα αγωγή της προτεινόμενης ανταπαίτησης του εναγομένου 1- αιτητή στην υπό εξέταση αίτηση. Τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, παραμένοντας αναντίλεκτο, ότι μέσω της κληρονομικής αγωγής υπ αρ. 242/10, που εκκρεμεί ενώπιων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, επιζητείται ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της προτεινόμενης ανταπαίτησης στην παρούσα. Η ανάκληση και/ή ακύρωση δηλαδή του διατάγματος με το οποίο παραχωρήθηκαν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας της αποθανούσας Μαρίας Νίκου Λάμπρου στον ενάγοντα, για τους λόγους μάλιστα που προτάσσονται στην παρούσα. Παρά το γεγονός ότι σε περίπτωση που εγκρινόταν η αιτούμενη τροποποίηση και καθίστατο η ανταπαίτηση ζήτημα προς εκδίκαση και δικαστική επίλυση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, θα επιζητείτο ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με την ταυτόχρονη προώθηση δύο διαφορετικών ένδικων μέσων, με δεδομένο ότι οι θεραπείες δεν θα ζητούντο από το ίδιο πρόσωπο, δεν θεωρώ ότι η διεκδίκηση της ίδιας θεραπείας με την προώθηση ταυτόχρονα δύο διαφορετικών ένδικων μέσων, θα μπορούσε άμεσα να ανακοπεί, εντασσόμενη στην έννοια της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα εγείρετο κατά την αντίληψη μου, αυτόματα, ζήτημα προσθήκης αναγκαίου διαδίκου, όπως αυτό ρυθμίζεται από την Δ.9 Κ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, αφού ως έχει υποδειχθεί ήδη από το 1889 στα πλαίσια της υπόθεσης Byrne and another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657, σκοπός είναι να αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών σε σχέση με την ίδια πράξη και να διασφαλίζεται η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των μερών τα δικαιώματα των οποίων μπορούν να επηρεαστούν (βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 ΑΑΔ 722 και Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Χρήστου Μηνά
(2003)1Γ ΑΑΔ 1818). Το ζήτημα έθεσε ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All ER 328 ως εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας τούτο το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να ΄αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως΄ ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Είναι φανερό ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση ενσωμάτωσης της εισηγούμενης με την τροποποίηση ανταπαίτησης στα θέματα προς δικαστική επίλυση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, συμμορφούμενο με το γράμμα και το πνεύμα της Δ.9 θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, καθηκόντως και εξ' ιδίων του θα πρέπει να καταστήσει το πρόσωπο που προωθεί τη διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για ακύρωση της παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης στον ενάγοντα, επιζητώντας δηλαδή θεραπεία πανομοιότυπη με αυτήν που περιλαμβάνεται στην προτεινόμενη ανταπαίτηση, αναγκαίο διάδικο, ως έχοντα κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον για το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Αναπόφευκτα θα τεθεί τότε ζήτημα κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, αφού θα επιδιώκεται από τους ίδιους διαδίκους η ίδια θεραπεία με την προώθηση διαφορετικών ένδικων μέσων. Πέραν και ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, με δεδομένη την δρομολογημένη και εκκρεμούσα ήδη διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αγωγή υπ. αρ. 242/2010, για ακύρωση και/ή ανάκληση της παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης προς τον ενάγοντα της περιουσίας της αποθανούσας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, αισθάνομαι πραγματικά ότι τόσο η έγκριση της τροποποίησης της υπεράσπισης με την προσθήκη της ανταπαίτησης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας όσο και η άμεσα συνδεδεμένη με αυτή εισηγούμενη να προστεθεί παράγραφος στον αρ. 4 του αιτητικού της αίτησης, δεν ενδείκνυται, αφού πέραν του ζητήματος της αχρείαστης δημιουργίας επιπρόσθετων εξόδων και ανάλωσης πολύτιμου δικαστικού χρόνου, κατά τρόπο που δεν θα συνάδει με τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές για το ζήτημα, ορατός θα είναι ο κίνδυνος κατάληξης των δύο Δικαστηρίων σε διαφορετικό αποτέλεσμα και περαιτέρω περιπλοκής της κατάστασης. Την ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου ενισχύει άλλωστε η εκ του νόμου και των σχετικών κανονισμών αναγνωρισμένη δυνατότητα του εναγομένου 1-αιτητή, ως ενδιαφερόμενου μέρους, να παρέμβει αν πραγματικά το επιθυμεί στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με αίτημα το ίδιο ως η προτεινόμενη ανταπαίτηση του. Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο της παραγράφου που επιζητείται με την παρούσα αίτηση να αντικαταστήσει την παράγραφο Α της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης, διαπιστώνεται ότι αυτό είναι πανομοιότυπο με την υφιστάμενη παράγραφο που επιζητείται να αντικατασταθεί. Η μόνη διαφορά εντοπίζεται στην ύπαρξη, στην πρώτη γραμμή της υφιστάμενης παραγράφου, της λέξης «ενάγοντας», λέξη που προφανώς, με δεδομένο ότι δεν συνάδει όχι μόνο από απόψεως συντακτικού η παρουσία της στο κείμενο αλλά ούτε και με το νόημα του κειμένου της συγκεκριμένης παραγράφου, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι η συγκεκριμένη λέξη εκ παραδρομής παρείσφρησε στο κείμενο της υφιστάμενης παραγράφου, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία και χρησιμότητα, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση της υφιστάμενης παραγράφου. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θεωρώ ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να «αναστατώσει» τη διαδικασία μέσω της αιτούμενης τροποποίησης για να εισαχθεί η δεύτερη προδικαστική ένσταση. Είναι καλά γνωστό ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας ενός Δικαστηρίου να εκδικάσει μία υπόθεση, αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης το οποίο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εγερθεί, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Άλλωστε, κανένα υπόβαθρο γεγονότων δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά του εναγομένου1-αιτητή, ως είχε την υποχρέωση, (βλ. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ v Libanais
(1991)1 ΑΑΔ 649), ούτε προκρίθηκε οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε την πλευρά του να επιζητεί την προβολή της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης. Η απόρριψη του αιτήματος σε σχέση με τις δύο πρώτες εισηγούμενες να εισαχθούν παραγράφους, καθιστά εκ των πραγμάτων αχρείαστη την τροποποίηση σε σχέση με το αιτητικό αρ. 3 της αίτησης. Αχρείαστη θεωρείται εκ των πραγμάτων και εκ του περισσού, η οποιαδήποτε τροποποίηση της διαδικασίας για να αναφερθεί ο αριθμός μητρώου ΦΠΑ των νέων δικηγόρων του εναγομένου 1. Δεν αποτελεί τούτο ζήτημα πραγματικών γεγονότων που αφορούν αυτή καθ' αυτή την υπόθεση του εναγομένου. Σημειώνεται το γεγονός πως στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ούτως ή άλλως διεκδικείται στην υφιστάμενη υπεράσπιση του εναγομένου 1 το ανάλογο ποσό ΦΠΑ που τυχόν θα κληθεί να καταβάλει προς τους δικηγόρους του. Με βάση τα στοιχεία που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί ενώπιων του Δικαστηρίου, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και αναπόδραστα, δια της παρούσας οδηγείται σε απόρριψη. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, σελ. 421, παρ. 795-796), τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και εναντίων του εναγομένου1-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της Διαδικασίας. (Υπ.) .......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο