Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού ν. Εταιρείας JKVavlitis (Hotels Leisure) Limited, Αρ. Αγωγής: 1308/07, 29/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1308/07 Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού Ενάγοντες και Εταιρείας J.K.Vavlitis (Hotels & Leisure) Limited Εναγόμενη εταιρεία Ημερομηνία: 29.11.2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Ηλιάδης (για να ακούσει απόφαση κ. Σαββίδης). Για την Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Μιχαήλ). ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση και προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, οι ενάγοντες διεκδικούν σε βάρος της εναγομένης εταιρείας την έκδοση απόφασης ως ακολούθως: «(α) £171.980,67 ποσό οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή λόγω παράβασης των όρων της πιο πάνω συμφωνίας δανείου και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή χρήματα δοθέντα και ληφθέντα. (β) 64.584,63 τόκους υπερημερίας μέχρι 31.12.2006 όπως λεπτομερώς αναφέρεται πιο πάνω και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή αποζημιώσεις λόγω παράβασης των όρων της πιο πάνω συμφωνίας δανείου. (γ) Τόκους υπερημερίας προς 9% ετησίως επί των πιο πάνω ποσών από 1.1.2007 μέχρι τελείας εξοφλήσεως δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή αποζημιώσεις λόγω παράβασης των όρων της πιο πάνω συμφωνίας δανείου. Διαζευκτικά νομίμους τόκους. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την πώληση διά δημοσίου πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4083 ημερ. 8.2.78 φύλλο/σχέδιο L47 αρ. τεμαχίου 123/2, 124/1 στο χωρίο Περβόλια Επαρχία Λάρνακας που έχει υποθηκευτεί από την εναγομένη εταιρεία προς όφελος του Ταμείου δυνάμει 2 υποθηκών όπως αναφέρεται στις παραγράφους 5 και 8 πιο πάνω και όπως το προϊόν της πώλησης του ακινήτου αυτού χρησιμοποιηθεί έναντι και/ή προς εξόφληση των, οφειλομένων προς το Ταμείο από την εναγόμενη εταιρεία, ποσών.» (ε) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο και/ή εύλογο υπό τις περιστάσεις. (στ) Έξοδα.» Ως καταγράφεται στις λεπτομέρειες του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δυνάμει γραπτών συμφωνιών δανείου, ημερ. 29.1.1980 και 20.12.1980, οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγομένη εταιρεία δύο δάνεια εκ Λ.Κ.150.000 και Λ.Κ.120.000 αντίστοιχα, για την αγορά χώρου στο Κίτι και την ίδρυση τουριστικού συγκροτήματος. Αφού παρατίθενται στο ως άνω δικόγραφο των εναγόντων διάφοροι όροι των πιο πάνω έγγραφων συμφωνιών δανείου, σημειώνεται ότι η εναγόμενη εταιρεία προς εξασφάλιση των ως άνω δανείων υποθήκευσε προς όφελος του ταμείου κτήμα με όλες τις λυόμενες κατοικίες και υποστατικά που είναι εγκατεστημένα σε αυτό. Έπραξε τούτο με την υποθήκη Υ115/80 (Α υποθήκη) προς εξασφάλιση του δανείου που παραχωρήθηκε με τη γραπτή συμφωνία ημερ. 29.1.1980, ενώ ενέγραψε προς όφελος των εναγόντων την υποθήκη με αρ. Υ1251/80 (Β υποθήκη) επί του ως άνω ακινήτου προς εξασφάλιση του δανείου που παραχωρήθηκε με τη συμφωνία ημερ. 20.12.1980. Ενόψει καθυστέρησης εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας στην πληρωμή των οφειλομένων δόσεων και/ή των οφειλομένων τόκων δυνάμει των ως άνω συμφωνιών, μετά από αίτημα της εναγομένης εταιρείας επιτεύχθηκε νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για ενοποίηση των ως άνω δανείων, ως καταγράφεται στην επιστολή ημερ. 19.3.1997, την οποία υπέγραψε η εναγομένη κατά ή περί τις 28.3.1997. Σύμφωνα με αυτή, το συνολικό οφειλόμενο ποσό από την εναγόμενη εταιρεία κατά την 29.10.1996 ανερχόταν σε Λ.Κ.298.465, ποσό που η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε να καταβάλει με επιτόκιο 8% ετησίως σε επτά ετήσιες δόσεις εκ Λ.Κ.57.326,89 σεντ η κάθε δόση. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 29.10.1997 ενώ η τελευταία την 29.10.2003. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε οφειλόμενης δόσης η εναγόμενη εταιρεία όφειλε να πληρώνει τόκο υπερημερίας προς 9% ετησίως. Οι όροι των προηγούμενων συμφωνιών δανειοδότησης της εναγομένης, ήτοι ημερ. 29.1.1980 και ημερ. 20.12.1980, θα ίσχυαν και για τη νέα συμφωνία ενοποίησης και θα ερμηνεύονταν ως αναπόσπαστο μέρος της νέας συμφωνίας, περιλαμβανομένων και των δύο υποθηκών που πιο πάνω αναφέρονται. Η εναγόμενη κατέβαλε τις τέσσερις πρώτες δόσεις δυνάμει της νέας, αμέσως πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας, πλην όμως παραλείπει να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, που συμποσούμενο (υπόλοιπες οφειλόμενες δόσεις και τόκοι υπερημερίας μέχρι 31.12.2006) ανέρχεται σε Λ.Κ.236.565,30 σεντ, πλέον τόκους υπερημερίας προς 9% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.171.980,67 σεντ που αποτελεί τις καθυστερημένες δόσεις, από την 1.1.2007 μέχρι εξόφλησης. Οι ενάγοντες, προτάσσεται τέλος, κατ' επανάληψη με επιστολές προς την εναγομένη και τους δικηγόρους της κάλεσαν την τελευταία να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά, πλην όμως η εναγόμενη εταιρεία αρνείται ή/και παραλείπει μέχρι σήμερα να πράξει τούτο. Η εναγόμενη εταιρεία με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της προβάλλει ως προδικαστική ένσταση ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και/ή ο τελευταίος δεν νομιμοποιείται να ενεργεί σαν δικηγόρος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Πέραν του γεγονότος ότι σε κάποιο στάδιο συμφώνησαν με τους ενάγοντες όπως τους δανείσουν κάποια ποσά χρημάτων, προσφέροντας προς τούτο εξασφάλιση στους ενάγοντες, αρνούνται ουσιαστικά την απαίτηση των εναγόντων, επιζητώντας την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των τελευταίων και ανταπαιτούν την έκδοση απόφασης προς όφελος τους για το ποσό των €36.245,88 σεντ. Προτάσσουν ότι τα ποσά τα οποία δανείστηκαν από τους ενάγοντες αποπληρώθηκαν πλήρως και ότι εκ παραδρομής κατέβαλαν στους ενάγοντες το ως άνω ποσό των €36.245,88 σεντ, το οποίο οι ενάγοντες καρπώθηκαν άνευ ανταλλάγματος και/ή αντιπαροχής, καθιστάμενοι αδικαιολόγητα πλουσιότεροι για το συγκεκριμένο ποσό το οποίο οι εναγόμενοι ανταπαιτούν. Στη βάση του συνολικού ποσού του €1.179.006,30 σεντ που ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν προς τους ενάγοντες, σε συνδυασμό με το λανθασμένο τρόπο που οι τελευταίοι υπολόγιζαν τον τόκο επί του εκάστοτε υπολοίπου οφειλόμενου ποσού κατά την περίοδο 1980-1996, αποτελεί θέση τους ότι το πιο πάνω ποσό των €36.245,88 σεντ κατεβλήθη πέραν από το συνολικό ποσό που δανείστηκαν πλέον τόκους. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της εναγομένης, όπως τροποποιήθηκε με την άδεια του Δικαστηρίου, πέραν του γεγονότος ότι εμμένουν στην ορθότητα των ισχυρισμών τους όπως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαιτήσεως τους, απορρίπτοντας τις προβαλλόμενες θέσεις της εναγομένης εταιρείας, καλούν ταυτόχρονα το Δικαστήριο να απορρίψει την ανταπαίτηση ως νόμο και ουσία αβάσιμη. Προβάλλεται περαιτέρω ισχυρισμός ότι η εναγόμενη εταιρεία εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι ο υπολογισμός του τόκου κατά την περίοδο 1980-1996 ήταν λανθασμένος, προτάσσοντας τη θέση ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 28.3.1997 η εναγόμενη αποδέχθηκε το οφειλόμενο προς τους ενάγοντες ποσό, πληρώνοντας μάλιστα μεταγενέστερα τέσσερις δόσεις έναντι αυτού, κατά τρόπο που εμποδίζεται σήμερα να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αυτό ήταν λανθασμένο. Η εναγομένη εταιρεία με την απάντηση της στην υπεράσπιση των εναγόντων στην ανταπαίτηση της, αφού διακηρύσσει ότι τα αληθή γεγονότα είναι όπως αυτά εγείρονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της, προβάλλει τη θέση ότι οι όποιες πληρωμές έγιναν από την πλευρά της, μεταγενέστερα της συμφωνίας ημερ. 28.3.1997, έγιναν χωρίς βλάβη των δικαιωμάτων της εναγομένης και/ή εκ λάθους και/ή χωρίς γνώση από την τελευταία ουσιωδών δεδομένων και/ή προς ικανοποίηση της υποχρέωσης τους να μειώσουν την ενδεχόμενη ζημιά τους και/ή κατόπιν παραπλάνησης από τους ενάγοντες και/ή αθέμιτων πιέσεων των εναγόντων επί της εναγομένης λόγω των επικρατούντων οικονομικών συσχετισμών μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν τον ισχυρισμό του «εμποδισμού» (estoppel) και/ή δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν αυτόν τον ισχυρισμό σε αυτό το στάδιο. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν στο Δικαστήριο έγγραφο που κατάρτισαν, (Έγγραφο Ω) στο οποίο καταγραφόταν παραδεκτά από τις δύο πλευρές γεγονότα, καλώντας το Δικαστήριο να τα διακηρύξει ως τέτοια για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Με την έγκριση του Δικαστηρίου τα γεγονότα και στοιχεία που καταγράφονταν στο ως άνω Έγγραφο Ω κηρύχτηκαν ως παραδεκτά γεγονότα για σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα: «1. Ο ενάγων είναι εγγεγραμμένο Ταμείο Προνοίας με βάση τον Περί Ταμείου Προνοίας Νόμο του 1981 του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού (προηγουμένως είχε την ονομασία Ταμείο Προνοίας των Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών και το οποίο στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε Ταμείο Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού) που από τώρα και στο εξής καλούμενης το «Ταμείο». 2. Η εναγόμενη εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη στην Κύπρο με βάση το ΚΕΦ. 113. Είχε αρχική ονομασία Cosmopolitan Properties Limited, μετά άλλαξε όνομα σε Faros Village Hotels Limited και στη συνέχεια άλλαξε και πάλιν όνομα σε J.K. Vavlitis (Hotels & Leisure) Limited «Η εναγόμενη». 3. Υπογράφηκε γραπτή συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/1/1980 μεταξύ του Γενικού Λογιστή της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου και της εναγόμενης αφ΄ ετέρου, με βάση την οποίαν το Ταμείο συμφώνησε να παραχωρήσει και παραχώρησε στην εναγόμενη δάνειο εκατόν πενήντα χιλιάδων λιρών (£150.000) για την αγορά χώρου στο Κίτι Μπητς και 29 λυομένων κατοικιών για την ίδρυση Τουριστικού Συγκροτήματος. Οι όροι του δανείου περιέχονται στην συμφωνία. 4. Προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου η εναγόμενη δυνάμει των όρων της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 29/1/1980, υποθήκευσε με πρώτη υποθήκη (15/54) αρ. Υποθήκης Υ115/80 το πιο κάτω αναφερόμενο ακίνητο κτήμα με όλες τις λυόμενες κατοικίες και άλλα υποστατικά που είναι εγκατεστημένα σ΄ αυτό προς όφελος του Ταμείου: (α) Είδος ακινήτου 14 στρέμματα Αρ. Εγγραφής: 4083 ημερομηνίας 8/2/78 Φύλλο/Σχέδιο: L47 Αρ. Τεμαχίου: 123/2, 124/1 Χωριό: Περβόλια Λάρνακος 5. Υπογράφηκε γραπτή συμφωνία δανείου ημερομηνίας 20/12/1980 μεταξύ του Γενικού Λογιστή της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου και της εναγόμενης αφ΄ ετέρου, το Ταμείο συμφώνησε να παραχωρήσει και παραχώρησε στην εναγόμενη δάνειο εκατόν είκοσι χιλιάδων λιρών £120.000 για την ίδρυση Τουριστικού Συγκροτήματος στο Κίτι Μπητς. Οι όροι του δανείου περιέχονται στην συμφωνία. 6. Προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου, η εναγόμενη δυνάμει των όρων της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 20/12/1980 ανέλαβε την υποχρέωση να υποθηκεύσει και υποθήκευσε με δεύτερη υποθήκη αρ. 1251/80 για ποσό £65.000 - επί του 15/54 £40.000 - επί του 18/54 £15.000 επί του 3/54 το πιο κάτω αναφερόμενο ακίνητο κτήματα με όλες τις λυόμενες κατοικίες και άλλα υποστατικά που είναι εγκατεστημένα σ΄ αυτό προς όφελος του Ταμείου: (α) Είδος ακινήτου: Χωράφι 14 στρέμματα Αρ. Εγγραφής: 4083 ημερομηνίας 8/2/78 Φύλλο/Σχέδιο: L47 Αρ. Τεμαχίου: 123/2, 124/1 Χωριό: Περβόλια Λάρνακος Την 28/3/1997 επιτεύχθηκε νέα συμφωνία μεταξύ του Ταμείου και της εναγόμενης για ενοποίηση των πιο πάνω αναφερομένων δύο δανείων υπό τους όρους οι οποίοι αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 19/3/1997. 8. Η εναγόμενη κατέβαλε συνολικά στους Ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά: (
- i)Δάνειο ΛΚ150.000- Πληρώθηκε μέχρι την 28/3/1997 ποσό Ευρώ 417.551,06 (ΛΚ244.381,78)- (
- ii)Δάνειο ΛΚ120.000- Πληρώθηκε μέχρι την 28/3/1997 ποσό Ευρώ 368.405,60 (ΛΚ215.618,22) (iii) Δάνειο ΛΚ298.465- Πληρώθηκε από την 29/3/1997 μέχρι την 30/10/2000 ποσό Ευρώ 393.049,63 (ΛΚ230.041,73)» Πέραν από τα πιο πάνω, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιστολή η οποία να αναφέρει ρητά ότι οι συμφωνίες ή η συμφωνία τερματίζεται, με την πλευρά των εναγόντων να διατηρεί τη θέση ότι το περιεχόμενο επιστολών που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου τυγχάνει αυτής της ερμηνείας. Ταυτόχρονα, έθεσαν εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου δεκαπέντε
(15)έγγραφα, (Τεκμήριο Ψ), δηλώνοντας ότι επτά
(7)από αυτά, τα οποία προσδιόρισαν, τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στην παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των διαφόρων χρεοπιστώσεων που εγίνοντο στη βάση των ως άνω συμφωνιών δανείου, σε μια προσπάθεια να καταδείξουν, όπως διευκρινίστηκε στο Δικαστήριο, την ορθότητα της μεθοδολογίας που η κάθε πλευρά ακολούθησε καταλήγοντας στο δικό της αποτέλεσμα. Διευκρίνισαν ταυτόχρονα ότι δεν αμφισβητείται η ορθότητα των αριθμών που η κάθε πλευρά χρησιμοποίησε παρά μόνο η μεθοδολογία που η κάθε πλευρά ακολούθησε. Για την πλευρά των εναγόντων κλήθηκε και προσέφερε τη μαρτυρία του ο Λούης Δρουσιώτης, πρώτος λογιστής στο Γενικό Λογιστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιφορτισμένος όπως εξήγησε, μεταξύ άλλων, με την παρακολούθηση των εισπρακτέων των εναγόντων. Ο μάρτυρας αφού αναφέρθηκε στις συμφωνίες δανείου ημερ. 20.12.1980 και 29.1.1980 οι οποίες συνήφθηκαν μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης, (Τεκμήρια Ψ11 και Ψ10 αντίστοιχα) των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητείται, υπέδειξε παραπέμποντας στους όρους τους ότι στα πλαίσια της συμφωνίας δανείου ημερ. 29.1.1980 η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να αποπληρώσει το οφειλόμενο κεφάλαιο και τόκους επ΄ αυτού προς 7% ετησίως με δέκα ετήσιες δόσεις εκ Λ.Κ.21.346,62 μίλς, της πρώτης δόσης πληρωτέας ένα χρόνο από την ημερομηνία υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας, ενώ οι επόμενες δόσεις θα ήταν πληρωτέες κατά την αντίστοιχη ημερομηνία ενός εκάστου των εννέα αμέσως επόμενων ετών. Κάθε τέτοια δόση θα ήταν πληρωτέα κατά την καθορισμένη ημερομηνία, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει αξίωση προς τούτο. Μαζί με την τοκοχρεωλυτική δόση η εναγόμενη εταιρεία θα έπρεπε να καταβάλλει τόκο προς 7% επί των εκάστοτε απολήψεων ενώ επιπρόσθετα θα όφειλε να καταβάλλει τόκο προς 9% ετησίως σε κάθε ποσό που τελούσε σε υπερημερία και/ή καθυστερείτο η πληρωμή του. Κατά τον ίδιο τρόπο σε σχέση με τη δεύτερη σύμβαση δανείου, ημερ. 20.12.1980, η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση όπως αποπληρώσει στους ενάγοντες το οφειλόμενο κεφάλαιο και τους οφειλόμενους τόκους επ' αυτού από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας προς 9% ετησίως, με δέκα ετήσιες ίσες δόσεις εκ Λ.Κ.18.698.411 μίλς, της πρώτης δόσης πληρωτέας ένα χρόνο μετά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και των επόμενων δόσεων πληρωτέων κατά την αντίστοιχη ημερομηνία ενός εκάστου των εννέα αμέσως επόμενων ετών. Κάθε δόση θα ήταν πληρωτέα χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει αξίωση προς τούτο. Η εναγόμενη εταιρεία όφειλε να καταβάλλει τόκο προς 9% επί των εκάστοτε απολήψεων, ενώ επιπρόσθετα όφειλε να καταβάλλει τόκο προς 9% ετησίως πάνω σε κάθε ποσό που τελεί σε υπερημερία και/ή καθυστερεί η πληρωμή του. Ο μάρτυρας ετοίμασε πίνακες (Τεκμήρια Χ1 και Χ2) στους οποίους παρατίθενται οι συμφωνημένες δόσεις, οι ημερομηνίες που θα έπρεπε αυτές να είχαν καταβληθεί και το εκάστοτε υπόλοιπο ποσό ως θα ήταν με βάση το πρόγραμμα αποπληρωμής. Ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη εταιρεία και στις δύο περιπτώσεις δεν ήταν συνεπής στην αποπληρωμή των δύο δανείων, η εκάστοτε καθυστερημένη δόση με βάση τη σχετική πρόνοια που περιέχεται στις συμφωνίες, επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας 9%. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, παραπέμποντας στις χρεοπιστώσεις που εμφανίζονται στα Τεκμήρια Χ1 και Χ2, για το δάνειο ύψους Λ.Κ.150.000 η εναγόμενη δεν κατέβαλε οποιαδήποτε δόση για τα πέντε πρώτα έτη ενώ για το δάνειο των Λ.Κ.120.000 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για έξι χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε, το ποσό του τόκου υπερημερίας δεν κεφαλαιοποιείτο ούτε ανατοκιζόταν ενώ τα όποια ποσά κατέβαλλε η εναγόμενη εταιρεία λογιζόταν πρώτα έναντι του συσσωρευμένου τόκου υπερημερίας, στη συνέχεια έναντι του τόκου και τέλος έναντι του κεφαλαίου, κατά σειρά προτεραιότητας. Με δεδομένο, υποστήριξε ο μάρτυρας, ότι και οι δύο συμφωνίες προβλέπουν τη χρέωση τόκου υπερημερίας πάνω σε οποιοδήποτε καθυστερημένο ποσό στην περίπτωση που μία δόση δεν αποπληρωθεί στην ημερομηνία που απαιτείται, από την επόμενη μέρα το ποσό της δόσης που έχει καταστεί απαιτητό και καθυστερημένο χρεώνεται με το επιτόκιο υπερημερίας. Το μέρος του καθυστερημένου κεφαλαίου χρεώνεται με το επιτόκιο υπερημερίας ενώ το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο χρεώνεται με το κανονικό επιτόκιο. Εξηγώντας τις καταστάσεις λογαριασμού και χρεοπιστώσεων των δανείων που ετοίμασε (Τεκμήρια Χ1, Χ2 και Χ3) εξήγησε μεταξύ άλλων ότι σε αυτές παρουσιάζεται ξεχωριστά το καθυστερημένο κεφάλαιο, ο καθυστερημένος τόκος, ο τόκος υπερημερίας, το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο, οι δεδουλευμένοι τόκοι ως επίσης η συνολική οφειλή που αποτελείται από το άθροισμα όλων των πιο πάνω. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι η εναγόμενη μέχρι και το 2002, ουδέποτε αμφισβήτησε ούτε τον τρόπο αποπληρωμής ούτε και το εκάστοτε υπόλοιπο των δανείων. Παρουσίαζε μάλιστα τα εκάστοτε υπόλοιπα των δανείων της και στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της, παραπέμποντας το Δικαστήριο στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης για το οικονομικό έτος 1992 (Τεκμήριο Ψ9). Ήταν πάντα πλήρως ενήμεροι για το συνολικό υπόλοιπο των δύο δανείων που συνήψαν ενώ με δική τους αίτηση συνήφθηκε άλλη συμφωνία που καταγράφεται στην επιστολή ημερ. 19.3.
- Με αυτή ουσιαστικά ενοποιήθηκαν τα ποσά των δύο προηγούμενων δανείων. Πέραν του γεγονότος ότι ούτε τότε αλλά ούτε και μεταγενέστερα, μέχρι και το 2002, η εναγόμενη αμφισβήτησε το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό ή τον τρόπο υπολογισμού του, προχώρησε και στην καταβολή των τεσσάρων πρώτων ετήσιων δόσεων του νέου, ενοποιημένου της δανείου. Προβαίνοντας τέλος σε ανάλογες μαθηματικές πράξεις, συναθροίζοντας τις καθυστερημένες δόσεις του νέου δανείου και τους τόκους υπερημερίας, υποστήριξε ότι το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό την 31.12.2006 ανερχόταν σε Λ.Κ.236.565,30 σεντ. Επί του εν λόγω ποσού, υποστηρίζει, θα πρέπει να επιδικαστεί τόκος 9% ως οι πρόνοιες του δανείου. Ο Αναστάσης Γιασεμίδης, εγκεκριμένος ελεγκτής στον ελεγκτικό οίκο K.P.M.G, αποτέλεσε τον μάρτυρα ο οποίος κλήθηκε για την πλευρά της εναγομένης εταιρείας. Αναφερόμενος στις συμφωνίες δανείου ημερ. 29.1.1980 και 20.12.1980 που συνήφθησαν μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης εταιρείας, υπέδειξε ότι ενώ οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγομένους δυνάμει των ως άνω συμφωνιών το συνολικό ποσό των Λ.Κ.270.000, οι τελευταίοι κατέβαλαν συνολικά το ποσό των Λ.Κ.690.041, ήτοι Λ.Κ.150.041 πέραν του διπλάσιου ποσού του αρχικού κεφαλαίου. Ως οι πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου Ν.2/1977, της νομοθεσίας δηλαδή που σύμφωνα με τη νομική πληροφόρηση που είχε η εναγόμενη ίσχυε κατά την περίοδο αναφοράς του δανείου, το συνολικό ποσό των οποιωνδήποτε χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων του κανονικού τόκου, δεν θα μπορούσε να ξεπερνά το 9% κατ΄ έτος. Ως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, υπέδειξε ο μάρτυρας, ο τόκος υπολογίζεται και καθίσταται πληρωτέος εξαμηνιαία ήτοι στις 30.6ου και 31.12ου κάθε έτους. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου όλες οι πληρωμές είναι έναντι του κεφαλαίου και όχι των τόκων. Συνακόλουθα, στις 30.6ου κάθε έτους αφού μειωθεί το κεφάλαιο, αποτέλεσμα των πληρωμών, ο πληρωτέος τόκος θα πρέπει να υπολογίζεται πάνω στο μειωμένο υπόλοιπο του κεφαλαίου. Με βάση δε το νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι την 1.1.2001, ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος του 1999, το ποσό του τόκου δεν μπορούσε να τοκίζεται και πάλι αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να χρεωθεί τόκος πέραν από το ανώτατο όριο 9%. Μόνο μετά την 1.1.2001 επιτρέπεται ο ανατοκισμός και οι τόκοι που καθίστανται πληρωτέοι ενσωματώνονται δύο φορές τον χρόνο στο κεφάλαιο. Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι μέχρι το 2000 δεν μπορούσε να χρεωθεί οποιοδήποτε ποσό πέραν του 9% του αρχικού κεφαλαίου, ο μάρτυρας προβαίνοντας σε υπολογισμούς που καταγράφονται στο παράρτημα Α που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τη μέρα σύναψης των αρχικών δανείων μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου του 2011, υπέδειξε ότι το ποσό που θα πρέπει να επιστραφεί στην εταιρεία την 30.9.2011 ανέρχεται σε €550.
- Περαιτέρω, με δεδομένη τη δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας επί του απαιτούμενου ποσού του κεφαλαίου και όχι του χρωστούμενου τόκου, οι συνολικές καταβολές έναντι του δανείου μειώνουν το συνολικό ποσό σε καθυστέρηση, κατά τον τρόπο που παρατίθεται στο παράρτημα Β της γραπτής δήλωσης του, (Έγγραφο Ψ) έτσι ώστε θα πρέπει να επιστραφεί στην εναγομένη εταιρεία μέχρι την 30.9.2011 το συνολικό ποσό των €67.
- Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις τελικές εισηγήσεις τους τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν τις αξιώσεις τους, αφού δεν τερμάτισαν προηγουμένως τη συμφωνία τους με την εναγόμενη εταιρεία την οποία ισχυρίζονται ότι η τελευταία παραβίασε. Παραπέμποντας σε νομολογία και επικαλούμενος πρόνοιες σχετικής με τα ζητήματα που απασχολούν νομοθεσίας, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τα αξιούμενα ποσά, αφού αυτά προκύπτουν κατόπιν υπολογισμού των τόκων με βάση τον Ν.160(Ι)/1999 ο οποίος δεν τυγχάνει εφαρμογής στις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, καθ΄ ην έκταση αυτές είναι προγενέστερες της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του. Εν πάση περιπτώσει, πρόσθεσε και αν ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πρόνοιες του Ν.160(Ι)/1999, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τις πρόνοιες του εν λόγω νομοθετήματος σε σχέση με τα στοιχεία που όφειλαν να δίδονται προς τους εναγομένους σχετικά με τη χρέωση των τόκων και πάλι δεν νομιμοποιούνται να αξιούν τα αιτούμενα διά της αγωγής ποσά. Αποτέλεσε καταληκτική τοποθέτηση του ότι ο νόμος ο οποίος διέπει τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων είναι ο περί Τόκου Νόμος, Ν.2/1977και ότι οι εναγόμενοι εκ λάθους κατέβαλαν στους ενάγοντες περισσότερα από τα οφειλόμενα ποσά, κατά τρόπο που οι ενάγοντες οφείλουν να επιστρέψουν τα διεκδικούμενα ανταπαιτητικώς από την εναγόμενη εταιρεία ποσά, ως εκ λάθους καταβληθέντα. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την πλευρά των εναγόντων. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, υπέδειξε, η εναγόμενη εταιρεία ζήτησε ενοποίηση και αναπροσαρμογή των δόσεων αποπληρωμής προγενέστερων δανείων της, με αποτέλεσμα με βάση το Τεκμήριο Ψ12 να συναφθεί νέα συμφωνία, στα πλαίσια της οποίας η εναγόμενη εταιρεία συμφωνώντας τα ποσά που αναφέρονται σε αυτή, αποδέχθηκε την πληρωμή τους με συγκεκριμένο τρόπο. Πέραν του γεγονότος ότι η πλευρά των εναγόντων δεν αποδέχεται ότι υπήρχε οποιοδήποτε λάθος στον υπολογισμό των οφειλόμενων ποσών των αρχικών δανείων, υποδεικνύει ότι την ορθότητα του οφειλόμενου ποσού αναγνώρισε και αποδέχθηκε η εναγόμενη κατά την 28.3.
- Παραπέμποντας σε σχετικό άρθρο του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, υποστήριξε ότι μία συμφωνία δεν είναι ακυρώσιμη επειδή ένα από τα μέρη τελούσε σε πλάνη περί τα πράγματα. Η εναγόμενη, υπέδειξε ο συνήγορος, ζήτησε να γίνει νέο δάνειο προφανώς για δική της διευκόλυνση. Υπογράφοντας τη νέα συμφωνία αποδέχθηκε τα οφειλόμενα ποσά, κάτι που επιμαρτυρούν όχι μόνο η υπογραφή της αλλά και η πληρωμή τεσσάρων δόσεων με βάση τη νέα αυτή συμφωνία. Σε αυτό το στάδιο, προτάσσει, προκύπτει ξεκάθαρα κώλυμα - εμπόδιο (estoppel) για την πλευρά της, κατά τρόπο που το Δικαστήριο δεν πρέπει καν να υπεισέλθει στους ισχυρισμούς περί λανθασμένων και παράνομων υπολογισμών τόκου. Η εναγόμενη εταιρεία σημείωσε, ακόμη και στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της αναγνώριζε τα υπόλοιπα και οφειλόμενα ποσά των δανείων της από τους ενάγοντες. Δεν είναι δυνατό, υποστήριξε, μετά την πάροδο δεκαετιών να επικαλείται ότι το ποσό που προήλθε από την ενοποίηση παλαιότερων δανείων, το οποίο η ίδια η εναγόμενη έχει αναγνωρίσει αποδεχόμενη ότι αποτελεί το κεφάλαιο του νέου δανείου της, ήταν λανθασμένο. Η αναγνώριση των υπολοίπων των δανείων με νέα έγγραφη συμφωνία, την οποία η εναγόμενη όχι μόνο υπέγραψε αλλά εφάρμοσε επί σειρά ετών, εμποδίζει την τελευταία στην προώθηση της πιο πάνω θέσης. Με την υπογραφή της επιστολής ημερ. 19.3.1997, υποστήριξε, η πλευρά της εναγόμενης ρητά και χωρίς επιφύλαξη παραιτήθηκε από οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμα είχε να διεκδικήσει οποιοδήποτε ποσό ως υπερπληρωμή ή ως αποτέλεσμα λανθασμένου υπολογισμού. Οι ενάγοντες άλλωστε, με την υπογραφή της νέας συμφωνίας, όχι μόνο δεν εφάρμοσαν τα δικαιώματα τους που προέκυπταν από την παράβαση των όρων των δύο αρχικών συμφωνιών αλλά παρέτειναν και την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κατέληξε, δεν αποτελούσε νομική ή συμβατική υποχρέωση η αποστολή εκ μέρους των εναγόντων επιστολής τερματισμού πριν την καταχώρηση της αγωγής. Αντίθετα, στα πλαίσια των συμφωνιών που αποτέλεσαν τη βάση για τη συνομολόγηση της τρίτης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, όχι μόνο δεν υπήρχε απαίτηση για τερματισμό της συμφωνίας ως προαπαιτούμενο για την υποβολή της απαίτησης των εναγόντων, αλλά υπήρχε ρητή πρόνοια ότι με την παράλειψη καταβολής μιας δόσης εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας, ολόκληρο το ποσό θα καθίστατο απαιτητό. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει παρακολουθήσει την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία ως επίσης τα παραδεκτά γεγονότα σε συνδυασμό με τις δηλώσεις και αναφορές των συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίες, είτε αποτέλεσαν κοινό τόπο είτε δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε. Το Δικαστήριο έχει επίσης με προσοχή σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας θα γίνεται ειδικότερη αναφορά σε αυτές. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικά ζητήματα που εγείρονται προς συζήτηση και/ή δικαστική επίλυση στα πλαίσια της παρούσας, ευθύς εξαρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα απασχολήσει το ζήτημα της νομιμοποίησης του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να ενεργεί σαν δικηγόρος των εναγόντων προωθώντας για λογαριασμό τους την παρούσα αγωγή, όπως αυτό επιχειρήθηκε να εγερθεί προδικαστικά από την πλευρά των εναγομένων. Πέραν του γεγονότος ότι το ζήτημα δεν απασχόλησε καν την πλευρά των εναγομένων, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα προς υποστήριξη της ως άνω θέσης. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, η μαρτυρία της πλευράς των εναγομένων, στοχευμένα περιορίστηκε να πείσει το Δικαστήριο για το λανθασμένο της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε από την πλευρά των εναγόντων για τον υπολογισμό των ποσών που κατά τους ισχυρισμούς των τελευταίων η εναγόμενη εταιρεία τους οφείλει και κατ' επέκταση, για την ορθότητα της δικής της μεθοδολογίας υπολογισμού, αποτέλεσμα του οποίου είναι η διεκδίκηση από την πλευρά της, αναπαιστικώς, συγκεκριμένου ποσού χρημάτων. Ως διευκρινίστηκε από τον μάρτυρα της πλευράς της εναγομένης, ο τελευταίος κατά τους υπολογισμούς του για τον προσδιορισμό του ποσού που κατάληξε να εισηγηθεί ότι δικαιούται ανταπαιτητικά η εναγόμενη εταιρεία, δεν έλαβε υπόψη τη νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερ. 28.3.
- Οι όποιοι υπολογισμοί έγιναν από την πλευρά του, θεώρησαν ως δεδομένη την συνέχιση της ισχύος των δύο συμφωνιών δανειοδότησης της εναγομένης ημερ. 29.1.1980 και 20.12.
- Ό,τι κατά προτεραιότητα απασχολεί το Δικαστήριο, είναι η σημασία για την παρούσα υπό συζήτηση περίπτωση, της υπογραφής μεταξύ των διαδίκων της ως άνω νέας συμφωνίας (όπως οι δύο πλευρές την χαρακτήρισαν με τα παραδεκτά γεγονότα) ημερ. 28.3.1997, οι πρόνοιες της οποίας όσον αφορά την αποπληρωμή του ποσού που σε αυτήν δηλώνεται και αναγνωρίζεται ως οφειλόμενο, φαίνεται να ακολουθήθηκαν για ένα διάστημα τεσσάρων ετών. Είναι καλά καθιερωμένο ότι η αναγνώριση ενός χρέους μπορεί να θεωρηθεί ότι ουσιαστικά συγκροτεί παραδεδεγμένο λογαριασμό, δυνάμενο να αποτελέσει τη βάση για δικαστική διεκδίκηση. Τούτο, ακόμα και όπου το αρχικό συμβόλαιο για το οποίο έγινε η αναγνώριση του χρέους δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δικαστική διεκδίκηση. Όπως υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Halsbury΄s Laws of England, 4th edition, (reissue) Vol. 28, παρα. 828, υπό τον τίτλο «Statute barred debts within an account» ότι: «An acknowledgment constituting an account stated may in certain cases be sued upon even though the original contract in respect of which the acknowledgment is made is incapable of being sued upon as being statute-barred by limitation.» Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Ρέϊνμποου Πλητσιηγκ και Νταιγκ Κο. Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610 στη σελίδα 615 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Σε σχέση με την έννοια του όρου παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός βλ. επίσης Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 661 και Ηρακλής Μιχαηλίδης ν. Φάνος Επιφανίου Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 494 και Halsbury΄s Laws of England, 4th edition, (reissue) Vol. 9[1], παραγρ. 1049 κ.ε.). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στις 28.3.1997 επιτεύχθηκε νέα συμφωνία μεταξύ του ταμείου και της εναγομένης για ενοποίηση των δύο δανείων που αρχικά παραχωρήθηκαν με τις συμφωνίες 29.1.1980 και 20.12.
- Ενοποίηση μάλιστα που έγινε σύμφωνα με τους όρους που καταγράφονται στην επιστολή ημερ. 19.3.1997 (Τεκμήριο Ψ12). Σύμφωνα με τους όρους της ως άνω επιστολής ημερ. 19.3.1997, πέραν από την ενοποίηση για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τις πιο πάνω συμφωνίες δανειοδότησης έγινε και αναπροσαρμογή των δόσεων, κατά τρόπο που το υπόλοιπο δανείου όπως αυτό επιβεβαιώθηκε και συμφωνήθηκε ότι παρουσιαζόταν στις 29.10.1996, ήτοι για το ποσό των Λ.Κ.298.465, αποπληρωθεί με επιτόκιο 8% σε επτά ίσες ετήσιες δόσεις από Λ.Κ.57.326,89 η κάθε μία, της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 29.10.1997 ενώ η τελευταία κατά την 29.10.
- Την ορθότητα του ως άνω υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού που συμφωνήθηκε στις 28.3.1997, ουδέποτε αμφισβήτησε η πλευρά της εναγομένης. Ούτε καν πριν συνομολογηθεί μεταξύ των μερών η συμφωνία ημερ. 28.3.
- Παράλληλα, τα ποσά που όφειλε δυνάμει των δύο συμφωνιών δανεισμού της του 1980, παρουσιάζεται να αναγνώριζε και στα πλαίσια ελεγμένων οικονομικών της καταστάσεων, χωρίς ποτέ να την απασχολήσει το ζήτημα. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι για τέσσερα συνεχή χρόνια, η πλευρά της εναγομένης, ως η συμφωνία ημερ. 28.3.1997 των διαδίκων σε σχέση με το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό και τον τρόπο αποπληρωμής του, κατέβαλλε τις συμφωνηθείσες δόσεις προς αποπληρωμή της συμφωνηθείσας οφειλής της. Στα πλαίσια της υπόθεσης Connochie v. British Linen Bank
(1943)S.L.T. (Sh. Ct.) 27, που απασχόλησε τα Δικαστήρια της Σκωτίας, εκπρόσωποι μιας εταιρείας διεκδικούσαν από την τράπεζα ένα ποσό χρημάτων το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους παράνομα υπερχρεώθηκε ο λογαριασμός τους. Ανάμεσα στις υπερασπίσεις που η εναγόμενη τράπεζα προέταξε, ήταν και το γεγονός ότι η ορθότητα του λογαριασμού της εταιρείας αναγνωρίστηκε γραπτώς από την εταιρεία σε προγενέστερο χρόνο, κατά τρόπο που εμποδιζόταν (barred) να προσβάλει την ορθότητα των χρεώσεων του συγκεκριμένου λογαριασμού. Το Δικαστήριο, αφού εντόπισε το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της εταιρείας είχαν σε προγενέστερο χρόνο αποστείλει επιστολή με την οποία δήλωναν ότι είχαν εξετάσει τους λογαριασμούς της εταιρείας με την τράπεζα και ότι αναγνώριζαν την ορθότητά τους, παραπέμποντας σε αριθμό υποθέσεων που πραγματεύτηκαν παρόμοια ζητήματα, έκρινε πως καθ΄ ην έκταση η εταιρεία είχε στο παρελθόν αναγνωρίσει την ορθότητα του λογαριασμού, εμποδιζόταν σε μεταγενέστερο χρόνο να την αμφισβητήσει. Υπέδειξε παράλληλα πως με δεδομένη την αναγνώριση της ορθότητας του οφειλόμενου ποσού από την πλευρά της εταιρείας, δεν ήταν καν αναγκαίο να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ορθότητα ή μη της αμφισβητούμενης χρέωσης του λογαριασμού της εταιρείας. Έθεσε το ζήτημα ως εξής: «On consideration of the respective contentions of parties relative to the case, I am satisfied that the defenders΄ plea of bar is well founded, and that the pursuer is not entitled now to challenge the accuracy of the account as at 15th January 1938. There is not much direct authority to be found in the reported cases. As supporting the defenders΄ contention, I was however referred to a judgment by Lord Carmont in the unreported case of Dickson v. The Clydesdale Bank Ltd (18th December 1936), where the question at issue came up sharply for decision. From a typed copy of Lord Carmont΄s judgment it appears that in that case the pursuer sued the Clydesdale Bank in respect of two items which she alleged were wrongly debited to her in her bank account. She maintained that as regards one cheque it was a forgery, and as regards another that the name of the payee had been altered without the pursuer΄s authority. On behalf of the bank it was contended that as the pursuer had examined and approved of the bank΄s statement of her account, and granted a document under her hand to that effect, she was not entitled to reopen the matter by questioning the validity of the cheques in question. In sustaining the bank΄s contention, Lord Carmont gave the following decision: "In my opinion the pursuer is not entitled to go back on her formal approval of the defenders debiting her account with the £10 cheque even on the assumption that it contains a forgery of the pursuer΄s signature. The amount of the account was approved at a figure £10 less than she now says it should have been, but she has only herself to blame for not checking the figures properly before she signed the letter of acknowledgment of the amount."» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση η αποδοχή και επιβεβαίωση εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας του ύψους της οφειλής της δυνάμει των προγενέστερων δανείων και η επισφράγιση τούτου με νέα συμφωνία, μέσω της επιστολής ημερ. 19.3.1997, στα πλαίσια της οποίας καθορίστηκε όχι μόνο το επιτόκιο για το συγκεκριμένο ποσό αλλά και ο τρόπος αποπληρωμής του συμφωνηθέντος ποσού με συγκεκριμένες δόσεις, σε συνδυασμό, όχι μόνο με όσα ακολούθησαν της αναγνώρισης της συγκεκριμένης οφειλής από την πλευρά της εναγομένης, αλλά και όσα προηγήθηκαν της συμφωνίας των δύο πλευρών για το ζήτημα στις 28.3.1997, καθιστούν κατά την αντίληψη μου το ποσό που περιγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο Ψ12 παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό, υπό την έννοια ότι η πλευρά των εναγόντων η οποία τον επικαλείται δεν φαίνεται να είναι υποχρεωμένη να δικογραφήσει και να αποδείξει κάθε ένα από τα στοιχεία αυτού του λογαριασμού εμποδίζοντας την πλευρά της εναγομένης εταιρείας να επανέρχεται πίσω για σκοπούς συζήτησης της ορθότητας του συγκεκριμένου υπολοίπου που η ίδια συμφώνησε ότι κατά την 29.10.1996 οφειλόταν. Όπως υποδείχθηκε ανάμεσα σε άλλα στην ως άνω απόφαση των Δικαστηρίων της Σκωτίας, η εναγόμενη δεν μπορεί παρά να μέμφεται μόνο τον εαυτό της, εάν στο κατάλληλο στάδιο δεν ήλεγξε ικανοποιητικά το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό που παρουσιάζεται στην εν λόγω συμφωνία να συμφώνησε ότι οφείλει στους ενάγοντες. Το ζήτημα όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν εξαντλείται κατά την αντίληψη μου στα πιο πάνω. Με βάση τις αρχές της επιείκειας, δεν επιτρέπεται σε κάποιο διάδικο να επιμένει στην απόλαυση, ακόμη και νόμιμων δικαιωμάτων του τα οποία απορρέουν όχι μόνο από κάποιο συμβόλαιο αλλά και από τον ίδιο τον νόμο, όταν υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν μία υπόθεση και των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων αυτό θα απέληγε να ήταν άδικο, υπό την έννοια ότι θα παραβίαζε τις αρχές της επιείκειας. Βλέπε Hughes v. Metropolitan Railway Co. (1874-1880) A.E.R. σελ.187 και Central London Property Trust v. High Trees House Ltd
(1947)K.B. 130. Το πιο πάνω, το οποίο έχει σχηματοποιηθεί και γίνει γνωστό ευρύτερα ως το δόγμα του «estoppel» τυγχάνει ασφαλώς εφαρμογής και στην Κυπριακή έννομη τάξη. (Πραξιτέλη Βογαζιανού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 281/2006, ημερ. 18.2.2011). Στην Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1522 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με το κώλυμα: «Σύμφωνα με τον Nokes to Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 212). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή». (Χ" Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32). Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T.598). (
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd v. High Trees House Ltd
(1974)1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι η εναγόμενη εταιρεία κατά παράβαση των αρχικών συμφωνιών δανειοδότησης της, παρέλειψε να αποπληρώσει τα δάνεια σύμφωνα με τους όρους αυτών των συμφωνιών, καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες δόσεις στο συμφωνηθέντα χρόνο. Με δεδομένη την αδυναμία της εναγόμενης εταιρείας να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή των ως άνω δανείων, μετά από αίτημα της και αφού παρήλθαν αρκετά έτη από το χρονικό σημείο που στη βάση των δύο προηγούμενων συμφωνιών δανειοδότησης θα έπρεπε αυτά να είχαν εξοφληθεί, συνομολογήθηκε η νέα συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Στη βάση της νέας αυτής συμφωνίας, όχι μόνο επιβεβαιώθηκε και συμφωνήθηκε από την πλευρά της ότι το οφειλόμενο ποσό δυνάμει των δύο προηγούμενων δανειοδοτήσεων της ανερχόταν κατά την 29.10.1996 σε Λ.Κ.248.465, αλλά ταυτόχρονα έγινε και αναπροσαρμογή του ύψους των δόσεων, διαφοροποίηση του επιτοκίου και ασφαλώς του χρόνου καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων, αφού συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο ποσό θα εξοφλείτο τελικά με την καταβολή συγκεκριμένων δόσεων κατά την 29.10.
