EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED ν. Χαράλαμπος Γεωργίου Φελλάς, Αρ. Αγωγής: 749/08, 15/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 749/08 EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED Ενάγοντες και
- Χαράλαμπος Γεωργίου Φελλάς
- Άντρη Χαράλαμπου Φελλά
- Γεωργία Τουτουτζιάν
- Γεώργιος Χαραλάμπους Φελλά
- Παρασκευή Φελλά Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15.11.
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Γεωργίου, για να ακούσει απόφαση ο κ.Μητσίδης. Για Εναγόμενους: κ. Α. Μαθηκολώνης για να ακούσει απόφαση ο κ. Λουκά. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες, οι οποίοι διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, διεκδικούν από τους εναγομένους διάφορα ποσά συνεπεία τραπεζικών διευκολύνσεων τις οποίες διατείνονται ότι έχουν παραχωρήσει στους τελευταίους. Ειδικότερα, διεκδικούν: «Εναντίον του εναγόμενου 1: Α. €3.625,72 σεντ (Λ.Κ. 2.122,04 σεντ) ως υπόλοιπο λογαριασμού πιστωτικής κάρτας και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή χρέους και/ή δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών και/ή εξόδων και δικαιωμάτων και/ή κεφαλαιοποίησης τόκων και/ή άλλων χρεώσεων και/ή δυνάμει συμφωνίας ή συμφωνιών παροχής πιστωτικής κάρτας και/ή πιστωτικών και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή ως αποζημιώσεις, όπως πιο κάτω αναφέρεται. Β. Τόκο προς 13,5% επί του πιο πάνω ποσού των €3.625,72 σεντ (Λ.Κ.2.122,04 σεντ) από 30.11.2007 μέχρι την πλήρη εξόφληση και κεφαλαιοποίηση τούτου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και/ή αποζημιώσεις, όπως πιο κάτω αναφέρεται. Εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 προσωπικά και/ή αλληλέγγυα και/ή χωριστά και/ή εναντίον του εναγόμενου 1 ως πρωτοφειλέτη και των εναγόμενων 2, 3, 4 και 5 ως εγγυητών: Γ. €238.549,64 σεντ (Λ.Κ.139.616,90 σεντ) ως υπόλοιπο δανείου και/ή χρέους και/ή χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών και ή εξόδων και δικαιωμάτων και/ή κεφαλαιοποίησης τόκων και άλλων χρεώσεων και/ή συμφωνίας δανείου ή/και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης και/ή ως αποζημιώσεις, όπως πιο κάτω αναφέρεται. Δ. Τόκο προς 11% ετήσια επί του πιο πάνω ποσού των €238.549,64 σεντ (Λ.Κ.139.616,90 σεντ) από 23.11.2007 μέχρι την πλήρη εξόφληση και κεφαλαιοποίηση τούτου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και/ή ως αποζημιώσεις, όπως πιο κάτω αναφέρεται. Εναντίον του εναγόμενου 1: Ε. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση του 1/3 μεριδίου του εναγόμενου 1 επί του πιο κάτω περιγραφομένου ακινήτου προς ολική ή μερική ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους μετά των τόκων και σχετικών εξόδων: Χωράφι με αριθμόν εγγραφής 7/404, τμήμα 7, τεμάχιο 681, φύλλο/σχέδιο 40/55W2 το οποίον βρίσκεται στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας και βαρύνεται με την υποθήκη αριθμός Υ3485/03 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Στ. Οποιανδήποτε άλλην ή/και περαιτέρω θεραπείαν ήθελεν το Σεβαστόν Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ζ. Όλα τα δικαστικά έξοδα, πλέον τα έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. 15%». Ως καταγράφεται στις λεπτομέρειες του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες κατά ή περί την 23.9.2003, μετά από αίτηση του εναγόμενου 1 χορήγησαν στον τελευταίο, κάτω από συγκεκριμένους όρους στους οποίους αναφέρονται, πιστωτική κάρτα με αριθμό 4329-3400-1121-1011, με όριο €3.417,
- Άνοιξαν προς τούτο στο όνομα του εναγομένου 1 τον υπ' αριθμό 432934002448 λογαριασμό χρήσης της πιστωτικής κάρτας. Σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις, οι ενάγοντες προέβησαν σε αυξομειώσεις και/ή τροποποιήσεις του βασικού επιτοκίου και/ή του επιτοκίου υπερημερίας και/ή του συνολικού επιτοκίου κατά τρόπο που περιγράφεται στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης. Αποτέλεσμα τούτου ήταν το συνολικό επιτόκιο να αυξηθεί από τις 13.4.2006 από 10,50% σε 11,50% ενώ το επιτόκιο υπερημερίας που ήταν 3% από τις 14.8.2003, από τις 13.12.2004 έγινε 2%. Παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες με επιστολή τους πληροφόρησαν τον εναγόμενο 1 ότι ο λογαριασμός της πιστωτικής του κάρτας βρισκόταν σε υπέρβαση ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα στις 30.11.07 και ενώ ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας εδείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο ανάλογο με €3.625,72 σεντ, με επιστολή τους τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία χορήγησης πιστωτικής κάρτας, πληροφορώντας επίσης τον εναγόμενο ότι το οφειλόμενο ποσό θα επιβαρύνετο με αυξημένο επιτόκιο, ίσο με 13,50% μέχρι την εξόφληση του. Αποτελεί επίσης δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι στις 3.9.2003, παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 στεγαστικό δάνειο, κάτω από όρους που περιγράφουν στο δικόγραφο τους, για ποσό ανάλογο με €205.032,17 σεντ, με τόκο προς 5,50% ετήσια, κυμαινόμενο, για τους πρώτους 24 μήνες και 6% ετήσια, κυμαινόμενο, για τους υπόλοιπους μήνες, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει σε πρώτη ζήτηση και/ή με μηνιαίες δόσεις ίσες με €1.259,07 σεντ η καθεμιά, για τους πρώτους 24 συνεχόμενους μήνες και στη συνέχεια ίσες με €1.308,65 σεντ, μηνιαίως, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 3.10.2003 και των υπολοίπων δόσεων την 3ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το ως άνω συμφωνηθέν ποσό των €205.032,17 σεντ, παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 ανοίγοντας στο όνομα του τελευταίου σχετικό λογαριασμό, ο αριθμός του οποίου μετά την αλλαγή του μηχανογραφικού και/η λογιστικού συστήματος των εναγόντων είναι: 457-56-001175-
- Την ίδια ημέρα, ήτοι την 3.9.2003 οι εναγόμενοι 2 - 5 εγγυήθηκαν προσωπικά χωριστά και/ή αλληλέγγυα με τον εναγόμενο 1 τις πιο πάνω υποχρεώσεις του τελευταίου προς τους ενάγοντες. Περαιτέρω, προς εξασφάλιση της πληρωμής των πιο πάνω ποσών, τόκου, δικαιωμάτων και εξόδων, ο εναγόμενος προσέφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την παραχώρηση υποθήκης για ακίνητο του που περιγράφεται στη δήλωση υποθήκης Υ3485/2003 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 3.9.2003, για ποσό ίσο με €205.032,17 σεντ, πλέον τόκο με κυμαινόμενο επιτόκιο προς 6% από 3.9.2003, προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά έξοδα και δικαιώματα. Οι ενάγοντες προέβησαν σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικής και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την τραπεζική πρακτική σε αυξομειώσεις και/ή τροποποιήσεις του βασικού επιτοκίου και/ή του επιτοκίου υπερημερίας και/ή του συνολικού επιτοκίου, ενημερώνοντας τους εναγομένους με γραπτές ειδοποιήσεις προς τούτο και/ή μέσω καταστάσεων λογαριασμού που αποστέλλοντο στον εναγόμενο 1 και/ή με ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο. Καταγράφοντας στην έκθεση απαίτησης τους την πορεία των πιο πάνω αυξομειώσεων υποδεικνύουν ότι από τις 4.9.2006 το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε από 4,25% σε 4,50% ενώ το επιτόκιο υπερημερίας από την 1.2.2005 αυξήθηκε από 3% σε 5% με αποτέλεσμα το συνολικό επιτόκιο με το οποίο βαρύνεται ο ως άνω λογαριασμός δανείου του εναγομένου 1 να ανέλθει τελικά στο 11%. Ενόψει καθυστερήσεων που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου του εναγομένου 1 και παρά τις κατ' επανάληψη έγγραφες προειδοποιήσεις προς τον τελευταίο με τον οποίο τον καλούσαν να πληρώσεις τις καθυστερημένες δόσεις του, ειδοποιήσεις που κοινοποιούσαν και προς τους υπόλοιπους εναγομένους, ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα στις 23.11.07 οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τον εναγόμενο 1 και αντίστοιχες επιστολές προς τους εναγομένους 2 - 5 να τερματίσουν την πιο πάνω συμφωνία δανείου και/ή τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού, ζητώντας την πλήρη εξόφληση του υπολοίπου του με αυξημένο επιτόκιο 11% μέχρι την εξόφληση του. Στις 23.11.2007, υποδεικνύουν, ο λογαριασμός δανείου του εναγομένου 1 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €238.549,64 σεντ πλέον τόκους προς 11% από 23.11.2007 μέχρι την πλήρη εξόφληση, ποσό το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους ως έχει τροποποιηθεί κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι δεν αμφισβητούν ότι οι ενάγοντες χορήγησαν στον εναγόμενο 1 την πιστωτική κάρτα με το όριο που περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων, ανοίγοντας στο όνομα του εναγομένου σχετικό λογαριασμό χρήσης της πιστωτικής κάρτας, αρνούνται κατηγορηματικά το ποσό που οι ενάγοντες διεκδικούν ως χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού, καλώντας τους τελευταίους σε αυστηρή απόδειξη του, προβάλλοντας τη θέση ότι το αξιούμενο υπόλοιπο αποτελεί εξ ολοκλήρου παράνομους τόκους επί τόκων και άλλες παράνομες χρεώσεις. Αρνούνται περαιτέρω την παραχώρηση στεγαστικού δανείου στον εναγόμενο 1 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 3.9.2003 και την παραχώρηση στον τελευταίο του συμφωνηθέντος δυνάμει της ως άνω συμφωνίας ποσού ίσου με €205.032,17 σεντ. Παράλληλα, αρνούνται το ποσό που αξιώνεται από τους ενάγοντες ως υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού, καλώντας τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Παρά το γεγονός ότι παραδέχονται ότι οι εναγόμενοι 2 - 5 υπέγραψαν ως εγγυητές των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, προβάλλουν τη θέση ότι οι εγγυήσεις τους είναι άκυρες και ότι έχουν απαλλαγεί από την ευθύνη τους. Τούτο, αφενός επειδή η ενυπόθηκη εξασφάλιση που παραχώρησε ο εναγόμενος 1 στους ενάγοντες είναι άκυρη με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν απολέσει την εν λόγω εξασφάλιση η αξία της οποίας υπερκαλύπτει το επίδικο χρέος, και αφετέρου, επειδή οι ενάγοντες χωρίς τη γνώση ή/και τη συγκατάθεση των εναγομένων 2 - 5 προέβησαν σε διαφοροποίηση των όρων της συμφωνίας χρηματοδότησης του εναγομένου 1 ως προς το περιεχόμενο και τους όρους της ενυπόθηκης εξασφάλισης υποθήκης που συμφωνήθηκε να παραχωρήσει ο εναγόμενος 1 προς τους ενάγοντες. Σε σχέση με την επικαλούμενη από τους ενάγοντες ενυπόθηκη εξασφάλιση, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι πράγματι η επίδικη υποθήκη ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, πλην όμως προτάσσεται ότι αυτή ενεγράφη κατά παράβαση των προνοιών σχετικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου είναι παράνομη ή/και άκυρη και θα πρέπει να ακυρωθεί και εξαλειφθεί. Προτάσσουν ειδικότερα ότι: (α) Κατά παράβαση προνοιών σχετικής νομοθεσίας στη δήλωση υποθήκης το επιτόκιο δηλώθηκε προς 6% κυμαινόμενο από την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης την 3.9.2003 (β) Η σύμβαση υποθήκης και το έγγραφο υποθήκης παρέχουν το δικαίωμα στην ενάγουσα να αυξάνει το επιτόκιο κατά την κρίση της, με αποτέλεσμα το επιτόκιο να μην είναι καθορισμένο ούτε και να δύναται να προσδιοριστεί με αναφορά σε άλλο ποσοστό επιτοκίου όπως προνοεί σχετική νομοθεσία (γ) Με βάση τη σύμβαση-δήλωση υποθήκης η υποχρέωση πληρωμής του ενυπόθηκου χρέους καθορίζεται η μέρα εγγραφής της υποθήκης δηλαδή 3.9.2003 ενώ στη σύμβαση του επίδικου στεγαστικού δανείου ο τρόπος πληρωμής και οι όροι πληρωμής του δανείου είναι εντελώς διαφορετικοί και αντίθετοι με τη δήλωση-σύμβαση υποθήκης. Καταλήγοντας, η πλευρά των εναγομένων αξιώνει ανταπαιτητικά: (α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη υποθήκη εγγράφηκε παράνομα ή/και είναι άκυρη ή/και δέον όπως εξαλειφθεί και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την ακύρωση ή/και την εξάλειψη της (β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εγγυήσεις των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 είναι άκυρες ή κατέστησαν άκυρες ή/και οι εναγόμενοι έχουν απαλλαγεί οποιασδήποτε ευθύνης. Η πλευρά των εναγόντων με την τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της απορρίπτει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων στο μέρος που αυτή είναι αντίθετη προς τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης τους. Προβάλλουν παράλληλα τη θέση ότι οποιεσδήποτε χρεώσεις και τόκοι στους λογαριασμούς έγιναν νομότυπα καλώντας τους εναγομένους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Αποτελεί ανάμεσα σε άλλα θέση τους ότι η επίδικη υποθήκη είναι νόμιμη και έγκυρη αφού το κυμαινόμενο επιτόκιο στο οποίο συμφώνησαν οι εναγόμενοι πληρεί απόλυτα τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας αφού τούτο είναι προσδιορισμένο και/ή δύναται να προσδιοριστεί. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύουν, πέραν του γεγονότος ως η επίδικη ενυπόθηκη εξασφάλιση είναι νόμιμη, έγκυρη και ισχυρή, η εγγύηση των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 παραχωρήθηκε ανεξάρτητα από την παραχώρηση και/ή την ύπαρξη της επίδικης ενυπόθηκης εξασφάλισης. Προτάσσοντας ότι οι ενάγοντες σε καμία διαφοροποίηση προέβηκαν στους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης του εναγομένου 1, υποδεικνύουν παράλληλα ότι σε κάθε περίπτωση είχαν απόλυτο δικαίωμα να προβούν σε διαφοροποιήσεις, χωρίς να επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η εγγυητική ευθύνη των εναγομένων 2, 3, 4 και
- Η πλευρά των εναγόντων κάλεσε δύο μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της. Αντίθετα η πλευρά των εναγομένων δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Περιορίστηκε σε σχολιασμό της τεθείσας ενώπιων του Δικαστηρίου μαρτυρίας κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων του δικηγόρου της. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Πολύ συνοπτικά και περιοριζόμενος στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτή. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Πρώτη μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων κλήθηκε η Στάλω Πετρίδου, προϊσταμένη χορηγήσεων των εναγόντων στη Λάρνακα κατά το
- Στις 12.5.2003, υπέδειξε η μάρτυρας, ο εναγόμενος 1 υπέβαλε στους ενάγοντες αίτηση για χορήγηση στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 1). Η αίτηση του εγκρίθηκε με επιστολή των εναγόντων ημερ. 3.9.2003, (Τεκμήριο 2) την οποία υπέγραψαν στην παρουσία της ιδίας όλοι οι εναγόμενοι. Την ίδια μέρα, ήτοι στις 3.9.2003, ο εναγόμενος 1 ως πρωτοφειλέτης και οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 υπέγραψαν τη σύμβαση δανείου και τη σύμβαση εγγύησης (Τεκμήρια 3). Προς περαιτέρω εξασφάλιση της πληρωμής του στεγαστικού δανείου, τόκων και εξόδων, ο εναγόμενος 1 πρόσφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την υποθήκη Υ3485/03 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου του (Τεκμήριο 4). Ο εναγόμενος 1, στις 3.9.2003 υπέγραψε επίσης με τους ενάγοντες συμφωνία εκχώρησης (contract of assignment) (Τεκμήριο 6) ως επίσης ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο (Τεκμήριο 6Α). Παράλληλα υπέγραψε με τους ενάγοντες συμφωνία εκχώρησης ασφάλειας ζωής, με την οποία εκχωρούσε προς τους ενάγοντες το συμβόλαιο της ασφαλιστικής εταιρείας Eurolife Ltd με αριθμό 90-0125267 (Τεκμήριο 7). Οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 ολόκληρο το ποσό του στεγαστικού δανείου ανοίγοντας στο όνομα του τελευταίου σχετικό λογαριασμό. Ο εναγόμενος 1 δεν τήρησε τους όρους αποπληρωμής του δανείου με αποτέλεσμα ο λογαριασμός, ήδη από τις 14.5.2004 να παρουσιάζει καθυστερημένες δόσεις. Αποστάληκαν προς τον εναγόμενο 1, με κοινοποίηση στους εναγομένους 2, 3, 4 και 5, κατ' επανάληψη επιστολές με τις οποίες εκαλείτο να επικοινωνήσει με τους ενάγοντες για τη διευθέτηση των καθυστερημένων δόσεων πλην όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση. (Τεκμήρια 8, 8Α, 9, 10, 10Α, 10Β, 10Γ, 10Δ, 11, 12, 12Α 13 και 14). Ενόψει των πιο πάνω, στις 23.11.2007 οι ενάγοντες με επιστολή τους τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και τον λογαριασμό του εναγομένου 1 που ανοίχθηκε προς τούτο, καλώντας τον τελευταίο να εξοφλήσει το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό το οποίο θα επιβαρύνετο με αυξημένο επιτόκιο ίσο με 11% μέχρι την πλήρη εξόφληση. Σχετικές επιστολές αποστάληκαν και στις διευθύνσεις των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 (τεκμήριο 15). Παρουσιάζοντας καταστάσεις λογαριασμού του στεγαστικού δανείου του εναγομένου 1, (Τεκμήρια 16 και 17) υπέδειξε ότι οι ενάγοντες διεκδικούν ως οφειλόμενο υπόλοιπο για το στεγαστικό δάνειο του εναγομένου 1 το ποσό των €238.549,64 σεντ πλέον τόκο προς 11% ετήσια από τις 23.11.2007, με κεφαλαιοποίηση τούτου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι την πλήρη εξόφληση. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στις διάφορες αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου, οι οποίες γνωστοποιούνταν όπως εξήγησε στον εναγόμενο 1 μέσω των καταστάσεων λογαριασμών που του αποστέλλονταν αλλά και με ανακοινώσεις στον τύπο, υποδεικνύοντας παράλληλα από την 1.2.2005 το επιτόκιο υπερημερίας αυξήθηκε από 3% σε 5%. Ενόψει των ως άνω αυξομειώσεων το συνολικό επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνετε ο λογαριασμός του δανείου του εναγομένου 1 ανήλθε τελικά στο 11%. Ο τελευταίος, υπέδειξε η μάρτυρας, ουδέποτε αμφισβήτησε το χρέος του παρά μόνο ενδιαφερόταν να πωληθεί η ενυπόθηκη οικία στην κανονική της τιμή. Προς τούτο υπέγραψε γραπτή συγκατάθεση προς τους ενάγοντες με την οποία έδιδε το δικαίωμα στους τελευταίους να δώσουν τα προσωπικά τους στοιχεία και τα στοιχεία της οικίας σε κτηματομεσιτικό γραφείο της επιλογής του (Τεκμήριο 18). Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας, απορρίπτοντας περί του αντιθέτου υποβολές, επίμενε ότι η ενάγουσα τράπεζα ουδέποτε προέβηκε σε αυθαίρετες αυξομειώσεις του επιτοκίου. Υποστήριξε ότι για το ζήτημα οι ενάγοντες ακολουθούσαν πάντα τις σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας ενώ υπέδειξε πως οι οποιεσδήποτε αυξομειώσεις δημοσιεύονταν είτε στον τύπο είτε γνωστοποιούνταν στους πελάτες με προσωπικές επιστολές. Οι τελευταίοι ενημερώνονταν ακόμη μέσω των μηνιαίων καταστάσεων των λογαριασμών τους. Αποτέλεσε θέση της, απορρίπτοντας περί του αντιθέτου υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα χρέωσης τόκων υπερημερίας παραπέμποντας προς τούτο στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, υποδεικνύοντας ότι σε αυτό γινόταν πρόνοια για επιπρόσθετη χρέωση του δανείου με τόκο υπερημερίας 3%, ο οποίος όπως εξήγησε σε μεταγενέστερο χρόνο αυξήθηκε σε 5%. Ο τόκος υπερημερίας, χρεωνόταν με τον ίδιο τρόπο που χρεωνόταν και ο ενήμερος τόκος, εξηγώντας πως οποτεδήποτε παρουσιαζόταν υπερήμερο υπόλοιπο χρεωνόταν ανάλογα και τόκος υπερημερίας. Παρά το γεγονός ότι συμφώνησε με την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 3) δεν παραπέμπει στην επιστολή της τράπεζας ημερ. 3.9.2003 (Τεκμήριο 2), απέρριψε τη θέση ότι η χρέωση τόκου υπερημερίας ήταν παράνομη. Κατά τον ίδιο τρόπο απέρριψε την υποβληθείσα σε αυτή θέση ότι ο υπολογισμός και η χρέωση τόκου υπερημερίας με τον τρόπο που γινόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν παράνομη έχοντας σαν αποτέλεσμα να διογκώνει υπερβολικά και αδικαιολόγητα το εμφανιζόμενο ως υπόλοιπο του λογαριασμού. Αποτέλεσε θέση της μάρτυρας ότι στο έγγραφο της υποθήκης το επιτόκιο είναι προσδιορίσιμο. Παρά το γεγονός ότι κατά τη μέρα της κατάθεσης ήταν ήδη προσδιοριστέο, ανά πάσα στιγμή ήταν εύκολα προσδιορίσιμο αφού ακολουθούσε τις αποφάσεις των τραπεζικών εποπτικών αρχών και της Τράπεζας, οι οποίες γνωστοποιούνταν στους οφειλέτες μέσω δημοσιεύσεως στον τύπο, των καταστάσεων λογαριασμού που ελάμβαναν και σχετικών επιστολών. Δεύτερη μάρτυρας για τους ενάγοντες, κλήθηκε η Αντωνία Αλεξανδράκη, υπάλληλος των εναγόντων και υπεύθυνη όπως ανέφερε κατά το 2003 τόσο του τμήματος στεγαστικών δανείων όσο και του τμήματος πιστωτικών καρτών στο κατάστημα των εναγόντων στη Λάρνακα. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη μαρτυρία της προηγούμενης μάρτυρας σε σχέση με τον τρόπο παραχώρησης του στεγαστικού δανείου προς τον εναγόμενο 1, υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 2 αποτέλεσε τη βάση παραχώρησης του επίδικου δανείου και της υπογραφής τόσο της σύμβασης δανείου όσο και της σύμβασης εγγύησης. Στο Τεκμήριο 2, υπέδειξε, ρητά καθορίζεται το δικαίωμα της Τράπεζας να αυξομειώνει το επιτόκιο και να χρεώνει τόκο υπερημερίας κατά την κρίση της, συμπληρώνοντας και ερμηνεύοντας τις αντίστοιχες πρόνοιες της σύμβασης δανείου. Οι αυξομειώσεις του επιτοκίου, υποστήριξε, έγιναν απόλυτα νόμιμα αφού οι ενάγοντες ακολούθησαν τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας για όλη τη χρονική περίοδο που αφορά το επίδικο δάνειο προβαίνοντας σε ανακοινώσεις των αυξομειώσεων του επιτοκίου και του τόκου υπερημερίας στον ημερήσιο τύπο σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου δέσμη σχετικών αποφάσεων νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για την περίοδο 4.4.03 μέχρι 21.12.07 (Τεκμήριο 19) ως επίσης αριθμό δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο για το ζήτημα των αυξομειώσεων του επιτοκίου για την περίοδο από 3.9.03 μέχρι 23.11.07 (Τεκμήριο 20). Σχετική δημοσίευση στην εφημερίδα «Μάχη», ημερ. 18.6.2004, σύμφωνα με την οποία τα δάνεια σε ιδιώτες, ως η υπό συζήτηση περίπτωση, θα φέρουν τόκο υπερημερίας 3%, παρουσιάστηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 21 στη διαδικασία, ενώ ως Τεκμήριο 22 σημειώθηκε επιστολή που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου η οποία αποστάληκε μεταξύ άλλων και στον εναγόμενο 1 τον Δεκέμβριο του 2004, με την οποία ενημέρωνε ότι ο τόκος υπερημερίας αυξανόταν σε 5% από την 1.2.
- Εν πάση περιπτώσει, υπέδειξε, το επιτόκιο των ληξιπρόθεσμων οφειλών αναρτάτο με ανακοίνωση σε όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας. Στις 14.8.2003 ο εναγόμενος 1 υπέβαλε γραπτή αίτηση για παραχώρηση πιστωτικής κάρτας με πιστωτικό όριο Λ.Κ.2.000 (Τεκμήριο 23). Οι ενάγοντες ενέκριναν την ως άνω αίτηση του παραχωρώντας σε αυτόν πιστωτική κάρτα με ανάλογο όριο και ανοίγοντας στο όνομα του εναγομένου 1 λογαριασμό χρήσης πιστωτικής κάρτας με αριθμό
- Ο εναγόμενος 1 υπογράφοντας σχετικό έντυπο παραλαβής (Τεκμήριο 24) παρέλαβε την πιστωτική κάρτα. Ο αρχικός τόκος που συμφωνήθηκε να επιβάλλεται στο λογαριασμό στα ποσά της κάρτας ήταν 8%, στη συνέχεια όμως αυτός αυξήθηκε σύμφωνα με τους όρους που υπάρχουν στη σχετική σύμβαση παραχώρησης της πιστωτικής κάρτας (Τεκμήριο 23). Διευκρίνισε πάντως ότι η ενημέρωση του εναγομένου 1, μέσω της επιστολής της τράπεζας ημερ. 2.11.2007 (Τεκμήριο 27), ότι το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού του θα χρεωνόταν με τόκο 14,50%, προφανώς οφειλόταν σε λάθος. Αυτός ήταν και ο λόγος, ως εξήγησε, που στην επόμενη επιστολή υποδείχτηκε ότι ο τόκος ήταν 13,50%, ο οποίος αναλύεται σε 11,5% συμφωνηθείς τόκος πλέον 2% τόκος υπερημερίας. Απορρίπτοντας την υποβληθείσα θέση ότι το ποσό που περιγράφεται στο Τεκμήριο 29 είναι εξογκωμένο και διογκωμένο, υπέδειξε παράλληλα ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας δικαιολογείται από τον όρο 6 του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με απόσπασμα ανακοίνωσης της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου στην οποία επισυνάπτεται πίνακας με συγκριτικά στοιχεία για τα επιτόκια για τα έξοδα εμπορικών τραπεζών για εμπορικές κάρτες (Τεκμήριο 25) το επιτόκιο για τις πιστωτικές κάρτες της ενάγουσας τράπεζας ήταν 11,5% και το τόκος υπερημερίας 2% μηνιαίως επί του καθυστερημένου ποσού. Καλούμενη η μάρτυρας κατά το στάδιο της αντεξέτασης να εξηγήσει τι εξυπηρετούσε ο τόκος υπερημερίας, διευκρίνισε ότι αποτελεί τούτος ένα ανασταλτικό παράγοντα για να μην αφήνει ο πελάτης ένα δάνειο να μην λειτουργεί σωστά. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε: «Όταν θα σκεφτεί ένας ότι θα χρεωθεί επιπλέον αυτόν τον τόκο σίγουρα θα φροντίσει να μην υπάρχει καθυστέρηση στο δάνειο του και έτσι το δάνειο θα λειτουργεί σωστά». Ο εναγόμενος, υπέδειξε η μάρτυρας, δεν τήρησε τη συμφωνία χορήγησης πιστωτικής κάρτας με αποτέλεσμα ο σχετικός λογαριασμός να παρουσιάζει καθυστερημένες δόσεις. Στις 17.2.2006 απεστάλη στον εναγόμενο 1 επιστολή με την οποία ενημερωνόταν ότι ο λογαριασμός του βρισκόταν σε υπέρβαση και με την οποία εκαλείτο ο τελευταίος όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο (Τεκμήριο 26). Στις 2.11.07 αποστάληκε νέα επιστολή στον εναγόμενο καλώντας τον τελευταίο όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό πληροφορώντας τον ταυτόχρονα ότι ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας θα επιβαρύνετο με αυξημένο επιτόκιο 14,5% (Τεκμήριο 27). Ενόψει του γεγονότος ότι και πάλι ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, στις 30.11.07 με νέα επιστολή η οποία αποστάληκε στη διεύθυνση του εναγομένου στη Λάρνακα τερματίστηκε η συμφωνία παραχώρησης πιστωτικής κάρτας και ο εναγόμενος 1 πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός του θα επιβαρυνόταν με αυξημένο επιτόκιο 13,50%. Στις 30.11.2007, ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας του εναγομένου 1 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.2.122,04 πλέον τόκο προς 13,50% μέχρι την πλήρη εξόφληση, ποσό το οποίο οφείλεται μέχρι σήμερα. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κατάσταση λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας του εναγομένου 1 η οποία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων δεν αμφισβήτησε την υποχρέωση των τελευταίων να αποδείξουν την υπόθεση τους στο αναγκαίο επίπεδο. Υποστήριξε πως με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία, περιοριζόμενοι μόνο στην προβολή των θέσεων τους μέσω του δικόγραφου της υπεράσπισης τους, το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται να εξετάσει αν η προσαχθείσα από τους ενάγοντες μαρτυρία είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις απαιτήσεις των τελευταίων. Σε περιπτώσεις όπως η υπό συζήτηση, εισηγήθηκε παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, τα βασικά γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν είναι: (α) η σύναψη της σύμβασης μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και (δ) το οφειλόμενο υπόλοιπο. Παραπέμποντας στη μαρτυρία και τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου αποτέλεσε καταληκτική τοποθέτηση του ότι η πλευρά των εναγόντων απέδειξε όλα τα πιο πάνω στο βαθμό που απαιτείται από αυτήν κατά τρόπο που δικαιούται στην έκδοση απόφασης ως η απαίτηση της. Σχολιάζοντας ειδικότερα τη δυνατότητα μεταβολής του επιτοκίου από την πλευρά των εναγόντων και της χρέωσης τόκων υπερημερίας, υποστήριξε ότι αυτή η δυνατότητα παρεχόταν όχι μόνο από τις μεταξύ των δύο πλευρών συμβάσεις αλλά και από τον ίδιο τον νόμο. Έχοντας άλλωστε υπόψη τη φύση της συναλλαγής μεταξύ των διαδίκων και των εργασιών που ασκούν οι ενάγοντες, εισηγήθηκε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ο τόκος υπερημερίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ποινική ρήτρα. Σε κάθε περίπτωση, παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία υποστήριξε πως και αν ακόμα το Δικαστήριο αποδεχτεί την ύπαρξη παράνομων χρεώσεων, τόκων, ανατοκισμών, τόκων υπερημερίας και άλλων εξόδων, οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, δηλαδή το κεφάλαιο και τους σύμφωνους του νόμου υπολογισθέντες τόκους. Όσον αφορά τα οφειλόμενα και διεκδικούμενα ποσά, ο ευπαίδευτος συνήγορος πρόταξε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 16, 17 και 29), δεδομένης και της αποτυχίας των εναγομένων να αντικρούσουν το περιεχόμενο τους, ως είχαν το βάρος να πράξουν, αποτελούν απόδειξη των οφειλόμενων υπολοίπων. Ούτε η επίδικη υποθήκη πάσχει από ακυρότητα αφού η αναφορά σε αυτήν σε κυμαινόμενο επιτόκιο δεν μπορεί να την μολύνει καθιστώντας την παράνομη. Το κυμαινόμενο επιτόκιο πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμου, (Ν.9/1965)αφού είναι προσδιορισμένο και/ή δύναται να προσδιοριστεί κάθε φορά και να γίνει γνωστό στον εναγόμενο. Η προβαλλόμενη εξάλλου στο δικόγραφο των εναγομένων θέση περί ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης δεν μπορεί να απασχολήσει σοβαρά υπέδειξε ο συνήγορος. Τούτο γιατί η εγγύηση των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 δεν εξαρτήθηκε από την εξασφάλιση του επίδικου δανείου από την επίδικη υποθήκη, η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να κριθεί καθ΄ όλα νόμιμη, έγκυρη και ισχυρή. Η έγγραφη συγκατάθεση του εναγομένου 1 για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σε καμία περίπτωση δεν είναι άλλωστε ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα των εναγομένων 2, 3, 4 και
- Δεν αποσκοπούσε στη διαφοροποίηση ούτε και συνιστούσε διαφοροποίηση της σύμβασης δανείου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, με τις τελικές του εισηγήσεις, είναι γεγονός ότι δεν επέμενε στην προώθηση του συνόλου των δικογραφημένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων της πλευράς του. Περιορίστηκε στην προβολή συγκεκριμένων θέσεων. Με δεδομένο ότι το εμφανιζόμενο και διεκδικούμενο ποσό ως υπόλοιπο του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας αμφισβητήθηκε όχι μόνο από τις έγγραφες προτάσεις των εναγομένων αλλά παράλληλα υπεβλήθη και ως θέση στους μάρτυρες των εναγόντων ότι το εμφανιζόμενο και διεκδικούμενο υπόλοιπο είναι εσφαλμένο, υποστήριξε ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν, στο βαθμό που απαιτείται από αυτούς, το υπόλοιπο του λογαριασμού πιστωτικής κάρτας και ως εκ τούτου η συγκεκριμένη αξίωση τους θα πρέπει να απορριφθεί. Σε σχέση με το διεκδικούμενο ποσό ως υπόλοιπο του λογαριασμού στεγαστικού δανείου πλέον τόκους, ο ευπαίδευτος συνήγορος ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα αυξομείωσης του συμβατικού επιτοκίου. Ήταν όμως κατηγορηματικός ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν μπορούσε σύννομα ο εν λόγω λογαριασμός να χρεώνεται με τόκο υπερημερίας. Τούτο, υπέδειξε, γιατί η ίδια η σύμβαση παραχώρησης του στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 3) δεν προνοεί για τόκο υπερημερίας, γεγονός που αναγνώρισε και η πρώτη μάρτυρας των εναγόντων. Υποστήριξε ότι η επιστολή των εναγόντων ημερ. 3.9.2003 (Τεκμήριο 2) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε μέρος της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης του στεγαστικού δανείου, ενώ είναι φανερό από το σώμα της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης του δανείου πως ούτε η τελευταία παρέπεμπε στο Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες, υπέδειξε, δεν θα μπορούσαν καν να βασιστούν σε τυχόν ασάφεια όρων της σύμβασης δανείου, (Τεκμήριο 3) για να εξάγουν το συμπέρασμα ότι προνοείτο το δικαίωμα χρέωσης τόκων υπερημερίας. Πέραν του γεγονότος ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στη σύμβαση στεγαστικού δανείου που υπογράφτηκε μεταξύ των μερών για τόκους υπερημερίας, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που συνδέει την αύξηση του επιτοκίου ή την επιβολή τόκου υπερημερίας με την παράλειψη του εναγομένου 1 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, είτε κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας είτε μετά τον τερματισμό της. Συνακόλουθα, κατέληξε, το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας θα πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσοστό επιτοκίου που χρέωναν και/ή αξιώνουν οι ενάγοντες. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε ο συνήγορος και αν ακόμα το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να θεμελιώσουν τη δυνατότητα απαίτησης του χρέους μαζί με επιτόκιο υπερημερίας, στη βάση της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας οι τελευταίοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι μπορεί να δοθεί ισχύ σε αυτήν την πρόνοια. Τούτο γιατί σύμφωνα με όσα η δεύτερη μάρτυρας των εναγόντων ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, σκοπός της επιβολής τόκου υπερημερίας είναι ουσιαστικά να τιμωρείται ο οφειλέτης σε περίπτωση που καθυστερεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, θέση που από μόνη της καθιστά τη συγκεκριμένη πρόνοια ποινική ρήτρα και ως τέτοια θα πρέπει να αγνοηθεί. Περαιτέρω, σημείωσε, καμία μαρτυρία και καμία εξήγηση δεν δόθηκε σχετικά με πρόκληση στους ενάγοντες οποιασδήποτε ζημιάς από την καθυστέρηση του εναγόμενου 1 να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με το ποια ζημιά υπέστηκαν οι ενάγοντες από τη μη κανονική εκτέλεση της συμφωνίας ή τη διάρρηξη της ή το πώς οι ενάγοντες υφίστανται ζημιά ίση προς επιπλέον 5% από τη μη εκτέλεση συμφωνίας ή τη διάρρηξη της. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέδειξε ότι με βάση τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου η επίδικη υποθήκη θα πρέπει να ακυρωθεί αφού η αναφορά σε 6% κυμαινόμενο επιτόκιο που περιέχεται στα έγγραφα υποθήκης είναι ασαφής και αόριστη κατά παράβαση ρητών προνοιών της περί Υποθηκών Νομοθεσίας (Ν.9/1965). Αποτέλεσμα τούτου είναι το ποσό για το οποίο συστάθηκε η επίδικη υποθήκη να μην μπορεί να προσδιοριστεί μαζί με τους τόκους με αναφορά στο ποσοστό επιτοκίου αφού το ύψος του επιτοκίου, υπόκειται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων η οποία δεν μπορεί και δεν μπορούσε να προσδιοριστεί κατά το χρόνο σύστασης της επίδικης υποθήκης. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω περιληπτικά έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πλευρών στη διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή και έχω σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα των μαρτύρων καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6497, ημερ. 13/11/98). Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί σε σχέση με το ζήτημα στην υπόθεση Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212, στη σελ. 216: "A witness may either be believed or disbelieved holly or in part according to the view taking of his credibility". Δεν έχω αμφιβολία ότι και οι δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά των εναγόντων για να προσφέρουν τη μαρτυρία τους υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιες γνώριζαν από προσωπική γνώση για την εξέλιξη των γεγονότων και όσα ακόμα τέθηκαν υπόψη τους στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους ως υπαλλήλων. Η μαρτυρία τους, στην έκταση που αναφέρεται σε αυτά τα γεγονότα γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Έχοντας κατά νου τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τα οποία δεν αμφισβητούνται, την ως άνω αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας ως επίσης κάθε στοιχείο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό συζήτηση περίπτωσης, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Στις 3.9.2003, οι ενάγοντες παραχώρησαν μετά από παράκληση-αίτηση του εναγομένου 1, στεγαστικό δάνειο στον εν λόγω εναγόμενο για ποσό ίσο με €205.032,17 σεντ, με συνολικό τόκο ετήσια προς 5,5% για τους πρώτους 24 μήνες και ο οποίος από τις 4.9.2006 αυξήθηκε σε συνολικό επιτόκιο 6%. Το εν λόγω ποσό παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 από τους ενάγοντες ανοίγοντας οι τελευταίοι στο όνομα του εναγομένου 1 σχετικό λογαριασμό. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 3.9.2003 οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 εγγυήθηκαν προσωπικά χωριστά και/ή αλληλέγγυα με τον εναγόμενο 1 τις ως άνω υποχρεώσεις του τελευταίου προς τους ενάγοντες. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της πληρωμής του πιο πάνω στεγαστικού δανείου ο εναγόμενος 1 παραχώρησε προς όφελος των εναγόντων υποθήκη για ακίνητο του που περιγράφεται στη δήλωση υποθήκης Υ3485/2003 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 3.9.2003, για ποσό ίσο με €205.032,17 σεντ πλέον τόκο, με κυμαινόμενο επιτόκιο προς 6% από 3.9.2003, προμήθειες και για άλλα τραπεζικά έξοδα και δικαιώματα. Στις 23.9.2003 μετά από αίτηση του εναγομένου 1, οι ενάγοντες χορήγησαν στον εναγόμενο 1 πιστωτική κάρτα με όριο ίσο με €3.417,20 σεντ, ανοίγοντας προς τούτο στο όνομα του εναγομένου 1 το λογαριασμό χρήσης της πιστωτικής κάρτας με αριθμό
- Οι ενάγοντες χρέωναν τόσο τον λογαριασμό του στεγαστικού δανείου του εναγομένου 1 όσο και τον λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας που παραχώρησαν στον τελευταίο, πέραν από το βασικό επιτόκιο όπως είχε αυξομειωθεί πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο και με τόκους υπερημερίας. Η χρέωση του τόκου υπερημερίας γινόταν όπως και του ενήμερου τόκου, όποτε δηλαδή οι εν λόγω λογαριασμοί παρουσίαζαν υπερήμερο υπόλοιπο. Για τον μεν λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας, στις 14.8.2003 το επιτόκιο υπερημερίας ήταν 3% ενώ από τις 13.12.2004 έγινε 2%, ενώ για το λογαριασμό του στεγαστικού δανείου το επιτόκιο υπερημερίας από την 1.2.2005 αυξήθηκε από 3% σε 5%. Οι ως άνω λογαριασμοί ενόψει του γεγονότος ότι παρουσίαζαν υπερβάσεις και καθυστερήσεις αντίστοιχα, τερματίστηκαν από τους ενάγοντες, ο μεν λογαριασμός του στεγαστικού δανείου στις 23.11.2007 ο δε λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας στις 30.11.
- Αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες, μετά από αίτηση του εναγομένου 1 χορήγησαν στον τελευταίο πιστωτική κάρτα ανοίγοντας προς τούτο σχετικό λογαριασμό. Ό,τι απασχολεί, είναι η απόδειξη του υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού του ως άνω λογαριασμού που ανοίχθηκε στα πλαίσια της συγκεκριμένης τραπεζικής διευκόλυνσης. Είναι γεγονός ότι μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους οι εναγόμενοι αρνούνται κατηγορηματικά το αξιούμενο ως υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας, καλώντας τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη του, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι τούτο αποτελεί εξ ολοκλήρου παράνομους τόκους επί τόκων ή και άλλες παράνομες χρεώσεις. Η πιο πάνω θέση υπεβλήθη εξάλλου και κατά το στάδιο της ακρόασης στους μάρτυρες της πλευράς των εναγόντων, οι οποίοι φυσικά την απέρριψαν. Στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 829, ο σεβαστός Δικαστής κ. Κληρίδης, αφού αναφέρθηκε στα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης σε περιπτώσεις που αφορούν κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, περιλαμβάνοντας σε αυτά και το οφειλόμενο υπόλοιπο, επανέλαβε ουσιαστικά τη γενική αρχή ότι οι ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν την υπόθεση τους στο αναγκαίο πάντα επίπεδο. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Συμφωνούμε βέβαια με τη γενική αρχή ότι επειδή στη διαδικασία απόδειξης δεν έλαβε μέρος ο αντίδικος, ενώ είχε τη δυνατότητα, αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα απαλλασόταν από την υποχρέωση να εξετάσει και αξιολογήσει την επάρκεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσφερόταν από την πλευρά της εφεσείουσας. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronikola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, ανίκανου προσώπου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Όπως όμως ειδικά αναφέρθηκε στην ίδια την υπόθεση Barry Wynne, όταν υπάρχει μία μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του είναι το εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Είναι καλά θεμελιωμένο ότι το βάρος απόδειξης στις πολιτικές δίκες βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο πάντα των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Στην υπό εξέταση περίπτωση, πέραν από κάποιες επιστολές (Τεκμήρια 26 και 27) που προηγήθηκαν του τερματισμού οι οποίες αποστάληκαν στον εναγόμενο 1, στα πλαίσια των οποίων γίνεται αναφορά για καθυστερημένες δόσεις και υπέρβαση του συγκεκριμένου λογαριασμού, η πλευρά των εναγόντων έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κατάσταση λογαριασμού που αφορά το λογαριασμό που ανοίχθηκε για την πιστωτική κάρτα που χορηγήθηκε στον εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 29). Στην ως άνω κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 29) περιλαμβάνονται πληροφορίες σε σχέση με την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού μόλις από τις 30.11.2007, ημερομηνία που καταγράφεται ως προηγούμενο υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.2.122,
- Ο συγκεκριμένος λογαριασμός, ως οι δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων ανοίχθηκε από τις 23.9.
- Γεγονός παραμένει ότι το διάστημα μεταξύ 23.9.2003 και 30.11.2007, όπου εμφανίζεται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ως πρώτη καταχώρηση το υπόλοιπο των Λ.Κ.2.122,04, δεν φωτίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία. Πλήρης συσκότιση. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει τις όποιες χρεοπιστώσεις και τον τρόπο υπολογισμού τους στον εν λόγω λογαριασμό, με αποτέλεσμα να υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το πώς προκύπτει το ποσό που χαρακτηρίζεται στην ως άνω κατάσταση λογαριασμού ως «προηγούμενο υπόλοιπο». Οι όποιες αναφορές και τοποθετήσεις των μαρτύρων της πλευράς των εναγόντων ότι το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας όπως αυτό αποτυπώνεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 29) είναι ορθό και οφειλόμενο, χωρίς οτιδήποτε άλλο που να το εξηγεί και να το θεμελιώνει, με δεδομένη μάλιστα στην περίπτωση μας την άρνηση της πιο πάνω θέσης και την υποβολή αντίθετων επί τούτου θέσεων από την πλευρά του συνηγόρου της υπεράσπισης, απολήγει να είναι απλώς ισχυρισμός στερούμενος αποδεικτικής αξίας. (βλ. D & G Products Ltd v. Premiχco Asphalting Company Ltd
(1999)1(A) AAΔ 263). Την ως άνω θεώρηση του ζητήματος ενισχύει κατά την αντίληψη μου, μεταξύ άλλων, ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 ΑΑΔ 1390, όπου εξηγήθηκαν οι συνέπειες από τη μη επαρκή απόδειξη των στοιχείων μιας κατάστασης λογαριασμού προς απόδειξη χρέους που αμφισβητείται. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, τελικά, ότι "οι καταστάσεις λογαριασμών Τεκμήριο 7 και Τεκμήριο 8 δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο", με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι δεν αποδείχθηκε εναντίον της εφεσίβλητης το αξιούμενο ούτε οποιοδήποτε άλλο ποσό.» Ομοίως, στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) ΑΑΔ 846, ο σεβαστός Δικαστής κ. Ερωτοκρίτου υπέδειξε μεταξύ άλλων ότι: «Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει κενό στην κίνηση λογαριασμού μεταξύ 28.6.2000 και 1.10.2002 που ξεκινά η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Καμιά μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου που να δείχνει ποιο ποσό δόθηκε αρχικά στον πρωτοφειλέτη, ποιες ήταν οι χρεοπιστώσεις μέχρι 1.10.2002 και πώς προέκυψε το ποσό των £24.482,63 που φαίνεται ως μεταφερόμενο υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Η αόριστη δήλωση της μάρτυρος ότι οι λογαριασμοί «είναι ορθοί», θεωρούμε, έστω και χωρίς αντεξέταση, ότι δεν είναι αρκετή για να αποδείξει το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο σε μια υπόθεση που ήταν υπό αμφισβήτηση.» Ελλείψει ικανοποιητικής μαρτυρίας που να αποδεικνύει την ύπαρξη και το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας η συγκεκριμένη αξίωση των εναγόντων δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Ως πιο πάνω έχει αναφερθεί, παρά τις περί του αντιθέτου δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, η πλευρά των τελευταίων, μέσω του συνήγορου τους, δεν αμφισβήτησε στο τέλος της ημέρας το γεγονός ότι πράγματι υπεγράφη η σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 3) και ότι παραχωρήθηκε στην πλευρά του εναγομένου 1 από τους ενάγοντες το επίδικο στεγαστικό δάνειο. Ό,τι αμφισβητούν, για τους λόγους που ανέπτυξε με τις τελικές του εισηγήσεις ο ευπαίδευτος συνήγορος τους, είναι η δυνατότητα των εναγόντων να προσθέσουν στα όποια ληξηπρόθεσμα υπόλοιπα παρουσίαζε ο λογαριασμός του δανείου, είτε κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης είτε μετά τον τερματισμό της, τόκους υπερημερίας, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει την απαίτηση για καταβολή επιπλέον τόκου υπερημερίας, αντικαθιστώντας τον τόκο με τόκο ίσο προς 6%. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 ΑΑΔ 627: «. στη βάση ευθυγραμμισμένης νομολογίας, πως, εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. (Δες, την καταληκτική παράγραφο στη Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881.) Προσεκτική μελέτη της σύμβασης του στεγαστικού δανείου δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη ρητής αναφοράς - πρόνοιας η οποία να δικαιολογεί τη χρέωση του λογαριασμού με τόκους υπερημερίας. Αντίθετα, ο όρος 5 της εν λόγω σύμβασης, στον οποίο ρυθμίζονται και καθορίζονται τα ζητήματα τοκισμού του δανείου, καταγράφοντας τον συμφωνηθέντα τόκο, προβλέπει ότι το μέγιστο του συμφωνηθέντος τόκου ανέρχεται σε 6%, που αναλύεται σε βασικό 4,5% και περιθώριο 1,5%. Προβλέπεται παράλληλα στον εν λόγω όρο η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης του συμφωνηθέντος τόκου ανά εξαμηνία ως επίσης η δυνατότητα αύξησης του ως άνω ρητά προσδιοριζόμενου και συγκεκριμενοποιούμενου επιτοκίου κατά τον τρόπο που προβλέπεται στον συγκεκριμένο όρο και σύμφωνα πάντα με την ισχύουσα νομοθεσία. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, (Ν.160(Ι)/1999)και όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των εναγόντων για το ζήτημα, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, καταδεικνύουν ότι οι όποιες αυξομειώσεις του τόκου έλαβαν χώρα στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τον τρόπο και στο χρόνο που εξηγήθηκε από την πλευρά των εναγόντων, έγιναν καθόλα σύννομα και δικαιωματικά (βλέπε άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν.160
(1)/1999) και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited Πολ. Έφ. Αρ. 99/2009, ημερ. 20.9.2012). Ορθά κατά την αντίληψη μου ο συνήγορος των εναγομένων εστίασε την προσοχή του στο δικαιολογημένο ή μη της χρέωσης του λογαριασμού και με τόκο υπερημερίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων επιχείρησε να δικαιολογήσει την χρέωση του συγκεκριμένου λογαριασμού με τόκους υπερημερίας, διασυνδέοντας ουσιαστικά τη σύμβαση του στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 3) με την επιστολή των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1, την οποία προσυπέγραψαν και οι υπόλοιποι εναγόμενοι (Τεκμήριο 2). Υποστήριξε ότι η εν λόγω επιστολή, με την οποία ο εναγόμενος 1 πληροφορείτο από την τράπεζα ότι εγκρίθηκε η αίτηση του για χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων, αποτελεί ουσιαστικά τη βάση της επίδικης σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 3), συνιστώντας αναπόσπαστο μέρος της και ως εκ τούτου θα πρέπει να εκλαμβάνεται, να αναγιγνώσκεται και να ερμηνεύεται ως ενιαίο σύνολο μαζί με τη σύμβαση δανείου που καταρτίστηκε τελικά μεταξύ των διαδίκων. Παραπέμποντας στο κείμενο της εν λόγω επιστολής, επεσήμανε ότι γίνεται αναφορά σε επιπρόσθετη χρέωση τόκου υπερημερίας 3% πλέον του τελικού επιτοκίου. Η ως άνω τοποθέτηση του ευπαίδευτου συνήγορου των εναγόντων, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν του γεγονότος ότι η σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 3) ως έχει τελικά συνομολογηθεί και υπογραφεί μεταξύ των μερών καμία αναφορά, διασύνδεση ή παραπομπή κάνει στην προηγηθείσα επιστολή Τεκμήριο 2, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ως άνω επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας οι εναγόμενοι δηλώνουν μέσω της υπογραφής τους ότι έχουν κατανοήσει και συμφωνούν με αυτό, καταλήγει ότι: «η παρούσα επιστολή και η αποδοχή της από εσάς δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση για την τράπεζα μας μέχρις ότου υπογραφούν συμβάσεις, έγγραφα και διατυπώσεις που θα υποδείξει η τράπεζα». Ούτε βέβαια ο συνδυασμός οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας Τεκμήριο 3 που υπογράφηκε τελικά μεταξύ των μερών για παραχώρηση στεγαστικού δανείου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχει συμφωνηθεί η χρέωση του λογαριασμού και με τόκους υπερημερίας. Η αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 2 εκ μέρους των εναγόντων και η κατανόηση και αποδοχή των όσων σε αυτή καταγράφονται από την πλευρά των εναγομένων, με δεδομένο ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής ακολούθησε σύμβαση μεταξύ των μερών, στην οποία τελικά δεν περιλαμβάνεται και πρόνοια για επιβολή τόκων υπερημερίας, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία, επιδρώντας στο περιεχόμενο της συμφωνίας που τελικά τα μέρη κατάρτισαν, δεσμεύοντας τα για ζητήματα που τελικά επέλεξαν να μην συμπεριλάβουν στη συμφωνία τους. Ούτε βέβαια η αποστολή της ως άνω επιστολής εκ μέρους της τράπεζας και η υπογραφή της εκ μέρους των εναγομένων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί από μόνη της δεσμευτική συμφωνία. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 30η έκδοση, στο δεύτερο μέρος του 1ου Τόμου του εν λόγω συγγράμματος, ειδικότερα στην ενότητα υπό τον τίτλο «Incomplete agreement», στη σελ. 207 κάτω από τον τίτλο «Agreement "subject to contract"» υποδεικνύεται ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που τα μέρη καταλήγουν σε συμφωνία υπό την αίρεση όμως του επίσημου καταρτισμού αυτής της συμφωνίας, η συμφωνία τους δεν θεωρείται ολοκληρωμένη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα πριν από τον επίσημο καταρτισμό της. Υπεδείχθηκε χαρακτηριστικά ότι: «.. Such agreements are normally regarded as incomplete until the terms of a formal contract have been settled and approved by the parties. Thus, in Winn v. Bull the defendant agreed to take a lease of a house for a specified time at a stated rent, "subject to the preparation and approval of a formal contract". It was held that there was no enforceable contract and Jessel. M.R. said, "It comes, therefore, to this, that where you have a proposal or agreement made in writing expressed to be subject to a formal contract being prepared, it means what it says: it is subject to and is dependent upon a formal contract being prepared." Είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι η ύπαρξη απλώς της προγενέστερης της σύμβασης επιστολής, στα πλαίσια της οποίας ρητά προβλέπεται ότι η τελευταία δεν έχει οποιαδήποτε σημασία αν δεν ακολουθήσει η σύμβαση, σε συνδυασμό με την απουσία στη συμφωνία των δύο πλευρών που ακολούθησε πρόνοιας για χρέωση επιπρόσθετων τόκων υπερημερίας, ενώ αντίθετα ρυθμίζεται το ζήτημα του τοκισμού κατά τρόπο εξαντλητικό στη συγκεκριμένη συμφωνία (Τεκμήριο 3), αποτελεί πραγματικότητα που εμποδίζει την πλευρά των εναγόντων να προσθέτουν στο συγκεκριμένο λογαριασμό τόκους υπερημερίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, και αν ακόμα η ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου εθεωρείτο λανθασμένη, η κατάληξη μου ως προς την αδυναμία χρέωσης του συγκεκριμένου λογαριασμού με τόκους υπερημερίας, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα ήταν διαφορετική. Εξηγούμαι. Ο τόκος υπερημερίας, ως τόκος που επιβάλλεται για σκοπούς αποζημίωσης του βλαφθέντος μέρος μίας σύμβασης, βάσιμα θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι διασυνδέεται και με τα άρθρα 73 και 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ρητά προβλέπεται άλλωστε στο άρθρο 74
(1)του εν λόγω νόμου ότι: «ρήτρα περί καταβολής αυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Ο σεβαστός Δικαστής Πασχαλίδης, στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Τρύφωνος Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 272/08 ημερ. 17.10.11, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ...» Για να συμπληρώσει στη συνέχεια: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Σε σχέση με την έννοια της ποινικής ρήτρας και τα αποτελέσματα της, βλ. επίσης Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 AAΔ 500 και Ανόρθωσης ν. Απόλλων
(2002)1 ΑΑΔ 518). Στην υπόθεση Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 All E.R. 156, αφού γίνεται μία εκτενής αναφορά σε αγγλική νομολογία για το ζήτημα αλλά και σε νομολογία άλλων χωρών του Κοινοδικαίου και στον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η επιδίκαση τόκου υπερημερίας, υποδεικνύεται ότι τα αυξημένα ποσοστά τόκου ή ανάλογων πληρωμών γίνονται αποδεκτά, κάτω από προϋποθέσεις πάντα, όταν αυτή η αύξηση εφαρμόζεται από την ημερομηνία της παράλειψης πληρωμής. Καταληκτικά, υποδείχθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι ότι: «. there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is in terrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default.» Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται και τους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται ζήτημα πρόσθεσης ή μη τόκων υπερημερίας, βλέπε επίσης Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd (ανωτέρω), στην οποία κρίθηκε ότι τόκος υπερημερίας 5% εβδομαδιαίως συνιστούσε ποινική ρήτρα και δεν εφαρμόστηκε. Είναι εύκολα διακριτό από την πιο πάνω νομολογία, ότι τυχόν όροι καταβολής τόκου υπερημερίας θα πρέπει να διαπιστωθεί, στη βάση πάντα μαρτυρίας η οποία θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ότι αποτελούν πράγματι προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία, ζήτημα που εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι της καθυστέρησης. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό κάποιου μέρους και προς αποτροπή της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη. Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου, η παραδοχή της μάρτυρας Αλεξανδράκη εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων, ότι η επιβολή του τόκου υπερημερίας έγινε για να λειτουργήσει τούτο ως αποτρεπτικός παράγοντας, ως φόβητρο ουσιαστικά προς την πλευρά του εναγομένου, κατά τρόπο που θα τον ανάγκαζε να συμμορφώνεται προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Υπάρχει «ομολογία» θα τολμούσα να πω από την πλευρά των εναγόντων ότι η πρόνοια περί επιβολής τόκου υπερημερίας, στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι υπήρχε αυτή η πρόνοια στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντάσσεται στην έννοια της ποινικής ρήτρας ως πιο πάνω αυτή έχει εξηγηθεί και ως τέτοια, με βάση τη νομολογία μας θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αγνοηθεί και να μην εφαρμοστεί. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία στα πλαίσια της οποίας να αποκαλύπτεται ότι η επιβολή στη συγκεκριμένη περίπτωση τόκου υπερημερίας, αποτελεί πράγματι γνήσια προσπάθεια από την πλευρά των συμβαλλομένων να καθορίσουν, εκ των προτέρων, τη ζημιά την οποία θα υφίσταντο οι ενάγοντες ως το αθώο μέρος από την καθυστέρηση. Κάποιες αναφορές για το ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και της επιχειρηματολογίας του, δεν αποτελούν ασφαλώς μαρτυρία δυνάμενη να ληφθεί υπόψη προς τον σκοπό κατάδειξης ζημιών λόγω της παράβασης, ίσων με τον διεκδικούμενο τόκο υπερημερίας. Σημειώνεται επίσης ότι ο τόκος υπερημερίας όπως αυτός καθορίστηκε αρχικά και στη συνέχεια αυξήθηκε (5% από 1.2.2005), φαίνεται να είναι σε ιδιαίτερα ψηλό ποσοστό, γεγονός που από μόνο του θα ήταν δυνατό να εμποδίσει την υιοθέτηση και έγκριση του. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι παράνομα και αντισυμβατικά χρεωνόταν ο λογαριασμός του στεγαστικού δανείου του εναγομένου 1 με τόκο υπερημερίας, δεν επηρεάζει βέβαια την υποχρέωση των εναγομένων για καταβολή του νόμιμα οφειλόμενου χρέους, τόκων και εξόδων που σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση των μερών είναι επιτρεπτά. Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην υπόθεση C.Τ.A. Techno Marketing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 721, στα πλαίσια της οποίας επικροτήθηκε η πρωτόδικη απόφαση για το ζήτημα, η χρέωση παράνομου τόκου δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη σύμβαση και οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, ήτοι το κεφάλαιο και τους τόκους που έχουν υπολογιστεί σύμφωνα με το νόμο. (βλ. επίσης Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Coudounaris Ltd κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 641). Στην υπό συζήτηση περίπτωση σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των εναγόντων, οποτεδήποτε υπήρχε καθυστέρηση εκ μέρους του δανειολήπτη εναγομένου 1 να καταβάλει κάποιο ποσό έναντι του ποσού του δανείου, το υπερήμερο αυτό υπόλοιπο υπόκειτο αυτόματα σε χρέωση τόκου υπερημερίας. Η πρακτική αυτή ακολουθείτο και πριν από τον τερματισμό του δανείου. Με τούτο σαν δεδομένο απασχόλησε σοβαρά το Δικαστήριο κατά πόσο, υπό το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκαν υπόψη του θα μπορούσε με ασφάλεια να προσδιοριστεί το οφειλόμενο ποσό, αφαιρουμένου βέβαια του τόκου υπερημερίας που κατά περιόδους ενσωματωνόταν στο λογαριασμό του δανείου, χωρίς πάντως να κεφαλαιοποιείται ως έχει διευκρινιστεί. Τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου λεπτομερής κατάσταση του λογαριασμού του στεγαστικού δανείου, (Τεκμήριο 16) στην οποία αποτυπώνονται όλες οι χρεοπιστώσεις από τον 12ον του 2003 μέχρι και τις 23.11.2007, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας και κλεισίματος του λογαριασμού. Με δεδομένο ότι στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, ως πρώτη καταχώρηση φέρεται η καταχώρηση ημερομηνίας 31.12.2003 με ένδειξη μηδενικού προηγούμενου υπόλοιπου λογαριασμού, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγομένων οποιαδήποτε ένδειξη και αναφορά του εν λόγω λογαριασμού, αισθάνομαι ότι το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να προσδιορίσει το οφειλόμενο ποσό. Ανάμεσα στις χρεοπιστώσεις του εν λόγω λογαριασμού, εντοπίζονται και οι χρεώσεις τόκων υπερημερίας που κατά περιόδους επιβάρυναν τον λογαριασμό. Με δεδομένη και αναμφισβήτητη τη δήλωση ότι ο συγκεκριμένος τόκος δεν κεφαλαιοποιείτο, προβαίνοντας σε ανάλογες μαθηματικές πράξεις, μπορούν να αφαιρεθούν οι τόκοι υπερημερίας που κατά περιόδους προστίθεντο στον εν λόγω λογαριασμό, ως ειδικότερα αυτές οι χρεώσεις προσδιορίζονται και καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Συναθροίζοντας τις χρεώσεις που εμφαίνονται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, (Τεκμήριο 16) οι οποίες προσδιορίζονται και χαρακτηρίζονται ως χρεώσεις τόκου υπερημερίας, προκύπτει ότι το συνολικό ποσό τόκων υπερημερίας που ο εν λόγω λογαριασμός χρεώθηκε, ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.3.658,
- Κατ΄ εφαρμογή του ανάλογου μαθηματικού τύπου, αφαιρώντας δηλαδή το συνολικό ποσό των τόκων υπερημερίας από το υπόλοιπο του λογαριασμού που δεικνύεται κατά την ημερομηνία τερματισμού του στις 23.11.2007, (Λ.Κ.139.616,90 πλην Λ.Κ.3.658,33 = Λ.Κ.135.958,57) εντοπίζεται το οφειλόμενο ποσό μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, επί του οποίου περιλαμβάνονται οι νόμιμα χρεωθέντες τόκοι και σχετικά έξοδα. Νοείται ότι το εν λόγω ποσό των Λ.Κ.135.958,57 σεντ θα φέρει τόκο ίσο προς 6% από τις 24.11.2007 μέχρι εξόφλησης, με δυνατότητα ανακεφαλαίωσης του τόκου δύο φορές το χρόνο. Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η επίδικη υποθήκη θα πρέπει να ακυρωθεί αφού περιέχει ασαφή και αόριστη αναφορά σε σχέση με το επιτόκιο, δεν μπορεί ασφαλώς να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Καμία ασάφεια δεν υπάρχει στον προσδιορισμό του επιτοκίου. Ευθύς εξαρχής οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι το επιτόκιο του ποσού που καλύπτει η υποθήκη θα ήταν κυμαινόμενο. Υπάρχουν άλλωστε οι προβλεπόμενοι εκ του νόμου μηχανισμοί με βάση τους οποίους ανά πάσα στιγμή, μπορεί τούτο να προσδιοριστεί, κατά τρόπο που πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965). Η ως άνω κατάληξη μου καθιστά εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με την προβαλλόμενη δικογραφικά θέση της πλευράς των εναγομένων περί ακυρότητας της συμφωνίας εγγύησης των εναγομένων 2-5, στην έκταση και το βαθμό που η εισήγηση αυτή φαίνεται να διασυνδεόταν με την ενυπόθηκη εξασφάλιση. Η θέση άλλωστε περί ακυρότητας της συμφωνίας εγγύησης των εναγομένων 2-5, για οποιοδήποτε λόγο, δεν προωθήθηκε καν από την πλευρά της υπεράσπισης, τόσο κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της μαρτυρίας όσο και στο πλαίσιο των τελικών εισηγήσεων του συνηγόρου των εναγομένων. Είναι αρκετό να υποδειχθή ότι με βάση τους όρους της σύμβασης εγγύησης των εναγομένων 2, 3, 4 και 5, αυτή αποτελούσε ανεξάρτητη εγγύηση από την ενυπόθηκη εγγύηση του εναγομένου 1. Ούτε βέβαια εξηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου, η δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι χωρίς τη γνώση ή και τη συγκατάθεση των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 οι ενάγοντες προέβησαν σε διαφοροποίηση των όρων της συμφωνίας χρηματοδότησης του εναγομένου 1 σε σχέση με το περιεχόμενο και τους όρους της ενυπόθηκης εξασφάλισης. Όχι μόνο η ίδια η εγγύηση των εναγομένων 2 έως και 5 ρητά προβλέπει ότι αυτή αποτελεί πρόσθετη εξασφάλιση προς οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση ή εγγύηση αλλά και το σύνολο των όρων του εγγυητηρίου εγγράφου φαίνεται να επιτρέπει στην πλευρά των εναγόντων να ενεργήσουν κατά τον τρόπο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι λειτούργησαν στην υπό εξέταση περίπτωση. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €232.299,01, ποσό που αντιστοιχεί με το ποσό των Λ.Κ.135.958,57 σεντ. Το ως άνω ποσό θα φέρει τόκο προς 6% ετήσια από 24.11.2007 μέχρι την πλήρη εξόφληση του, με δυνατότητα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 με την οποία διατάσσεται η πώληση του μεριδίου του ακινήτου του που αναφέρεται στην υποθήκη υπ΄ αριθμό Υ3485/2003 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ως αυτό περιγράφεται στο Ε της Έκθεσης Απαίτησης, κατ΄ εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών για το ζήτημα, προς ολική ή μερική ικανοποίηση του ως άνω χρέους τόκων και εξόδων. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι, θα επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο