← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. Νίκος Παπακώστα, Αρ. Αγωγής: 3526/09, 6/4/2012

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. Νίκος Παπακώστα, Αρ. Αγωγής: 3526/09, 6/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3526/09 Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση και Νίκος Παπακώστα Εναγόμενος - Αιτητής Αίτηση Ημερομηνίας 2.12.11 Ημερομηνία: 6.4.

  1. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Μαυρομμάτης για Φοίβο και Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε. Λουκά. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την προώθηση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες διεκδικούν από τον εναγόμενο χρηματικό ποσό ως χρηματική επιβάρυνση που επιβλήθηκε σε αυτόν, θεωρώντας ότι ο τελευταίος διέθετε πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης κατά παράβαση του Νόμου 40(Ι)/05, του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 αλλά και Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, ο εναγόμενος - αιτητής αξιώνει όπως ζητήματα που προτάσσει σε διάφορες παραγράφους της υπεράσπισης του, εκδικαστούν ως προδικαστικά ζητήματα, κατά προτεραιότητα και/ή πριν την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής. Παρά την καταχώρηση ένστασης αρχικά εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση στο πιο πάνω αίτημα του εναγομένου, στην εξέλιξη της διαδικασίας και αφού στο μεταξύ δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οι δύο πλευρές ομονόησαν ότι αυτά μπορούν να αποτελέσουν κοινό υπόβαθρο γεγονότων για προδικαστική επίλυση συγκεκριμένων ζητημάτων που προβάλλονται στην υπεράσπιση του εναγομένου. Ειδικότερα δηλώθησαν από τις δύο πλευρές και διακηρύχθηκαν από το Δικαστήριο ως κοινά παραδεκτά γεγονότα ότι: «Αιτία αγωγής είναι η διοικητική απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερ. 2.8.05 με την οποία επιβλήθηκε στον εναγόμενο πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης και η απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερ. 21.8.06 με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο στον εναγόμενο της τάξης των €173.727,
  2. Επίσης είναι παραδεκτό γεγονός ότι κατά των εν λόγω αποφάσεων καταχωρήθηκαν οι προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο εκ μέρους του εναγόμενου με αριθμό προσφυγής 1202/05 και 2056/06 αντίστοιχα. Η μόνη προσφυγή που εκκρεμεί σήμερα, είναι η προσφυγή με αριθμό 2056/
  3. Επίσης, είναι παραδεκτό γεγονός ότι μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να κρίνει τη νομιμότητα των εν λόγω διοικητικών πράξεων.» Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς σε συνδυασμό θεωρούμενες με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, ενέκρινε στη συνέχεια την κοινή εισήγηση των δύο πλευρών για προδικαστική επίλυση των πιο κάτω ζητημάτων: «(α). Με δεδομένο ότι οι ενάγοντες γνώριζαν για την ύπαρξη της ως άνω προσφυγής κατά πόσο καταχρηστικά προώθησαν την παρούσα αγωγή. (β). Κατά πόσο η καταχώριση της παρούσας αγωγής και η είσπραξη μέσω αυτής του διεκδικούμενου ποσού είναι πρόωρη, εκκρεμούσας της ως άνω προσφυγής.» Κατά το στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε σύντομες αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες φρόντισαν να ετοιμάσουν γραπτώς. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Ειδικότερη αναφορά σε αυτά γίνεται στην περίπτωση που τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. Αποκαλυπτικό της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να περιστείλει καταχρήσεις της δικαιοδοσίας του, είναι το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του σεβαστού πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα

(1995)1 AAΔ 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσω τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. Μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή κ. Καλλή στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ Πλ και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014: «Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της διαδικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D. Πολιτική Έφεση 9495 ημερομηνίας 6/9/1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη Ποινική Έφεση 6805 ημερομηνίας 24/2/2000).» Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727. Στη σελίδα 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Αποτελεί αξίωμα στη νομική επιστήμη ότι μια διοικητική πράξη μέχρι την ακύρωση της από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο ή την ανάκληση της, παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα (βλ. Χρίστου ν. Ε.Τ.Ε.Κ.
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1847, Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) ΑΑΔ 589 και Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408. Σχετική επί τούτου αναφορά γίνεται παράλληλα στο σύγγραμμα «Σημειώσεις Διοικητικού Δικαίου» του Α. Μαρουλλή, εκδ. 1989, σελ. 34 κ.ε., όπου ο συγγραφέας πραγματεύεται το ζήτημα της πάγιας αρχής του Διοικητικού Δικαίου σύμφωνα με την οποία όταν μία διοικητική πράξη, ακόμα και αν πάσχει ελαττωματικά, μέχρι να ακυρωθεί ή ανασταλεί εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα. Υπάρχει βέβαια πάντα η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης μιας διοικητικής απόφασης, όπου τούτο προβλέπεται ρητά από το Νόμο ή εάν τέτοια αναστολή διαταχθεί από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, αποτελεί κοινό τόπο ότι η χρηματική αξίωση του ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στηρίζεται σε διοικητική πράξη, η οποία έχει προσβληθεί από την πλευρά του εναγομένου με την καταχώρηση της υπ΄ αριθμό 2056/06 προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι εκκρεμεί προς εκδίκαση η προσφυγή με αρ. 2056/06, από μόνο του, δεν πλήττει το τεκμήριο της νομιμότητας και κανονικότητας της διοικητικής πράξης και την ισχύ της απόφασης για την επιβολή της επίδικης επιβάρυνσης η είσπραξη της οποίας επιδιώκεται με την παρούσα αγωγή. Ασφαλώς, τόσο στη σχετική νομοθεσία περί Τελωνείων όσο και στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Ε.Κ.2913/92, άρθρα 243 μέχρι 246, προβλέπεται το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως υποδεικνύεται και στο άρθρο 244 του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, η άσκηση προσφυγής δεν επιφέρει, αυτοδικαίως, την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην υπόθεση Marketrends Finance Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 ΑΑΔ σελ. 223 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «.. οι εφεσείοντες αμφισβητούν την ορθότητα της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην απουσία ρητής πρόνοιας στο Νόμο που να προβλέπει αναστολή είσπραξης προστίμου, εκκρεμούσης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, το πρόστιμο είναι εισπρακτέο. Ούτε η θέση αυτή μας βρίσκει σύμφωνους. Αντίθετα, συμφωνούμε με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ρητή αναφορά στο άρθρο 39
(4)του Νόμου 64(Ι)2001 σε δικαίωμα προσφυγής, αναφορικά με αποφάσεις της Επιτροπής, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι ισοδυναμεί με αναστολή είσπραξης του προστίμου ως αστικού χρέους, όταν έχει καταχωρηθεί προσφυγή. Εάν τέτοια ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη, τούτο θα αναμενόταν να αναφερόταν ρητά, με πρόνοια αναστολής είσπραξης του προστίμου.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου περί αναστολής της διοικητικής απόφασης στην βάση της οποίας διεκδικείται το ποσό που περιγράφεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα των εναγόντων. Ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός πως ο εναγόμενος με την προώθηση της προσφυγής του υπ΄ αρ. 2056/06, διεκδίκησε ή και εξασφάλισε οποιαδήποτε αναστολή στην εκτέλεση της εν λόγω διοικητικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής του. Συνακόλουθα, μέχρι η ως άνω διοικητική πράξη να ακυρωθεί από το αρμόδιο κατά νόμο Δικαστήριο ή να ανασταλεί, εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, στη βάση των οποίων ασφαλώς δημιουργούνται και αγώγιμα δικαιώματα όπως αυτά που περιγράφονται στην υπό συζήτηση αγωγή. Η δυνατότητα άλλωστε είσπραξης της χρηματικής επιβάρυνσης που επιβλήθηκε με διοικητική απόφαση, μέσω αγωγής, έχει κατ΄ επανάληψη επιβεβαιωθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας. Εάν ο εναγόμενος πραγματικά ήθελε να ανακόψει την παραγωγή αυτών των έννομων αποτελεσμάτων, είχε κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει τούτο με ανάλογο αίτημα - διάβημα για αναστολή της εφαρμογής της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Αυτή τη δυνατότητα, ο εναγόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν φαίνεται να αξιοποίησε. Δεν διεκδίκησε, όπως είχε κάθε δικαίωμα, την αναστολή της υπό συζήτηση διοικητικής πράξης, παρά μόνο επιζητεί να απορριφθεί ουσιαστικά η αγωγή μέσω των προδικαστικών του ενστάσεων ως πρόωρη και καταχρηστική, μέχρι να αποφανθεί το Ανώτατο Δικαστήριο, για τη νομιμότητα αυτής της πράξης. Αισθάνομαι πως υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπερβεί πάγιες και καλά καθιερωμένες αρχές δικαίου σε σχέση με την παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων των διοικητικών πράξεων, τη στιγμή μάλιστα που ενώ ο εναγόμενος είχε την ευκαιρία να διεκδικήσει αναστολή της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης δεν επιχείρησε τούτο. Ως άλλωστε υποδεικνύεται από τον Α. Μαρουλλή στο ως άνω Σύγγραμμα «Σημειώσεις Διοικητικού Δικαίου», η καθιέρωση του τεκμηρίου της νομιμότητας δικαιολογείται από την ανάγκη της προστασίας της αυξημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη προς την διοίκηση, απαραίτητο για τη σωστή λειτουργία κάθε δημοκρατούμενης πολιτείας. Διαφορετική προσέγγιση, φρονώ ότι θα οδηγούσε σε επικίνδυνα αποτελέσματα με ορατό τον κίνδυνο της "παράλυσης" πραγματικά της διοίκησης του κράτους, στην έκταση που αυτή πραγματώνεται με την έκδοση διοικητικών αποφάσεων. Αν όλες οι διοικητικές αποφάσεις για να μπορέσουν να εφαρμοστούν και να παράξουν έννομα αποτελέσματα θα έπρεπε πρώτα να περάσουν από την έγκριση του Δικαστηρίου, χωρίς να λειτουργεί το τεκμήριο της νομιμότητας, ορατός θα ήταν ο κίνδυνος και το ενδεχόμενο σύστασης και λειτουργίας "Κράτους Δικαστών", εξέλιξη ξένη και ασύμβατη με το σύγχρονο, καλά οργανωμένο και αποτελεσματικό κράτος. Η παραπομπή του ευπαίδευτου συνήγορου του αιτητή στην απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης Sigma Radio TV v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, Πολ. Εφ. 403/06 ημερ. 10.2.2009, δεν φαίνεται να βοηθά την προβαλλόμενη από την πλευρά του θέση. Δεν παραβλέπω τις αναφορές στην εν λόγω απόφαση ότι θα ήταν λογικό και φρόνιμο να αναμένεται η εκδίκαση της προσφυγής, πριν την προώθηση μέτρων που έχουν σαν βάση τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης η οποία προσβλήθηκε, πλην όμως δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι πρόκειται ουσιαστικά για νουθεσία, η οποία ασφαλώς δεν συγκρούεται με τις πάγιες και καλά καθιερωμένες αρχές του δικαίου, μεταξύ των οποίων και αυτή που υπαγορεύει ότι διοικητικές πράξεις που βρίσκονται σε ισχύ, εξακολουθούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα. Η ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου άλλωστε για το ζήτημα, επιβεβαιώνεται από το λόγο του σεβαστού Δικαστή Ερωτοκρίτου στην πρόσφατη απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια των συνεκδικαζόμενων Πολιτικών Εφέσεων 3/08 και 60/08, μεταξύ Αντέννα Λίμιτεδ και Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερ. 12.7.2010, μέρος του οποίου αυτούσιο ενθέτω στην παρούσα: «Παρά το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά από τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε την υπόθεση Sigma Radio TV Public Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Π.Ε. 403/06, ημερ. 10.2.2009. Το Εφετείο βρήκε ότι στο βαθμό που η κρίση αφορά τη νομιμότητα της απόφασης της Αρχής, η έφεση δεν έχει έρεισμα. Όμως το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε όλους τους λόγους ένστασης και συγκεκριμένα κατά πόσον υπήρχε καλή υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, η έφεση πέτυχε μερικώς και δόθηκε άδεια στους Εφεσείοντες να υπερασπιστούν μόνο ως προς την ένσταση που δεν είχε εξεταστεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Το Εφετείο καταλήγοντας ανέφερε ότι:- «Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής, χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων.» Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο.» Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής με αριθμό 2056/06 από τον εναγόμενο, από μόνη της, ως πραγματικό γεγονός και υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, νομικών και πραγματικών, δεν καθιστά την υπό συζήτηση αγωγή πρόωρη ή καταχρηστική. Οι σχετικές προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Σε σχέση με τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί δεν θα πρέπει να ακολουθήσω τον κανόνα που προβλέπει ότι αυτά συνήθως ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, σελ. 421, παρ. 795-796). Συνακόλουθα, ο εναγόμενος - αιτητής θα επιβαρυνθεί με τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.