- Είναι παράλληλα σημαντικό να σημειωθεί ότι κατ΄ εφαρμογή ακριβώς της ως άνω νέας συμφωνίας ημερ. 28.3.1997 μεταξύ των μερών, η πλευρά της εναγομένης προέβη στην πληρωμή τεσσάρων δόσεων. Παρέμειναν προς καταβολή και πλήρη εξόφληση του συμφωνηθέντος ως οφειλόμενου υπόλοιπου ποσού της δανειοδότησης, οι τρεις ετήσιες δόσεις για τα έτη 2001, 2002 και
- Ομοίως, δεν διαλανθάνει της προσοχής ότι ουδέποτε προηγουμένως, κατά τη διάρκεια δεκαετιών που διήρκησε η συναλλακτική σχέση της εναγόμενης με τους ενάγοντες, η πρώτη αμφισβήτησε τα υπόλοιπα των δανείων της. Το γεγονός άλλωστε ότι η εναγόμενη εταιρεία αναγνώριζε, σε ανύποπτο χρόνο, ως ορθό τον τρόπο υπολογισμού των οφειλόμενων ποσών στους ενάγοντες δυνάμει των συμβάσεων δανειοδότησης, καταδεικνύεται και από τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης για το οικονομικό έτος του 1992 (Τεκμήριο Ψ9), όπου οι οφειλές προς τους ενάγοντες ενσωματώθηκαν κάτω από τον τίτλο «Μακροπρόθεσμα δάνεια». Οι οικονομικές αυτές καταστάσεις δε, ως αναφέρεται στο σώμα τους, ελέγχθηκαν από τους εγκεκριμένους λογιστές της εναγόμενης οι οποίοι διακήρυσσαν ότι αυτές δίδουν αληθινή και δίκαιη εικόνα της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης εταιρείας κατά τον εν λόγω χρόνο. Παρά το γεγονός, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Στυλιανού ν. Κλεοβούλου
(1982)1 CLR 542, ότι δεν χρειάζεται το πρόσωπο που βασίζεται στις παραστάσεις ή υποσχέσεις του άλλου να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά από το γεγονός ότι βασίστηκε σε τέτοιες υποδείξεις και παραστάσεις, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση, η πλευρά των εναγόντων αποδέχτηκε το αίτημα για ενοποίηση και αναπροσαρμογή των δόσεων με σοβαρή χρονική επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους και διαφοροποίηση του επιτοκίου, έχοντας προφανώς υπόψη ότι το οφειλόμενο ποσό δυνάμει των συμφωνιών δανειοδότησης του 1980 είχε αποκρυσταλλωθεί με τη νέα συμφωνία ημερ. 28.3.1997 και δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση. Γεγονός παραμένει επίσης ότι επί σειρά ετών η πλευρά της εναγομένης εταιρείας κατέβαλλε, ως η μεταξύ των μερών τρίτη συμφωνία, την εκ νέου συνομολογηθείσα δόση έναντι του ποσού που από μακρού χρόνου είχε συμφωνήσει ότι αποτελούσε το υπόλοιπο της οφειλής της. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη γενικότερη συμπεριφορά της εναγομένης εταιρείας, συνολικά θεωρούμενα, εμποδίζουν την εναγόμενη εταιρεία λόγω συμπεριφοράς να ανατρέξει πίσω από τη συμφωνία ημερ. 28.3.1997 ελέγχοντας την ορθότητα του ποσού που συνομολογήθηκε ως το υπόλοιπο της οφειλής της δυνάμει της δανειοδότησης που έτυχε από το 1980 από την πλευρά των εναγόντων. Είναι γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία, στα πλαίσια της απάντησης της στην υπεράσπιση των εναγόντων στην ανταπαίτηση της, επιχείρησε να δικαιολογήσει τις πληρωμές που προέβηκε στη βάση της συμφωνίας ημερ. 28.3.1997, αποδίδοντας τις στο γεγονός ότι αυτές έγιναν χωρίς τη γνώση ουσιωδών δεδομένων και/ή κατόπιν παραπλάνησης της από τους ενάγοντες και/ή αθέμιτων πιέσεων των τελευταίων επί της εναγομένης. Οι ως άνω δικογραφημένοι ισχυρισμοί, απογυμνωμένοι από οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχείο ικανά να πείσουν, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση για την ορθότητα τους, δεν μπορούν ασφαλώς να υιοθετηθούν από το Δικαστήριο. Παρέμειναν γενικοί και αόριστοι, μετέωροι και ανυποστήριχτοι ισχυρισμοί, και ως εκ τούτου έκθετοι σε απόρριψη. Ζήτημα για το οποίο επιχειρηματολόγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης προς απόρριψη της αγωγής, αποτέλεσε και το γεγονός ότι οι ενάγοντες προώθησαν την υπό συζήτηση αγωγή χωρίς προηγουμένως να τερματίσουν τη συμφωνία επί της οποίας βασίζεται η απαίτησης τους. Η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών στις 28.3.1997 καθορίζει ότι οι όροι των προγενέστερων συμφωνιών δανείου θα εξακολουθούν να ισχύουν. Οι εν λόγω συμφωνίες τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήρια Ψ10 και Ψ11). Δεν εντοπίζεται σε αυτές οποιοσδήποτε συμβατικός όρος περί αναγκαιότητας τερματισμού. Αντίθετα, και στις δύο συμφωνίες προβλέπεται πως αν η εναγόμενη εταιρεία καταστεί υπερήμερη «περί την πληρωμήν οιασδήποτε δόσεως ή δεδουλευμένων τόκων ή μέρους αυτών καθ΄ ον χρόνο καθίστανται πληρωτέα ή απομακρύνει οιανδήποτε εκ των κατοικιών ή άλλων υποστατικών το κεφάλαιο ή άπασαι αι οφειλόμεναι δόσεις μετά των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντων εισέτι τόκων καθίστανται πάραυτα πληρωτέα». Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1Β ΑΑΔ, 1465, απασχόλησε μεταξύ άλλων το ζήτημα του τερματισμού λογαριασμού και της παροχής ειδοποίησης πληρωμής. Επιβεβαιώθηκε ότι στην περίπτωση δανείου για προκαθορισμένο ποσό, πληρωτέου (on demand) - «σε πρώτη ζήτηση», μπορεί τούτο να αναζητηθεί άνευ εταίρου με αγωγή στο Δικαστήριο. Τούτο, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού, χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, όπου ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και συνακόλουθα αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής του λογαριασμού. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα στη σελ. 1472 του ως άνω τόμου: «Κατά την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η επιβολή αξίωσης για την καταβολή του χρέους προς τον πρωτοφειλέτη αποτελούσε προϋπόθεση προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Η θέση αυτή δε φαίνεται να υποστηρίζεται από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει. Στην Bradford Old Bank v. Sutctiffe γίνεται επιδοκιμαστικά παραπομπή στην In re Brown΄s Estate
(1893)2 Ch. 300 ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους άμα ζητηθεί (upon demand) δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος για την ανάκτηση του. Όπως αναφέρει ο Scrutton L.J. στην απόφασή του στην Bradford Old Bank v. Sutdiffe: "Even if the word "demand" is used in the case of a present debt, it is meaningless, and eχpress demand is not necessary, as in the case of a promissory note payable on demand: Norton v. Ellam,
(5)" Ανάλογη θέση υιοθετείται από τον Goff J. στην Thomas v. Notts Inc Football Club
(1972)1 All E.R. 1176. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: "... and it is well settled that in the case of a direct creditor-debtor relationship, as distinct from a surety, the provision that the money shall be payable on demand does not import the necessity of giving a demand before action." Ομοίως, στην υπόθεση Μακεδόνας ν. Ευάγγελου Λαζάρου κ.α.
(2005)1Β ΑΑΔ 1322, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα εκτός αν προηγουμένως απαιτηθεί πληρωμή. Στην εν λόγω περίπτωση η αγωγή στηριζόταν σε διεκδίκηση πληρωμής χρέους όπου ο ενάγοντας δάνεισε στον εναγόμενο 1, σε σχέση με το οποίο έλαβε γραμμάτιο συνήθους τύπου πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση, με την εγγύηση μεταξύ άλλου και της εναγομένης 2. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, στηριζόμενο σε νομολογία στην οποία παρέπεμψε, υπέδειξε ότι στην περίπτωση που πρόκειται περί απλού δανείου, σε ότι αφορά τουλάχιστον τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται καν απαίτηση πληρωμής. (βλ. επίσης Κώστας Καταφυγιώτης κ.α. ν. Χρυσόστομου Χρυσοστομή
(1997)1Γ ΑΑΔ, 1746 και Ioannou v. Hasan 3 CLR 30). Οι ενάγοντες στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν φαίνεται να είχαν οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση τερματισμού της σύμβασης. Όροι των δύο προγενέστερων συμβάσεων δανείου, οι οποίοι επιβιώνουν με τη νέα σύμβαση των μερών, προβλέπουν αντίθετα ότι παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή τόκου, καθιστά άμεσα απαιτητό ολόκληρο το ποσό των δανείων. Οι ενάγοντες εξάλλου, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, στο μεσοδιάστημα είχαν αποστείλει επιστολές προς την εναγόμενη με τις οποίες, είτε γνωστοποιούσαν το υπόλοιπο της οφειλής δυνάμει των συμβάσεων δανείου είτε αξίωναν την καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού που δάνεισαν στην τελευταία. (Τεκμήρια Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7) Η καθυστέρηση και η παράλειψη καταβολής του, καθιστούσε από μόνη της και άνευ εταίρου απαιτητά τα ποσά, με τη δρομολόγηση της αγωγής. Με δεδομένο ότι οι όποιοι υπολογισμοί εκ μέρους του μάρτυρα Γιασεμίδη, ο οποίος κλήθηκε για την πλευρά της εναγομένης εταιρείας, κάλυπταν την περίοδο από την αρχική παραχώρηση των δύο δανείων το 1980 μέχρι το 1996, χωρίς να λάβει υπόψη του, όπως ο ίδιος δήλωσε προς το Δικαστήριο, το γεγονός ότι μεσολάβησε η νέα συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ημερ. 28.3.1997, οι όποιοι υπολογισμοί του δεν προσφέρονται για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Αντίθετα, ο μάρτυρας Δρουσιώτης πέραν από την προσπάθεια του να υποστηρίξει την ορθότητα της μεθοδολογίας και των υπολογισμών του όσον αφορά τις χρεοπιστώσεις των αρχικών δανείων, προσπάθεια που για τους ίδιους λόγους δεν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από το Δικαστήριο, έθεσε περαιτέρω υπόψη του Δικαστηρίου και πειστικά εξήγησε κατάσταση λογαριασμού και πίνακα χρεοπιστώσεων, έχοντας ως αφετηρία τη νέα συμφωνία ενοποίησης των δύο δανείων, ημερ. 28.3.1997. (Τεκμήριο Χ3) Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η πλευρά της εναγομένης εταιρείας κατέβαλε, έστω και με πολύ μικρές αποκλίσεις ημερών από τις ημερομηνίες που καθορίζονταν στη συμφωνία, τις τέσσερις πρώτες δόσεις αποπληρωμής του συμφωνηθέντος ως υπόλοιπου ποσού δανείου με τη νέα συμφωνία ημερ. 28.3.1997. Γεγονός αναμφισβήτητο παραμένει επίσης ότι στις τρεις εναπομείνασες συμφωνηθείσες δόσεις αποπληρωμής της οφειλής της, περιλαμβάνεται και ο συμφωνηθείς τόκος. Ότι απασχολεί, είναι η δυνατότητα από την πλευρά των εναγόντων, επιπρόσθετα από τις ως άνω καθυστερημένες δόσεις, να διεκδικήσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση και τόκους υπερημερίας ύψους 9%. Ο τόκος υπερημερίας, ως τόκος που επιβάλλεται για σκοπούς αποζημίωσης του βλαφθέντος μέρους μίας σύμβασης, βάσιμα θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι διασυνδέεται και με τα άρθρα 73 και 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ρητά προβλέπεται άλλωστε στο άρθρο 74
(1)του εν λόγω νόμου ότι: «ρήτρα περί καταβολής αυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Στα πλαίσια της απόφασης που εξεδόθη στην υπόθεση Τρύφωνος Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 272/08 ημερ. 17.10.11, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ...» Ενώ πιο κάτω προστέθηκε: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Σε σχέση με την έννοια της ποινικής ρήτρας και τα αποτελέσματα της, τις αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται και τους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται ζήτημα πρόσθεσης ή μη τόκων υπερημερίας, βλ. επίσης Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 AAΔ 500 και Ανόρθωσης ν. Απόλλων
(2002)1 ΑΑΔ 518). Στην υπόθεση Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 All E.R. 156, αφού γίνεται μία εκτενής αναφορά σε αγγλική νομολογία για το ζήτημα αλλά και σε νομολογία άλλων χωρών του Κοινοδικαίου και στον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η επιδίκαση τόκου υπερημερίας, υποδεικνύεται ότι τα αυξημένα ποσοστά τόκου ή ανάλογων πληρωμών γίνονται αποδεκτά, κάτω από προϋποθέσεις πάντα, όταν αυτή η αύξηση εφαρμόζεται από την ημερομηνία της παράλειψης πληρωμής. Είναι εύκολα διακριτό από την πιο πάνω νομολογία, ότι τυχόν όροι καταβολής τόκου υπερημερίας θα πρέπει να διαπιστωθεί, στη βάση πάντα μαρτυρίας η οποία θα πρέπει να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ότι αποτελούν πράγματι προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία, ζήτημα που εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι της καθυστέρησης. Σε κάθε περίπτωση ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας, συγκρινόμενος με το αρχικό κόστος δανεισμού των χρημάτων θα πρέπει να κινείται σε λογικά επίπεδα. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό κάποιου μέρους και προς αποτροπή της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση ο όρος περί καταβολής τόκων υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων τίθεται κατά τρόπο τηλεγραφικό. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι: «Σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων σας, το δάνειο σας θα βαρύνεται με τόκο υπερημερίας με τόκο προς 9%». Σε κάθε περίπτωση η πρόνοια για χρέωση της εναγομένης με τόκο υπερημερίας δεν φαίνεται να συνδέεται με οποιαδήποτε γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υφίστατο το αθώο μέρος από την παράβαση συνεπεία της καθυστέρησης της σύμβασης. Κανένας υπολογισμός ή αναφορά σε ποσά. Τα πιο πάνω, εύλογα επιτρέπουν την θεώρηση της συγκεκριμένης πρόνοιας ως ποινικής ρήτρας που είχε ως στόχο τον εκφοβισμό και μόνο της εναγομένης εταιρείας, αναγκάζοντας την να συμμορφώνεται προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Και αν ακόμα η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ουσιαστικά ο πιο πάνω όρος αποτελεί ποινική ρήτρα μη δυνάμενη να εφαρμοστεί εθεωρείτο λανθασμένη, με δεδομένο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τις ζημιές που θα υφίσταντο οι ενάγοντες ως το αθώο μέρος από την καθυστέρηση, το Δικαστήριο εμποδίζεται να προχωρήσει, από μόνο του, στον καθορισμό εύλογης αποζημίωσης προς τους ενάγοντες συνεπεία της καθυστέρησης. Το ύψος του τόκου υπερημερίας άλλωστε που καθορίστηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να είναι σε ιδιαίτερα ψηλό ποσοστό, γεγονός που σε συνδυασμό με την ανυπαρξία οποιασδήποτε μαρτυρίας δικαιολόγησης του στα πλαίσια της προσπάθειας καθορισμού εύλογης αποζημίωσης για την καθυστέρηση, εμποδίζει την υιοθέτηση και έγκριση του. Ενόψει των πιο πάνω, τα ποσά τα οποία κατεβλήθησαν από την εναγόμενη εταιρεία και τα οποία σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Χ3 λογίστηκαν ότι κατεβλήθησαν προς ικανοποίηση τόκων υπερημερίας, δεν μπορεί παρά να λογιστούν ότι κατεβλήθησαν έναντι του υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού του δανείου (κεφάλαιο και τόκος). Με δεδομένο ότι οι τρεις υπόλοιπες και οφειλόμενες δόσεις του δανείου σε πλήρη εξόφληση συμποσούνται στο ποσό των Λ.Κ.171.980,67 σεντ, θα πρέπει από το ποσό αυτό να αφαιρεθεί το ποσό των Λ.Κ.881,11 σεντ, που αντιπροσωπεύει τους τόκους υπερημερίας που η πλευρά των εναγόντων, σύμφωνα με το Τεκμήριο Χ3, και τις αναφορές του μάρτυρα Δρουσιώτη αξιοποίησε για κάλυψη τόκων υπερημερίας. Τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν βέβαια την υποχρέωση της εναγομένης εταιρείας για καταβολή του νόμιμα οφειλόμενου χρέους της, που σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση των μερών είναι επιτρεπτά. Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην υπόθεση C.Τ.A. Techno Marketing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 721, στα πλαίσια της οποίας επικροτήθηκε η πρωτόδικη απόφαση για το ζήτημα, η χρέωση παράνομου τόκου δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη σύμβαση και οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, ήτοι το κεφάλαιο και τους τόκους που έχουν υπολογιστεί σύμφωνα με το νόμο. (βλ. επίσης Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Coudounaris Ltd κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 641). Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης εταιρείας για το ποσό των €292.340,95 σεντ, ποσό που αντιστοιχεί με το ποσό των Λ.Κ.171.099,56 σεντ, αφού η ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων είναι δεδομένη. Το εν λόγω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 30.5.2007. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση του ακινήτου που περιγράφεται στην υποθήκη υπ΄ αρ. Υ115/80 και Υ1251/80 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ως αυτό περιγράφεται στις παραγράφους 5 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης, κατ΄ εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών για το ζήτημα, προς ολική ή μερική ικανοποίηση του ως άνω χρέους, τόκων και εξόδων. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Η εναγόμενη εταιρεία θα επιβαρυνθεί με τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο