← Κύπρος

Γεώργιου Πιτταρίδη ν. ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΟΝΤΟΠΥΡΓΟΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 3249/09, 20/6/2012

Γεώργιου Πιτταρίδη ν. ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΟΝΤΟΠΥΡΓΟΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 3249/09, 20/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3249/09 Μεταξύ: Γεώργιου Πιτταρίδη Ενάγοντα -και- ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΟΝΤΟΠΥΡΓΟΣ ΛΤΔ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 4.5.12 για τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης και της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2012. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Α. Πουτζιουρή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης, Πουτζιουρής & Δαμιανού Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κος Γ. Ζαμπάς για Χρ. Ζαμπάς & Α. Ζένιου - Ζαμπάς. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αίτηση ο Ενάγων/Αιτητής επιδιώκει την τροποποίηση της οπισθογράφησης του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης όπως εξειδικεύεται στις παραγράφους 1 - 10 της Αίτησης. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.25, θθ.1-5 και Δ.48,θθ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Γεωργίας Καραγιάννη, υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου του Ενάγοντα, στην οποία αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Μετά από λεπτομερέστερη μελέτη της παρούσας αγωγής ο κ. Πουτζιουρής δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση αντιλήφθηκε ότι, εκ παραδρομής και αβλεψίας, τόσο στην οπισθογράφηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος όσο και στην Έκθεση Απαίτησης πουθενά δεν υπάρχει καταγραμμένος ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν ιδιοκτήτης και /ή κάτοχος του καταστήματος το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στην οδό Ερμού 92 στη Λάρνακα και εντός του οποίου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Μέχρι και τις 9/3/2012 ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 30/4/2012 τόσο οι δικηγόροι του Ενάγοντα όσο και οι δικηγόροι της Εναγομένης Εταιρείας συζητούσαν την παρούσα αγωγή με σκοπό την εξώδικη διευθέτησή της. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι εύλογη και δίκαια για να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του όλη την υπόθεση του Ενάγοντα και δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στην Εναγόμενη. Η τροποποίηση στην ουσία επαναφέρει την Έκθεση Απαίτησης σε εκείνη που θα έπρεπε από την αρχή να είχε καταχωρηθεί. Η τροποποίηση είναι αναγκαία για να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του όλους τους ισχυρισμούς και επίδικα θέματα κατά την ακρόαση της αγωγής και για να αποφασίσει τελειωτικά επί όλων των επιδίκων θεμάτων ενώ υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Η αίτηση γίνεται καλόπιστα και μόλις εντοπίστηκε το πρόβλημα και δεν θα δημιουργήσει οποιαδήποτε αδικία στην Εναγόμενη που να μην είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα. Γίνεται δε σε σύντομο χρόνο εφόσον δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακρόαση της υπόθεσης. Η αίτηση υποβάλλεται αμέσως μόλις ο δικηγόρος Χρίστος Πουτζιουρής αντιλήφθηκε το λάθος που υπάρχει. Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγοντας θα υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα γιατί δεν θα μπορέσει να προωθήσει με επιτυχία την αγωγή του. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.25 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και /ή αντικανονική ενώ δεν αποκαλύπτει επαρκή και /ή αληθή γεγονότα που δύναται να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία. Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και /ή σε προχωρημένο στάδιο της δίκης και η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται αν και ήτο στη γνώση του Ενάγοντα εδώ και 1½ χρόνο. Η αίτηση υποβάλλεται μετά που είχε καταχωρηθεί η Υπεράσπιση και μετά που είχε οριστεί η αγωγή τρεις φορές για ακρόαση. Με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Άντρης Έλληνα, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρο της Εναγομένης στην οποία αναφέρεται ότι η Αίτηση γίνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι 2½ χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής, 1½ χρόνο από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και κατόπιν που η αγωγή ορίστηκε τρεις φορές για ακρόαση. Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός ότι ο πραγματικός λόγος που υποβάλλεται η παρούσα Αίτηση είναι ότι μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης της εναγομένης διεφάνη ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει με πιθανότητα επιτυχίας καθότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε αποζημιώσεις υπαλλήλου λόγω εργοδοτήσεως πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε και δεν μπορούσε να αποδειχθεί. Προβάλλεται, τέλος, ο ισχυρισμός ότι με την παρούσα Αίτηση εισάγεται νέα βάση αγωγής, ήτοι αποζημιώσεις για ευθύνη κατόχου υποστατικού που είναι εντελώς διαφορετική από την παρούσα αγωγή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:

(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ.33[5] .
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Όσον αφορά το χρόνο που υποβάλλεται αίτημα τροποποίησης και τη σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και στις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, σχετική είναι η υπόθεση Sait Electronic S.A v. Του Πλοίου "DOMINIQUE" κ.α. (αρ.1)
(1992)1(A) A.A.Δ 264. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη περικοπή στη σελ. 271 της απόφασης:- «Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση. Αυτό προκύπτει ευθέως από την πρόσφατη απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Katteman v. Hansel Propertis Ltd
(1988)1 All E.R. 38. Το ακόλουθο απόσπασμα συνοψίζει το ανεπιθύμητο έγκρισης της τροποποίησης κατά το τέλος της δίκης:- «Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση:- «Περαιτέρω, η έγκριση τροποποίησης πριν την έναρξη της δίκης είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την έγκριση της κατά το πέρας της δίκης για το σκοπό παροχής στον προφανώς ανεπιτυχή εναγόμενο (ο διάδικος που διεκδικούσε την τροποποίηση σε εκείνη την υπόθεση) ευκαιρίας να ανανεώσει τον αγώνα πάνω σε εντελώς διαφορετική υπεράσπιση.» Από τη νομολογία μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είναι ευκολότερο να επιτραπεί, ενώ μετά την έναρξη της δίκης και ανάλογα με το στάδιο που αυτή συναντάται, το Δικαστήριο δεν παρέχει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα όταν η αναγκαιότητά της έχει διαφανεί από πριν, αλλά δεν είχε ζητηθεί έγκαιρα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτούμενος την τροποποίηση έχει να αποσείσει όλο και μεγαλύτερο βάρος όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλει το αίτημά του.[9] Πάντοτε επίσης ο παράγων της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Έτσι στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτιλιακή Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ 607, δεν επετράπη τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας είχε διαπιστωθεί από μήνες προηγουμένως, αλλά δεν είχε έγκαιρα ζητηθεί. Παρομοίως, στην υπόθεση United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R 501, 510, η αίτηση απερρίφθη διότι το υλικό που θα εισαγόταν με την τροποποίηση βρισκόταν με τον Αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να έρθει στην επιφάνεια τουλάχιστον 16 μήνες πριν την υποβολή της αίτησης. Επίσης, στην υπόθεση Saba & Co (TMP) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Αnnual Practice), στη σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch. D. 42, Habbuck v. Helm 56 LJ Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81)". ΕΞΕΤΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση δύο ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον: Κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα βάση αγωγής ή οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η Εναγόμενη. Δεύτερον: Κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Σε σχέση με το πρώτο επισημαίνω ευθύς εξ αρχής ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που διευρύνουν τις βάσεις αγωγής στην παρούσα υπόθεση και αφορούν την προσθήκη, πέραν της υφιστάμενης βάσης αγωγής που αναφέρεται στην ευθύνη του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του για επίδειξη επιμέλειας, και την ευθύνη κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας (occupiers' liability). Επισημαίνω ότι δεν επιδιώκεται με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις η αντικατάσταση της υφιστάμενης βάσης αγωγής με νέα βάση αγωγής, αλλά, απλώς, η προσθήκη επιπρόσθετης βάσης η οποία σχετίζεται και συνδέεται άμεσα με τα επίδικα θέματα της αγωγής με αποτέλεσμα να μην τίθεται ούτε θέμα μετατροπής της φύσης της αξίωσης, ούτε και θέμα επανακαθορισμού των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Μένει να εξετασθεί το αποδεικτικό βάρος που φέρει ο Ενάγων/Αιτητής ένεκα του καθυστερημένου σταδίου υποβολής του αιτήματος του. Ως αιτιολογία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα μετά από λεπτομερέστερη μελέτη της παρούσας υπόθεσης και αφού μέχρι και τις 9.3.12 αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων συζητούσαν την υπόθεση με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 30.4.12, αντιλήφθηκε ότι, εκ παραδρομής και αβλεψίας, δεν είχε συμπεριληφθεί τόσο στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα όσο και στην Έκθεση Απαίτησης ο ισχυρισμός ότι η Εναγομένη εταιρεία ήταν ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος του καταστήματος εντός του οποίου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Σε ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας[10]. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης[11]. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[12]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[13]. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´ emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". (δικές μου υπογραμμίσεις) Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι αν ο δικηγόρος του Ενάγοντα επιδείκνυε μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή κατά το στάδιο ετοιμασίας και καταχώρησης του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και στη συνέχεια της Έκθεσης Απαίτησης θα μπορούσε να είχε συμπεριλάβει και το αγώγιμο δικαίωμα που βασίζεται στην ευθύνη κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας χωρίς να αφεθεί το ζήτημα αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο. Μια τέτοια, όμως, παράλειψη δεν θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να αποστερήσει από τον Ενάγοντα την εκ των υστέρων δυνατότητα να θέσει την πραγματική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων και επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και άρα βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της Εναγομένης που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξης του.[14] Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίσταται σε αυτό το στάδιο η Εναγόμενη, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή. Συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της οπισθογράφησης του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης ως η Αίτηση, ήτοι ως οι παρ.
(1),
(2),
(3),
(4),
(5),
(6),
(7),
(8),
(9)και
(10)της Αίτησης. Τροποποιημένη Οπισθογράφηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου και Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθούν σε 15 μέρες από τη σύνταξη του Διατάγματος και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί αναφορικά με την καταχώρηση των δικογράφων που έπονται. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός, αλλά αντίθετα ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25 θ.θ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης και της έγκρισης της, και, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης (costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενης και εναντίον του Αιτητή/Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΛΗ [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε Skepi Ltd v. Kaitis
(1983)1 CLR 231, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)2 CLR 24. [10] Δέστε Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 726 [11] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Α. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560 [12] Δέστε την αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." [13] Δέστε Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 [14] Δέστε Astor v. Leventis
(1993)1 A.AΔ 726 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.